ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 686/2024
9 Ιανουαρίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
N.M.T.
Αιτητού,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
A. Δημητρίου (κ.), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Κ. Ιμανίμης (κ.), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Ρ. Ευαγγέλου (κ,) για πιστή διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται παράνομη, άκυρη, και στερούμενη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 26.1.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023. Περαιτέρω, αιτείται την χορήγηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από την Δημοκρατία του Καμερούν (εφεξής: «Καμερούν») και περί τις 3.10.2019 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 9.1.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας, ο οποίος υπέβαλε σχετική Έκθεση/ Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή και για επιστροφή στη χώρα καταγωγής του. Στις 26.1.2024, ο Προϊστάμενος εξέδωσε απόφαση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή και επιστροφή του στο Καμερούν. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 14.2.2024 αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, προώθησε αποκλειστικά την ουσία της υπόθεσης, προβάλλοντας ότι η Υπηρεσία Ασύλου αξιολόγησε εσφαλμένα τον προβαλλόμενο πυρήνα του αιτήματός του, ήτοι τους ισχυρισμούς του περί δίωξής του τόσο από τους αποσχιστές όσο και από τον στρατό της χώρας καταγωγής του. Υποστήριξε δε ότι, ενόψει των ανωτέρω, διατρέχει κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και ότι, συνακόλουθα, δικαιολογείται η χορήγηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
3. Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης καταδεικνύοντας ότι δεν προκύπτει μελλοντικός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, παραπέμποντας στα ευρήματά τους κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησης του Αιτητή.
Το νομικό πλαίσιο
4. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
5. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
6. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
7. Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος)καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
8. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
9. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
10. Επισημαίνεται εκ προοιμίου, ότι το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552].
11. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
12. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, σημειώνεται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής προέβαλε ότι στο Καμερούν, και ειδικότερα στη βορειοδυτική και νοτιοδυτική περιφέρεια της χώρας, λαμβάνουν χώρα σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ότι οι νέοι αποτελούν αντικείμενο διώξεων. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι αυτονομιστές τον κατηγορούν ως πληροφοριοδότη της κυβέρνησης, ενώ, αντιστρόφως, οι κρατικές αρχές τον θεωρούν αυτονομιστή. Ειδικότερα, κατέγραψε ότι έχει παρενοχληθεί σεξουαλικά δύο φορές από μέλη του στρατού, καθώς και ότι έχει βασανιστεί και υποστεί απόπειρα δολοφονίας μία φορά. Επιπλέον, προέβαλε ότι η κυβέρνηση τον έχει ανακηρύξει καταζητούμενο, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να μετοικήσει σε θαμνώδεις περιοχές. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι το χωριό του έχει πυρποληθεί από τον στρατό, με συνέπεια η οικογένειά του να καταστεί άστεγη, ενώ πλέον τα περισσότερα μέλη αυτής διαμένουν στη Νιγηρία.
13. Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε σε ένα χωριό στην περιοχή Nguti, όπου και διέμενε όλη του τη ζωή. Παρόλα αυτά δήλωσε ότι ο τελευταίος τόπος διαμονής του πριν εγκαταλείψει τη χώρα του ήταν το Tombel. Εγκατέλειψε τη χώρα του το 2019 (βλ. ερυθρό 25 & 23 δ.φ.), ταξιδεύοντας μέσω στεριάς (Καμερούν-Νιγηρία) και θάλασσας (Νιγηρία-Κύπρος) (ερυθρό 25 & 3 δ.φ.). Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ολοκλήρωσε με επιτυχία τις εξετάσεις του στρατού. Ομιλεί αγγλικά και γαλλικά σε μέτριο επίπεδο. Ως προς το επαγγελματικό του υπόβαθρο δήλωσε ότι από το 2013 έως το 2017 εργαζόταν ως γεωργός, ενώ επίσης έχει εργαστεί στον κατασκευαστικό τομέα. Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του έχει αποβιώσει, ότι η μητέρα του βρίσκεται εν ζωή και ότι έχει δύο αδερφές, εκ των οποίων μία διαμένει στο Talangaye και μία διαμένει στην Douala. Προσέθεσε ότι απασχολεί εργάτες για τα χωράφια του, και ότι οι εργάτες αυτοί διαμένουν με τη μητέρα του στο Nguti. Ως προς την προσωπική του οικογενειακή κατάσταση, δήλωσε ότι έχει δύο κόρες γεννηθείσες στις 30.6.2015 και στις 6.1.2017 αντίστοιχα, οι οποίες διαμένουν με τη μητέρα τους.
14. Όσον αφορά στους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, δήλωσε ότι, λόγω προβλήματος υγείας, μετεγκαταστάθηκε τον Δεκέμβριο του 2013 μαζί με την οικογένειά του από το Nguti στο Mboka, όπου διέμεινε από το 2013 έως το 2017. Ακολούθως, επέστρεψε στο Nguti, όπου, μέχρι το έτος 2018, η ζωή του κυλούσε ομαλά. Ωστόσο, στις 14.11.2018, έξι μέλη των Ambazonians Forces, με καλυμμένα πρόσωπα, εισέβαλαν στην οικία του και του ζήτησαν να ενταχθεί στο κίνημά τους. Καθώς ο Αιτητής αρνήθηκε, επικαλούμενος οικογενειακές υποχρεώσεις, συνελήφθη και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδό τους, όπου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κακοποιήθηκε και κρατήθηκε δεμένος, χωρίς να του παρέχεται τροφή ή νερό, επί δύο ημέρες. Την τρίτη ημέρα ερωτήθηκε εκ νέου εάν επιθυμεί να ενταχθεί στους Ambazonians, πλην όμως απάντησε και πάλι αρνητικά. Την πέμπτη ημέρα, ο αρχηγός της ομάδας των αυτονομιστών που τον κρατούσαν φέρεται να του ανέφερε ότι προτίθεται να τον απελευθερώσει, πλην όμως τον υποχρέωσε προηγουμένως να προβεί σε ειδικό όρκο, κατά τον οποίο αναμίχθηκε το αίμα του με αίμα κότας, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα αποκαλύψει την τοποθεσία τους. Την έκτη ημέρα, ο Αιτητής αφέθηκε ελεύθερος σε σημείο της διαδρομής που έπρεπε να διανύσει προκειμένου να επιστρέψει στην οικία του.
15. Μετά την επιστροφή του, όπως ισχυρίστηκε, μετέβησαν στην οικία του στρατιωτικές αρχές, οι οποίες, γνωρίζοντας ότι είχε κρατηθεί από τους Ambazonians, τον μετέφεραν σε στρατόπεδό τους, όπου άρχισαν να τον βασανίζουν προκειμένου να τους αποκαλύψει την τοποθεσία των αυτονομιστών. Ο Αιτητής ανέφερε ότι κρατήθηκε εκεί για τέσσερις ημέρες και ότι, στις 25.11.2018, ξεκίνησε η μεταφορά του προς τη Yaoundé. Κατά τη διαδρομή, υποστήριξε ότι πρότεινε χρηματισμό σε έναν από τους αξιωματικούς, με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος σε θαμνώδεις περιοχές. Ακολούθως, αφού περιπλανήθηκε επί περίπου τρεις ώρες, έφθασε στο Mabugi, όπου επικοινώνησε με τη μητέρα του προκειμένου να του αποστείλει χρήματα. Στη συνέχεια, στις 27.11.2018, μετέβη στο νοσοκομείο της Tombel, όπου, όπως ανέφερε, νοσηλεύτηκε για τέσσερις ημέρες.
16. Περαιτέρω, προσέθεσε ότι στις 25.11.2018 ο στρατός μετέβη στην οικία του σε αναζήτησή του, κακοποίησε τη μητέρα του και έκαψε τμήμα της κατοικίας του. Ανέφερε ότι η οικογένειά του μετακόμισε στην πατρική οικία στο Nguti, ενώ ο ίδιος αποφάσισε να ενοικιάσει κατοικία στην πόλη Tombel. Ωστόσο, λόγω της ύπαρξης πολλών σημείων ελέγχου, δεν μπορούσε, κατά τους ισχυρισμούς του, να κυκλοφορεί ελεύθερα και, για τον λόγο αυτό, αποφάσισε να αναζητήσει τρόπο διαφυγής από τη χώρα.
17. Ακολούθως, τέθηκαν στον Αιτητή διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ερωτηθείς για ποιο λόγο οι Ambazonians επιδίωκαν να τον εντάξουν στις τάξεις τους, απάντησε ότι θεωρούσαν πως ήταν οικονομικά ευκατάστατος, όπως, κατά τους ισχυρισμούς του, προέκυπτε από το γεγονός ότι είχε κατασκευάσει ιδιόκτητη οικία. Ερωτηθείς πώς κατάφερε να εκδώσει ταξιδιωτικά έγγραφα, δήλωσε ότι ανέθεσε τη διαδικασία σε τρίτο πρόσωπο. Περαιτέρω, όταν του επισημάνθηκε ότι, κατά την αρχική απαρίθμηση των τόπων διαμονής του, δεν ανέφερε τη Mboka, απάντησε ότι την παρέλειψε επειδή την ξέχασε. Αναφορικά με τον φόβο του σε περίπτωση επιστροφής του, ο Αιτητής υποστήριξε ότι οι κυβερνητικές αρχές εξακολουθούν να τον αναζητούν και ότι η αστυνομία θα τον συλλάβει άμεσα, δεδομένου ότι η αγγλόφωνη κρίση εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη.
18. Ερωτηθείς εάν θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή του Καμερούν, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, προβάλλοντας ότι φέρει εμφανή σημάδια («marks»). Προσέθεσε ότι είναι καταζητούμενος και ότι οι αρχές θα τον συλλάβουν. Ερωτηθείς, ωστόσο, για ποιο λόγο θεωρεί ότι εξακολουθεί να κινδυνεύει, δεδομένου ότι έχει εγκαταλείψει το Καμερούν από το 2019, αναφέρθηκε στη γενικότερη κατάσταση της χώρας. Τέλος, διευκρίνισε ότι δεν έχει συλληφθεί ή κρατηθεί ποτέ ξανά στη χώρα καταγωγής του, πέραν της μίας περίπτωσης που περιέγραψε κατά την ελεύθερη αφήγησή του, και δήλωσε ότι οι αρχές της χώρας καταγωγής του θα επιτρέψουν την επανεισδοχή του.
19. Οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν στον Αιτητή ότι, στην αρχική του αίτηση, κατέγραψε ότι καταζητείται από τις αρχές του Καμερούν, στοιχείο το οποίο δεν προέβαλε κατά τη συνέντευξή του. Ο Αιτητής απάντησε ότι δεν θυμάται σχετική αναφορά. Επιπλέον, του επισημάνθηκε ότι στην αρχική του αίτηση ανέφερε ότι ο στρατός επιχείρησε να τον δολοφονήσει, ως προς το οποίο δήλωσε ότι πράγματι υπήρξε απόπειρα δολοφονίας στις θαμνώδεις περιοχές, προσθέτοντας ότι δεν ανέφερε το περιστατικό, επειδή ήθελε να είναι σύντομος. Περαιτέρω, επισημάνθηκε ότι στην αίτησή του ανέφερε πως ο στρατός πυρπόλησε το χωριό του, με αποτέλεσμα η οικογένειά του να καταστεί άστεγη, ενώ κατά τη συνέντευξή του ανέφερε ότι κάηκαν μόνο ορισμένες οικίες. Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι, στην αρχική του αίτηση, κατέγραψε ότι αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του στις 9.8.2019, ενώ κατά τη συνέντευξή του δήλωσε ότι αναχώρησε στις 25.9.2018. Ο Αιτητής απάντησε ότι τελικώς εγκατέλειψε τη χώρα του το 2019 και, ερωτηθείς για ποιο λόγο παρέμεινε για περίπου ένα έτος προτού αναχωρήσει, δήλωσε ότι δεν σκόπευε αρχικά να ταξιδέψει, καθώς στο Tombel δεν είχε αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα.
20. Μετά το πέρας της συνέντευξης, ο Αιτητής υπέβαλε τα εξής έγγραφα: (α) αντίγραφο της πρώτης σελίδας του καμερουνέζικου βιβλιάριου υγείας του Αιτητή (ερ. 34 δ.φ.), (β) αντίγραφο της πρώτης σελίδας ένορκης δήλωσης του θείου του Αιτητή ΤDT με τίτλο «Για το ζήτημα του βασανισμού, εκφοβισμού, της επικείμενης σύλληψης, της κράτησης, της παρενόχλησης, της απειλής κατά της ζωής και της συνεχούς πολιτικής θυματοποίησης του NMT». Ένα μεγάλο μέρους του σώματος του εγγράφου είναι μη αναγνώσιμο, καθώς η φωτογραφία είναι θολή (ερ.35 δ.φ.), (γ) αντίγραφο Ιατροδικαστικής Έκθεσης (Medico-Legal Certificate) με αριθμό πρωτοκόλλου 00318993. Έχει συνταχθεί και υπογραφεί από τον Ιατρό Dr. Ngu Bechem (με αριθμό 3928) του Νοσοκομείου της Επαρχίας Tombel και φέρει ημερομηνία 1.12.2018. Το πιστοποιητικό αναφέρει ότι ο Αιτητής δέχθηκε επίθεση από τους αυτονομιστές και τις δυνάμεις ασφαλείας και εισήχθη στο νοσοκομείο στις 27.11.2018 λόγω πολλαπλών τραυμάτων, εγκαυμάτων 2ου βαθμού στα δύο άκρα, οξύ στομαχικού πόνου και αφυδάτωσης. Παρέμεινε κλινήρης για 4 μέρες και κατόπιν έλαβε εξιτήριο (ερ. 36 δ.φ.), (δ) αντίγραφο φύλλου εφημερίδας με ημερομηνία 2.2.2021 και αριθμό 0138. Στο εν λόγω φύλλο υπάρχει δημοσίευμα, συνταχθέν από τον O.P., το οποίο αναφέρεται στον Αιτητή. Το δημοσίευμα αναφέρεται στην απαγωγή του Αιτητή από τους αυτονομιστές λόγω της άρνησής του να ενταχθεί στο κίνημά τους, στη σύλληψή του από τον στρατό και στην απόδρασή του, καθώς και στην επακόλουθη επίθεση του στρατού στην οικία του και στη μητέρα του. Τέλος, το δημοσίευμα καταλήγει ότι αν ο Αιτητής συλληφθεί από τις δυνάμεις ασφαλείας θα δικαστεί από στρατιωτικό δικαστήριο με βάσει τον αντιτρομοκρατικό νόμο που επισύρει μέχρι και θανατική ποινή, ενώ αν εντοπιστεί από τους αυτονομιστές θα δολοφονηθεί επί τόπου (ερ. 37 δ.φ.).
21. Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: πρώτον την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του και δεύτερον, τα ισχυριζόμενα προβλήματα που αντιμετωπίζει με τους Ambazonians και τα οποία οδήγησαν σε προβλήματα με το στρατό της χώρας.
22. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι ο Αιτητής απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, ενώ επίσης οι πληροφορίες που παρείχε επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από την προσκομισθείσα προσωρινή καμερουνέζικη ταυτότητα του Αιτητή (να σημειωθεί ότι το εν λόγω έγγραφο, ερ.12, δεν εντοπίζεται στο διοικητικό φάκελο που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου).
23. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός περί των ισχυριζόμενων προβλημάτων του Αιτητή από τους Ambazonians, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, οδήγησαν στη συνέχεια σε προβλήματα με τον στρατό της χώρας καταγωγής του, απορρίφθηκε. Συγκεκριμένα, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις, καθώς και σε χρονικές ανακολουθίες στις δηλώσεις του, αναφορικά με ζητήματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του. Ειδικότερα, κατέγραψαν ότι η αρχική του δήλωση πως από τις 25.9.2018 έως τις 30.9.2018 βρισκόταν στη Νιγηρία, απ’ όπου ταξίδεψε για τη Δημοκρατία, δεν συνάδει με τη μεταγενέστερη δήλωσή του ότι δέχθηκε επίθεση από τους Ambazonians στις 14.11.2018. Περαιτέρω, επεσήμαναν ότι ο Αιτητής δεν ανέφερε κατά την προσωπική του συνέντευξη ότι ήταν καταζητούμενος, παρόλο που το στοιχείο αυτό είχε καταγραφεί στην αρχική του αίτηση. Επιπλέον, μολονότι του δόθηκαν δύο ευκαιρίες να εξηγήσει τη σχετική παράλειψη, περιορίστηκε να επικαλεστεί αδυναμία να θυμάται τα πάντα. Οι Καθ’ ων η αίτηση σχολίασαν επίσης ότι ο Αιτητής ανέφερε στην αρχική του αίτηση πως ο στρατός προσπάθησε να τον σκοτώσει, ότι το χωριό του κάηκε ολοσχερώς και ότι η οικογένειά του κατέστη άστεγη, στοιχεία τα οποία δεν προέβαλε κατά την προσωπική του συνέντευξη. Ειδικώς ως προς την πυρπόληση του χωριού, παρατήρησαν ότι, όταν του τέθηκε σχετική διευκρινιστική ερώτηση, ο Αιτητής μετέβαλε το αφήγημά του, προβάλλοντας ότι κάηκαν μόνο ορισμένα σπίτια του χωριού. Τέλος, σημείωσαν ότι, όταν του τέθηκε η αντίφαση μεταξύ της αρχικής του δήλωσης ότι εγκατέλειψε τη χώρα του στις 9.8.2019 και της μεταγενέστερης δήλωσής του κατά την προσωπική του συνέντευξη ότι εγκατέλειψε τη χώρα στις 25.9.2018, ο Αιτητής αρκέστηκε να δηλώσει ότι πράγματι έφυγε το έτος 2019, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει επαρκώς τον χρόνο αναχώρησής του από το Καμερούν. Στο σκέλος της εξωτερικής αξιοπιστίας, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέπεμψαν σε εξωτερικές πηγές, κυρίως ως προς τη στοχοποίηση που έχει υποστεί ο αγγλόφωνος πληθυσμός του Καμερούν από τις δυνάμεις ασφαλείας, καθώς και τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχουν σημειωθεί από τις καμερουνέζικες αρχές. Ως προς τα προσκομισθέντα έγγραφα, κατέγραψαν ότι, δεδομένης της μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών, δεν κρίνεται σκόπιμη η ανάλυσή τους.
24. Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι του ισχυρισμού του περί των στοιχείων ταυτότητας, του προφίλ του και της χώρας καταγωγής του, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέπεμψαν σε εξωτερικές πληροφορίες αναφορικά με την νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου ανήκει το Nguti, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή. Συγκεκριμένα, παρέπεμψαν σε πληροφορίες αναφορικά με τον αριθμό των εκτοπισμένων στο Καμερούν και αναφορικά με τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις δύο πλευρές της σύγκρουσης, ενώ τέλος, κατέγραψαν ποσοτικά δεδομένα για τα περιστατικά ασφαλείας στη νοτιοδυτική περιφέρεια. Υπό το φως αυτών των πληροφοριών, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι καταρχήν υφίστανται εύλογοι λόγοι ώστε να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν και συγκεκριμένα στο χωριό Nguti αυτός θα κινδυνεύσει να υποστεί μεταχείριση ισοδυναμούσα με δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Δεδομένων των ανωτέρω ευρημάτων, η αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε.
25. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσαν πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικά σε σχέση με το εδάφιο (γ) του άρθρου 19 (2) οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν αρχικά ότι η κατάσταση που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές, απ’ όπου κατάγεται και όπου διέμενε ο Αιτητής, συνιστά κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (ερυθρό 95 δ.φ.) ωστόσο λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο της αδιάκριτης βίας που επικρατεί στην περιοχή σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι εκ της παρουσίας του και μόνο διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή.
26. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο έθεσε στον Αιτητή ερωτήματα επί κρίσιμων παραμέτρων του αφηγήματός του. Απαντώντας στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται από την περιοχή Nguti στο νοτιοδυτικό, αγγλόφωνο Καμερούν. Διέμενε εναλλάξ στις περιοχές Nguti, Boka και στη συνέχεια στο Tombel, όπου παρέμεινε περίπου δέκα μήνες. Ανέφερε ότι στις 14.11.2018 έξι άτομα, τα οποία ταυτοποίησε ως αποσχιστές Amba, εισέβαλαν στο σπίτι του τη νύχτα, τον απήγαγαν και τον κράτησαν δεμένο σε κακές συνθήκες επί έξι ημέρες, κατά τις οποίες τον κακοποιούσαν για να τον εξαναγκάσουν σε στρατολόγηση. Κατά την κακοποίηση, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, υπέστη εγκαύματα στο χέρι. Την έκτη ημέρα αφέθηκε ελεύθερος, επέστρεψε στο σπίτι του και την ίδια νύχτα, όπως ισχυρίστηκε, συνελήφθη από τον στρατό, ο οποίος είχε πληροφορηθεί ότι βρισκόταν με αποσχιστές και απαιτούσε να του υποδείξει τοποθεσίες και πρόσωπα. Ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν αποκάλυψε στοιχεία λόγω «όρκου» που, σύμφωνα με αυτόν, του επέβαλε ότι θα πέθαινε εντός επτά ημερών εάν παρείχε πληροφορίες στον στρατό. Κατά την κράτησή του από τον στρατό, επί τέσσερις ημέρες, υποστήριξε ότι κακοποιήθηκε και ότι τελικά αφέθηκε, αφού κατέβαλε χρηματικό ποσό μέσω λογαριασμού κινητού.
27. Μετά την αποχώρησή του από το στρατόπεδο, δήλωσε ότι μετακινήθηκε στο Tombel, όπου κατοικούσε κοντά στο στρατόπεδο Banken, το οποίο διεξήγε ελέγχους σε άτομα με σημάδια στο σώμα. Ανέφερε ότι είχε «σημάδια από τον όρκο» και ότι φοβόταν πιθανή σύλληψη. Δεν απευθύνθηκε στην αδελφή του στη Douala λόγω ύπαρξης σημείων ελέγχου και επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν «καταζητούμενος». Υποστήριξε ότι υπάρχει ένταλμα σύλληψής του στην Kumba, το οποίο, όπως είπε, απέστειλε στη μητέρα του ο οικογενειακός δικηγόρος το 2023 ή 2024. Δεν το προσκόμισε στη διοικητική διαδικασία διότι «δεν του ζητήθηκε», ούτε στη συνέντευξη, επειδή «το ξέχασε» ή «η ποιότητά του δεν ήταν καλή». Υποστήριξε ότι ο στρατός κατέστρεψε το σπίτι του στις 25 Νοεμβρίου 2018 και ότι χτύπησε τη μητέρα του. Ανέφερε ότι η οικογένειά του μετακινήθηκε το 2024 στη Buea και ότι δεν έχει μέχρι σήμερα δεχθεί παρενόχληση. Ο Αιτητής τοποθετήθηκε και ως προς τον χρόνο αναχώρησής του από τη χώρα, τη διαδρομή μεταξύ Nguti–Tombel–Kumba, και τον τρόπο μετακίνησής του κατά τις επίδικες ημέρες.
28. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία της 18.11.2025, ο Αιτητής προσκόμισε έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 2. Πρόκειται για τέσσερα έγγραφα ενημέρωσης των καμερουνέζικων αρχών περί της έκδοσης εντάλματος σύλληψης σε βάρος του Αιτητή. Ειδικότερα μέσω των εγγράφων η Αντιπροσωπεία Εθνικής Ασφάλειας του Καμερούν ενημερώνει ότι αναζητεί τον Αιτητή βάσει εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί σε βάρος του για τα εξής αδικήματα: υπονόμευση της ειρήνης και της ασφάλειας του κράτους, διατάραξη της δημόσιας τάξης, εξέγερση, διάδοση ψευδών πληροφοριών, εχθρικές πράξεις κατά της πατρίδας, δυσφήμιση των ενόπλων δυνάμεων, υποκίνηση σε ανταρσία, απόσχιση, επανάσταση και τρομοκρατία, πράξεις που τιμωρούνται βάσει των άρθρων 116, 113, 111, 114 και 102 του Νόμου αριθ. 2016/007 της 12ης Ιουλίου του Ποινικού Κώδικα, από το 2019. Ακολούθως η Αντιπροσωπεία Εθνικής Ασφάλειας αναφέρει ότι σε περίπτωση εντοπισμού του Αιτητή οπουδήποτε εντός της εθνικής επικράτειας, αυτός θα πρέπει να προσαχθεί στο πλησιέστερο Αστυνομικό Τμήμα ή Σταθμό Χωροφυλακής και να ειδοποιηθεί άμεσα η Περιφερειακή Αντιπροσωπεία Εθνικής Ασφάλειας. Τα τέσσερα έγγραφα φέρουν ημερομηνία 10.12.2023 και φέρουν υπογραφή ενός αξιωματούχου της αστυνομίας με το όνομα Ezo David Atangana.
29. Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, επισημαίνεται, ως προς τη διάκριση των ουσιωδών ισχυρισμών, σύμφωνα με τον Πρακτικό Οδηγό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO, και πλέον Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο – EUAA), ότι «η προσήκουσα ταυτοποίηση των ουσιωδών ισχυρισμών είναι ουσιώδης τόσο για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας όσο και για την αξιολόγηση του κινδύνου».
30. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ουσιώδεις ισχυρισμοί, όπως αυτοί προκύπτουν από το αφήγημα του Αιτητή, όφειλαν να διαμορφωθούν ως εξής: (α) η ταυτότητα, η χώρα καταγωγής και τα λοιπά προσωπικά στοιχεία και χαρακτηριστικά του Αιτητή, (β) η φερόμενη δίωξή του από τους αποσχιστές και (γ) η φερόμενη δίωξή του από τον στρατό. Παρά το γεγονός ότι τα γεγονότα που άπτονται του δεύτερου και του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού είναι εν μέρει αλληλένδετα, εντούτοις δέον να αξιολογηθούν ως διακριτοί ισχυρισμοί, καθόσον αφορούν διαφορετικούς φορείς δίωξης και η φερόμενη δίωξη σε κάθε περίπτωση παρουσιάζει περαιτέρω μη κοινό πραγματικό υπόβαθρο. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
31. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή γίνεται αποδεκτός, καθώς αυτός παρέθεσε με συνοχή και συνέπεια τα προσωπικά του στοιχεία, καθώς και τον τόπο καταγωγής και διαμονής του, με τα στοιχεία που ανέφερε ως προς τα μέρη διαμονής και καταγωγής του να επιβεβαιώνονται και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες εντοπίζονται εντός του διοικητικού φακέλου.
32. Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό περί της φερόμενης δίωξής του από τους αποσχιστές, ο Αιτητής δήλωσε κατά την ελεύθερη αφήγησή του ότι, στις 14.11.2018, μέλη των αποσχιστών τον συνέλαβαν και τον κράτησαν επί έξι ημέρες στο στρατόπεδό τους με σκοπό την καταναγκαστική στρατολόγησή του. Κατά τους ισχυρισμούς του, όταν αρνήθηκε να ενταχθεί, κακοποιήθηκε, ενώ την έκτη ημέρα αφέθηκε ελεύθερος, αφού προηγουμένως υποχρεώθηκε να δώσει όρκο να μην αποκαλύψει την τοποθεσία τους.
33. Το Δικαστήριο εντοπίζει σειρά ουσιωδών χρονικών αντιφάσεων στο αφήγημά του. Ειδικότερα, κατά την καταγραφή της αίτησής του (ερυθρό 25), ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του τον Σεπτέμβριο του 2018 και αρχικώς μετέβη στη Νιγηρία, ενώ ταυτόχρονα ισχυρίστηκε ότι το περιστατικό με τους αποσχιστές έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 2018 στο Καμερούν. Στη συνέχεια, μετέβαλε τον χρόνο αναχώρησής του, τοποθετώντας τον στο έτος 2019. Παρά το γεγονός ότι η γενική περιγραφή της σύλληψης και κράτησής του εμφανίζεται παρόμοια με εκείνη της διοικητικής διαδικασίας, οι εν λόγω χρονικές ανακολουθίες παραμένουν ουσιώδεις και αφορούν τον πυρήνα του ισχυρισμού του. Να σημειωθεί ότι και κατά τη δικαστική διαδικασία το εν λόγω κρίσιμο περιστατικό τοποθετείται από τον Αιτητή χρονικά το Νοέμβριο του 2018.
34. Δεν παραγνωρίζεται, εξάλλου, ότι ο Αιτητής, κατά τους ίδιους του τους ισχυρισμούς, παρέμεινε στη χώρα του για χρονικό διάστημα περίπου οκτώ μηνών μετά το φερόμενο περιστατικό, διαμένοντας στο Tombel, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα στη συνέχεια. Επισημαίνεται δε ότι ο Αιτητής υποστήριξε κατά τη διοικητική διαδικασία και ειδικότερα κατά την καταγραφή της αίτησής του ότι οι αποσχιστές τον θεωρούσαν πληροφοριοδότη της κυβέρνησης. Η αναφορά αυτή, ωστόσο, παραμένει μετέωρη, καθόσον σε κανένα στάδιο της μετέπειτα διαδικασίας δεν προσκόμισε ή ανέπτυξε οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο που να εξηγεί ή να τεκμηριώνει τη σχετική πεποίθηση.
35. Περαιτέρω, σε συνάρτηση και με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του, ο οποίος συνδέεται με τον παρόντα, ο Αιτητής δεν παρέχει επαρκή εξήγηση ως προς το πώς η σύλληψή του από τους αποσχιστές, υπό τις περιγραφόμενες περιστάσεις, κατέστη άμεσα γνωστή στις στρατιωτικές αρχές αμέσως μετά την απελευθέρωσή του. Οι συνθήκες της σύλληψης, της κράτησης και της μετέπειτα απελευθέρωσής του παρουσιάζονται, ως εκ τούτου, με γενικούς και αόριστους όρους.
36. Υπό το φως των ανωτέρω, η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό δεν θεμελιώνεται. Την κρίση αυτή ενισχύουν περαιτέρω τα συναρτώμενα με τον υπό εξέταση ισχυρισμό ευρήματα που ακολουθούν αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό.
37. Ως προς την εξωτερική πτυχή του εν λόγω ισχυρισμού, ο Αιτητής προσκόμισε: α) ένορκης δήλωσης του θείου του Αιτητή (Ένα μεγάλο μέρους του σώματος του εγγράφου είναι μη αναγνώσιμο, καθώς η φωτογραφία είναι θολή (ερ.35 δ.φ.), β) αντίγραφο Ιατροδικαστικής Έκθεσης (Medico-Legal Certificate) με αριθμό πρωτοκόλλου 00318993. Έχει συνταχθεί και υπογραφεί από τον Ιατρό Dr. Ngu Bechem (με αριθμό 3928) του Νοσοκομείου της Επαρχίας Tombel και φέρει ημερομηνία 1.12.2018 και (γ) αντίγραφο φύλλου εφημερίδας με ημερομηνία 2.2.2021 και αριθμό 0138. Στο εν λόγω φύλλο υπάρχει δημοσίευμα, συνταχθέν από τον O.P., το οποίο αναφέρεται στον Αιτητή (ερ. 37 δ.φ.).
38. 38. Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι εσφαλμένως οι Καθ’ ων η αίτηση αγνόησαν τα εν λόγω έγγραφα και παρέλειψαν να τα αξιολογήσουν, επικαλούμενοι τη μη θεμελίωση της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή. Δυνάμει του άρθρου 18(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, οι Καθ’ ων η αίτηση οφείλουν να συναξιολογούν, μεταξύ άλλων, τις συναφείς δηλώσεις και τα έγγραφα που υπέβαλε ο αιτητής, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων που αφορούν στο εάν ο αιτητής έχει ήδη υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Η αξιολόγηση της εξωτερικής πτυχής των δηλώσεων του Αιτητή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής αξιολόγησης της αξιοπιστίας του. Ως εκ τούτου, έγγραφα που προσκομίζονται από τον αιτητή δεν δύνανται να παραμερίζονται άνευ αξιολόγησης, καθόσον ενδέχεται είτε να ανατρέπουν αρχικά δυσμενή ευρήματα είτε, αντιθέτως, να ενισχύουν περαιτέρω το συμπέρασμα περί μη θεμελίωσης της εσωτερικής του αξιοπιστίας. Η εκ των προτέρων αποσύνδεση των προσκομισθέντων εγγράφων από την αξιολόγηση, λόγω προγενέστερης κρίσης περί εσωτερικής αξιοπιστίας, συνιστά πλημμέλεια της μεθοδολογίας αξιολόγησης και αντίκειται στις επιταγές του άρθρου 18 του περί Προσφύγων Νόμου.
39. Αξιολογώντας τα προσκομισθέντα έγγραφα επισημαίνεται ότι η γνησιότητα των οποίων δε δύναται να επιβεβαιωθεί, εκτιμώνται ελεύθερα σε συνάρτηση με τα λοιπά στοιχεία που έχει ενώπιόν του το Δικαστήριο. Κατά πάγια νομολογημένη αρχή ο δικαστής δεν υποχρεούται να αποφασίζει επί τεχνικών θεμάτων, όπως εν προκειμένω η γνησιότητα ενός εγγράφου, αλλά ούτε έχει τη δυνατότητα προς τούτο αφού δεν έχει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να προβεί σε ένα τέτοιο εγχείρημα (βλ. Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3866, Λάμπρου Λάμπρος v. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου, (2009) 3 Α.Α.Δ. 79). Τελικώς και η γνησιότητα των εγγράφων θα διασταυρωθεί μέσω των προφορικών ισχυρισμών, άλλως αυτά θα ενισχύσουν προφορικούς ισχυρισμούς, αλλά δεν επαρκούν αφ' εαυτών για να τους αποδείξουν.[2] Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο συναξιολογεί καταρχάς τα εν λόγω έγγραφα ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 10.6.2021, την υπόθεση C 921/19, LH κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2021:478, σκέψεις 44 και 66).
40. Ειδικώς ως προς την ένορκη δήλωση που προσκόμισε ο Αιτητής κατά τη διοικητική διαδικασία, επισημαίνεται ότι αυτή είναι μειωμένης αποδεικτικής αξίας, καθόσον πρόκειται περί μη ευανάγνωστου αντιγράφου, το οποίο δεν προέρχεται από ανεξάρτητη και αξιόπιστη πηγή, δεδομένου ότι αφορά δηλώσεις φερόμενου ως συγγενικού προσώπου του Αιτητή. Περαιτέρω, μειωμένης αποδεικτικής αξίας είναι και το αντίγραφο αποσπάσματος εφημερίδας του έτους 2021, το οποίο φαίνεται να παρουσιάζει την ιστορία του Αιτητή. Ειδικότερα, από το εν λόγω αντίγραφο δεν προκύπτει ο τίτλος της εφημερίδας, ούτε η ταυτότητα του συντάκτη, ούτε, κυρίως, η πηγή πληροφόρησης των αναφερόμενων στοιχείων, τα οποία αφορούν σε προσωπικές πληροφορίες του Αιτητή που δεν δύνανται ευλόγως να είναι γνωστές σε τρίτους. Περαιτέρω, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το εν λόγω δημοσίευμα αναφέρεται σε γεγονότα που φέρονται να έλαβαν χώρα περί τα τρία έως τέσσερα έτη πριν από τη φερόμενη ημερομηνία έκδοσής του. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αξιοπιστία της πηγής δεν δύναται να επιβεβαιωθεί και, για όλους τους ανωτέρω λόγους, η αποδεικτική του αξία κρίνεται μειωμένη.
41. Τέλος, το ιατρικό πιστοποιητικό νοσηλείας του Αιτητή αποτελεί επίσης αντίγραφο, του οποίου η γνησιότητα δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί. Παρατηρείται ότι ο χρόνος έκδοσής του είναι πλησίον του φερόμενου ως κρίσιμου χρόνου κατά τον οποίο ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι υπέστη κακοποίηση. Πλην όμως, η περιγραφόμενη στο σώμα του εγγράφου επίθεση από αποσχιστές και από τον στρατό δεν προσιδιάζει σε ιατρική γνωμάτευση, ενώ, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι το έγγραφο αποτελεί γνήσιο πιστοποιητικό, οι σχετικές αναφορές συνιστούν απλή αναπαραγωγή των δηλώσεων του Αιτητή και δεν μπορούν εκ της φύσεώς τους να αποτελούν αντικείμενο ιατρικής διαπίστωσης. Άλλωστε, η ιατρική ιδιότητα δεν εκτείνεται στην πιστοποίηση πραγματικών περιστατικών, αλλά περιορίζεται στη διαπίστωση ιατρικών ευρημάτων. Περαιτέρω, στο εν λόγω έγγραφο παρατηρείται η ύπαρξη πολλαπλών όμοιων σφραγίδων, στοιχείο που δεν συνάδει με την επισημότητα και την τυπική μορφή αντίστοιχων εγγράφων κατά την κοινή πείρα. Kατόπιν τέλος διερεύνησης από το παρόν δικαστήριο, ανευρέθη ιατρός με το όνομα Dr. Ngu Nkafu Bechem και αριθμό 3928/97 στη λίστα Ιατρών του Καμερούν έτους 2012 του Καμερουνέζικου Ιατρικού Συμβουλίου[3]. Επίσης επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη του Επαρχιακού Νοσοκομείου του Tombel[4]. Τα δεδομένα αυτά, ωστόσο, δεν επαρκούν ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευνοϊκά για τον Αιτητή συμπεράσματα ως προς την εξωτερική του αξιοπιστία, καθόσον άπτονται περιφερειακών ζητημάτων και όχι του πυρήνα των δηλώσεών του.
42. Περαιτέρω, έτερες πηγές επιβεβαιώνουν τη δράση των αποσχιστών στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Σύμφωνα με αυτές, οι αντάρτες του Αγγλόφωνου Καμερούν, οι Ambazonians, αγωνίζονται από το 2017 για να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο, αγγλόφωνο κράτος με το όνομα Ambazonia, στις δυτικές περιοχές της εν γένει γαλλόφωνης χώρας.[5] Μερικές από αυτές τις ομάδες περιλαμβάνουν τους Ambazonia Defense Forces, Tigers, Red Dragons, Seven Karta, Ambazonia Restoration Forces (ARF). Μια πηγή αρίθμησε αυτές τις αυτονομιστικές ομάδες σε περίπου 20 και ονόμασε μια ομάδα ως AMF (Στρατιωτικές Δυνάμεις Ambazonia).[6] Σύμφωνα με έκθεση της 1ης Μαρτίου του 2023 της R2P Monitor «Οι ένοπλοι αυτονομιστές γίνονται επίσης ολοένα και πιο βίαιοι, σκοτώνοντας, απαγάγοντας και τρομοκρατώντας πληθυσμούς ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Από τις αρχές του 2022 η κυβέρνηση αύξησε τις επιχειρήσεις της κατά των ένοπλων αυτονομιστικών προπυργίων. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές απάντησαν εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας, χρησιμοποιώντας περισσότερα φονικά όπλα και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς IED. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει την κυβερνητική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και καθηγητές, και επιπλέον καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία. Αυτές οι επιθέσεις, καθώς και τα αυστηρά lockdownς που επιβλήθηκαν από ένοπλους αυτονομιστές, έχουν στερήσει την εκπαίδευσή τους από τα παιδιά. Σύμφωνα με τον OCHA, μόνο το 46 τοις εκατό των σχολείων λειτουργούν και το 54 τοις εκατό των μαθητών πραγματοποίησαν εγγραφή για το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές και χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια».
43. Σύμφωνα επιπλέον, με μια έκθεση του OCHA τον Μάρτιο του 2023, «οι έφηβοι και οι άνδρες διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο αυθαίρετης σύλληψης και παράνομης κράτησης, εξαναγκαστικής στρατολόγησης και σωματικής βίας.»[7] Οι άνδρες και οι νέοι που ζουν στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν «παραμένουν τα κύρια θύματα καταγεγραμμένων περιστατικών ασφαλείας, εκπροσωπώντας μεταξύ 85 % και 95 % αυτών που εκτίθενται σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη μεταχείριση, κλοπή, εκβιασμό, καθώς και αυθαίρετη ή παράνομη σύλληψη και/ή κράτηση.»[8] Οι άνδρες αντιμετωπίζουν βία από στρατιωτικές αρχές και μη κρατικές ένοπλες ομάδες.[9]
44. Δεδομένης της μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, σε συνδυασμό με τη μειωμένη αποδεικτική αξία των προσκομισθέντων εγγράφων, και κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης των προσωπικών περιστάσεων αυτού, παρά την ύπαρξη πηγών που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της αγγλόφωνης κρίσης και της δράσης των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.
45. Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό περί φερόμενης δίωξής του από τον στρατό, ο Αιτητής ανέφερε ότι, μετά την απελευθέρωσή του από τους αποσχιστές, στρατιωτικές αρχές μετέβησαν στην οικία του απαιτώντας να αποκαλύψει την τοποθεσία τους και ότι, στις 25.11.2018, συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο Kumba, όπου κρατήθηκε σε στρατόπεδο και κακοποιήθηκε, μέχρις ότου αφέθηκε ελεύθερος κατόπιν χρηματισμού. Παράλληλα, ανέφερε ότι την ίδια ημερομηνία μέλη του στρατού μετέβησαν στην οικία του, αναζητώντας τον, κακοποίησαν τη μητέρα του και προκάλεσαν πυρπόληση μέρους της κατοικίας. Περαιτέρω, κατά την καταγραφή της αίτησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο στρατός κατέκαυσε ολοσχερώς το χωριό του. Κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, όταν του τέθηκε εκ νέου η εν λόγω διαφοροποίηση στις δηλώσεις του, ο Αιτητής επανήλθε με νέα εκδοχή του αφηγήματός του, αναφέροντας ότι κάηκαν ορισμένες οικίες. Η συνεχής εναλλαγή στις δηλώσεις του αναφορικά με μία τόσο κρίσιμη παράμετρο θίγει αναπόδραστα την αξιοπιστία του.
46. Επιπλέον, κατά την καταγραφή της αίτησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι είχε κηρυχθεί καταζητούμενος από τις αρχές της χώρας του. Εντούτοις, στο πλαίσιο της προσωπικής του συνέντευξης δεν προέβαλε αρχικώς σχετικό ισχυρισμό και, όταν του ζητήθηκε διευκρίνιση, ανέφερε ότι επιθυμούσε να είναι σύντομος, αιτιολόγηση μη ευλογοφανής δεδομένης της κρισιμότητας του γεγονότος. Περαιτέρω, ενώ αρχικώς είχε δηλώσει ότι κακοποιήθηκε δύο φορές από τον στρατό του Καμερούν, κατά τη συνέντευξή του αναφέρθηκε σε μία μόνο περίπτωση σύλληψης και κράτησής του.
47. Ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι, μετά τα γεγονότα, παρέμεινε για περίπου ένα έτος στο Tombel, όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα. Κατά τη δικαστική διαδικασία επιβεβαίωσε ότι, κατά τη διαμονή του στο Tombel, δεν συνελήφθη, αλλά απλώς φοβόταν ενδεχόμενη σύλληψη λόγω των σημαδιών που έφερε. Η δήλωση αυτή δεν συνάδει με τον έτερο ισχυρισμό του περί διαρκούς και ενεργούς αναζήτησής του από τις αρχές. Περαιτέρω ασυνέπεια προκύπτει από τον ισχυρισμό του ότι, κατά την κράτησή του στο στρατόπεδο, είχε στην κατοχή του κινητό τηλέφωνο μέσω του οποίου πραγματοποίησε μεταφορά χρημάτων, στοιχείο που δεν συμβιβάζεται με την ένταση της περιγραφόμενης κακοποίησης και με τις συνθήκες κράτησης, όπως αυτές περιγράφηκαν.
48. Ως προς τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής ως Τεκμήριο 2 στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, επισημαίνεται ότι αυτά δεν προσκομίστηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία, επικαλούμενος ότι δεν του ζητήθηκε. Όταν ερωτήθηκε πότε το εξασφάλισε, ανέφερε αορίστως ότι αυτό έγινε το 2023 ή το 2024 μέσω δικηγόρου. Την ίδια στιγμή, υποστήριξε ότι η οικογένειά του δεν αντιμετώπισε προβλήματα και όταν μετεγκαταστάθηκε στη Buea χωρίς να παρενοχλείται, γεγονός που δεν συμβιβάζεται με τον ισχυρισμό περί ενεργού ενδιαφέροντος των αρχών τόσα έτη μετά τα επίδικα γεγονότα. Δεν παραγνωρίζεται ότι ο Αιτητής, σε άλλο στάδιο της συνέντευξης, απάντησε αρνητικά στο ερώτημα εάν η οικογένειά του αντιμετώπισε προβλήματα κατά τη διαμονή της στη Buea, για να διαφοροποιήσει μεταγενέστερα τη θέση του όταν ερωτήθηκε από το Δικαστήριο σχετικά με το γεγονός ότι τα έγγραφα βεβαίωσης της αναζήτησής του φέρουν ημερομηνία Δεκεμβρίου 2023, ήτοι περί τα πέντε έτη μετά τα επικαλούμενα γεγονότα με τον στρατό.
49. Ο Αιτητής δεν παρέχει ικανοποιητικές εξηγήσεις για το οψιγενές της προσκόμισης των εν λόγω εγγράφων και, σε κάθε περίπτωση, οι συνθήκες εξασφάλισής τους προβάλλονται κατά τρόπο γενικό και μη ευλογοφανή, ήτοι ότι, λόγω φερόμενης παρενόχλησης της οικογένειάς του, αναζήτησαν μετά από αρκετά έτη, μέσω συνηγόρου, εάν εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία εις βάρος του. Το κρίσιμο αυτό στοιχείο ευλόγως αναμενόταν να προβληθεί ήδη κατά το στάδιο της προσωπικής του συνέντευξης, καθόσον αποτελεί θεμέλιο των δηλώσεών του περί παρούσας δίωξής του από τον στρατό. Μολονότι, το περιεχόμενό των εν λόγω εγγράφων περιλαμβάνει εν πολλοίς αδικήματα τα οποία ενδέχεται να αφορούν πρόσωπα διωκόμενα από τις αρχές της χώρας ως αποσχιστές, δεδομένης της κρισιμότητας των προεκτεθέντων επιμέρους ευρημάτων, δεν αναιρεί το εύρημα περί μειωμένης αποδεικτικής αξίας των εν λόγω εγγράφων. Ως εκ τούτου, δεδομένης της μειωμένης αποδεικτικής αξίας των εγγράφων που περιλαμβάνονται στη δέσμη των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 2 κατά την ακροαματική διαδικασία της 18.11.2025, αυτά δεν κρίνονται ικανά να λειτουργήσουν υπέρ της εξωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή.
50. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι σύμφωνα με εξωτερικές πηγές διαφαίνεται ότι τα άτομα που θεωρούνται υποστηρικτές των αποσχιστών στοχοποιούνται με συλλήψεις, κράτηση, εξωδικαστικές εκτελέσεις από τις αρχές/δυνάμεις ασφαλείας της χώρας.[10] Πρόσθετες πηγές επιβεβαιώνουν την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης κατά αυτονομιστών ακτιβιστών της καμερουνέζικης διασποράς[11] και την έκδοση διεθνών ενταλμάτων σύλληψης σε βάρος αρχηγών αυτονομιστικών ομάδων.[12] Ομοίως γίνονται αναφορές σε αυθαίρετες συλλήψεις αρχηγών αυτονομιστικών ομάδων εντός του Καμερούν.[13] Μια άλλη κατηγορία ανθρώπων που κινδυνεύουν να στοχοποιηθούν από τις αρχές της χώρας είναι άνθρωποι που κατέχουν ήδη κάποιο δημόσιο βήμα και υιοθετούν (δημόσια) θέσεις για την κρίση των Αγγλόφωνων οι οποίες δεν συμπίπτουν με τις επίσημες θέσεις των αρχών ή τίθενται ευθέως υπέρ των Αγγλόφωνων. Ειδικότερα, μια πηγή αναφέρεται στην κράτηση ενός Γαλλόφωνου Καμερουνέζου συγγραφέα με έδρα τις ΗΠΑ, ο οποίος δημοσίευσε ένα κείμενο που ασκούσε κριτική στο χειρισμό της κρίσης από την πλευρά της κυβέρνησης,[14] ενώ άλλη πηγή κάνει λόγο για τη στοχοποίηση της οικίας ενός πρώην επιχειρηματία που έχει λάβει ανοιχτά θέση υπέρ του διαλόγου στο ζήτημα των Αγγλόφωνων.[15] Την ίδια μεταχείριση από τις αρχές αντιμετωπίζουν και οι αγγλόφωνοι δημοσιογράφοι και το προσωπικό των μη κυβερνητικών οργανώσεων.[16] Ο Αιτητής δεν εμπίπτει στις ανωτέρω κατηγορίες, ενώ κατά τη δήλωσή του κίνησε αρχικώς το ενδιαφέρον των αρχών ως θύμα των αποσχιστών προκειμένου να τους αποκαλύψει τη θέση των τελευταίων.
51. Υπό το φως των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις χρονικές αντιφάσεις, εσωτερικές ανακολουθίες και ελλείψεις ευλογοφάνειας, οι οποίες αφορούν τόσο τον δεύτερο όσο και τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό. Οι αντιφάσεις αυτές πλήττουν τον πυρήνα του αφηγήματος και δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή.
52. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, πέραν των όσων ο ίδιος δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε πρόσθετο ή ανεξάρτητο κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό του προφίλ ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις του.
53. Το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του και αναφορικά με την θρησκεία του.
55. Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[17] Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[18]
56. Οι αντιμαχόμενες πλευρές αποτελούνται από τις ένοπλες κρατικές δυνάμεις ασφαλείας του Καμερούν που έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή (συμπεριλαμβανομένης της επίλεκτης μονάδας μάχης) και από διάφορες ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες (που αριθμούν πέραν των 7 διαφορετικών ενόπλων ομάδων, συνολικής δυναμικότητας 2.000-4.000 μαχητών, που κατά τις επιθέσεις τους εναντίον του κρατικού στρατού χρησιμοποιούν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, καθώς και πιο προηγμένο οπλισμό όπως εκτοξευτές αντιαρματικών), που δρουν (κυρίως) στις αγγλόφωνες περιοχές (παρά το ότι εμφανίζονται με ορισμένο διαχωρισμό, οι ομάδες αυτές προσπαθούν όλο και περισσότερο να συντονιστούν μεταξύ τους, ενώ «οι συνεχιζόμενες εχθροπραξίες παρουσιάζουν ένα συλλογικό χαρακτήρα»).[19]
57. Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας που καταγράφηκαν γενικότερα στην Νοτιοδυτική περιφέρεια (South West Region) του Καμερούν, στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 01/11/2025) στην Νοτιοδυτική Επαρχία (Sud - Ouest) του Καμερούν, καταγράφηκαν συνολικά 450 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 327 θάνατοι[20]. Σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2025, ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, ανερχόταν στους 2,098,500 κατοίκους[21].
58. Ως προς τις αποδεκτές προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή δεν προκύπτει οποιαδήποτε παράμετρος του προφίλ του, η οποία να επιτείνει με οποιοδήποτε τρόπο τον κίνδυνο που τυχόν αυτός διατρέχει, ούτε και καθαυτό κάποιο στοιχείο του προφίλ του δίδει βάσιμο έρεισμα για δίωξή του. Ούτε και ο Αιτητής εξέφρασε οποιοδήποτε φόβο απορρέων από το προφίλ του, πέραν των όσων εξετάστηκαν ήδη ανωτέρω.
59. Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανού δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος. Πηγές αναφέρουν πως στο Καμερούν, οι Χριστιανοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, με περίπου 70% να ανήκουν σε διάφορα χριστιανικά δόγματα. Ωστόσο, υπάρχουν περιοχές όπου οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Στις βόρειες περιοχές, όπου κυριαρχεί το Ισλάμ, έχουν αναφερθεί περιστατικά κοινωνικών εντάσεων μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων. Επιπλέον, η παρουσία εξτρεμιστικών ομάδων, όπως η Boko Haram, έχει οδηγήσει σε επιθέσεις κατά χριστιανικών κοινοτήτων στα βόρεια σύνορα με τη Νιγηρία και όχι στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Παρά τις προκλήσεις αυτές, οι Χριστιανοί στο Καμερούν γενικά ασκούν τη θρησκεία τους ελεύθερα.[22]
60. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, με εργασιακή πείρα στη χώρα καταγωγής του και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, διαθέτοντας εκεί οικογενειακό και γενικότερα κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε σοβαρό κίνδυνο.
61. Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
62. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
63. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].
64. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43).
65. Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή και στην ευρύτερη περιφέρεια που αυτός εμπίπτει, δέον να εξεταστούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία του άρθρου 19(2)(γ) και ειδικότερα, κατά πόσον συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο Αιτητής, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].
66. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
67. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28).
68. Ακολούθως ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
69. Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
70. Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
71. Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια (South West Region) του Καμερούν (βλ. ανωτέρω), στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι στην εν λόγω περιοχή εξελίσσεται εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δυνάμεων του εθνικού στρατού και αποσχιστικών ομάδων που δραστηριοποιούνται εκεί. Εξωτερικές πηγές περαιτέρω καταδεικνύουν ότι στην περιοχή αυτή εκδηλώνονται φαινόμενα αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια που επηρεάζει πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων (βλ. ανωτέρω Elgafaji, σκ. 34, ΔΕΕ· Diakité, απόφαση της 30.01.2014, C-285/12). Λαμβανομένων υπόψη των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών της σύρραξης, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προερχόμενη από αυτήν αδιάκριτη βία κυμαίνεται σε μέτριο επίπεδο έντασης, χωρίς ωστόσο να ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό ώστε, και μόνη η παρουσία ενός αμάχου στην περιοχή, να αρκεί για τη στοιχειοθέτηση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του 19(2)(γ), ανεξαρτήτως των προσωπικών του περιστάσεων. Ως προς τις περιστάσεις του Αιτητή, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, χωρίς προβλήματα υγείας, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και γνώση αγγλικών και γαλλικών. Πρόκειται για άτομο εργατικό, λειτουργικά αυτόνομο και ικανό προς εργασία και αυτοσυντήρηση. Στη χώρα καταγωγής του διαθέτει ενεργό οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο, καθώς στο χωριό Nguti διαμένουν η μητέρα του, η σύντροφός του και οι δύο θυγατέρες του, ενώ δύο αδελφές του βρίσκονται σε άλλες πόλεις της χώρας. Επιπλέον, διατηρεί ιδιόκτητη φάρμα στο Nguti, η οποία παραμένει σε λειτουργία και διαχειρίζεται από τη μητέρα του, με την οποία διατηρεί τακτική επικοινωνία, γεγονός που καταδεικνύει ότι διαθέτει ουσιαστικούς δεσμούς, δυνατότητες επανένταξης και ρεαλιστική προοπτική επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής είναι εξοικειωμένος με την περιοχή, άρα σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί επαρκώς τους κινδύνους. Να σημειωθεί ότι και η Tombel στην οποία εγκαταστάθηκε ο Αιτητής λίγο προτού εγκαταλείψει τη χώρα του, κατά τη δήλωσή του, επίσης υπάγεται στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι ο Αιτητής ως άμαχος δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, ένεκα του επιπέδου των ένοπλων συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του.
72. Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,
EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 7.1.2026], σ. 120-134 και επίσης
UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2] Βλ. Κωνσταντίνος Δ. Φαρμακίδης - Μάρκου, Προσφυγικό Δίκαιο, Ερμηνευτική προσέγγιση και πρακτική διάσταση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σελ. 31.
[3] https://www.scribd.com/document/739869440/Tableau-Des-Me-Decin-s#:~:text=2959%20Dr%20NGU%20NKAFU%20BECHEM%203928/97%20Cameroun,d%C3%A9ced%C3%A9%20le%2015/06/11%20741/81%20Nig%C3%A9ria%202962%20Dr
[4] Africa Research Connect, Tombel District Hospital Cameroon, https://africaresearchconnects.com/fr/institution/9009186127/
[5] Voa News, 16 Dead in Latest Clashes in Cameroon Separatist Areas, March 04, 2020, https://www.voanews.com/africa/16-dead-latest-clashes-cameroon-separatist-areas
[6] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Forced recruitment [Q17-2021], 29 June 2021, p. 2, https://www.ecoi.net/en/file/local/2054738/2021_06_EASO_COI_Query_Cameroon_forced+recruitment.pdf
[7] UN OCHA, The Humanitarian Needs Overview, March 2023, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-humanitarian-needs-overview-2023-march-2023, σελ. 31
[8] UN OCHA, The Humanitarian Needs Overview, March 2023, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-humanitarian-needs-overview-2023-march-2023, σελ. 31
[9] UN OCHA, The Humanitarian Needs Overview, March 2023, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-humanitarian-needs-overview-2023-march-2023, σελ. 32
[10] HRW - Human Rights Watch (Author): World Report 2024 - Cameroon, 11 January 2024, https://www.ecoi.net/en/document/2103168.html, USDOS - US Department of State (Author): 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024, https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Cameroon; Treatment of individuals perceived as separatists by the state [Q20-2024], σελ. 4, 4 March 2024, https://www.ecoi.net/en/file/local/2105170/2024_03_EUAA_COI_Query_Response_Q20_Treatment_of_Individuals_Perceived_as_Separatists_by_the_State_Cameroon.pdf (EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Cameroon's Army conduct in Bamenda and Kumba (2018-2020) [Q57-2024], 30 August 2024, σελ.10-11, https://www.ecoi.net/en/file/local/2114532/2024_8_EUAA_COI_Query_Response_Q57_Cameroon_Army's_Conduct_In_Bamenda_And_Kumba.pdf
[11] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Cameroon: Situation of Anglophones, including returnees, in Bamenda, Yaoundé and Douala; treatment by society and by the authorities (2016-August 2018) [CMR106141.E], 24 August 2018, https://www.ecoi.net/en/document/2021673.html
[12] British Broadcasting Corporation (BBC), Cameroon Issues Arrest Warrants for Separatist Leaders, 9 November 2017, https://www.bbc.com/news/world-africa-41928667
[13] Amnesty International (AI), The State of the World's Human Rights; Cameroon 2024, 29 April 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/
[14]British Broadcasting Corporation (BBC), Cameroon to Deport US-Based Author Patrice Nganang, 27 December 2017, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.bbc.com/news/world-africa-42491939,
Reuters, Josiane Kouagheu, Prize-Winning Cameroonian Writer Detained After Criticizing Govt.: Wife, 8 December 2017, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.reuters.com/article/us-cameroon-politics/prize-winning-cameroonian-writer-detained-after-criticizing-govt-wife-idUSKBN1E228D , [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 13.11.2025]
[15] Reuters, Paul Carsten and Edward McAllister, Update 2 - Cameroonian Separatist Leader Is Deported to Cameroon from Nigeria, 29 January 2018, διαθέσιμο σε: https://www.reuters.com/article/cameroon-separatists-nigeria/update-2-cameroonian-separatist-leader-is-deported-to-cameroon-from-nigeria-idUSL8N1PO5PN [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 13.11.2025]
[16] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024, available at: https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 13.11.2025]
[17] ACAPS, Country analysis: Cameroon, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29.10.2025)
[18] Ό.π.
[19] Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights – RULAC: Rule of Law in Armed Conflicts, Non-international Armed Conflicts in Cameroon, Last updated: 12th January 2023, https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29.10.2025)
[20] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest (Sud-Ouest) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025).
[21] City population, Cameroon, Sud-Ouest (South West) διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29.10.2025)
[22] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Cameroon, 26 June 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2111838.html, USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29.10.2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο