D.T. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Υπόθ. Αρ.: 554/2025, 16/1/2026
print
Τίτλος:
D.T. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Υπόθ. Αρ.: 554/2025, 16/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 554/2025

 

16 Ιανουαρίου, 2026

 [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

1.    D.T.

2.    F.I. (σύζυγος)

3.    Κ.Η. (ανήλικο τέκνο)

4.    M.D.T. (ανήλικο τέκνο)

Αιτητές

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

Καθ' ων η Αίτηση

 

Εμφανίσεις:

Ο Αιτητής 1 παρών

Α. Δημητριάδου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.

Π. Χαραλάμπους (κος) διερμηνεία από Ελληνικά σε Αγγλικά και αντίστροφα.

M. Yasin (κος) διερμηνεία από Somali σε Αγγλικά και αντίστροφα.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής 1 προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 12/02/25 η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία αναγνωρίστηκε σε όλα τα μέλη της οικογενείας του καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας αντί αυτό του καθεστώτος πρόσφυγα.  

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Οι Αιτητές υπέβαλαν αίτηση για διεθνή προστασία στις 15/06/23. Στις 15/01/25 πραγματοποιήθηκαν οι προσωπικές συνεντεύξεις τους και στις 03/02/25 εκδόθηκε η σχετική έκθεση/εισήγηση. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση στις 05/02/25, αποφασίζοντας την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας στους Αιτητές αντί αυτό του καθεστώτος πρόσφυγα, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Κατά την συμπλήρωση του εντύπου της προσφυγής του ο Αιτητής 1 αναφέρει ότι θα ήθελε να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία διότι δεν μπορεί να επιστρέψει στην χώρα του. Κατά την ακροαματική διαδικασία σε σχετικά ερωτήματα του Δικαστηρίου ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι εργάστηκε για κάποιο χρονικό διάστημα στη Σαουδική Αραβία και διέμενε εκεί για δέκα έτη αλλά στην συνέχεια απελάθηκε τόσο αυτός όσο και ολόκληρη του η οικογένεια επιστρέφοντας στη Σομαλία όπου διέμεινε για τρία έτη, ακολούθως αφού αντιμετώπισαν προβλήματα με τον αδελφό της συζύγου του (Αιτήτρια 2) εγκατέλειψαν την χώρα. Σημείωσε μετά από ερώτηση του Δικαστηρίου, τους λόγους που επιθυμεί την παραχώρηση προσφυγικού καθεστώτος, ότι με το προσφυγικό καθεστώς θα μπορεί να ταξιδεύει για διακοπές (ακόμα και στην χώρα του) καθότι τώρα δεν έχει στην κατοχή του το διαβατήριο του.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασής τους και υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και επαρκή αιτιολογία.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα όσα υποστηρίζονται από τον Αιτητή 1, αυτά που απάντησαν οι Καθ΄ ων η αίτηση, του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ») και αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν. 73(I)/2018), προχωρεί να εξετάσει την ουσία του αιτήματος του και/ή κατά πόσο δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα αντί αυτό της συμπληρωματικής προστασίας (καθεστώς που του έχει χορηγηθεί -και στα μέλη της οικογενείας του- από την αρμόδια αρχή Υπηρεσία Ασύλου).

 

Ως προκύπτει από τον φάκελο των Αιτητών κατάγονται από τη Mogadishu, Σομαλία, είναι μουσουλμάνοι σουνίτες, υγιείς, παντρεύτηκαν το 2018 και έχουν δύο ανήλικα τέκνα (Αιτητές 3 και 4). Ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι ανήκει στη φυλή Jaaji (Bajuni), ενώ η Αιτήτρια 2 ανήκει στη φυλή Abgal. Ως προς το εκπαιδευτικό τους υπόβαθρο, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι έχει παρακολουθήσει μόνο τρία χρόνια τη βασική εκπαίδευση του κορανίου, ενώ η Αιτήτρια 2 έχει παρακολουθήσει δύο μήνες τη βασική εκπαίδευση του κορανίου. Ως προς την εργασία τους, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι δεν εργάστηκε στη Σομαλία, αλλά εργάστηκε στη Σαουδική Αραβία για αρκετά χρόνια, ενώ η Αιτήτρια 2 δήλωσε ότι από 14 χρονών εργαζόταν ως οικιακή βοηθός. Η πατρική οικογένεια του Αιτητή 1 αποτελείται από τους γονείς του, 5 αδέρφια και 2 αδερφές, όλοι τους διαμένοντες στη χώρα καταγωγής του. Η Αιτήτρια 2 δήλωσε ότι ο πατέρας της πέθανε το 2005, ενώ η μητέρα της και τα αδέρφια της ζουν στη Σομαλία. Ομιλούν σομαλικά και αραβικά. Σχετικά με τον συνήθη τόπο διαμονής τους, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι το 2010 μετέβη στη Σαουδική Αραβία, όπου διέμεινε στην Jeddah για 10 χρόνια. Η δε Αιτήτρια 2 ανέφερε ότι το 2015 μετέβη από τη Σομαλία στη Σαουδική Αραβία. Εκεί γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν και το 2020 γεννήθηκε ο πρώτος τους γιος (Αιτητής 3). Ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι στη Σαουδική Αραβία εργάστηκε σε διάφορες δουλειές, ως συντηρητής πλοίων και υπάλληλος καθαριότητας σε κάποιες εταιρίες. Οι Αιτητές πρόσθεσαν ότι το 2020 απελάθηκαν από τη Σαουδική Αραβία λόγω μη έλλειψης νομιμοποιητικών εγγράφων και επέστρεψαν στην Σομαλία, στην περιοχή Karan του Mogadishu, όπου διέμειναν μέχρι τον Μάιο του 2023 που εγκατέλειψαν τη χώρα τους. Εγκατέλειψαν τη χώρα τους αεροπορικώς στις 26/05/23 (ερυθρά 255-250, 68-53, 1 ΔΦ).

 

Με την αίτησή τους για διεθνή προστασία ο μεν Αιτητής 1 ισχυρίστηκε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας των απειλών και της διακριτικής μεταχείρισης που υπέστη επειδή η φυλή του και η φυλή της συζύγου του απαγορεύουν τον γάμο μεταξύ τους. Όταν επέστρεψαν από τη Σαουδική Αραβία στη Σομαλία, ο αδερφός της συζύγου του την απείλησε επειδή είχε παντρευτεί κάποιον που ανήκει σε διαφορετική φυλή από τη δική της, το οποίο δεν ήταν αποδεκτό. Επίσης, η οικογένειά του ήταν ενάντια στον γάμο αυτόν, γιατί τον θεωρούσε απειλή. Η σύζυγός του φοβήθηκε και ο ίδιος ανησυχούσε για την οικογένειά του. Η δε Αιτήτρια 2 δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή οι γονείς της και ο αδερφός της δεν ήθελαν να συνεχίσει να είναι παντρεμένη με τον σύζυγό της και την απείλησαν ότι, αν δεν τον χωρίσει, θα τη σκοτώσουν. Έτσι, αποφάσισαν να φύγουν από τη Σομαλία για να ζητήσουν βοήθεια. Κατά την προσωπική του συνέντευξη ο Αιτητής 1 επανέλαβε τους ισχυρισμούς του σχετικά με τις απειλές που έλαβε από τον αδερφό της συζύγου του, ο οποίος ήθελε να χωρίσουν επειδή ανήκουν σε διαφορετικές φυλές. Ανέφερε ότι η σύζυγός του (Αιτήτρια 2) ανήκει στη φυλή Abgal, με την οποία η δική του φυλή δεν επιτρέπει τον γάμο. Επίσης, δήλωσε ότι και η δική του οικογένεια του έλεγε να χωρίσει με τη σύζυγό του, όμως εκείνοι ήθελαν να είναι μαζί και η σύζυγός του είπε ότι δε θα χωρίσουν, ακόμα κι αν ο αδερφός της ήθελε να τη σκοτώσει. Ο Αιτητής 1 προσπάθησε να δώσει στον αδερφό της συζύγου του χρήματα, αλλά εκείνος αρνήθηκε να τα πάρει, λέγοντας ότι δεν τον ενδιαφέρουν τα χρήματα, αλλά η τιμή της οικογένειάς του και ότι πρέπει να χωρίσει την αδερφή του και να φύγει από το σπίτι. Επίσης, η οικογένειά του τού έλεγε ότι πρέπει να χωρίσει τη σύζυγό του και να παντρευτεί γυναίκα άλλης φυλής, επειδή δεν ήθελαν να τον σκοτώσει ο αδερφός της Αιτήτριας 2. Τότε, πήγε στην αστυνομία, αλλά επειδή όλοι εκεί ανήκαν στη φυλή Abgal, του είπαν ότι πρέπει να αποδεχτεί αυτό που του λέει η οικογένεια της συζύγου του και να χωρίσει. Τέλος, σχετικά με το μελλοντικό φόβο, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη Σομαλία φοβάται ότι ο ίδιος, η σύζυγός του και τα παιδιά του δε θα είναι ασφαλείς επειδή κινδυνεύουν από τον αδερφό της γυναίκας του. Η δε Αιτήτρια 2 κατά την προσωπική της συνέντευξη επανέλαβε τους ισχυρισμούς της σχετικά με τις απειλές που έλαβε ο σύζυγός της από τον αδερφό της και τους θείους της, ότι αν δεν χωρίσουν θα τον σκοτώσουν. Τέλος, σχετικά με το μελλοντικό φόβο, η Αιτήτρια 2 δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη Σομαλία θα έχει πολλά προβλήματα (ερυθρά 245-237, 62-47).

 

Ο λειτουργός στο πλαίσιο της έκθεσης-εισήγησής του εντόπισε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ των Αιτητών, ο δεύτερος σχετικά με τον φόβο των Αιτητών από τον αδερφό της Αιτήτριας 2, ο οποίος απειλούσε τον Αιτητή 1 για να τη χωρίσει επειδή ανήκαν σε διαφορετικές φυλές και ο τρίτος ότι η Αιτήτρια 2 θα υποστεί ξανά Ακρωτηριασμό Γυναικείων Γεννητικών οργάνων (στο εξής «ΑΓΓΟ»), αν επιστρέψει στη Σομαλία. Ο μεν πρώτος και τρίτος ισχυρισμός των Αιτητών έγιναν αποδεκτοί, σε αντίθεση με τον δεύτερο ισχυρισμό τους, ο οποίος απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος. Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό των Αιτητών εντοπίζονται ανακριβείς και ασαφείς, μη συνεκτικές και λεπτομερείς δηλώσεις, χωρίς ευλογοφάνεια. Ειδικότερα:

(α) εντοπίζονται ανακρίβειες και έλλειψη ευλογοφάνειας στις δηλώσεις του, καθώς ερωτηθείς να παράσχει περισσότερες πληροφορίες για την εθνοτική ομάδα (φυλή) που ισχυρίστηκε ότι ανήκει, ο Αιτητής 1 δε γνώριζε ακριβώς την ονομασία της, παραθέτοντας αρχικά ότι πρόκειται για την εθνοτική ομάδα «Jaaji», ενώ έπειτα ανέφερε ότι ήταν η φυλή Bajuni, για να δηλώσει τελικά ότι μέχρι να παντρευτεί (2018) πίστευε ότι ανήκει στη φυλή Agbal. Κληθείς να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο δε γνώριζε όλα αυτά τα χρόνια σε ποια εθνοτική ομάδα ανήκει, ο Αιτητής 1 δεν ήταν σε θέση να παράσχει μια σαφή και συγκεκριμένη απάντηση, αρκούμενος να δηλώσει ότι όταν πήγε στη Σαουδική Αραβία ήταν νέος και κανείς δεν ενδιαφερόταν για τις φυλές. Επίσης, ελλιπείς παρέμειναν οι απαντήσεις του όταν κλήθηκε να παραθέσει τα χαρακτηριστικά της φυλής του, αρκούμενος να αναφέρει ότι τα άτομα που ανήκαν στη φυλή του ήταν ψαράδες.

(β) εντοπίζονται αντιφάσεις στους ισχυρισμούς του Αιτητή 1, καθώς αφενός ισχυρίστηκε ότι η οικογένειά του δεν μπορεί να παντρευτεί με την οικογένεια της συζύγου του επειδή ανήκουν σε διαφορετικές φυλές, αλλά έπειτα δήλωσε ότι ο ίδιος και η σύζυγός του ενημέρωσαν τις οικογένειές τους για τον γάμο που τέλεσαν στη Σαουδική Αραβία. Επίσης, εντοπίζονται αντιφάσεις στους ισχυρισμούς του Αιτητή 1, αφού αρχικά δήλωσε ότι όταν επέστρεψαν από τη Σαουδική Αραβία στη Σομαλία διέμεναν στο σπίτι με τους γονείς του στην περιοχή Karan, ενώ έπειτα διαφοροποίησε τους ισχυρισμούς του, λέγοντας ότι ο ίδιος και η σύζυγός του νοίκιαζαν δικό τους σπίτι στην περιοχή αυτή,

(γ) εντοπίζεται έλλειψη ευλογοφάνειας στους ισχυρισμούς του σχετικά με τα αδέρφια της συζύγου του, καθώς κληθείς να προσδιορίσει πόσα αδέρφια έχει η σύζυγός του, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι δε γνωρίζει γιατί δεν την είχε ρωτήσει και ότι γνωρίζει μόνο την ύπαρξη ενός αδερφού της. Όμως, η Αιτήτρια 2 (σύζυγός του), κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, δήλωσε ότι έχει 5 αδερφούς και 1 αδερφή, οι οποίοι διαμένουν στην περιοχή Karan,

(δ) εντοπίζονται ανακρίβειες και έλλειψη επαρκών πληροφοριών αναφορικά με τον χρόνο που ξεκίνησε η ισχυριζόμενη παρενόχληση από τον αδερφό της συζύγου του, καθώς δήλωσε ασαφώς ότι αυτή άρχισε τη μέρα που επέστρεψε στη Σομαλία. Περαιτέρω, κληθείς να διευκρινίσει τί ακριβώς έπαθε από τον αδερφό της συζύγου του, ο Αιτητής 1 ανέφερε γενικόλογα ότι τον απειλούσε ζητώντας του να χωρίσει, ενώ ερωτηθείς να προσδιορίσει σε ποια μέρη αυτός τον εντόπιζε, ο Αιτητής 1 αποκρίθηκε ότι τον έβρισκε στους δρόμους και τον απείλησε αμέτρητες φορές. Όμως, ο Αιτητής 1 δεν ήταν σε θέση να περιγράψει λεπτομερώς τί ακριβώς του έκανε ο αδερφός της συζύγου του, τί ακριβώς του έλεγε, πού ακριβώς τον έβρισκε, πόσες φορές τον απείλησε και με ποιον τρόπο. Επιπλέον, ερωτηθείς να προσδιορίσει χρονικά πότε ήταν η τελευταία φορά που απειλήθηκε από τον αδερφό της συζύγου του, ο Αιτητής 1 ανέφερε με ανακρίβειες ότι ήταν το 2023, όταν του είπε ότι αυτή ήταν η τελευταία προειδοποίηση και ότι την επόμενη φορά θα σκοτώσει τον ίδιο και το παιδί του.

(ε) οι δηλώσεις του σχετικά με τη διάρκεια των ισχυριζόμενων απειλών από τον αδερφό της συζύγου του χαρακτηρίζονται μη αληθοφανείς και μη ευλογοφανείς, καθώς αφενός ο Αιτητής 1 ισχυρίστηκε ότι απειλείτο από το 2020 που επέστρεψε τη Σομαλία, χωρίς όμως να του συμβεί τίποτα όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι τον Μάιο του 2023 που έφυγε από τη χώρα καταγωγής του. Ερωτηθείς περαιτέρω να προσδιορίσει τί έκανε τη ζωή του τόσο ανυπόφορη στη Σομαλία, ώστε να την εγκαταλείψει, ο Αιτητής 1 δεν ήταν σε θέση να δώσει μια συγκεκριμένη και σαφή απάντηση, αναφέροντας γενικόλογα ότι έφυγε εξαιτίας του αδερφού της συζύγου του,

(στ) ερωτηθείς να προσδιορίσει τί έκανε για να προστατευτεί από τις ισχυριζόμενες απειλές που δέχτηκε από τον αδερφό της συζύγου του, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι έστελνε τον πατέρα του, ο οποίος μιλούσε με τον αδερφό της συζύγου του, χωρίς να εξηγήσει για ποιον λόγο δεν πήγε στην αστυνομία να αναφέρει τις απειλές που δεχόταν.

 

Όσον αφορά στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας 2, επί του ιδίου ισχυρισμού:

(α) εντοπίζονται ανακριβείς και μη συνεκτικές δηλώσεις στους ισχυρισμούς της, αναφορικά με το πρόσωπο που απειλούσε τον σύζυγό της, καθώς η ίδια δήλωσε ότι επρόκειτο τόσο για τον αδερφό της όσο και τους θείους της. Κληθείσα να εξηγήσει πώς γίνεται ο σύζυγός της στη δική του συνέντευξη να μην ανέφερε ότι απειλείται από τους θείους της, αλλά μόνο από τον αδερφό της, η Αιτήτρια 2 παρέθεσε ασαφώς ότι ο σύζυγός της απειλείτο και από τους θείους της, αλλά δεν το γνώριζε, καθώς ο αδερφός της και ο θείος της είχαν ζητήσει από την ίδια να χωρίσει τον σύζυγό της μέσω τηλεφώνου. 

(β) παρουσιάζονται ανακρίβειες στους ισχυρισμούς της αναφορικά με τη χρονική έναρξη των απειλών που δεχόταν, καθώς αφενός ανέφερε ότι οι απειλές ξεκίνησαν από το 2020 που επέστρεψε από τη Σαουδική Αραβία στη Σομαλία, ενώ σε μεταγενέστερο σημείο της συνέντευξής της δήλωσε ότι την απειλούσαν και όσο βρισκόταν στη Σαουδική Αραβία, αλλά η οικογένειά της δεν το γνώριζε. Επίσης, αν και ανέφερε ότι η οικογένειά της δε γνώριζε τον γάμο της με τον Αιτητή 1, σε άλλο σημείο της συνέντευξής της δήλωσε ότι η οικογένειά της τής τηλεφωνούσε ζητώντας από εκείνη να χωρίσει, υποπίπτοντας σε αντίφαση. Κληθείσα να εξηγήσει την αντίφαση αυτή, η Αιτήτρια 2 ανέφερε γενικόλογα ότι η οικογένειά της μάλλον άκουσε ότι είχε παντρευτεί.

(γ) επίσης, παρουσιάζονται ανακρίβειες στις δηλώσεις της αναφορικά με τη συχνότητα των απειλών που ισχυρίστηκε ότι δεχόταν, καθώς η ίδια δήλωσε ότι απειλήθηκε αμέτρητες φορές, χωρίς όμως να είναι σε θέση να προσδιορίσει πόσες φορές ακριβώς απειλήθηκε, επειδή όπως ανέφερε δεν γνωρίζει μαθηματικά. Επιπλέον, η Αιτήτρια 2 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με σαφήνεια τί έκανε για να προστατευτεί από αυτές τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι δεχόταν, καθώς ερωτηθείσα σχετικά, δήλωσε ότι δεν γνώριζε πού ακριβώς έμεναν, ούτε τους είχε συμβεί κάτι σημαντικό για να το αναφέρει στην αστυνομία.

 

Ο λειτουργός εντόπισε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τον ισχυρισμό των Αιτητών, ότι δεχόντουσαν απειλές από τον αδερφό της Αιτήτριας 2 για να χωρίσουν επειδή ανήκαν σε διαφορετικές φυλές. Καταλήγει δε, ότι λόγω της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού τους λόγω της μη συνεπούς αφήγησης τους, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε.

 

Το Δικαστήριο αφού διεξήλθε των λεπτομερειών της συνέντευξης διαπιστώνει, όπως και η εισήγηση του λειτουργού, ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό αυτό το μέρος του αφηγήματος των Αιτητών. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί τους δεν παρουσιάζουν συνέπεια, επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες που να παραπέμπουν σε βιωματικά περιστατικά. Υποχρεούντο δε να παράσχουν κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής τους και να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς τους με επαρκή λεπτομέρεια (Βλέπε Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, βλέπε επίσης Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023 σελ.57-72, 103-112, 120-131). Σύμφωνα και με την §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, ο αιτών να βοηθά τον εξεταστή με κάθε δυνατό τρόπο με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, να κάνει προσπάθεια να υποστηρίξει τα λεγόμενά του με κάθε διαθέσιμο μέσο, να δώσει ικανοποιητική επεξήγηση για κάθε απουσία τεκμηρίων και να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον εαυτό του και τις προγενέστερες εμπειρίες του με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταστήσει ικανό τον εξεταστή να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Ούτε θα μπορούσαν να τύχουν του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία των ενδιαφερόμενων αιτητών ασύλου (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Τα γεγονότα της περίπτωσης τους σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις τους δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο τους εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής τους και δεν επιθυμούν να επιστρέψουν σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν έχουν τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής τους θα αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές της χώρας τους και δεν έχουν ούτε καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητούνται και/ή δεν έχουν διωχθεί. Αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα άσυλο τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα, αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του ιδίου να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του[1]. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις των Αιτητών δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Με βάση την αιτούμενη θεραπεία των Αιτητών και το γεγονός ότι τους έχει παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας παρέλκει η εξέταση του ζητήματος των προϋποθέσεων του Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Εξάλλου, υπάρχει εκτενής αξιολόγηση του λειτουργού κατά την νομική ανάλυση και/ή κατά την υπαγωγή των προσωπικών δεδομένων των Αιτητών κατά πόσο θα υπόκειντο σε περίπτωση επιστροφής τους στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη. Υπάρχουν επί της έκθεσης/εισήγησης καταγραφές ως προς τις ιδιαίτερες περιστάσεις των Αιτητών, οι οποίοι είναι γονείς δύο ανήλικων αγοριών, το μεγαλύτερο γεννήθηκε στη Σαουδική Αραβία το 2020 και το άλλο στην Κυπριακή Δημοκρατία το 2024, η Αιτήτρια 2 ανέφερε ότι πάσχει από διαβήτη και έχει υποστεί την πρακτική ΑΓΓΟ, εξέταση/αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος των δύο ανήλικων τέκνων τους (ως οι δείκτες για την ασφάλεια, την ευημερία, την εκπαίδευση, την υγεία και την ανάπτυξη των δύο ανήλικων τέκνων), παρέθεσε έγκυρες πηγές πληροφόρησης σε σχέση με όλα τα ζητήματα που αφορούν την χώρα καταγωγής και/ή την κατάσταση ασφαλείας και συνδέονται με το αίτημα τους.

 

Ούτε διαπιστώνω από τα ενώπιον μου στοιχεία ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ούτε οι Αιτητές υποδεικνύουν τότε (αλλά ούτε τώρα μέσω της προσφυγής τους) τί δεν λήφθηκε υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου το οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη ή όχι κατά την έκδοση της απόφασης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε.Aρ.3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 05/06/2002, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ). Η δε επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου των Αιτητών ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων των Αιτητών, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να τους αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα.

 

Ως εκ τούτου η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €600 έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 



[1] Άρθρο 16 & 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο