ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
20 Ιανουαρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
L.L.N.
από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Γ. Καρατσιόλη (κα) για Χ. Ματθαίου (κα)
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Χ. Δημητρίου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 06.07.2022, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη και ως «Λ.Δ.Κ.») την οποία εγκατέλειψε στις 20.10.2019 και, μέσω των μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχών, εισήλθε, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, στις ελεγχόμενες περιοχές στις 22.10.2019. Στις 22.10.2019 υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 03.03.2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της EUAA [1] (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός EUAA»), ο οποίος υπέβαλε στις 28.02.2025 Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου υπάλληλος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 06.07.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 11.08.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 08.08.2022. Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών περιστατικών της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, εφαρμόζοντας τον Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη, υποστηρίζοντας καταληκτικά ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση της ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Αναφορικά με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, επισημαίνω ότι αυτός προωθείται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του Αιτητή[2]. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[3]. Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[4], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[5]. Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθείται ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως.
Εν πάση περιπτώσει, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[6], θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης αυτής, σε συνάρτηση και με τον έστω γενικόλογο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και υπό το φως των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου.
Διαφαίνεται από τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι ο Αιτητής, υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ισχυρίστηκε στο πλαίσιο της καταχωρισθείσας αίτησής του για διεθνή προστασία ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας οικογενειακών προβλημάτων και απειλών κατά της ζωής του, οι οποίες προήλθαν από μέλη της πατρικής του οικογένειας μετά τον θάνατο του πατέρα του. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής προέβαλε ότι ο πατέρας του πέθανε από μία σύντομη ασθένεια, όμως πριν πεθάνει είχε αγοράσει αγαθά για τον ίδιο και τα παιδιά του. Μετά τον θάνατό του, η βιολογική του οικογένεια αποφάσισε να ανακτήσει τα αγαθά του πατέρα του. Ο ίδιος, η μητέρα του και ο αδελφός του δεν συμφωνούσαν και πήγαν στη δημόσια εισαγγελία (public prosecutor’s office) για να κάνουν καταγγελία. Ως καταγράφει, μεταξύ των θείων του υπάρχει και ένας που εργάζεται εκεί και συνεργάζεται με τους ληστές για να τους εξοντώσουν.
Κατά το κρίσιμο στάδιο της προφορικής του συνέντευξης και αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε αποκλειστικά στην Kinshasa. Συγκεκριμένα, προτού οι γονείς του χωρίσουν, ο Αιτητής διέμενε με όλη του την οικογένεια στην Masina της επαρχίας Tsangu. Μετά τον χωρισμό των γονιών του το 2015, διέμενε στην περιοχή Kasa-Vubu μαζί με τον πατέρα του μέχρι τον θάνατό του, ενώ συνέχισε να διαμένει εκεί μέχρι και την αναχώρηση του από την ΛΔΚ. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε άγαμος και άτεκνος. Αναφορικά με την οικογένειά του, δήλωσε ότι οι γονείς του είχαν χωρίσει το 2015, ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2019, ενώ η μητέρα του διαμένει στην περιοχή Massina της Kinshasa. Ο Αιτητής ανέφερε ότι έχει έναν νεότερο αδελφό, ο οποίος μετά τα γεγονότα αναγκάστηκε να μεταβεί στην Angola, με τον οποίο δεν διατηρεί πλέον επαφή. Σε σχέση με το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2020, έπειτα από επαναλήψεις τάξεων, ενώ ως προς την επαγγελματική του εμπειρία δήλωσε ότι δεν είχε σταθερή εργασία και ότι μετά την αποφοίτησή του ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο, πραγματοποιώντας πρακτική άσκηση σε τοπικό ποδοσφαιρικό σύλλογο, στο πλαίσιο της οποίας λάμβανε φιλοδώρημα.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης του, ότι εγκατέλειψε την ΛΔΚ, λόγω περιουσιακής διαφοράς με τους συγγενείς του. Ειδικότερα, κατέγραψε ότι μετά τον θάνατό του πατέρα του, η βιολογική οικογένεια του πατέρα του εισήλθε στην οικία του και αφαίρεσε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στον πατέρα του. Ανέφερε ότι, ως πρωτότοκος υιός, ζήτησε από τον αδελφό του πατέρα του να του επιστραφεί η περιουσία. Πρόσθεσε ότι συνέχισε να ασκεί πιέσεις προκειμένου να ανακτήσει την περιουσία του πατέρα του και ότι, εξαιτίας αυτών των ενεργειών, οι αδελφοί του πατέρα του τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν. Δήλωσε επιπλέον, ότι μία ημέρα ένα άτομο, εν ονόματι, Papa Jean, μετέβη στον τόπο όπου διέμενε και τον μετέφερε σε ένα κρυφό μέρος. Κατά το χρονικό διάστημα που παρέμεινε εκεί, ο Papa Jean προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να τον βοηθήσει να εξέλθει από τη χώρα (βλ. ερυθ. 47 – 46 δ.φ.)
Σε σχετική ερώτηση ως προς το τί θεωρεί ότι θα του συμβεί εάν επιστρέψει στην ΛΔΚ, ο Αιτητής δήλωσε ότι θα τον σκοτώσουν.
Ο Λειτουργός EUAA προχώρησε σε σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων αναφορικά με τα όσα δήλωσε ο Αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του. Αναφορικά με το περιεχόμενο τη περιουσίας του πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι περιελάβανε το σπίτι στην περιοχή Kasa‑Vubu στην Κινσάσα, το οικόπεδο στο Kingcole και ένα αμάξι (βλ. ερυθ. 46 3χ). Κληθείς να προσδιορίσει το μέγεθος του οικοπέδου, ο Aιτητής δήλωσε ότι δεν το γνωρίζει. Αναφορικά με το περιστατικό που έλαβε χώρα μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι συγγενείς του, δύο μήνες περίπου μετά τον θάνατό του, μετέβησαν στο σπίτι και πήραν τα έγγραφα ιδιοκτησίας του πατέρα του, ψάχνοντας στο δωμάτιο του πατέρα του. Κληθείς να προσδιορίσει πώς οι συγγενείς του γνώριζαν που βρίσκονται τα έγγραφα ιδιοκτησίας του πατέρα του, δήλωσε ότι γνώριζαν, διότι συνήθιζαν να έρχονται στο σπίτι. (βλ. ερυθ. 46 4χ).
Περαιτέρω, δήλωσε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του ζούσε μόνος του στο σπίτι, μαζί με τον ξάδελφό του, καθώς λίγο μετά την κηδεία του πατέρα ο μικρότερος αδελφός του πήγε να διαμείνει με την μητέρα τους. Ο Αιτητής διευκρίνισε ότι αφού έλαβαν τα έγγραφα ιδιοκτησίας, ακολούθως πούλησαν όλη την περιουσία (βλ. ερυθ. 44 1χ). Κληθείς να προσδιορίσει ποιοί ακριβώς μετέβησαν εκείνη την ημέρα στο σπίτι, αρχικά ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν πολλά άτομα, ενώ σε επαναληπτικές ερωτήσεις ο Αιτητής δήλωσε ότι ήρθαν κάποιοι θείοι και θείες του. Ακολούθως, δήλωσε ότι είχε τέσσερις θείους και δύο θείες, με τους οποίους διατηρούσε καλές σχέσεις πριν το περιστατικό (βλ. ερυθ. 44 1χ, 2χ δ.φ.).
Πρόσθετα, ο Aιτητής δήλωσε πως οι συγγενείς του, τον είχαν επισκεφτεί πάνω από πέντε φορές και ότι δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία, διότι ζήτησε την βοήθεια του Papa Jean, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι η αστυνομία δεν μπορεί να κάνει κάτι και ότι οι συγγενείς του θέλουν να τον σκοτώσουν. Κληθείς να εξηγήσει πως ο Papa Jean γνώριζε αυτή την πληροφορία, δήλωσε ότι «μάλλον το άκουσε από κάποιον» (βλ. ερυθ. 43 1χ δ.φ.)
Σε ακόλουθες ερωτήσεις, ο Αιτητής δήλωσε ότι την ημέρα που ήρθαν οι συγγενείς του, ο ίδιος δεν ήταν παρών στο σπίτι, αλλά μόνο δύο ξαδέλφια του από την πλευρά του πατέρα του (βλ. ερυθ. 43 2χ δ.φ.), τα οποία ωστόσο δεν κάλεσαν την αστυνομία. Περαιτέρω δήλωσε ότι ο ίδιος μόλις επέστρεψε στο σπίτι, άρχισε να ρωτά τον θείο του γιατί πήραν τα έγγραφα ιδιοκτησίας, και τότε ήταν που άρχισε να έχει προβλήματα με τους θείους του και να δέχεται απειλές (βλ. ερυθ. 43 4x).
Αναφορικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες απειλήθηκε, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι απειλές εις βάρος του έλαβαν χώρα κατ’ επανάληψη, διευκρινίζοντας ότι αυτές σημειώθηκαν συνολικά πέντε φορές. Ανέφερε ότι κατά την πρώτη φορά ήταν ο ίδιος που επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον θείο του και ότι τότε δέχθηκε απειλές από αυτόν. Πρόσθεσε ότι κατά τις επόμενες τέσσερις φορές, όταν μετέβη σε αυτούς ζητώντας τα έγγραφα ιδιοκτησίας, δέχθηκε λεκτικές απειλές, κατά τις οποίες του ανέφεραν ότι θα τον σκοτώσουν. Ο Αιτητής δήλωσε ότι ούτε τότε απευθύνθηκε στην αστυνομία, διότι φοβόταν. Σε παρατήρηση του Λειτουργού EUAA, ότι κατά την υποβολή της αίτησής του, είχε δηλώσει ότι είχε καταγγείλει το περιστατικό στον εισαγγελέα μαζί με τον αδελφό του, ο Αιτητής επιβεβαίωσε το περιστατικό λέγοντας αρχικά, ότι ήταν μαζί με τον γείτονά του, ενώ μετά από σχετική ερώτηση του Λειτουργού EUAA , επιβεβαίωσε ότι ήταν παρών και ο αδελφός του (βλ. ερυθ. 41 1χ δ.φ.).
Αναφορικά με τη δήλωσή του κατά την καταγραφή της αίτησής του ότι «συνεργάζεται με ληστές για να μας εξοντώσει», ο Αιτητής ανέφερε ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν συνάδελφος του πατέρα του. Εξηγώντας τη δήλωσή του περί συνεργασίας με ληστές, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτό συνέβη διότι προσπαθούσε να ανακτήσει την περιουσία του πατέρα του και, επιπλέον, επιθυμούσε να τον καταγγείλει στις αρχές, γεγονός που, όπως δήλωσε, οδήγησε το εν λόγω πρόσωπο να αναζητά τρόπο να τον σκοτώσει. Διευκρίνισε ότι, στη χώρα καταγωγής του, ως «ληστές» χαρακτηρίζονται τα άτομα που πληρώνονται για να σκοτώσουν κάποιον ή προβαίνουν σε παράνομες πράξεις.
Ερωτηθείς πώς πληροφορήθηκε ότι η περιουσία του πατέρα του είχε πωληθεί, δήλωσε ότι άτομα μετέβησαν στην οικία του πατέρα του και τους ζήτησαν να αποχωρήσουν, αναφέροντας ότι είχαν ήδη αγοράσει το σπίτι. Ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιος διαμένει σήμερα στην οικία (βλ. ερυθ. 40 4χ, 39 1χ δ.φ.)
Σε ερώτηση αν, παρά το γεγονός ότι το ζήτημα της περιουσίας και οι διαφορές με τους θείους του έχουν πλέον ολοκληρωθεί, πιστεύει ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του κινδυνεύει να σκοτωθεί, ο Αιτητής απάντησε καταφατικά. Ως λόγο ανέφερε ότι είχαν προσπαθήσει να τον σκοτώσουν και ότι υπήρχε σχέδιο για την εξόντωσή του. Όταν κλήθηκε να διευκρινίσει με ποιον ακριβώς τρόπο επιχείρησαν να τον σκοτώσουν, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τον τρόπο. Σε ερώτηση αν, μετά τον θάνατο του πατέρα του, υπήρξε οποιοδήποτε άτομο που προσπάθησε πράγματι να τον σκοτώσει, απάντησε αρνητικά (βλ. ερυθ. 39 δ.φ.) Τέλος, δήλωσε ότι από τότε που βρίσκεται στην Δημοκρατία της Κύπρου δεν έχει ενοχληθεί από κανένα πρόσωπο από τη ΛΔΚ.
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης του Αιτητή, ο Λειτουργός EUAA διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του Αιτητή. Ο πρώτος αφορά τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ, τη χώρα καταγωγής του και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του. Ο δεύτερος αφορούσε τον ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του λόγω της διαμάχης που είχε με την οικογένεια του πατέρα του σχετικά με ζητήματα περιουσίας, μετά τον θάνατο του πατέρα του το 2019, ο οποίος ωστόσο απορρίφθηκε.
Συγκεκριμένα, ο Λειτουργός EUAA έκρινε τις δηλώσεις του Αιτητή ως αόριστες και μη λεπτομερείς. Ειδικότερα, αρχικά κρίθηκε ότι ο Αιτητής παρείχε συγκεκριμένες και αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο της περιουσίας του πατέρα του και τις περιστάσεις υπό τις οποίες η βιολογική οικογένεια του πατέρα του απέκτησε τα αντικείμενα του θανόντος. Αν και δεν γνώριζε το μέγεθος του οικοπέδου, ήταν σε θέση να περιγράψει με συνοχή ότι η οικογένεια του πατέρα, πήρε τα έγγραφα ιδιοκτησίας όταν μπήκε στο σπίτι ψάχνοντας το δωμάτιο του πατέρα του, σχεδόν δύο μήνες μετά την κηδεία του πατέρα του.
Ωστόσο, οι πληροφορίες σχετικές με την ημέρα που οι συγγενείς μπήκαν στο σπίτι και άρχισαν να ψάχνουν για τα έγγραφα ιδιοκτησίας, κρίθηκαν ως αόριστες και μη λεπτομερείς. Ως κρίθηκε, ο Aιτητής δεν ηταν σε θέση να προσδιορίσει για ποιο λόγο οι συγγενείς γνώριζαν πού να ψάξουν για τα έγγραφα, ενώ δυσκολεύτηκε να προσδιορίσει πόσοι συγγενείς τον είχαν επισκεφθεί εκείνη την ημέρα. Πέραν αυτού, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τον λόγο που δεν φρόντισε ο ίδιος να κρατήσει τα έγγραφα ιδιοκτησίας, αφού οι συγγενείς τον είχαν ήδη επισκεφθεί περισσότερες από πέντε φορές ζητώντας τα έγγραφα.
Σε μια σειρά συμπληρωματικών ερωτήσεων σχετικά με τις απειλές που δέχθηκε και αν ζήτησε προστασία, ο Αιτητής δεν μπόρεσε να τεκμηριώσει με συνοχή τους ισχυρισμούς του, πέραν του ότι συμβουλεύτηκε τον φίλο του πατέρα του, Papa Jean, ο οποίος του είπε ότι η αστυνομία δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα για αυτόν, καθώς οι συγγενείς του θα τον σκότωναν. Περαιτέρω, ο Αιτητής κρίθηκε ασυνεπής στην προηγούμενη δήλωσή του ότι ήταν παρών στο σπίτι την ημέρα που ήρθαν οι συγγενείς του. Σε ακόλουθες δηλώσεις του, ανέφερε υπεκφεύγοντας και ασυνάρτητα ότι υπήρχαν δύο ξαδέλφια από την πλευρά του πατέρα του την ημέρα που οι συγγενείς μπήκαν στο σπίτι, τα οποία δεν κάλεσαν την αστυνομία ούτε τον ίδιο τον Αιτητή, ο οποίος δεν ήταν παρών εκείνη τη στιγμή. Ο Αιτητής αντιμετώπισε κάποια δυσκολία στο να προσδιορίσει τη συχνότητα των απειλών που είχε δεχθεί από τους θείους του και τον τρόπο με τον οποίο αυτές είχαν ληφθεί. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ο Αιτητής απάντησε με αόριστο τρόπο σε μια σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες απειλήθηκε.
Στις προσπάθειές του να εξηγήσει τον όρο «ληστές» που χρησιμοποίησε στην αρχική του δήλωση στο έντυπο καταγραφής, παρόλο που ο Αιτητής παρείχε σε κάποιο βαθμό έναν ικανοποιητικό ορισμό για τον όρο, δεν ήταν σε θέση να δώσει εξηγήσεις σχετικά με το αν κάποιος προσπάθησε να του επιτεθεί και πώς ενημερώθηκε ότι οι θείοι του ήθελαν να τον σκοτώσουν. Ομοίως, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει τον τρόπο που οι συγγενείς του προσπάθησαν να τον σκοτώσουν. Τέλος, ο Λειτουργός EUAA σημειώνει ότι ο Αιτητής στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει τη δυσκολία του να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τον ισχυρισμό του, ο Αιτητής αξιοποίησε την ευκαιρία στην καταληκτική του δήλωση για να αποδώσει μια συναισθηματική διάσταση στα κενά μνήμης του, λόγω των αναμνήσεων από τον τρόπο θανάτου του πατέρα του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός EUAA έκρινε ότι , λόγω της υποκειμενικής φύσης του ισχυρισμού του και σύμφωνα με τις δηλώσεις του, η εξωτερική αξιοπιστία δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν υπέβαλε καμία εξωτερική πηγή ή έγγραφο προς υποστήριξη του ισχυρισμού του.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός EUAA, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, έκρινε,ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην Κινσάσα.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στην ΛΔΚ, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός EUAA κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, αφού η κατάσταση στην ΛΔΚ, δεν χαρακτηρίζεται από καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού EUAA, όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Αρχικά συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού τον οποίον και αποδέχομαι λόγω του ότι οι δηλώσεις του Αιτητή κρίνονται ως σαφείς, δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου, ενώ οι δηλώσεις της επιβεβαιώθηκαν και από αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης στις οποίες προσέτρεξε ο λειτουργός ασύλου.
Αναφορικά με το δεύτερο κρίσιμο ισχυρισμό του Αιτητή, φρονώ πως αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού αυτού, όπως αυτή αποτυπώνεται στην εισηγητική έκθεση του λειτουργού, κρίνεται συνολικά ορθή, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με το εφαρμοστέο νομικό και κανονιστικό πλαίσιο. Ο Λειτουργός EUAA προσδιόρισε με σαφήνεια το αντικείμενο της εξέτασης, ήτοι τον ισχυρισμό ότι η οικογενειακή διαφορά περί περιουσίας, σε συνδυασμό με επαναλαμβανόμενες απειλές θανάτου από μέλη της πατρικής οικογένειας, θεμελιώνει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Ο Λειτουργός EUAA αιτιολογεί συγκεκριμένα τα σημεία στα οποία ο ισχυρισμός παρουσιάζει ασάφεια ή ασυνέπεια, ιδίως ως προς τον χρόνο, τη συχνότητα και τις περιστάσεις των φερόμενων απειλών, καθώς και ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο Aιτητής έλαβε γνώση περί επικείμενης ανθρωποκτονίας.
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, είναι και η δική μου εκτίμηση ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή κρίνεται αυτοτελώς ως εσωτερικά αναξιόπιστος, καθόσον δεν πληροί τις ελάχιστες απαιτήσεις συνοχής και λογικής αιτιώδους συνάφειας που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση αξιόπιστου ισχυρισμού διεθνούς προστασίας. Ο Αιτητής προβάλλει ότι απειλήθηκε επανειλημμένα με θάνατο από μέλη της πατρικής του οικογένειας, ωστόσο η αφήγησή του παραμένει σε υψηλό βαθμό αφηρημένη και γενικευμένη. Οι φερόμενες απειλές δεν περιγράφονται ως συγκεκριμένα περιστατικά, αλλά επαναλαμβάνονται ως ένα ενιαίο σύνολο, χωρίς σαφή χρονική τοποθέτηση, χωρίς περιγραφή των συνθηκών υπό τις οποίες εκδηλώθηκαν και χωρίς διαφοροποίηση ως προς τη βαρύτητα ή την έντασή τους.
Η έλλειψη αυτή ειδικότητας αποδυναμώνει ουσιωδώς την αξιοπιστία του ισχυρισμού, δεδομένου ότι η αφήγηση περιορίζεται απλώς στην αναπαραγωγή ενός συμπεράσματος περί επικείμενου κινδύνου ζωής. Επιπλέον, η γνώση του Αιτητή σχετικά με την πρόθεση των συγγενών του να τον σκοτώσουν στηρίζεται σε ασαφή και απροσδιόριστη πληροφόρηση, την οποία ο ίδιος αποδίδει σε τρίτες πηγές χωρίς να είναι σε θέση να κατονομάσει ή να προσδιορίσει τη φύση τους. Η επίκληση τέτοιου είδους πληροφοριών, χωρίς σαφή προέλευση και χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένα γεγονότα, δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση πειστικής και συνεκτικής αφήγησης.
Περαιτέρω, διαπιστώνεται έλλειψη λογικής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ισχυριζόμενου κινδύνου και της πραγματικής συμπεριφοράς των φερόμενων δραστών. Παρά την επίκληση επαναλαμβανόμενων απειλών θανάτου, ο Αιτητής δεν αναφέρει καμία απόπειρα επίθεσης, καμία πράξη φυσικής βίας ούτε οποιαδήποτε ενέργεια που να υποδηλώνει κλιμάκωση ή άμεση πρόθεση υλοποίησης των απειλών.
Επιπλέον, οι αντιφάσεις και μεταβολές στις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την παρουσία του κατά τα κρίσιμα περιστατικά, τον ρόλο τρίτων προσώπων και τις ενέργειες που φέρεται να έγιναν για αναζήτηση προστασίας δεν αφορούν επουσιώδεις λεπτομέρειες, αλλά αγγίζουν τον ίδιο τον πυρήνα του ισχυρισμού περί απειλής. Τέτοιου είδους ασυνέπειες, όταν δεν αιτιολογούνται επαρκώς, επιτρέπουν τη συναγωγή αρνητικού συμπεράσματος ως προς την εσωτερική αξιοπιστία.
Τέλος, η συνολική αφήγηση δεν επιτυγχάνει να συνδέσει πειστικά τη διαφορά περί περιουσίας με έναν εξατομικευμένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Η ύπαρξη οικογενειακής διαμάχης, ακόμη και συνοδευόμενης από λεκτικές απειλές, δεν αρκεί αυτοτελώς για να θεμελιώσει αξιόπιστο ισχυρισμό περί δίωξης ή σοβαρής βλάβης, όταν απουσιάζουν συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν πραγματική πιθανότητα υλοποίησης των απειλών. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του Αιτητή παραμένει σε επίπεδο υποκειμενικού φόβου και δεν συγκροτεί ένα εσωτερικά συνεκτικό και αξιόπιστο πραγματικό αφήγημα, ικανό να υποστηρίξει αίτημα διεθνούς προστασίας.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ενόψει της σοβαρής έλλειψης εσωτερικής συνοχής που τον χαρακτηρίζει, δεν ανακύπτει υποχρέωση περαιτέρω διερεύνησης της εξωτερικής του συμβατότητας μέσω αναφοράς σε αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του. Ο εν λόγω ισχυρισμός, όπως αναλυτικά εκτέθηκε και αξιολογήθηκε ανωτέρω, πάσχει από αοριστία, γενικότητα και ουσιώδεις ασυνέπειες ως προς κρίσιμα στοιχεία του, ήτοι ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες φέρονται να διατυπώθηκαν οι απειλές, τη συχνότητα και τον χρόνο αυτών, την προέλευση της πληροφόρησης περί επικείμενης ανθρωποκτονίας, καθώς και τη λογική αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της οικογενειακής περιουσιακής διαφοράς και του ισχυριζόμενου εξατομικευμένου κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Η διαδικασία αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ελάχιστου συνεκτικού, σταθερού και σαφώς προσδιορισμένου πυρήνα πραγματικών περιστατικών, ο οποίος να επιδέχεται ουσιαστική αντιπαραβολή με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα προέλευσης. Όταν, όμως, όπως εν προκειμένω, το αφήγημα του Αιτητή εμφανίζει ουσιώδη κατάρρευση της εσωτερικής του συνοχής στα θεμελιώδη στοιχεία του, η προσφυγή σε πληροφορίες χώρας καταγωγής καθίσταται αλυσιτελής και μη αναγκαία, καθόσον δεν υπάρχει αξιόπιστο πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να στηριχθεί τέτοια αντιπαραβολή.
Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[7], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:
«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»
Περαιτέρω, η ως άνω προσέγγιση έχει πρόσφατα επιβεβαιωθεί και στη νομολογία του Εφετείου, το οποίο, στην FERDINAND EBELE EWELUKWA[8] επανέλαβε ότι η διοίκηση δεν υποχρεούται να προβεί σε εξέταση εξωτερικών πηγών πληροφοριών όταν ο εξεταζόμενος ισχυρισμός δεν πληροί το κατώφλι εσωτερικής αξιοπιστίας που να δικαιολογεί τέτοια περαιτέρω ανάλυση.
Ενόψει των πιο πάνω, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται ως αναξιόπιστος.
Έχοντας πλέον αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στη νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσο αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Χρήσιμη είναι η επαναφορά στην μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου:
«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».
Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών του Αιτητή που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δε δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία. Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:
«19.-(1) Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του αναγνωρίζει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής».
Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :
(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή
(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή
(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).
Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[9] ότι συνιστούν:
«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.»
(βλ. σκέψη 43 της απόφασης)
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmι[10], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως επίσης διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ν
Staatssecretaris van Justitie[11]:
«33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.
34. Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.
35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[12] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Κινσάσα, της ΛΔΚ όπου ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει. Από την έρευνα αυτή, προέκυψαν τα ακόλουθα:
· Σύμφωνα με το portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, «η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό είναι αναμεμειγμένη σε διάφορες μη- διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στην επικράτειά της εναντίον αριθμού μη κρατικών ένοπλων ομάδων»[13]. To δε International Crisis Group, σε έκθεση για τη ΛΔΚ το 2024 αναφέρει ότι ένοπλες συγκρούσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ όπως το Nord-Kivu, το Sud-Kivu και το Ituri, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά είτε στην πόλη Kinshasa ή στην ομώνυμη περιφέρεια όπου αναμένεται ο αιτητής να επιστρέψει[14]. Έκθεση του Amnesty International η οποία καλύπτει το έτος 2023 επιβεβαιώνει πως δεκάδες ένοπλες ομάδες παρέμειναν ενεργές, κυρίως στις ανατολικές επαρχίες Ituri, Nord-Kivu και Sud-Kivu[15]. Στο ίδιο πλαίσιο και έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών του Ιουνίου 2024 αναφέρει πως η κατάσταση ασφαλείας και η ανθρωπιστική κατάσταση στο ανατολικό Κονγκό συνέχισε να χειροτερεύει.
· Αναφορικά με την Κινσάσα, πρόσφατη έκθεση της Cedoca εστιασμένη στην κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, καταγράφει πως κατά το έτος 2024 αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας, όπως διαδηλώσεις, μια απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τις φυλακές Makala, καθώς και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku, εξαιτίας της σύγκρουσης που εκτυλίσσεται στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe [.]. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από τις διαδηλώσεις προς τις δυτικές πρεσβείες, δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα[16]. Στις 29 Ιανουαρίου 2025, αγανακτισμένοι διαδηλωτές βανδάλισαν δυτικές πρεσβείες διαμαρτυρόμενοι για την αδράνεια της διεθνούς κοινότητας απέναντι στην διαμάχη που μαίνεται στην Goma[17].
· Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας αναφορικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη ΛΔΚ, η οποία καλύπτει το έτος 2024, αναφέρει ότι «η ένοπλη σύγκρουση στα ανατολικά συνεχίστηκε καθώς οι πολιτικές διαδικασίες είχαν σταματήσει. Σε εθνικό επίπεδο, πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις —μεταξύ άλλων και στην πρωτεύουσα Κινσάσα— σχετικά με τη σύγκρουση ανάμεσα στο Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23), ένοπλη οργάνωση που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Ρουάντα και τις κυβερνητικές δυνάμεις της ΛΔΚ και τους συμμάχους τους. Οι διαδηλώσεις είχαν επίσης στόχο τη φερόμενη υποστήριξη από δυτικές χώρες, όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ. Η διακοινοτική βία επεκτάθηκε στις επαρχίες Κασάι, Κουάνγκο, Κουίλου, Μάι-Ντόμπε και Τσόπο, προκαλώντας περαιτέρω σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων».[18]
· Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 14/01/2026) σημειώθηκαν στην επαρχία Kinshasa συνολικά 152 περιστατικά ασφαλείας (διαδηλώσεις, πολιτική βία, ανταρσία, καταστολή) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 56 απώλειες.[19] O συνολικός πληθυσμός της επαρχίας της Kinshasa ανέρχεται στους 17.032.300 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2024[20].
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στον τελευταίο τόπο διαμονής του και ως εκ τούτου δεν διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άντρας, υγιής, με επαρκή μόρφωση, πλήρως ικανός προς εργασία και χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας. Ο Αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Ενόψει των ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ευρωπαϊκού Οργανισμού για το Άσυλο, EUAA, πρώην EASO.
[2] Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14 ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2 η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552
[3] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[4] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598
[5] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007
[6] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[7] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 08.11.2024)
[8] FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023, 31.10.2024.
[9] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[11] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[12] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[13] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Last updated: Tuesday 14th February 2023, available at: https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)
[14] International Crisis Group's Crisis Watch, Conflict in focus, DRC, January 2024, διαθέσιμο σε https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/february-alerts-and-january-trends-2024#democratic-republic-of-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)
[15] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2023, 24 April 2024 https://www.ecoi.net/en/document/2107871.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)
[16] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Republique Democratique du Congo; Situation sécuritaire, 25 February 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2122509/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_0.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)
[17] Aljazeera, Tyres burned, embassies attacked in DR Congo's Kinshasa protests, 29/01/2025, https://www.aljazeera.com/gallery/2025/1/29/tyres-burned-embassies-attacked-in-dr-congos-kinshasa-protests (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)
[18] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2024, 29 April 2025 https://www.ecoi.net/en/document/2124713.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/01/2026)
[19] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Democratic Republic of Congo, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[20] https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/01/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο