Ι.Α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 7221/2022, 29/1/2026
print
Τίτλος:
Ι.Α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 7221/2022, 29/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                       

                                                                                    Υπόθεση αρ. 7221/2022

                                   

                                                29 Ιανουαρίου 2026

 

[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

                           Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

                                             Ι.Α.

                                                                                                                                                                                                                                           Αιτήτρια

Και

 

                       Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

                                                                                                                          

Ε. Ιωακειμίδου (κα) για Μ. Μπαγιαζίδου (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια

 

Ε. Παραδεισιώτη (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π:   Με την προσφυγή της η αιτήτρια, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 31/08/2022 η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια στις 09/11/2022 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση της για παροχή διεθνούς προστασίας, ως παράνομης, άκυρης και στερούμενης οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των Διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, η αιτήτρια είναι ενήλικας από το Καμερούν και στις 06/11/2018 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 31/03/2022 διεξήχθη συνέντευξη στην αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (E.U.A.A.). Ακολούθως, στις 20/06/2022 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας. Στις 31/08/2022, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου, αποφάσισε όπως να μην παραχωρηθεί στην αιτήτρια καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στις 09/11/2022, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς την αιτήτρια σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος της. Η επιστολή και η αιτιολόγηση της απόφασης, παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την αιτήτρια στις 09/11/2022.

Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

Η συνήγορος της αιτήτριας στα πλαίσια της προσφυγής και της γραπτής αγόρευσης, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, τους οποίους εν τέλει εγκατέλειψε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων και διατήρησε μόνο τον λόγο ακύρωσης που αφορά την μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας. Ενόψει των δηλώσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας όλοι οι λόγοι ακύρωσης ως καταγράφονται στην προσφυγή, πέραν από τους λόγο ακύρωσης που αφορούν τη μη δέουσα έρευνα των Καθ΄ων η αίτηση, αποσύρονται και απορρίπτονται.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ΄ ων η αίτηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και απορρίπτουν τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους.

Επομένως, θα προχωρήσω να εξετάσω τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση.

Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).

Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.

Κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, η αιτήτρια ανάφερε ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα της. Ανέφερε ότι ο πατέρας της σκοτώθηκε από τις ένοπλες δυνάμεις ενώ η μητέρα της, ο γιος της και τα αδέρφια της είναι στο δάσος. Εξήγησε ότι πήγε να μείνει με τον θείο της, ωστόσο εν τέλει έφυγε από το Καμερούν καθώς της υποσχέθηκαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης (ερυθρό 6  του διοικητικού φακέλου).

 

Στο πλαίσιο της προσωπικής της συνέντευξης, αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια προέβαλε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, με τόπο καταγωγής το χωριό Kwakwa της περιοχής Southwest και τόπο συνήθους διαμονής το χωριό Ekona. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση ισχυρίστηκε πως είναι άγαμη και μητέρα ενός ανήλικου τέκνου το οποίο βρίσκεται στο Καμερούν και με το οποίο η Αιτήτρια δεν έχει επικοινωνία από το ξέσπασμα της κρίσης στο αγγλόφωνο τμήμα της χώρας κι έπειτα. Την συγκεκριμένη χρονική στιγμή το τέκνο της βρισκόταν υπό την επιμέλεια του πατέρα του. Ως προς την πατρική της οικογένεια προέβαλε πως η μητέρα της έχασε τη ζωή της κατά τον τοκετό και πως δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα της. Ωστόσο μεγάλωσε υπό την επιμέλεια μίας φίλης της μητέρας της, η τελευταία επικοινωνία με την οποία έλαβε χώρα πριν την άφιξη της Αιτήτριας στην Κύπρο. Προέβαλε ότι δεν έχει συγγενείς στη χώρα καταγωγής της. Ως προς το εκπαιδευτικό της επίπεδο, η Αιτήτρια δήλωσε πως έχει ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευσή της. Σχετικά με την εργασιακή της εμπειρία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι εργαζόταν στο Κουβέιτ ως οικιακή βοηθός.

 

Ερωτηθείσα η Αιτήτρια εν συνεχεία για τους λόγους που την ανάγκασαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, ανέφερε ότι έφυγε από το Καμερούν λόγω της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας. Εξήγησε στη συνέχεια ότι μετέβη στην Κύπρο με την υπόσχεση ότι θα εργαζόταν ως οικιακή βοηθός, ωστόσο τα άτομα για λογαριασμό των οποίων θα εργαζόταν, την εγκατέλειψαν έπειτα από μία μέρα διαμονής μαζί τους.

 

Ερωτηθείσα ως προς το τι θεωρεί ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια ανέφερε πως δε θα έχει που να μείνει και επιπλέον δε θα έχει ούτε υποστηρικτικό δίκτυο. Προσέθεσε δε ότι δεν ξέρει πότε θα τελειώσει η κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα της.

 

Ο λειτουργός προχώρησε με διευκρινιστικές ερωτήσεις επί του ανωτέρω αφηγήματος της Αιτήτριας, ζητώντας της να εξηγήσει με περισσότερες λεπτομέρειες τους λόγους για τους οποίους έφυγε από το Καμερούν. Η Αιτήτρια δήλωσε πως η κρίση στη χώρα της επηρέασε την ζωή της ίδιας και της οικογένειάς της και προέβαλε πως στον τόπο συνήθους διαμονής της στο Καμερούν πλέον δεν ζει κανένας, ενώ τα σπίτια έχουν καταστραφεί. Σε περαιτέρω διευκρινιστική ερώτηση του λειτουργού, η Αιτήτρια δήλωσε ότι όταν ξεκίνησε η κρίση, η ίδια βρισκόταν στο Κουβέιτ για εργασιακούς λόγους. Ακολούθως, ενημερώθηκε πως τα άτομα που θεωρούσε πατέρα και μητέρα της έχασαν τη ζωή τους και παρακάλεσε τον εργοδότη της να παρατείνει τη διαμονή της στη χώρα, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. Όταν επέστρεψε στον τόπο διαμονής το χωριό της ήταν τελείως κατεστραμμένο, με αποτέλεσμα να μην έχει που να μείνει. Τοποθέτησε χρονικά την επιστροφή της τον Ιούλιο του 2018 και αποσαφήνισε ότι δεν πήγε στο Kwakwa αλλά στο χωριό Ekona, όπου και συνάντησε έναν φίλο της οικογένειάς της. Ο συγκεκριμένος άντρας ήταν και το πρόσωπο που θα βοηθούσε την Αιτήτρια να έρθει στην Κύπρο, υποσχόμενος της πως θα εργαζόταν ως οικιακή βοηθός. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι διέμεινε με τον εν λόγω άντρα στο χωριό Ekona μέχρι τον Νοέμβριο του 2018 και πως κατά το συγκεκριμένο διάστημα δεν ένιωθε ασφαλής λόγω των εχθροπραξιών μεταξύ του στρατού και των Ambazonians.

 

Ερωτηθείσα αναφορικά με το εάν θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε κάποια άλλη περιοχή του Καμερούν και συγκεκριμένα στην Douala, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά λέγοντας πως είναι γαλλόφωνη πόλη και δεν ομιλεί τη γλώσσα. Εξήγησε περαιτέρω ότι μπορεί να υπάρχουν αγγλόφωνες γειτονιές, ωστόσο δεν έχει ζήσει ποτέ εκεί και δεν της αρέσει το περιβάλλον.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις της αιτήτριας, κατά το στάδιο της συνέντευξης της, σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ και την χώρα καταγωγής της αιτήτριας, και ο δεύτερος αναφορικά με τον ισχυρισμό περί του ότι η Αιτήτρια έφυγε από τη χώρα καταγωγής της λόγω της πολιτικής κρίσης και του θανάτου των ατόμων που θεωρούσε οικογένειά της, καθώς και για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός.

Ειδικότερα, όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό κρίθηκε ότι στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του.

 

Ομοίως, και ο δεύτερος ισχυρισμός έτυχε αποδοχής από τον λειτουργό. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός τόνισε ότι η Αιτήτρια εξήγησε με συνοχή και ακρίβεια τόσο το που βρισκόταν όταν ξέσπασε η κρίση στο αγγλόφωνο τμήμα της χώρας όσο και τις συνθήκες που αντιμετώπισε κατά την επιστροφή της στη χώρα και τη διαμονή της στο χωριό Ekona, όπου φιλοξενήθηκε από έναν φίλο των ατόμων που τη μεγάλωσαν. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός τόνισε πως λόγω του ότι αποτελεί ισχυρισμό που άπτεται της σφαίρας ιδιωτικότητας της Αιτήτριας, δεν είναι εφικτή η αναζήτηση πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ωστόσο παρατέθηκαν πληροφορίες γενικού περιεχομένου, οι οποίες επιβεβαιώνουν πως το χωριό Kwakwa, ήτοι ο τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, κάηκε ολοσχερώς από τις δυνάμεις ασφαλείας του Καμερούν τον Ιανουάριο του 2018.

Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο της δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου ήτοι την εθνικότητα την φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και το άρθρο 10 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Περαιτέρω, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της αιτήτριας, καθότι δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 15(α) και (β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου). Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, μιας και στο χωριό Ekona, στη Νοτιοδυτική περιοχή στο Καμερούν, τόπο  προηγούμενης διαμονής της αιτήτριας, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης. Λήφθηκαν υπόψη και οι προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι το ότι πρόκειται για γυναίκα νεαρής ηλικίας, η οποία έχει ως δίκτυο στη χώρα καταγωγής της το άτομο που τη φιλοξένησε κατά την επιστροφή της και τη βοήθησε να φύγει από τη χώρα. Παράλληλα η Αιτήτρια έχει εργασιακή εμπειρία, ενώ όσο παρέμεινε στην περιοχή Southwest δεν της συνέβη κάποιο περιστατικό που να την έθεσε σε κίνδυνο.

 

 

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, δεν διαπιστώνω μη διενέργεια δέουσας έρευνας από μέρους της Διοίκησης και κρίνω ότι ουδεμία περαιτέρω έρευνα χρειαζόταν για την εξέταση της αίτησης της αιτήτριας.

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.

 

Κατ΄αρχάς, όσον αφορά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας που έγιναν αποδεκτοί,  το παρόν Δικαστήριο θα προχωρήσει σε σχέση με τούτους στην αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που μπορεί να διατρέξει η αιτήτρια με την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της και την τυχόν υπαγωγή της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Προχωρώντας στην αξιολόγηση των ανωτέρω ισχυρισμών, οι οποίοι έχουν ήδη γίνει δεκτοί από την Υπηρεσία Ασύλου, ως έχει ειπωθεί στην απόφαση της Προέδρου του παρόντος Δικαστηρίου Μ. Παπαντωνίου, υπόθεση Αρ. 7397/21, Ν. D. v. Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ. 09/05/2023, σε περίπτωση που ένας ισχυρισμός έχει κριθεί αποδεκτός, το Δικαστήριο δεν μπορεί να χειροτερεύσει την θέση του αιτούντος στη βάση της αρχής της απαγόρευσης της χειροτέρευσης της θέσης του διοικούμενου (βλ. σχετικά αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου R E κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 7651/2021, 31/10/2024, G T ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1441/2022, 9/7/2024).

 

Εξετάζοντας τον μελλοντοστραφή κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας στην χώρα καταγωγής της, θεωρώ ότι παρά την πλήρωση της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας των πιο πάνω ισχυρισμών, εντούτοις δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να εκτεθεί, λόγω αυτών, σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της.

 

Ειδικότερα, όσον αφορά τους ισχυρισμούς που προβάλλει η Αιτήτρια στα πλαίσια ενδεχόμενης επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, καταρχάς παρατηρείται πως τέτοιοι ισχυρισμοί, ήτοι ότι με την επιστροφή της στο τόπο διαμονής της θα αντιμετωπίσει προβλήματα, αφορούν γενικότερα την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές. Εξάλλου, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν βασίζονται σε εξατομικευμένες εμπειρίες τις οποίες ενδέχεται να έχει πράγματι βιώσει η Αιτήτρια. Ουδέν γεγονός πρόβαλε το οποίο να συνέβη στην ίδια προσωπικά που να σχετίζεται με τους ένοπλους αυτονομιστές ή το στρατό, που να αποτελεί λόγο φυγής της από τη χώρα καταγωγής ή να δικαιολογούν πραγματικό κίνδυνο κατά την επιστροφή της εκεί (βλ. παρ. 37-39 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος του Πρόσφυγα, της Ύπατης Αρμοστείας των Η.Ε. για τους Πρόσφυγες).

 

Πρόσθετα, εξετάζοντας τον μελλοντοστραφή κίνδυνο, δεν εμφαίνεται ότι μετά την πάροδο τόσο χρόνων, ενδέχεται η αιτήτρια να στοχοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ενόψει και του γεγονότος ότι δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε εξωτερική πηγή πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής της, όπου να δεικνύει ότι με την επιστροφή οποιουδήποτε αιτητή, χωρίς συγκεκριμένο προφίλ, θα στοχοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Αντιθέτως, η αιτήτρια αναφέρθηκε στο κάψιμο του χωριού της και στο θάνατο των οικείων της, το οποίο μεσολάβησε ενόσω η ίδια ευρισκόταν στο εξωτερικό για εργασία, όπου ουδεμία ανάμειξη και βιωματικό στοιχείο είχε η ίδια και επομένως αφορά τη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στο τόπο διαμονής της. Πρόσθετα, το γεγονός ότι η αιτήτρια με την επιστροφή της από το Κουβέιτ όπου εργαζόταν, οδηγήθηκε απευθείας στο χωριό Ekona, (Νοτιοδυτική περιφέρεια) όπου διέμεινε με ένα φίλο της οικογένειας της, ο οποίος της παρείχε στέγη και βοήθεια καθώς και το ότι έχει εργασιακή εμπειρία καθότι εργάστηκε για χρόνια στο εξωτερικό όπως επίσης και το ότι μετα την επιστροφή της στην χώρα της, κανένα περιστατικό δεν μεσολάβησε προς το πρόσωπο της που να δεικνύει οποιαδήποτε στοχοποίηση, είναι στοιχεία που συνηγορούν στο ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε μελλοντοστραφής κίνδυνος  της αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της.

 

Υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της αιτήτριας ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, η αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε κατά τρόπο κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό της, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

 

Συνακόλουθα, η αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, για να της δοθεί συμπληρωματική προστασία για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Περί προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, δεν επικαλέστηκε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στην χώρα καταγωγής της, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του Περί Προσφύγων Νόμου.

Πρόσθετα, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, θα πρέπει το Δικαστήριο να διαπιστώσει εάν στην περιοχή καταγωγής και μόνιμης διαμονής της αιτήτριας υφίσταται 1) ένοπλη σύρραξη και εάν και εφόσον υφίσταται τότε 2) να διαπιστώσει κατά πόσο στην εν λόγω περιοχή υπάρχει αδιάκριτη άσκηση βίας σε βαθμό τόσο υψηλό ώστε η αιτήτρια να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως άμαχος πολίτης. Παράλληλα το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τυχόν ειδικό κίνδυνο που διατρέχει η αιτήτρια από την ατομική της κατάσταση και τυχόν προσωπικές περιστάσεις σε συνδυασμό με τις συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας (σε μικρότερο βαθμό), σύμφωνα με την αναπροσαρμοσμένη κλίμακα που καθορίστηκε στην απόφαση Elgafaji [1] του ΔΕΕ. Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο του ΕΑΣΟ - Δικαστική Ανάλυση, σχετικά με την ανάλυση του άρθρου 15 (γ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ «Βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, σύμφωνα με την οποία: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakit?, σκέψη 31). Το αντίστροφο ισχύει επίσης: κατ’ εξαίρεση, ο βαθμός βίας μπορεί να είναι τόσο υψηλός ώστε ένας άμαχος να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή βλάβη απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του στο έδαφος της επηρεαζόμενης χώρας ή περιοχής (σκέψη 43). Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ερμηνεία αυτή δεν αντέβαινε στην [τότε] αιτιολογική σκέψη 26 της οδηγίας, καθώς το γράμμα αυτής προβλέπει το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης (59).»[2]

Επομένως, εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 15 (γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στο Καμερούν και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αξίζει να αναφερθούν τα κατωτέρω.

Ως αναφέρεται σε άρθρο του The Conversation, μίας ειδησεογραφικής ιστοσελίδας που δημοσιεύει άρθρα ακαδημαϊκών σε συνεργασία με δημοσιογράφους, δημοσιευθέν τον Αύγουστο του 2025, το 2016 ξεκίνησαν ειρηνικές διαδηλώσεις των δικηγόρων και εκπαιδευτικών κατά της «γαλλοφωνοποίησης» των δικηγορικών και εκπαιδευτικών συστημάτων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ωστόσο, γρήγορα εξελίχθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των αυτονομιστών και των κυβερνητικών δυνάμεων.[3] Τον Οκτώβριο του 2017, αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, την «Αμπαζονία» στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές.[4]

 

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Amnesty International που κάλυπτε τα γεγονότα του 2024, έναν χρόνο πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2025, οι πολιτικές εντάσεις αυξήθηκαν και οι ένοπλες συγκρούσεις και η βία συνεχίστηκαν στις περιοχές του Άπω Βορρά και στη Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική περιοχή.[5]

 

Τον Οκτώβριο του 2025, ο οργανισμός UN OCHA δήλωσε για την περίοδο μεταξύ 1 και 30 Σεπτέμβρη του 2025 ότι το περιβάλλον ασφάλειας στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές παρέμεινε τεταμένο καθ’ όλη τη διάρκεια της παρατεταμένης απαγόρευσης κυκλοφορίας που επιβλήθηκε από μη κρατικές ένοπλες ομάδες από τις 8 Σεπτεμβρίου έως τις 14 Οκτωβρίου.[6] Η απαγόρευση, η οποία στόχευε στη διατάραξη της επανέναρξης των σχολείων και των προεδρικών εκλογών, ακολουθήθηκε από περιστατικά βίας, εκτοπισμού και κινδύνων για την προστασία του πληθυσμού.[7]

 

Η Douala βρίσκεται δυτικά, στην γαλλόφωνη περιοχή.[8] Είναι η μεγαλύτερη πόλη του Καμερούν, αποτελούμενη από το 20% του συνολικού αστικού πληθυσμού, συνιστά μεγάλο βιομηχανικό κέντρο και είναι η πρωτεύουσα της περιοχής Littoral.[9] Λόγω της κατάστασης ασφαλείας, έχει παρατηρηθεί αύξηση μετακινήσεων πληθυσμιακών ομάδων προς την περιοχή Littoral και την πόλη Douala, καθώς η σύγκρουση έχει παγιωθεί και η μαζική εισροή πληθυσμών έχει συγκεντρωθεί εκεί.[10]

 

Επομένως στην βάση των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υφίσταται εσωτερική ένοπλη σύρραξη στο Καμερούν, η πρώτη και αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Παράλληλα όμως θα πρέπει να υφίσταται και αδιάκριτη βία σε τέτοιο υψηλό βαθμό - όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτων των προσωπικών τους περιστάσεων, ως ένας γενικότερος κίνδυνος βλάβης κατά αμάχου - που η απλή παρουσία αμάχου στην περιοχή θα συνιστά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί ουσιώδη βλάβη. Στη σκέψη 30 της απόφασης Diakit?, το ΔΕΕ επισήμανε τα εξής: «Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43)».[11]

Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο ανάφερε το εξής: «Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ', της οδηγίας»[12].

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε πρόσφατες (έγκυρες) πηγές πληροφόρησης για τη χώρα της αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν όσον αφορά την κρίση στις Αγγλόφωνες περιοχές και συγκεκριμένα στη νοτιοδυτική Περιφέρεια (South-West Region) του Καμερούν, όπου ανήκει γεωγραφικά και το χωριό Ekona όπου ζούσε η αιτήτρια, το οποίο θεωρείται το μέρος τελευταίας διαμονής της, για να διαπιστωθεί κατά πόσον υφίσταται σε τέτοιο υψηλό βαθμό αδιάκριτη βία. Από την εν λόγω έρευνα, καταγράφονται τα ακόλουθα:

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα αριθμητικά δεδομένα επί των περιστατικών ασφαλείας στη νοτιοδυτική περιφέρεια (South-West Region) του Καμερούν από τη βάση δεδομένων ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), κατά τους τελευταίους 12 μήνες (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 23/01/2026), καταγράφηκαν συνολικά 1.176 περιστατικά (που συμπεριλαμβάνουν 882 περιστατικά πολιτικής βίας “political violence” και 28 περιστατικά διαδηλώσεων/διαμαρτυριών), από τα οποία προκλήθηκαν 604 θάνατοι (όλοι από τα περιστατικά πολιτικής βίας).[13] Εξ αυτών, 30 περιστατικά (που συμπεριλαμβάνουν 26 περιστατικά πολιτικής βίας “political violence”) σημειώθηκαν στην τοποθεσία Ekona (South-West Region), τόπο τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας στο Καμερούν, από τα οποία προκλήθηκαν 17 θάνατοι (όλοι από τα περιστατικά πολιτικής βίας).[14]

Σημειώνεται πως ο εκτιμώμενος πληθυσμός για τη νοτιοδυτική περιφέρεια (South-West Region) του Καμερούν σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2025 ανέρχεται σε 2.098.500 κατοίκους[15], ενώ για την τοποθεσία Ekona, σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία, ο πληθυσμός ανέρχεται σε 14.100 κατοίκους[16].

Δεδομένου λοιπόν ότι ο συνολικός πληθυσμός της νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν ανέρχεται (για το 2025) σε 2.098.500 κατοίκους, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων από περιστατικά ασφαλείας (604 θάνατοι) στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της ευρύτερης περιφέρειας και ειδικότερα στην τοποθεσία Ekona, τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, έτσι ώστε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της εκεί, η Αιτήτρια θα κινδυνέψει ως άμαχος πολίτης αποκλειστικά λόγω της φυσικής της παρουσίας στην εν λόγω περιοχή.

Λαμβάνοντας άλλωστε υπόψη την απουσία προσωπικών επιβαρυντικών περιστάσεων στο προφίλ της αιτήτριας, εφαρμόζοντας την «αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δ.Ε.Ε., το Δικαστήριο καταληκτικά κρίνει ότι δε συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται σε περίπτωση επιστροφής της στην χωριό Ekona της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, η αιτήτρια θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης στα πλαίσια της υφιστάμενης εσωτερικής σύγκρουσης αποκλειστικά λόγω της φυσικής του παρουσίας εκεί, κατά την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας.

 

Ως εκ των ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στο Καμερούν δεν έχουν φτάσει σε σημείο που να στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι πολίτες μόνο και μόνο λόγω της παρουσίας τους στην Αγγλόφωνη περιοχή και συγκεκριμένα στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια της χώρας. Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ της αιτήτριας, η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η φύση και η έκταση της κρίσης σε συνδυασμό με το προφίλ της αιτήτριας δεν συνιστούν ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή της, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Επιπρόσθετα, η πιο πάνω αναφορά περί του ότι στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να θιγεί προσωπικά άμαχος κατά την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας επιβεβαιώνεται και από άλλες αξιόπιστες πηγές.

Κατ’ αρχήν, αξίζει να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (International Organization for Migration- IOM) έχουν θέσει σε εφαρμογή ένα κοινό πρόγραμμα το οποίο διευκολύνει την εθελούσια επιστροφή πολιτών του Καμερούν στη χώρα καταγωγής τους, καθώς επίσης παρέχει υποστήριξη στους επιστραφέντες με στόχο την ομαλή επανένταξή τους στη ζωή τους στο Καμερούν (επαγγελματικός προσανατολισμός, πρακτική εκπαίδευση, εκθέσεις ενημέρωσης για επαγγελματικά θέματα και θέσεις εργασίας, συνεδρίες συμβουλευτικής)[17]. Βασικοί μέτοχοι στο πρόγραμμα εντός του Cameroon είναι το Υπουργείο Εξωτερικών Σχέσεων (Ministry of External Relations), η Γενική Διεύθυνση Εθνικής Ασφάλειας (General Direction for National Security), το Υπουργείο Δημόσιας Υγείας (Ministry of Public Health), το Υπουργείο Κοινωνικών Θεμάτων (Ministry of Social Affairs), το Υπουργείο Νεότητας και Πολιτικής Αγωγής (Ministry of Youth and Civic Education), καθώς και η Διεύθυνση Πολιτικής Προστασίας (Direction of Civil Protection) του Υπουργείου Εδαφικής Διοίκησης (Ministry of Territorial Administration).[18] Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει δημοσιεύσει ο IOM από τον Ιούνιο του 2017 έως το 2021 έλαβαν βοήθεια κατά την εθελούσια επιστροφή τους και τη διαδικασία επανένταξής τους 5.450 Καμερουνέζοι πολίτες.[19]

Βάσει των ανωτέρω πληροφορίων περί εμπλοκής του ΙΟΜ στην διαδικασία εθελούσιας επιστροφής και του μεγάλου αριθμού των Καμερουνέζων που έχουν ωφεληθεί από το πρόγραμμα, προκύπτει ότι σε ένα γενικό πλαίσιο η επιστροφή στο Καμερούν δεν είναι αδύνατη και αφ’ εαυτής επικίνδυνη για ένα άμαχο πολίτη να επιστρέψει στην χώρα.

Περαιτέρω, η Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται, βάσει και της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, ως παρατέθηκε ανωτέρω, ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε από τις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakit? του ΔΕΕ, ως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες του περιστάσεις, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην Νοτιοδυτική Περιφέρεια.

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι η περίπτωση της αιτήτριας δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα ως ορίζονται στα άρθρα 3-3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιο από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του πιο πάνω Νόμου. Συνακόλουθα, η αιτήτρια δεν επικαλέστηκε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται, και ούτε προκύπτει (ως αναλύθηκε ανωτέρω), ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ώστε να της δοθεί συμπληρωματική προστασία. Επομένως, κρίνω ότι ορθώς κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι δεν μπορούσε να της παρασχεθεί ούτε προσφυγικό καθεστώς, αλλά ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση της αιτήτριας.

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

 

                      Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1]ΔΕΕ, C-465/07, Meki Elgafali και Noor Elgafali κατά Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/2/2009

https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62007CJ0465&from=EN

[2] EASO, (EUAA, European Union Agency for Asylum), Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ), Δικαστική Ανάλυση (2014), σ. 28

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf 

[3] The Conversation, Cameroon’s conflict is part of a bigger trend: negotiations are losing ground to military solutions, 19 Αυγούστου 2025, https://theconversation.com/cameroons-conflict-is-part-of-a-bigger-trend-negotiations-are-losing-ground-to-military-solutions-261697

[4] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 14 Νοεμβρίου 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/

[5] Amnesty International, The State of the World’s Human Rights – Cameroon, Απρίλιος 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/

[6] UN OCHA, CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.81, Σεπτέμβριος 2025, σελ. 2, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf

[7] UN OCHA, CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.81, Σεπτέμβριος 2025, σελ. 2, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf

[8] Secr?tariat d'Etat aux migrations SEM, Focus Cameroun – Crise anglophone et personnes d?plac?es, 7 Φεβρουαρίου 2024, σελ. 5, https://www.sem.admin.ch/dam/sem/fr/data/internationales/herkunftslaender/afrika/cmr/cmr-crise-anglophone-2024-f.pdf.download.pdf/cmr-crise-anglophone-2024-f.pdf

[9] World Health Organisation, WHO Initiative on Urban Governance for Health and Well-being – Douala, Cameroon, https://www.who.int/initiatives/urban-governance-for-health-and-well-being/work-in-cities-douala-cameroon; Britannica, Cameroon – Douala, https://www.britannica.com/place/Douala; UN Habitat, Urban Planning & Infrastructure in Migration Contexts – Cameroon – Volume 1 – Spatial Profile, 2024, σελ. 40, https://unhabitat.org/sites/default/files/2022/10/221006_douala_spatial_profile_vf_compressed_0.pdf

[10] UN Habitat, Urban Planning & Infrastructure in Migration Contexts – Cameroon – Volume 1 – Spatial Profile, 2024, σελ. 38, https://unhabitat.org/sites/default/files/2022/10/221006_douala_spatial_profile_vf_compressed_0.pdf

[11]ΔΕΕ, C-285/12, Aboubacar Diakit? ν. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, ημερομηνίας 30/01/2014

https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=EE88B568A1B6F9256073AA14860957BE?text=&docid=147061&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2520886

[12] ΔΕΕ, C-465/07, Meki Elgafali και Noor Elgafali κατά Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/2/2009

[13] ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), ‘ACLED Explorer – Cameroon’ (latest update: 23/01/2026), διαθέσιμο στο: https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=events&disorder=all#/country/120 (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 29/01/2026)

[14] ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), ‘ACLED Explorer – Cameroon’ (latest update: 23/01/2026), διαθέσιμο στο: https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=events&disorder=all#/country/120 [map with events and fatalities] (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 29/01/2026)

[15] CityPopulation, Cameroon: Regions – Sud-Ouest (Southwest region of Cameroon) [table], 13/09/2025, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 29/01/2026)

[16] Kingdoms Dot Africa, Chefferies et localit?s du Cameroun, [2026], διαθέσιμο στο: https://www.villages.cm/village-details/ekona-mbenge (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 29/01/2026)

[17] IΟΜ, 'Areas of Work, Reintegration', n.d.

https://www.migrationjointinitiative.org/reintegration

[18] ΙΟΜ, 'Reintegration for Migrants Returning to Cameroon', Info sheet, n.d.

https://www.migrationjointinitiative.org/sites/g/files/tmzbdl261/files/files/pdf/eutf-infosheet-cameroun-en-spreads_0.pdf

[19]ΙΟΜ, 'Migrant Return and Reintegration: Complex, Challenging, Crucial', n.d.

https://storyteller.iom.int/stories/migrant-return-and-reintegration-complex-challenging-crucial

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο