S.S.O. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Διευθυντού Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 679/24, 21/1/2026
print
Τίτλος:
S.S.O. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Διευθυντού Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 679/24, 21/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπόθ. Αρ.: 679/24 

21 Ιανουαρίου, 2026 

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.] 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

S.S.O.

Αιτητής 

-και- 

Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Διευθυντού Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση 

Γ. Βασιλόπουλος (κ.) για Γ. Βασιλόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή

Κ. Ιμανίμης (κ.) για Μ. Αμπελώμο (κ.), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.  

ΑΠΟΦΑΣΗ 

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 15/02/24,  σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη, παράνομη, στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, ληφθείσα καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Επίσης αιτείται την έκδοση νέας απόφασης του Δικαστηρίου επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έχουν εκτεθεί στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας πολίτης της Σομαλίας. Στις 6.5.2021 και αφού είχε εισέλθει παράνομα στη Δημοκρατία, υπέβαλε ενώπιον των αρχών της Δημοκρατίας αίτημα χορήγησης διεθνούς προστασίας.

 

Στις 9.2.2024 πραγματοποιήθηκε προσωπική συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος με την από 12.2.2024 Έκθεση/Εισήγησή, εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος και την έκδοση απόφασης επιστροφής του Αιτητή στη Σομαλία. 

 

Δεόντως εξουσιοδοτημένος να εκτελεί τα καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου λειτουργός ενέκρινε την εισήγηση στις 15.2.2024, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης και την επιστροφή του Αιτητή στην χώρα καταγωγής του.

 

Η ανωτέρω απόφαση κοινοποιήθηκε νομότυπα στον Αιτητή στις 21.2.2024.

 

Εμπρόθεσμα, και συγκεκριμένα στις 26.2.2024, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή. 

 

Ο συνήγορος του Αιτητή, με την γραπτή του αγόρευση προωθεί ως λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης του εξής: Α) Έλλειψη δέουσας έρευνα και την πλημμελή αιτιολογία της προσβαλλόμενης, Β) Παράλειψη εξέτασης των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας, Γ) Πλάνη περί τον Νόμο και Δ) Παραβίαση της ορθή και/ή νόμιμης διαδικασίας και αναρμοδιότητα του προσώπου που εξέδωσε την απόφαση.

 

Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ακύρωσης ο συνήγορος επικαλείται ότι ο ισχυρισμός σχετικά με τη φυλετική καταγωγή του προσφεύγοντος απορρίπτεται δίχως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα προσκομισθέντα τεκμήρια, ενώ με παραπομπές στο σώμα της συνέντευξης και σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιχειρηματολογεί υπέρ της αξιοπιστίας του ισχυρισμού.

 

Ως προς τον δεύτερο λόγο ακύρωσης, παραπονείται για παντελή απουσία αξιολόγησης των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας,  ζητά δε όπως επικουρικά εφαρμοστεί η περίπτωση β’ εδάφιο 2 του αρ. 15 της Οδηγίας 2011/95 ΕΕ.

 

Σε σχέση με τον τρίτο λόγο ακύρωσης, επικαλείται ακυρότητα της εκδοθείσας απόφασης επιστροφής, λόγω έκδοσής της σε χρόνο που ο προσφεύγων είχε την ιδιότητα του Αιτητή διεθνούς προστασίας, ακυρότητα που συμπαρασύρει και την απορριπτική απόφαση.

 

Τέλος, σχετικά με τον τέταρτο λόγο, επικαλείται το περιορισμένο του χρόνου της συνέντευξης. Αναφορικά δε με το σκέλος περί αναρμοδιότητας, ο συνήγορος απέσυρε τον ισχυρισμό κατά το στάδιο των διευκρινήσεων.

 

Από τη μεριά του ο συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση εισηγείται ότι ο προσφεύγων δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρότητας και απόδειξης των ισχυρισμών του, αντιτάσσει δε ότι η προσβαλλόμενη είναι προϊόν δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη. Ζητά δε την απόρριψη των υπόλοιπων λόγων ακύρωσης ως νόμω και ουσία αβάσιμων.

 

Προτού προχωρήσω στην εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο συνήγορος του Αιτητή υπό το πρίσμα των πραγματικών γεγονότων και ισχυρισμών που προώθησε ο Αιτητής καθ’ όλη την διάρκεια της διαδικασίας  εξέτασης του αιτήματός του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου.

 

Με την αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της ανασφάλειας, της διακριτικής μεταχείρισης, του πολέμου, αναφέροντας ότι φέρει τραυματισμούς στο σώμα του.

 

Στη συνέντευξή που πραγματοποιήθηκε ο Αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται από την πόλη Burao, της διοικητικής περιοχής Togdheer, της διοικητικής περιφέρειας της Σομαλιλάνδης, της Σομαλίας, τόπος που αποτελεί και το συνήθη τόπο διαμονής του στη χώρα καταγωγής του. Άγαμος, άτεκνος, υγιής, μουσουλμάνος, παρακολουθούσε από τα έξι του μέχρι τα 10 έτη κορανικό σχολείο, ενώ ανέφερε ότι το 2015 παρακολούθησε εκ νέου μια φορά, αλλά τελικά το εγκατέλειψε. Από το 2018 μέχρι 2019 εργαζόταν βοηθητικά στο συνεργείο του θετού του πατέρα. Η οικογένειά του αποτελείται από την μητέρα του, το σύζυγό της και δύο αδέρφια, όλοι τους διαμένοντες στη γενέτειρά του.

 

Περαιτέρω, δήλωσε ότι ανήκει στην επαγγελματική κάστα των Gabooye, λόγω του βιολογικού του πατέρα. Ο τελευταίος δολοφονήθηκε από την οικογένεια της μητέρας του λόγω της καταγωγής του, όταν η μητέρα του κυοφορούσε τον Αιτητή. Ερωτηθείς σχετικά με την κάστα του, δήλωσε ότι το μόνο που γνωρίζει είναι ότι είναι τσαγκάρηδες και σιδηρουργοί, καθώς δεν είχε ιδιαίτερη εμπλοκή μαζί τους. Όταν του επισημάνθηκε ότι οι απαντήσεις του είναι αρκετά αόριστες, απάντησε ότι δέχονται διακριτική μεταχείριση και πως ο λόγος που δεν γνωρίζει περαιτέρω πληροφορίες είναι ότι η μητέρα του ανήκε στη φυλή των Darot, ενώ ο θετός του πατέρας του στην φυλή των Issaq. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τη ζωή του ως μέλος της κάστας, αναφέρθηκε εκ νέου στην μεταχείριση που βίωνε από την οικογένειά του, ενώ όταν του αντιπαραβλήθηκαν οι δηλώσεις του σχετικά με την απόσταση που είχε από την κάστα του αφενός, και αφετέρου ότι βίωνε διακριτική μεταχείριση λόγω αυτής, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν απαντήσει.

 

Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του αεροπορικώς την 1/3/2021. Το δε διαβατήριο του το εξέδωσε ο ίδιος το 2019. 

 

Ως προς που τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του αναφέρθηκε στην δυσμενή μεταχείριση και κακοποίηση που βίωνε από τον θετό του πατέρα και τα αδέρφια του λόγω της καταγωγής του, καθώς και στην απόπειρα ανθρωποκτονίας εις βάρος του από πρόσωπα που είχε προσλάβει ο θετός του πατέρας. Τα εν λόγω πρόσωπα συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στην φυλακή, με τον θετό του πατέρα να απειλεί πως θα τον σκοτώσει μόλις βγει από τη φυλακή. Ο ίδιος φοβάται πως σε περίπτωση που επιστρέψει ο θετός του πατέρας θα τον σκοτώσει.

 

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που τέθηκαν στον Αιτητή σχετικά την κακοποίηση που δέχονταν ανέφερε ότι σε  μικρή ηλικία τον κακοποιούσαν σωματικά και λεκτικά, ενώ όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τους λόγους που οι δηλώσεις του είναι αόριστες, απάντησε ότι ο θετός του πατέρας απείλησε ότι θα τον σκοτώσει και προσέλαβε ανθρώπους να το πράξουν. Όπως δήλωσε, ούτε ο ίδιος ούτε η μητέρα του μπορούσαν να αντιδράσουν λόγω φόβου, κακοποίησης και έλλειψης χρημάτων.

 

Σε σχέση με την απόπειρα ανθρωποκτονίας, δήλωσε ότι συντελέστηκε στις 7/4/2020 από πρόσωπα που σύχναζαν κοντά στο συνεργείο, μαχαιρώνοντάς τον στην πλάτη και εγκαταλείποντάς τον με την πεποίθηση ότι θα πεθάνει. Τρίτα πρόσωπα τον μετέφεραν στο Γενικό Νοσοκομείο του Burco, όπου χρειάστηκε να νοσηλευτεί για τέσσερις μήνες. Όσον αφορά την εξέλιξη των συμβάντων δήλωσε ότι όλες τις πληροφορίες τις έλαβε από την μητέρα του. Όταν του αντιπαραβλήθηκαν οι δηλώσεις του σχετικά με την αναγνώριση των προσώπων που του επιτέθηκαν, όπου αρχικώς δήλωσε ότι ο θεράπων ιατρός του ζήτησε να τα αναγνωρίσει και στη συνέχεια δήλωσε ότι η μητέρα του το ζήτησε, αρνήθηκε ότι αναφέρθηκε στον γιατρό.

 

Μετά τη νοσηλεία του επέστρεψε στην οικεία του, όπου παρέμεινε για επτά μήνες, χωρίς να του συμβεί τίποτε, εξηγώντας πως εγκατέλειψε τη χώρα, φοβούμενος την αποφυλάκιση του θετού του πατέρα.

 

Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τον λόγο που το προσκομισθέν ιατρικό έγγραφο είναι γραμμένο στην αγγλική γλώσσα και όχι στη σομαλική, απάντησε ότι ο γιατρός που το συνέταξε καταγόταν από τη Συρία.  Ως προς τη δυνατότητά του να εγκατασταθεί σε κάποια άλλη περιοχή της χώρα καταγωγής του, απάντησε αρνητικά, αιτιολογώντας πως δεν έχει ζήσει σε κάποια άλλη περιοχή στη χώρα του.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός στην Έκθεση/Εισήγησή του, εντόπισε με βάση τις δηλώσεις του Αιτητή και αξιολόγησε τους κάτωθι ουσιώδεις ισχυρισμούς: 1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία του Αιτητή και 2) Τα ισχυριζόμενα προβλήματα από τον πατριό του, λόγω της φυλής Gabooye.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός στο σκέλος που αφορά την υπηκοότητα, το τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής, την οικογένεια και το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό υπόβαθρο του Αιτητή, ενώ απορρίφθηκε στο σκέλος που αφορά την επαγγελματική του κάστα. Ειδικότερα σε σχέση με το τελευταίο ο λειτουργός σημείωσε ότι οι απαντήσεις του Αιτητή δεν ήταν ικανοποιητικές, καθώς δεν γνώριζε βασικές πληροφορίες για την φυλή, απαντώντας με ασάφεια στις σχετικές ερωτήσεις και χωρίς να είναι σε θέση να αιτιολογήσει επαρκώς την σχετική άγνοια. Επιπλέον, επισήμανε ότι η δυνατότητα του Αιτητή να εκδώσει διαβατήριο χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο περιορισμό, καθώς και η δυνατότητά του να ενταχθεί στην σχολική εκπαίδευση χωρίς να υποστεί κάποια διάκριση, έρχεται σε αντίθεση με τις σχετικές πηγές πληροφόρησης.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν την διακριτική μεταχείριση που υπόκεινται μέλη της επαγγελματικής κάστας των Gabooye.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή στερούνταν αξιοπιστίας, καθώς αυτός δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς, συνεκτικές και πειστικές πληροφορίες αναφορικά με γεγονότα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής παρουσίασε σημαντικές ελλείψεις και αντιφάσεις ως προς τους ισχυρισμούς περί κακομεταχείρισης από τον πατριό του λόγω φυλής, αδυνατώντας να προσδιορίσει με σαφήνεια τη φύση, τη διάρκεια και τον τρόπο εκδήλωσης της φερόμενης διάκρισης, καθώς και να αιτιολογήσει επαρκώς πώς προστατεύθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, παρά το γεγονός ότι διέμενε στο ίδιο σπίτι με τον φερόμενο θύτη.

 

Περαιτέρω, ως προς το περιστατικό της επίθεσης από ομάδα ανδρών, ο λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε συγκεκριμένες και συνεπείς λεπτομέρειες, ενώ παρουσίασε εσωτερικές αντιφάσεις αναφορικά με κρίσιμα στοιχεία, όπως την ταυτότητα του προσώπου που τον μετέφερε στο νοσοκομείο, γεγονός που υπονόμευσε τη συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει επαρκώς τον σύνδεσμο μεταξύ της επίθεσης και του πατριού του, ούτε να εξηγήσει πειστικά τον λόγο για τον οποίο οι δράστες φέρονται να τον εγκατέλειψαν, παρά τον ισχυρισμό περί ανθρωποκτόνου δόλου.

 

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί σύλληψης και κακομεταχείρισης των φερόμενων δραστών κατά την κράτησή τους, ο λειτουργός επισήμανε ότι ο Αιτητής αδυνατούσε να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο έλαβε γνώση των εν λόγω πληροφοριών, ενώ οι σχετικές δηλώσεις του χαρακτηρίστηκαν ως αόριστες και μη επαληθεύσιμες. Επιπροσθέτως, κρίθηκε ότι οι ισχυριζόμενες απειλές εκ μέρους του πατριού του δεν συνιστούσαν προσωπική και άμεση απειλή κατά του προσώπου του Αιτητή, ιδίως υπό το φως του γεγονότος ότι αυτός, μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, επέστρεψε στην οικία του και παρέμεινε στη χώρα για σημαντικό χρονικό διάστημα χωρίς να αντιμετωπίσει περαιτέρω προβλήματα.

 

Τέλος, ο λειτουργός έλαβε υπόψη ότι ο Αιτητής παρέμεινε στη χώρα καταγωγής του για περίπου επτά μήνες μετά τα φερόμενα περιστατικά και αποχώρησε μόνον αφού ο πατριός του είχε ήδη συλληφθεί, στοιχείο το οποίο, σε συνδυασμό με την αδυναμία παροχής πειστικής εξήγησης για την καθυστέρηση αναχώρησής του, υπονόμευσε περαιτέρω την αξιοπιστία των ισχυρισμών του και δεν κατέδειξε την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης κατά τον χρόνο αναχώρησης.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε ότι αφενός λόγω της ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού δε δύναται να ανευρεθούν πληροφορίες προς αξιολόγησή του, ενώ ως προς τα προσκομισθέντα έγγραφα, σημείωσε ότι τα εν λόγω έγγραφα δε δύνανται να χρησιμοποιηθούν από μόνα τους για την υποστήριξη του αιτήματος. Τέλος, επισήμανε την απόρριψη του ισχυρισμού που αφορά την κάστα του Αιτητή, με συνέπεια να συμπαρασύρεται και η αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού.

Κατά την αξιολόγηση το κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τον μοναδικό ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός και εξετάζοντας την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη Σομαλία, κατέληξε ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς πρόσφυγα, σημείωσε ότι δεν συντρέχουν τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου για έναν τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δίωξης κατά τη Σύμβαση της Γενεύης, το αρ. 10 της Οδηγίας 2011/95 ΕΕ και του αρ. 3 του περί Προσφύγων Νόμων, καταλήγοντας ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας.

 

Ως προς την υπαγωγή του Αιτητή στις διατάξεις περί συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός σημείωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής του δεν θα εκτεθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης και βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας κατά τις περιπτώσεις α’ και β’ αντιστοίχως του αρ. 19 (2) του Περί Προσφύγων Νόμου. Αναφορικά με την περίπτωση γ’ του ίδιου άρθρου, ο λειτουργός αφού έλαβε υπόψη πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στην πόλη Burao, της διοικητικής περιοχής Togdheer, της διοικητικής περιφέρειας της Σομαλιλάνδης, της Σομαλίας σημείωσε πως δεν συντρέχουν συνθήκες ένοπλης σύρραξης και κατά συνέπεια δεν συντρέχει λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Συναφώς ο λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης ως ουσία αβάσιμη. 

 

Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, καθώς και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, θα συμφωνήσω με την κατάληξη των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε το αίτημά του κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, αφού δεν ανέφερε, με τρόπο αξιόπιστο, λόγους που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, ως απαιτείται για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα.

 

Από τα στοιχεία που έχω ενώπιόν μου διαπιστώνω ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, τέθηκε στον Αιτητή επαρκής αριθμός ερωτήσεων και του δόθηκε η ευκαιρία να προβάλει τους ισχυρισμούς του καθώς και να αναπτύξει το αίτημά του, σε περίπτωση που πράγματι υφίστατο βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής της στη χώρα καταγωγής ή πληρούνταν οι προϋποθέσεις για να του παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.  Οι απαντήσεις που έδωσε ο Αιτητής, αξιολογήθηκαν δεόντως από αρμόδιο λειτουργό, σε συνάρτηση με πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής του και ορθώς διαπιστώθηκε ότι οι λόγοι που ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή δεν στοιχειοθετούν φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο να υποστεί ο ίδιος σοβαρή βλάβη. Τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού ήταν ορθά και τεκμηριωμένα, με παραπομπές στους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, καθώς και σε πηγές πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής προς εξακρίβωση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του.

 

Ειδικότερα, οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με  την φυλή στην οποία ισχυρίστηκε ότι ανήκε ήταν γενικές και δεν γνώριζε βασικές πληροφορίες για την εν λόγω φυλή. Ο Αιτητής δεν κατάφερε να δώσει σχετικές και συναφείς πληροφορίες περί αυτού, ενώ ούτε στην παρούσα διαδικασία και μέσω του συνηγόρου του προσκόμισε οποιοδήποτε επιπρόσθετο στοιχείο για να ανατρέψει το εύρημα αναξιοπιστίας και να αποδείξει τον ισχυρισμό του.  Παρά το ότι στην αγόρευση του συνηγόρου του παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία για την φυλή Gabooye, ουδέποτε τέθηκε στο Δικαστήριο σχετική μαρτυρία η οποία να προέρχεται από τον Αιτητή ώστε να κριθεί η εσωτερική του αξιοπιστία.  Περαιτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του Αιτητή ότι, σε γενικό επίπεδο, οι αιτητές διεθνούς προστασίας στερούνται της απαραίτητης νομικής γνώσης και, λόγω χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, αδυνατούν να προβάλουν επαρκώς και με συνοχή τους ισχυρισμούς τους. Η γενική αυτή παραδοχή δεν ευρίσκει έρεισμα ούτε στο εφαρμοστέο δίκαιο ούτε στη σχετική νομολογία, ιδίως όταν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν αφορούν σύνθετες νομικές έννοιες αλλά προσωπικά βιώματα και στοιχεία ταυτότητας.

 

Συγκεκριμένα, στην παρούσα περίπτωση, ο ισχυρισμός του Αιτητή αφορά την φυλή του, δηλαδή ένα στοιχείο άμεσα συνδεδεμένο με την προσωπική του ταυτότητα και την καθημερινή του εμπειρία. Ως εκ τούτου, ο Αιτητής όφειλε να διαθέτει προσωπική, βιωματική και συγκεκριμένη γνώση βασικών χαρακτηριστικών της φυλής στην οποία ισχυρίζεται ότι ανήκει, όπως κοινωνικές πρακτικές, πολιτισμικά στοιχεία, τρόπους αυτοπροσδιορισμού ή/και συνθήκες διαβίωσης. Η απαίτηση αυτή δεν συνιστά δυσανάλογη επιβάρυνση, αλλά απορρέει από την ίδια τη φύση του ισχυρισμού.

 

Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επανειλημμένα τονίσει ότι, στο πλαίσιο της εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβαίνουν σε εξατομικευμένη αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις γενικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής όσο και την προσωπική αξιοπιστία του αιτητή (βλ. απόφαση ΔΕΕ, M.M., C-277/11, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2012). Στο ίδιο πνεύμα, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας περιλαμβάνει την εξέταση της συνοχής, της λεπτομέρειας και της ευλογοφάνειας των δηλώσεων του αιτητή σε σχέση με στοιχεία που αναμένεται εύλογα να γνωρίζει.

 

Αντίστοιχα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει δεχθεί ότι, μολονότι οι αιτούντες άσυλο συχνά βρίσκονται σε ευάλωτη θέση, αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωσή τους να συνεργάζονται ουσιαστικά με τις αρχές και να παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες αναφορικά με τους προσωπικούς τους ισχυρισμούς (βλ. ενδεικτικά F.G. κατά Σουηδίας, προσφ. αρ. 43611/11, ημερ. 23 Μαρτίου 2016). Η επίκληση έλλειψης νομικής γνώσης δεν μπορεί να δικαιολογήσει αδυναμία παροχής βασικών και ουσιωδών πληροφοριών που άπτονται της προσωπικής ταυτότητας του αιτητή.

 

Κατά συνέπεια, η αδυναμία του Αιτητή να εκθέσει με επαρκή σαφήνεια και λεπτομέρεια στοιχεία που σχετίζονται άμεσα με τη φυλή την οποία επικαλείται πλήττει την αξιοπιστία του ισχυρισμού του και δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε μορφωτικούς ή γνωστικούς περιορισμούς. Η κρίση αυτή εναρμονίζεται με τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου διεθνούς προστασίας και τη σχετική ευρωπαϊκή νομολογία περί αξιολόγησης της αξιοπιστίας των αιτούντων.

 

Στα ως άνω προσθέτω πως σε σχέση με τον ουσιώδη του ισχυρισμό, ότι δηλαδή αντιμετώπιζε προβλήματα από τον πατριό του λόγω της φυλής του, ο πατριός του δεν συνιστά γενικά φορέα δίωξης ως προβλέπεται στο άρθρο 3Α του περί Προσφύγων Νόμου.  Εν πάση περιπτώσει, ενόψει και της έλλειψης αξιοπιστίας του ισχυρισμού του ότι ανήκε στην φυλή Gaboye, δεν μπορεί να τύχει αποδοχής ο ισχυρισμός του και η εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού ήταν πλήρης και αιτιολογημένη σχετικά με την απόρριψη του ισχυρισμού του στην ολότητά του.     

 

Συνεπώς, υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως ορθά η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο εύρημα περί γενικής αναξιοπιστίας του Αιτητή. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί μη δέουσας έρευνας απορρίπτεται.

 

Ενόψει των πιο πάνω, καθώς και της κατάληξης μου ότι ορθώς κρίθηκε πως στην περίπτωση του Αιτητή δεν υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης και εφόσον δεν κατέδειξε οποιεσδήποτε ιδιαίτερες περιστάσεις ή προσωπικά περιστατικά αναφορικά με την περίπτωση του, τότε και σε σχέση με το άρθρο 19(1) και 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν συντρέχει κανένας λόγος που να τεκμηριώνει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας.

 

Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) και 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανώτατου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Για την εξέταση του άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, δέον να εξεταστεί η κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του στη βάση επικαιροποιημένων στοιχείων. 

 

Σύμφωνα το Portal Rule of Law in Armed Conflict (RULAC), πρωτοβουλία της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα,[1] κρίνοντας με κριτήρια διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου,[2] η κυβέρνηση της Σομαλίας συμμετέχει σε μη διεθνή ένοπλη σύγκρουση (Νon-international Armed Conflict - NIAC) στην επικράτειά της εναντίον της Al Shabaab, έχοντας την στήριξη της Αφρικανικής Μεταβατικής Αποστολής στη Σομαλία (The African Transition Mission in Somalia – ATMIS - πρώην ΑMISOM), καθώς και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, την Κένυα και την Αιθιοπία.[3]

 

Η Al-Shabaab, ένοπλη ισλαμιστική εξτρεμιστική οργάνωση
παραμένει η σημαντικότερη απειλή για την ειρήνη και την ασφάλεια στη Σομαλία σύμφωνα με έκθεση του Οκτωβρίου 2024 της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ για τη Σομαλία.[4]
Σύμφωνα με ενημερωτικό σημείωμα του
Center for Preventing Action, ο απώτερος στόχος της οργάνωσης παραμένει «η καταστροφή της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης της Σομαλίας (FGS), η εκδίωξη των ξένων δυνάμεων από τη χώρα και η ίδρυση μιας “Μεγαλύτερης Σομαλίας”, που θα ενώσει όλους τους εθνοτικά Σομαλούς της Ανατολικής Αφρικής υπό αυστηρή ισλαμική διακυβέρνηση».[5]

 

Βάσει των δεδομένων του ACLED, κατά την περίοδο Απρίλιος 2023 – Μάρτιος 2025, στη Σομαλία συντελέστηκαν 6.000 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία οδήγησαν σε περίπου 15.000 θανάτους[6],  με μεγάλο ποσοστό αυτών, να προέρχεται από δύο στρατιωτικές επιχειρήσεις, την  επιχείρηση Black Lion, μια κοινή επίθεση κατά της Al-Shabaab, κατά την περίοδο Αυγούστου–Σεπτεμβρίου 2023, κυρίως στις περιοχές Galgaduud, Middle Shabelle, Hiraan και Mudug[7], και την επίθεση της Al-Shabaab κατά των κυβερνητικών και συμμαχικών δυνάμεων, που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2025 κυρίως στις περιοχές Hiraan, Middle Shabelle και Lower Shabelle.[8]

 

Πέρα από τον έλεγχο των περιοχών της Νότιας-Κεντρικής Σομαλίας, τις οποίες ελέγχει σταθερά η Al-Shabaab αμφισβητεί και ασκεί επιρροή σε ακόμα μεγαλύτερα τμήματα της χώρας,[9] και ελέγχει βασικές οδικές αρτηρίες σε όλη τη Νότια-Κεντρική Σομαλία.[10]
Επιπλέον, η οργάνωση διατηρεί τα προπύργιά της και στον βορρά της χώρας, στα δυτικά όρη
Al-Madow, μεταξύ των περιοχών Bari και Sanaag.[11]

 

Σύμφωνα με έκθεση της EUAA (Μάιος 2025) σχετικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη Σομαλία, μεταξύ 1/4/2023 και 30/3/2025, η Al-Shabaab διατήρησε, κατέκτησε ή ανέκτησε – πλήρως ή μερικώς, ενίοτε προσωρινά – τον έλεγχο των εξής περιοχών στη Νότια-Κεντρική Σομαλία:

  • Στην περιοχή Mudug: Bacaadweyne, Caad, Camaara, Xiinlabi·
  • Στην Galgaduud: Budbud, Galcad, Cowsweyne, Ceel Buur·
  • Στην Hiraan: Booco, Nuur Fanax, Beero Yabal, Cell Qooxle, Garasyaani, Aborey·
  • Στη Middle Shabelle: Ciidciidka, Cali Fooldheere, Ceel Baraf, Ruun Nirgood, Ceel Cali Axmed, Caadley, Miir Tuugo, Al-Kowthar, Daaru Nicma, Xalfooley, Nuur Dugle, Shabeellow, Mansuur, Caadleey, Huriwaa, Oobaale, Qurac Madoobe, Miirtaqwo, Biya Cadde, Bursha Sheekh, Ceel Xarar, Xaruur, Laba Garas, Guulane, Xagarey, Masjid Cali Gaduud·
  • Στην Lower Shabelle: Οδικός άξονας Afgooye-Mogadishu, η πόλη Awdheegle, στρατηγικά γεφύρια της περιοχής – Awdheegle, Bariire, Sabiib και Caanole – και η πόλη Bariire.

 

Σε αντίθεση με προηγούμενες επιθέσεις, όπου η Al-Shabaab συνήθως καταλάμβανε εδάφη προσωρινά και αποσυρόταν, πλέον φαίνεται να εδραιώνει τις θέσεις και τις κατακτήσεις της.
Η κατάσταση στις περιοχές
Hiraan και Middle Shabelle χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα αβέβαιη στο τέλος της περιόδου αναφοράς, εξαιτίας της ικανότητας της Al-Shabaab να συγκροτεί μεγάλη μαχητική δύναμη σε ευρύ γεωγραφικό πεδίο, η οποία «ενδεχομένως αριθμεί εκατοντάδες μαχητές».[12]

 

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και συγκρούσεις κατά της Al-Shabaab, που φέρουν εκτεταμένο χαρακτήρα σε όλη τη χώρα[13], η αυξανόμενη ένταση των συγκρούσεων μεταξύ φυλών[14], καθώς και άλλες διαστάσεις της σύρραξης  έχουν συμβάλει στη διατήρηση της ανασφάλειας στη χώρα.

Κατάσταση Ασφαλείας Σομαλιλάνδη/Togdheer

 

Η Σομαλιλάνδη, περιοχή προηγούμενης συνήθους παραμονής του Αιτητή, αποτελεί μία αποσχισθείσα περιοχή της Σομαλίας, η οποία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991[15]. Σε σχέση με της επαρχίες της Σομαλιλάνδης, διεθνείς πηγές χαρτογράφησης επιβεβαιώνουν ότι η επικράτεια της Σομαλιλάνδης αποτελείται από τις επαρχίες Sool και Sanaag στα ανατολικά, τις επαρχίες Togdheer, Hargeisha και Sahil στα κεντρικά και την επαρχία Awdal στα Δυτικά της περιφέρειας[16].

 

Αναφορικά με την παρουσία της τρομοκρατικής οργάνωσης Al Shabab στη Σομαλιλάνδη, η έκθεση του EUAA αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας για τη Σομαλία που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2023, αναφέρει ότι δεν εντοπίζεται η παρουσία της Al Shabaab στην περιφέρεια της Σομαλιλάνδης, καθώς η επικράτειά της ελέγχεται από τις ένοπλες δυνάμεις τις αποσχισθείσας περιφέρειας[17].

 

Σύμφωνα με έκθεση του ACLED για τη Σομαλία το Μάρτιο του 2024, μάχες μεταξύ της κυβέρνησης της Σομαλιλάνδης και της πολιτοφυλακής SSC ξέσπασαν από τον Ιανουάριο του 2023 στην περιοχή Cayn, η οποία εντοπίζεται ανάμεσα στις περιφέρειες της Σομαλιλάνδης και του Puntland[18]. Η σύγκρουση ξέσπασε αφού οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας σκότωσαν πάνω από δώδεκα διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν για τη δολοφονία ενός μέλους του κόμματος της αντιπολίτευσης στα τέλη Δεκεμβρίου 2022. Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που αυτοί οι δύο παράγοντες συμμετείχαν σε στρατιωτικές συγκρούσεις. Αν και η βία έχει υποχωρήσει σε μεγάλο βαθμό στη Σομαλιλάνδη, οι εντάσεις συνεχίζουν να είναι υψηλές καθώς οι κυβερνητικές δυνάμεις της Σομαλιλάνδης παρέμειναν αναπτυγμένες στην περιοχή Cayn . Η δε σύγκρουση δεν δείχνει σημάδια ύφεσης, σε μεγάλο βαθμό λόγω δύο βασικών παραγόντων – των οικονομικών κεφαλαίων και της αναγνώρισης της διοίκησης Σομαλιλάνδης από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Σομαλίας - που δεν υπήρχαν κατά τους προηγούμενους γύρους συγκρούσεων[19].

 

Περαιτέρω, η έκθεση του Insecurity Insight, μίας ανθρωπιστικής ομοσπονδίας με σκοπό  τη στήριξη των οργανισμών βοήθειας,  παροχών υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, εκπαίδευσης και προστασίας και άλλων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στη Σομαλιλάνδη το έτος 2023, καταγράφει ότι το Φεβρουάριο του 2023, στην αμφισβητούμενη από Σομαλιλάνδη και Puntland, πόλη Las Anod – πρωτεύουσα της επαρχίας Sool, ξέσπασε βία μεταξύ των πολιτοφυλακών της φυλής Dhulbahante και των ένοπλων δυνάμεων της Σομαλιλάνδης. Σχεδόν 200.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν και αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της βίας[20].

 

Από τις ανωτέρω συγκρούσεις πλήττονται οι επαρχίες της Σομαλιλάνδης Sool, Sanaag και μέρος της διοικητικής περιφέρειας Togdheer, χωρίς εντούτοις να επηρεάζεται η πρωτεύουσα Burao, που αποτελεί και το συνήθη τόπο διαμονής του αιτητή στην χώρα καταγωγής του.

 

Σύμφωνα εξάλλου με δεδομένα που αντλήθηκαν από το ACLED, το τελευταίο έτος στη διοικητική περιφέρεια Togdheer σημειώθηκαν 53 περιστατικά ασφαλείας (135 ανθρώπινες απώλειες). Από τα ανωτέρω περιστατικά, 6 εντοπίστηκαν στη πόλη Burao τα οποία επέφεραν 2 απώλειες ανθρώπινης ζωής.[21]

 

Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι παρότι γενικότερα υπάρχουν περιοχές στη Σομαλία που πλήττονται και επηρεάζονται από εσωτερικές ένοπλες συγκρούσεις, λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά ασφαλείας για το τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ως αναλύθηκαν ανωτέρω, συνάγεται ότι η ένοπλη σύρραξη που συντελείται, δεν επηρεάζει την περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή σε τέτοιο βαθμό ώστε μόνη η παρουσία του εκεί να τον εκθέτει σε κίνδυνο. Επικουρικά, λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή για την αξιολόγηση του προσωπικού κινδύνου που θα αντιμετωπίσει ως άμαχος αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ήτοι ότι είναι ενήλικος, υγιής, χωρίς θέματα ευαλωτότητας, με επαρκή εκπαίδευση, με υποστηρικτικό δίκτυο, ο οποίος διαβίωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στον τόπο καταγωγής του, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα στο παρελθόν σύμφωνα με τις δηλώσεις του που κρίθηκαν αξιόπιστες και αποδεκτές, καταλήγω ότι δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι στο πρόσωπο του Αιτητή, ώστε να πιστεύεται ότι αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

Επομένως, με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, θεωρώ ότι ο Αιτητής δεν έχει καταφέρει να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπο του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου. 

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή του αποτυγχάνει και απορρίπτεται.  Επιδικάζονται €800  έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] RULAC, 'About RULAC' (2022), διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/about (ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)

[2] RULAC, 'About RULAC' (2022), διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/about#collapse2accord (ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)

[3] RULAC - The Rule of Law in Armed Conflict Project, Countries: Somalia, last updated on 6.4.23, https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-somalia  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025)

[4] UNSC, Report of the Panel of Experts pursuant to resolution 2713 (2023), S/2024/748, 28 October 2024 para. 6, διαθέσιμο σε: https://docs.un.org/en/S/2024/748 (ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)

[5]  CFR, Conflict with Al-Shabaab in Somalia, 15 October 2024, Διαθέσιμο σε: Conflict With Al-Shabaab in Somalia | Global Conflict Tracker (ημερομηνία πρόσβασης 17/11/2025)

[6] Acled Explorer, παράμετροι αναζήτησης: Africa, Somalia, Banadir, περίοδος 1.4.2023- 31.3.2025, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/explorer/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025)

[7] ACLED, Somalia: The Government and Al-Shabaab Vie for the Support of Clan Militias, 15 September 2023, διαθέσιμο σε: Somalia Situation Update: September 2023 | The Government and al-Shabaab Vie for the Support of Clan Militias (ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)

[8] 3 Soufan Center (The), Between Islamic State and Al-Shabaab: An Embattled Mogadishu?, 2 April 2025, διαθέσιμο σε: Between Islamic State and Al-Shabaab: An Embattled Mogadishu? - The Soufan Center (ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)

[9] PolGeoNow, Somalia Approximate Territorial Control, 31 March 2025, n.a; see also Williams, P. D., The Somali National Army Versus Al-Shabaab: A Net Assessment, April 2024, p. 38, διαθέσιμο σε: CTC-SENTINEL-042024_article-4.pdf(ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)

[10] UNSC, Report of the Panel of Experts pursuant to resolution 2713 (2023), S/2024/748, 28 October 2024, para. 14-15 διαθέσιμο σε: https://docs.un.org/en/S/2024/748 (ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)

[11] UNSC, Report of the Panel of Experts pursuant to resolution 2713 (2023), S/2024/748, 28 October 2024, para. 42, διαθέσιμο σε: https://docs.un.org/en/S/2024/748 (ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)

[12] EUAA, Somalia Security Situation, May 2025, p. 25 διαθέσιμο σε:        https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)

[13] UNSC, SomaliaApril 2025 Monthly Forecast, 31 March 2025, διαθέσιμο σε: Somalia, April 2025 Monthly Forecast : Security Council Report (ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)

[14] ACAPS, SomaliaImpact of clan conflicts, 19 March 2025, p. 2, διαθέσιμο σε: 20250319_ACAPS_Crisis_Impact_of_clan_conflicts_in_Somalia.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)

[15] ΒΒC News, "Somaliland profile", 02/01/2024,  https://www.bbc.com/news/world-africa-14115069 (assessed on 17/12/2025)

[19] ΑCLED, Somalia: Al-Shabaab’s Infiltration of a Military Base in Mogadishu and Somaliland’s Conflict

1 March 2024, διαθέσιμο σε https://acleddata.com/2024/03/01/situation-update-february-2024-al-shabaabs-infiltration-of-a-military-base-in-mogadishu-and-somalilands-conflict/, ημ. πρόσβασης 17/12/2025).

[20] Insecurity Insight, Somalia, Violence Against Healthcare in Conflict, 2023, διαθέσιμο σε https://insecurityinsight.org/wp-content/uploads/2024/05/2021-2023-SHCC-Somalia.pdf, p. 3, (ημερομηνία πρόσβασης 17/12/2025)

[21] ACLED explorer, Somalia, Togdheer, update 28.11.2025 , available at: https://acleddata.com/platform/explorer  (ημ. τελ. πρόσβασης 17/12/2025)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο