ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 854/2025
14 Ιανουαρίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.Y.N.T. ARCXXX εκ Καμερούν και νυν εις Αγίου Γεωργίου Μακρή 92, 6036 Λάρνακα
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, δια 1. Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Α. Ταμπούρλα (κα) για Κωνσταντίνο Ταμπούρλα (κος), Δικηγόροι για την Αιτήτρια.
Α. Παπαδοπούλου (κα) για Λ. Νικολάου (κος), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επιστολής ημερομηνίας 31/03/25 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου για την παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος πρόσφυγα ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 05/05/22, στις 04/09/24 και 20/09/24 διεξήχθησαν συνεντεύξεις, ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική εισηγητική έκθεση ημερομηνίας 09/01/25 και εκδόθηκε απόφαση απόρριψης στις 27/02/25, που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια, μέσω της Γραπτής Αγόρευσης της δικηγόρου της, υποστηρίζει ότι η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση πάσχει καθότι λήφθηκε κατά παράβαση των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, των κατευθυντήριων γραμμών της Ύπατης Αρμοστείας, χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση, χωρίς δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και υπό πλάνη και πεπλανημένα κριτήρια.
Οι Καθ' ων η Αίτηση απαντούν ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης με αποτέλεσμα η επίδικη απόφαση να είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Διατείνονται ότι η Αιτήτρια κρίθηκε αναξιόπιστη και/ή ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Αρχικά θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της Αιτήτριας μέσω του δικηγόρου της αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων νόμων και κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον ενδιαφερόμενο/αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος). Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή της θεραπείας που ζητείται από το Δικαστήριο για παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Με βάση τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ») η Αιτήτρια στην αίτησή της κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της διότι την αναζητούσε ο αδερφός του αποθανόντος συζύγου της με τον οποίο είχε παντρευτεί με παραδοσιακό γάμο και είχαν αποκτήσει δύο κόρες. Ο αδερφός του αποθανόντος συζύγου της είναι ένας ισχυρός άνδρας τον οποίο με βάση την παράδοση είχε υποχρέωση να παντρευτεί μετά το θάνατο του συζύγου της, γάμο τον οποίο όμως η ίδια δεν επιθυμούσε (ερυθρό μετάφρασης 22 ΔΦ). Στη πρώτη συνέντευξη της δήλωσε ως τόπο γέννησής της την πόλη Penja Town της επαρχίας Littoral Region και ως τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της την πόλη Bafoussam της επαρχίας West Region. Είναι χήρα και μητέρα δύο τέκνων τα οποία ζουν με την οικογένεια του πατέρα τους στο Καμερούν. Η Αιτήτρια είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με εργασιακή εμπειρία ως πωλήτρια (ερυθρά 77-69 ΔΦ). Κατά την ελεύθερη αφήγησή της, δήλωσε ότι η πατρική της οικογένεια την πίεζε να παντρευτεί με τον αδερφό του αποθανόντος συζύγου της και ότι σύμφωνα με τις παραδόσεις της φυλή τους, εφόσον μια γυναίκα αρνηθεί, ο αρχηγός μπορεί να αποβάλλει όλη την οικογένεια από την κοινότητα ως τιμωρία. Για το λόγο αυτό, η οικογένεια της Αιτήτριας την αποκήρυξε και εκείνη επέστρεψε στη Bafoussam, όπου όμως η οικογένεια του συζύγου της την έδιωξε και κατάσχε τόσο την οικογενειακή οικία όσο και την επιχείρησή της. Στη συνέχεια ένας φίλος του συζύγου της τη βοήθησε καθώς η ίδια δεν ήξερε που να πάει και δεν είχε καθόλου χρήματα. Επεσήμανε ότι αποφάσισε να μη θυσιάσει τη ζωή της για την οικογένειά της και να παντρευτεί τον αδερφό του άντρα της, διότι όταν ήταν μικρή την κακοποίησε σεξουαλικά ένας ξάδερφος της μητέρας της και η οικογένειά της δεν την προστάτευσε και δεν τιμώρησε τον κακοποιητή (ερυθρό 67 ΔΦ). Δήλωσε ότι από το 2020 όταν πέθανε ο σύζυγός της έως το 2022 όταν και έφυγε από τη χώρα καταγωγής προσπάθησε να βιοποριστεί μόνη της μα δεν κατάφερνε να κερδίζει αρκετά χρήματα ώστε να πληρώνει τα σχολικά δίδακτρα για τα τέκνα της. Επιπλέον, πρόσθεσε πως από όταν πέθανε ο σύζυγός της και μετά δεν έτρεφε αισθήματα για κανέναν άλλο άντρα και πως επί του παρόντος τρέφει αισθήματα για μία γυναίκα (ερυθρό 67 ΔΦ).
Στη συνέχεια υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια διευκρινιστικής φύσεως ερωτήσεις σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση την οποία δήλωσε ότι υπέστη από συγγενή της. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι η σεξουαλική κακοποίηση έλαβε χώρα στο Bamesso όταν ήταν πέντε ετών με δράστη ένα ξάδερφο της μητέρας της. Η Αιτήτρια νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο και ο δράστης διέφυγε και δεν τιμωρήθηκε ποτέ για την πράξη του (ερυθρά 66 – 64 ΔΦ). Εν συνεχεία υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια διευκρινιστικής φύσεως ερωτήσεις σχετικά με τον σύζυγό της. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι ονομάζεται Ngoumlack Modeste, γνωρίστηκαν στη Bertoua όταν εκείνη ήταν ακόμη μαθήτρια και ότι παντρεύτηκαν με παραδοσιακό γάμο το 2013 και απέκτησαν δύο τέκνα γεννημένα το 2014 και το 2017. Ο σύζυγός της σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα τον 07ο/2020 (ερυθρά 72-71 και 60 ΔΦ). Μετά το θάνατό του, η οικογένειά του πήρε στην κατοχή της τόσο την οικία τους, ιδιοκτησίας του ιδίου, όσο και την επιχείρησή τους. Η Αιτήτρια πρόσθεσε ότι η οικογένεια του συζύγου της κατάσχε τα έγγραφα ιδιοκτησίας της οικίας τους όσο η ίδια βρισκόταν στο χωριό για την κήδευσή του. Μετά την τελετή η οικογένεια του συζύγου της την ενημέρωσε ότι πλέον, σύμφωνα με την παράδοση, θα είναι γυναίκα του αδερφού του αποθανόντος συζύγου της. Όταν η Αιτήτρια δήλωσε ότι δε συναινεί και επέστρεψε στην οικογενειακή οικία της. Εκεί είδε ότι ο αδερφός του συζύγου της είχε ήδη μετοικήσει στην οικία, ενώ επιπλέον είχαν αλλάξει κλειδαριές στην επιχείρησή της. Η Αιτήτρια ζήτησε τη βοήθεια της πατρικής της οικογενείας, η οποία όμως την παρότρυνε να τηρήσει την παράδοση. Η Αιτήτρια απευθύνθηκε στις αστυνομικές αρχές για βοήθεια οι οποίες όμως δήλωσαν αναρμόδιες καθώς επρόκειτο για οικογενειακό θέμα (ερυθρά 61-55 ΔΦ). Εν συνεχεία η Αιτήτρια εξήγησε πως έφυγε από την οικογενειακή της οικία με τα παιδιά της και έζησε μόνη της έως το 2022, όταν πλέον δε μπορούσε να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις. Εξήγησε ότι καθώς ο γάμος της ήταν παραδοσιακός και όχι σε δικαστήριο η ίδια δεν ήταν νόμιμη κληρονόμος του συζύγου της και η αστυνομία αρνείτο να εμπλακεί, παρά τις πολλές καταγγελίες της, λόγω της οικογενειακής φύσεως της διαφοράς (ερυθρά 53-52 ΔΦ). Αναφορικά με το φίλο του συζύγου της ο οποίος τη βοήθησε για να φύγει από τη χώρα καταγωγής, δήλωσε ότι εκείνος οργάνωσε το ταξίδι της με δικά του έξοδα χωρίς να ζητήσει αντάλλαγμα ή να ζητήσει να του επιστρέψει τα χρήματα (ερυθρά 50-49 ΔΦ). Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με τα τέκνα της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι τα άφησε σε μια ξαδέρφη της στη Yaounde όταν έφυγε από τη χώρα καταγωγής με σκοπό να τα φέρει στη Δημοκρατία, κάτι το οποίο όμως δεν κατάφερε ποτέ. Πρόσθεσε ότι περί τα τέλη του 2021 η οικογένεια του συζύγου της ενημερώθηκε για το που βρισκόντουσαν τα παιδιά και τα πήρε από εκεί χωρίς να γνωρίζει το που βρίσκονται τώρα (ερυθρά 48-47 ΔΦ). Η Αιτήτρια δήλωσε ότι πλέον έλκεται ερωτικά από γυναίκες και ότι όταν ήρθε στη Δημοκρατία γνώρισε μια γυναίκα από το Καμερούν, πρόσθεσε ότι αν επιστρέψει στο Καμερούν θα έχει πρόβλημα καθώς η ομοφυλοφιλία είναι παράνομη (ερυθρό 47 ΔΦ).
Κατά τη δεύτερη συνέντευξή της, ρωτήθηκε σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό όπου δήλωσε πως μεγαλώνοντας στο Καμερούν ένοιωθε ερωτική έλξη προς τις γυναίκες όμως δε μπορούσε να εκδηλωθεί λόγω του νόμου που απαγορεύει την ομοφυλοφιλία. Πιθανολόγησε ότι η απέχθεια που ένοιωθε προς τους άντρες αυτή μπορεί να οφείλεται στην κακοποίηση που υπέστη όταν ήταν παιδί και πρόσθεσε ότι ο αποθανών σύζυγός της ήταν ο μοναδικός άντρας στη ζωή της. Ερωτώμενη σχετικά, δήλωσε ότι γνώριζε από πάντα ότι της άρεσαν οι γυναίκες και πως ένοιωθε καλά μαζί τους. Πρόσθεσε ότι σκεπτόταν πως έχει κάποιο πρόβλημα, καθώς γνώριζε ότι η έλξη αυτή απαγορευόταν από το νόμο όσο από την εκκλησία και ήταν κοινωνικά καταδικαστέα και πως ένοιωθε φόβο. Ερωτώμενη σχετικά, δήλωσε ότι πρώτη φορά ένοιωσε έλξη προς μία συμμαθήτριά της το 2011, όταν ήταν 22 ετών. Εξήγησε ότι παρά την έλξη που ένοιωθε, κατανοούσε ότι δε θα μπορούσε να προχωρήσει μια τέτοια σχέση και ένοιωθε ήδη μεγάλη και επιθυμούσε οικογένεια. Πρόσθεσε πως εκείνη τη χρονιά γνώρισε τον σύζυγό της και πως ένοιωσε ότι ήταν διαφορετικός από τους υπόλοιπους άντρες τους οποίους είχε γνωρίσει και πως θα μπορούσε να κάνει οικογένεια μαζί του (ερυθρά 96-94 ΔΦ). Αναφορικά με τη γυναίκα την οποία γνώρισε στη Δημοκρατία, η Αιτήτρια δήλωσε πως συγκατοικούσαν και πως όταν έμαθε ότι δε θα μπορούσε να φέρει τα παιδιά της στη Δημοκρατία εκείνη την παρηγόρησε και φιλήθηκαν. Πρόσθεσε πως η γυναίκα της δήλωσε ότι την εκτιμά αλλά δεν είναι ομοφυλόφιλη. Αργότερα, πάλι με πρωτοβουλία της Αιτήτριας, ξαναφιλήθηκαν και στη συνέχεια ενεπλάκησαν ερωτικά μία και μοναδική φορά, όμως η γυναίκα δήλωσε πως εκτιμά την Αιτήτρια και της αρέσει, όμως δεν επιθυμεί σχέση μαζί της καθώς είναι ετεροφυλόφιλη. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι το γεγονός αυτό την απογοήτευσε (ερυθρά 92-89 ΔΦ). Στη συνέχεια ο λειτουργός υπενθύμισε στην Αιτήτρια ότι κατά την πρώτη συνέντευξη είχε δηλώσει ότι ένοιωσε έλξη προς τις γυναίκες με τη συγκάτοικό της ενώ στη δεύτερη συνέντευξη δήλωσε ότι ένοιωθε έλξη προς τις γυναίκες από τα εφηβικά της χρόνια και της ζήτησε να εξηγήσει την αντίφαση στις δηλώσεις της. Η Αιτήτρια εξήγησε ότι έκανε εκείνη τη δήλωση στην πρώτη συνέντευξη διότι τότε ήταν η πρώτη φορά που είχε επαφή με γυναίκα. Ερωτώμενη το λόγο για τον οποίο τόσο στην πρώτη συνέντευξη όσο και στην αρχή της δεύτερης δήλωσε ότι δε μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ενώ αργότερα δήλωσε ότι γνώριζε ότι της αρέσουν οι γυναίκες από την εφηβική της ηλικία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ένοιωσε ότι ο λειτουργός την πίεσε να επιλέξει μεταξύ αντρών και γυναικών και τόνισε πως οι ερωτήσεις κατά την πρώτη συνέντευξη επικεντρώθηκαν στη σχέση της με τον σύζυγό της ενώ κατά τη δεύτερη στις σχέσεις της με τις γυναίκες. Ερωτώμενη το λόγο για τον οποίο δε δήλωσε τον προσανατολισμό της κατά την πρώτη συνέντευξη, η Αιτήτρια αποκρίθηκε πως πιθανόν να το ξέχασε και πως δεν είχε καταλάβει πως έπρεπε να το αναφέρει, καθώς η αίτησή της δε βασιζόταν σε αυτήν. Τόνισε επιπλέον ότι μόλις άρχισε να ερωτάται επί του θέματος έδωσε τις σχετικές απαντήσεις. Όταν ρωτήθηκε πως γνώριζε ότι η ομοφυλοφιλία στη χώρα της είναι παράνομη, η Αιτήτρια εξήγησε πως είδε κάποιον στη χώρα της να πέφτει θύμα ξυλοδαρμού και φυλάκισης εξαιτίας του ομοφυλοφιλικού του προσανατολισμού, ενώ επιπλέον δήλωσε πως το διδάσκονται και στο σχολείο (ερυθρά 88 – 87 ΔΦ). Ερωτώμενη πως θα ήταν η ζωή της στο Καμερούν ως ομοφυλόφιλη, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δε μπορεί ούτε καν να το σκεφτεί καθώς απαγορεύεται. Πρόσθεσε ότι δε θα μπορούσε ποτέ να το συζητήσει με κάποιο μέλος της οικογενείας της και πως κανείς δεν την υποπτεύθηκε καθώς δεν έδωσε ποτέ κάποιο δικαίωμα. Σχετικά με τα διδάγματα της θρησκείας της σε σχέση με την ομοφυλοφιλία, η Αιτήτρια δήλωσε πως ο καθολικισμός το απαγορεύει αυστηρά και πως ο θεός τιμωρεί τέτοιες σχέσεις. Ερωτώμενη πως αισθάνθηκε όταν το έμαθε αυτό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι φοβήθηκε. Ερωτώμενη αν εκφράζει τον προσανατολισμό της τώρα που βρίσκεται στη Δημοκρατία, η Αιτήτρια αποκρίθηκε αποφατικά εξηγώντας ότι η σύντροφός της, εννοώντας την γυναίκα από το Καμερούν και πρώην συγκάτοικό της, δεν της το επιτρέπει. Όταν ερωτήθηκε το λόγο για τον οποίο αποκαλεί σύντροφό της τη γυναίκα εκείνη ενώ δεν έχουν σχέση, η Αιτήτρια δήλωσε πως τη θεωρεί σύντροφό της και ελπίζει πως το ίδιο θα κάνει και εκείνη. Ερωτώμενη αν συναναστρέφεται ΛΟΑΤΚΙ (συντομογραφία για Λεσβίες, Ομοφυλόφιλους, Αμφιφυλόφιλους, Τρανς, Queer και Ίντερσεξ άτομα - LGBTQ = lesbian, gay, bisexual, transgender, queer/questioning), άτομα στη Δημοκρατία ή αν γνωρίζει οργανώσεις που στηρίζουν τα δικαιώματά τους, η Αιτήτρια αποκρίθηκε αποφατικά εξηγώντας πως θα ήθελε μα δεν της έχει δοθεί η ευκαιρία ακόμη. Η Αιτήτρια δήλωσε περαιτέρω πως θα ήθελε να ζήσει με μια γυναίκα και πως θα ήθελε ν αποδεχτεί τον εαυτό της, να είναι περήφανη και να μη φοβάται. Τέλος, ερωτώμενη αν θα μπορούσε να επιστρέψει στο Καμερούν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι θα μπορούσε να ζήσει χωρίς προβλήματα με τα παιδιά της εφόσον δεν ανακαλύψει κανείς ότι βρίσκονται εκεί, πρόσθεσε όμως ότι αν ζούσε με μια γυναίκα τότε θα είχε σίγουρα πρόβλημα (ερυθρά 87 – 84 ΔΦ).
Αφού ο λειτουργός αξιολόγησε τα όσα καταγράφηκαν κατά τις συνεντεύξεις αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως προς τα προσωπικά στοιχεία και το εν γένει προφίλ της (πρώτος ισχυρισμός) και ως προς τη σεξουαλική κακοποίηση την οποία υπέστη όταν ήταν πέντε ετών (δεύτερος ισχυρισμός). Απέρριψε, όμως, ως εσωτερικά αναξιόπιστους τους έτερους δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς της, ότι η Αιτήτρια, μετά το θάνατο του συζύγου της το 2020, υποχρεώθηκε να παντρευτεί τον γαμπρό της και υπέστη τιμωρία από την οικογένεια του συζύγου της και την πατρική της οικογένεια (τρίτος ισχυρισμός) καθώς και ότι η Αιτήτρια αυτοπροσδιορίζεται ως ομοφυλόφιλη (τέταρτος ισχυρισμός).
Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό της Αιτήτριας, απορρίφθηκε, καθώς οι δηλώσεις της κρίθηκαν μη συνεκτικές και μη επαρκώς λεπτομερείς. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να παράσχει επαρκώς λεπτομερείς ή συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με την εμπειρία της απομόνωσης στην οποία υποχρεώθηκε βάσει παράδοσης όταν ενημερώθηκε για την απώλεια του συζύγου της αυτή, όπως θα αναμενόταν εύλογα. Επιπλέον, παρόλο που αναφέρθηκε σε μια παράδοση που έλαβε χώρα ενώ κρατούνταν σε απομόνωση, η οποία θα προμήνυε την επερχόμενη ένωση της με τον κουνιάδο της, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς αυτήν την παράδοση λεπτομερώς. Ο λειτουργός τόνισε ότι οι απαντήσεις της Αιτήτριας δεν ήταν συνεκτικές και συνεπείς, παρόλο που της δόθηκε η ευκαιρία να εξηγήσει τις δηλώσεις της. Οι πληροφορίες που παρείχε η Αιτήτρια σχετικά με το πότε ανακοινώθηκε ότι αναμένεται να παντρευτεί τον κουνιάδο της περιείχαν έλλειψη εξειδίκευσης και συνοχής. Συγκεκριμένα, όταν της ζητήθηκε να δηλώσει την ώρα που έγινε η ανακοίνωση, δήλωσε ότι δεν θυμάται. Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει πότε το έμαθε, σε σχέση με την κηδεία, δεν μπορούσε να διευκρινίσει, ενώ νωρίτερα είχε δηλώσει ότι ακόμη και από την ώρα που βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο, Όταν ο κουνιάδος της την έπλυνε, αυτό σήμαινε ότι θα γινόταν σύζυγός του (ερυθρά 56 2x, 57 2x ΔΦ). Συνολικά, ο λειτουργός τόνισε ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να προσδιορίσει πότε έλαβε τα νέα για τον αναγκαστικό γάμο της. Επιπλέον, παρόλο που η Αιτήτρια περιέγραψε τον αναμενόμενο γάμο της ως κάτι το υποχρεωτικό, οι πληροφορίες που παρείχε δεν ήταν συνεπείς με τη δήλωσή της, δεν μπόρεσε να παρουσιάσει με συνεκτικό τρόπο πώς ακριβώς αναγκάστηκε να τελέσει αυτόν τον γάμο, καθώς αφού αρνήθηκε να παντρευτεί μπόρεσε να φύγει από το σπίτι του εκλιπόντος συζύγου της, μαζί με τα παιδιά της, και να συνεχίσει να ζει στο Bafoussam για δύο χρόνια, χωρίς να επέμβουν στη ζωή της οι συγγενείς που επιθυμούσαν το γάμο (ερυθρά 55 3χ, 54 1-3χ, 53 1χ ΔΦ). Τέλος, ο λειτουργός τόνισε ότι η Αιτήτρια δήλωσε ότι η οικογένεια του συζύγου της απήγαγε τα παιδιά της, ωστόσο οι πληροφορίες που παρείχε σχετικά με τη δήλωση αυτή περιείχαν συγκεκριμένες αντιφάσεις, τις οποίες δεν κατάφερε να διευκρινίσει μέσω των ερωτήσεων που της απευθύνθηκαν. Στο σκέλος της εξωτερικής αξιοπιστίας και μετά από έρευνα του λειτουργού σε αξιόπιστες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, επιβεβαιώθηκε η αναφορά της Αιτήτρια σχετικά με την παράδοση της φυλής Bamileke στην οποία αναφερόταν, δεδομένης όμως της μη θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Αναφορικά με τον τέταρτο ισχυρισμό της Αιτήτριας περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλο άτομο, ο λειτουργός εφάρμοσε το μοντέλο DSSH και έκρινε τον ισχυρισμό της εσωτερικά αναξιόπιστο, καθώς οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονται από ασάφειες, αοριστίες, έλλεψη συνοχής και επαρκούς λεπτομέρειας. Ειδικότερα:
(α) Ως προς τη διαφορετικότητα (difference), η Αιτήτρια δήλωσε ότι αυτοπροσδιορίζεται ως λεσβία και ότι έλκεται σεξουαλικά από γυναίκες. Ωστόσο, περιέγραψε με ασυνάρτητο και αόριστο τρόπο τη διαδικασία που βίωσε όταν συνειδητοποίησε για πρώτη φορά ότι έλκεται από γυναίκες, καθώς η περιγραφή της δεν περιελάμβανε καμία πληροφορία ειδικά για το πότε άρχισε να αυτοπροσδιορίζεται ως διαφορετική, ενώ επικεντρώθηκε κυρίως στη νομιμότητα της ομοφυλοφιλίας στο Καμερούν. Κληθείσα να εξηγήσει πώς συνειδητοποίησε ότι έλκεται από γυναίκες, η αιτούσα δήλωσε ότι το γνώριζε πάντα αλλά δεν μπορούσε να το δεχτεί (ερυθρά 96 1-2x ΔΦ). Όταν της ζητήθηκε να διευκρινίσει πώς ένιωσε όταν κατάλαβε την έλξη που ένιωθε για γυναίκες, δεν έδωσε συγκεκριμένη απάντηση, καθώς δήλωσε ότι όταν βλέπει μια κυρία που την ευχαριστεί, αισθάνεται καλά, πληροφορία που δεν σχετίζεται με τα συναισθήματα που της προκαλεί ο αυτοπροσδιορισμός της αλλά με το συναίσθημα έλξης που νιώθει για γυναίκες. Επιπλέον, ερωτώμενη να περιγράψει το πως αισθανόταν στο παρελθόν, η Αιτήτρια απάντησε με μια ρητορική ερώτηση σχετικά με την απαγόρευση της ομοφυλοφιλίας από το νόμο, την εκκλησία και την κοινωνία και το πως θα ήταν δυνατόν να νοιώθει κάτι το οποίο απαγορεύεται συνολικά (ερυθρά 96 3χ και 95 1χ ΔΦ). Ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια απέτυχε στο να περιγράψει συνεκτικά τη διαδικασία μέσω της οποίας κατάλαβε τον προσανατολισμό της. Επιπλέον, ο λειτουργός έκρινε πως η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σύμφωνα με τις εμπειρίες, τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις σωματικές/συναισθηματικές ή σεξουαλικές επιθυμίες που θα αναμενόταν να έχει ένα άτομο στην εφηβεία, ειδικά αφού δήλωσε ότι πάντα γνώριζε ότι έλκεται από γυναίκες. Επιπλέον, δεν έκανε καμία δήλωση ότι ένιωθε συναισθηματικά διαφορετική, όπως θα αναμενόταν από ένα νέο άτομο που αντιτίθεται στους κανόνες της κοινωνίας του· δηλαδή μια νεαρή γυναίκα στο Καμερούν που συνειδητοποιεί ότι της αρέσουν άτομα του ίδιου φύλου. Τέλος, αναφορικά με την εξερεύνηση του σεξουαλικού της προσανατολισμού στη Δημοκρατία, ο λειτουργός έκρινε πως η αφήγηση της Αιτήτρια δεν ήταν συνεκτική και πως δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τη σχέση της με τη συγκάτοικό της και τις σχετικές συζητήσεις τις οποίες είχαν.
(β) Ως προς το στίγμα και την ντροπή (stigma and shame), ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε καμία συγκεκριμένη λεπτομερή πληροφορία που θα σχετιζόταν με τον στιγματισμό ή την ντροπή που ένιωθε ως ομοφυλόφιλη στο Καμερούν. Επιπλέον, δεν έκανε καμία δήλωση που να υποδηλώνει ότι για ορισμένους λόγους ένιωθε την ανάγκη να καταπιέσει τα συναισθήματά της προκειμένου να ενταχθεί στην κοινωνία και να παντρευτεί έναν άνδρα, όπως θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από αυτήν. Τέλος, οι δηλώσεις της δεν αντανακλούσαν το δίλημμα ή την εσωτερική διαδικασία/διάλογο που θα είχε ένα άτομο με τον εαυτό του όταν έπρεπε να επιλέξει αν θα παντρευτεί κάποιον από τον οποίο δεν έλκεται λόγω του φύλου του.
(γ) Σχετικά με το θέμα της βλάβης (harm), oι πληροφορίες που παρείχε η αιτούσα σχετικά με την ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας στο Καμερούν κρίθηκε πως δεν ήταν ούτε συγκεκριμένες ούτε συνεκτικές. Επιπλέον, ο λειτουργός τόνισε ότι η Αιτήτρια δε γνώριζε κανένα άτομο που να ανήκει στην ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα στο Καμερούν, κάτι που είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη σε σχέση με το γεγονός ότι δεν μπορούσε να είναι συγκεκριμένη όταν ρωτήθηκε για την ποινικοποίηση των ομοφυλοφίλων. Τέλος, παρόλο που η Αιτήτρια δήλωσε ότι έπρεπε να παντρευτεί έναν άνδρα επειδή δεν μπορούσε νόμιμα να είναι με μια γυναίκα στο Καμερούν, κάτι που μπορεί να θεωρηθεί ως μια επιβλαβής εμπειρία για ένα άτομο, δεν παρείχε στοιχεία που θα αντανακλούσαν τον τραυματισμό ή την καταστολή της σεξουαλικής της ταυτότητας.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, βάσει των οποίων διαπιστώθηκε ότι ο ποινικός κώδικας του Καμερούν ποινικοποιεί τις σχέσεις μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου με φυλάκιση έως και πέντε χρόνια και πρόστιμο έως 200.000 Φράγκα και διαπιστώθηκε επίσης ότι άτομα της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ στιγματίζονται και αντιμετωπίζουν βία (ερυθρά έρευνας 148-147 ΔΦ). Ο λειτουργός σημείωσε στην εισηγητική του έκθεση ότι παρόλο που τα ευρήματα της έρευνας επιβεβαιώνουν την κατάσταση η οποία επικρατεί στο Καμερούν σχετικά με τη μεταχείριση των ομοφυλόφιλων, δεδομένης της μη θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας, ο ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων[1] διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία της επί του συνολικού αφηγήματος της που στηρίζεται και το αίτημα της δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Το αφήγημα της εμπεριέχει δηλώσεις που δεν θεωρούνται συνεπείς και ευλογοφανείς, ενώ από τις απαντήσεις της, κατά την διαδικασία της συνέντευξης, διαπιστώνεται μη αληθοφάνεια του αιτήματος της (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεδομένων των γεγονότων της περίπτωσής της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της, δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Η Αιτήτρια δεν υπήρξε αρκετά λεπτομερής σχετικά με τις περιστάσεις εξαναγκαστικού γάμου με τον αδελφό του αποθανόντα συζύγου της και/ή ελλείπουν σημαντικά στοιχεία επί του τρίτου ισχυρισμού της όπως αυτά διατυπώνονται στην έκθεση/εισήγηση. Ομοίως, απέτυχε να εξηγήσει με λεπτομέρειες τη διαφορετικότητα της όσον αφορά τον σεξουαλικό προσανατολισμό της, αλλά ούτε και ήταν σε θέση να τεκμηριώσει επαρκώς οποιαδήποτε εμπειρία που παραπέμπει σε βιωματικό γεγονός κατά το οποίο ένιωθε στιγματισμένη. Δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί εκτενέστερα στα βιώματα και τις εμπειρίες της σχετικά με τη διαφορετικότητα της και οι απαντήσεις της αναφορικά με τις σκέψεις, τα συναισθήματά και εν γένει τον εσωτερικό της κόσμο σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ήταν γενικές και αόριστες. Επιπλέον, δεν ήτο σε θέση να περιγράψει συναισθήματα διαφορετικότητας, στιγματισμού, ντροπής ή βλάβης. Ειδικά δε οι τοποθετήσεις της για την περιστασιακή της σχέση με ετερόφυλο πρόσωπο ομοεθνή της, οι αντιφατικές δηλώσεις της και γενικά η μη τεκμηρίωση των δηλώσεων της ότι πρόκειται για πρόσωπο που έλκεται από πρόσωπα του ιδίου φύλου δεικνύουν ανακολουθία και μη ευλογοφάνεια του ισχυρισμού της. Σημειώνεται δε ότι, όταν παρουσιάζονται πληροφορίες που δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των ισχυρισμών ενός αιτούντος άσυλο, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση των προβαλλόμενων ανακριβειών των ισχυρισμών του.[3] Η αίτηση πρέπει να αξιολογείται συνολικά, με συνεκτίμηση όλων των παραγόντων που αφορούν τον αιτούντα, συμπεριλαμβανομένων της ηλικίας, του φύλου, του πολιτιστικού, εκπαιδευτικού και γλωσσικού υπόβαθρου, των αναπηριών, των προβλημάτων υγείας, των τραυματικών εμπειριών, του γενετήσιου προσανατολισμού, της ντροπής ή του στίγματος, καθώς και όλων των άλλων συναφών αποδεικτικών στοιχείων.[4] Παρόλο που εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν ότι στο Καμερούν, η ομοφυλοφιλία (διαχρονικά) αποτελεί ποινικό αδίκημα, είναι κοινωνικά μη αποδεκτή και τα άτομα ΛΟΑΤKΙ αντιμετωπίζουν κοινωνικό αποκλεισμό, βία και/ή διώξεις (από κρατικούς και μη κρατικούς φορείς)[5], εντούτοις η εσωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας, όπως αναλύεται πιο πάνω, δεν τεκμηριώθηκε και ο έλεγχος εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω έγκυρων πηγών πληροφόρησης έπεται (μεταξύ άλλων δεικτών αξιοπιστίας) της τεκμηρίωσης εσωτερικής αξιοπιστίας του αιτούντα[6]. Ούτε θα μπορούσαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση, λόγω της επικρατούσας κατάστασης για τα ΛΟΑΤKΙ άτομα στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας ή των δηλώσεων της περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού, να θεωρήσουν εξ υπαρχής ότι έχει τον συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό. Συγκεκριμένα, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑148/13 έως C‑150/13, Α, Β και C κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημερ.02/12/14, σκέψη 49, αναφέρθηκε ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Συναφώς, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες των κύριων δικών, κατά τους οποίους οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εξέταση αιτήσεως ασύλου στηριζόμενης σε φόβο διώξεως λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του αιτούντος άσυλο οφείλουν να θεωρήσουν τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό ως πραγματικό γεγονός που έχει αποδειχθεί αποκλειστικά και μόνον βάσει των δηλώσεων του ενδιαφερόμενου αιτούντος, οι οικείες δηλώσεις δεν μπορούν, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου πλαισίου στο οποίο εντάσσονται οι αιτήσεις ασύλου, παρά να συνιστούν απλώς το σημείο αφετηρίας της διαδικασίας εξετάσεως των κρίσιμων γεγονότων και περιστάσεων την οποία προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/83.»
Κατά τα πιο πάνω, το ΔΕΕ απέρριψε το επιχείρημα των αιτούντων ότι οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εξέταση αιτήσεως ασύλου στηριζόμενης σε φόβο διώξεως λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του αιτούντος άσυλο οφείλουν να θεωρήσουν τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό ως πραγματικό γεγονός που μπορεί να αποδειχθεί αποκλειστικά και μόνο βάσει των δηλώσεων του ενδιαφερόμενου αιτούντος.[7] Σε αυτά τα πλαίσια, θεωρείται δεδομένο ότι στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας υφίστανται διώξεις τα πρόσωπα που ανήκουν στην ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα[8]. Παρά ταύτα, οι σχετικές δηλώσεις της ως μη εσωτερικά αξιόπιστες δεν μπορούν να οδηγήσουν σε τεκμηρίωση ότι ανήκει στην συγκεκριμένη ομάδα, ούτε δε τεκμηριώνεται μέσω των δηλώσεων της ότι καταζητείται και σε περίπτωση επιστροφής της θα διωχθεί, συλληφθεί ή καταδικασθεί λόγω του ότι ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ούτε έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της και τα όσα παρουσίασε, ότι έχει συλληφθεί/καταδικασθεί, ή καταζητείται/διώκεται είτε από τις αρχές της χώρας της είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρο 3Α του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν. 6(I)/2000) – ειδικά με το τρόπο που παρουσιάστηκε το αφήγημα της. Σημειώνεται ότι ούτε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υποδείχθηκαν οποιαδήποτε σημεία επί της συνέντευξης ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ούτε πρόβαλε τεκμηριωμένους ισχυρισμούς για να ενισχύσει το αίτημα της. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για αναγνώρισης της καθεστώτος πρόσφυγα.
Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε κατά πόσο η Αιτήτρια θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται (ερυθρά 146-141 ΔΦ). Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Εξάλλου, ούτε η ίδια η Αιτήτρια επικαλέστηκε ότι υπάρχει αδιάκριτη βία λόγω σύρραξης στην περιοχή της είτε κατά τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου είτε στην κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. Από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου επιβεβαιώνονται τα συμπεράσματα του λειτουργού αναφορικά με την πόλη Bafoussam της Δυτικής Περιφέρειας (τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας), καθότι με βάση πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα καταγράφηκαν συνολικά 3 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 7 πολιτών[9]. Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της Δυτικής Περιφέρειας με βάση την εκτίμηση του 2025 ανέρχεται σε 2,323,800 κατοίκους[10] και ο πληθυσμός της Baffousam με βάση την καταμέτρηση του 2005 ανέρχεται σε 239,287 κατοίκους[11]. Εξάλλου, ο λειτουργός κατά την αξιολόγηση κινδύνου έλαβε υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς της (1ος και 2ος ισχυρισμός), το προφίλ της και/ή τις προσωπικές τις περιστάσεις αποφασίζοντας ότι δεν καθιστούν επικίνδυνη την επιστροφή της και/ή δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί δίωξη ή σοβαρή/πραγματική βλάβη, ευρήματα τα οποία είναι σε σύμπνοια με εξωτερικές πηγές όπως αυτές καταγράφονται ενδελεχώς στην έκθεση/εισήγηση (ερυθρά 146-143).
Ούτε διαπιστώνω από τα ενώπιον μου στοιχεία ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αποτελεί δε, βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλουν ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγονται δε, στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε.Aρ.3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 05/06/2002, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης περιέχει τους πραγματικούς λόγους και τη νομική βάση στην οποία υπήγαγε τα γεγονότα το αρμόδιο όργανο ώστε να καταλήξει στη συγκεκριμένη απόφαση.
Το Δικαστήριο, μετά από πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας[12], όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλέπε Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν6(Ι)/2000)
[2] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/2009, σκέψη 11.
[3] Απόφαση ΕΔΔΑ της 23ης Αυγούστου 2016, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 59166/12, σκέψη 93
[4] EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System – Judicial analysis (Second edition), February 2023, ενότητα 4.3.2. Objective and impartial assessment – σελ. 95
[5] Βλέπε, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες πηγές: USDOS – US Department of State, 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 20 March 2023, βλ. ενότητα 6. Discrimination and Societal Abuses - Acts of Violence, Criminalization, and Other Abuses Based on Sexual Orientation, Gender Identity or Expression, or Sex Characteristics, EASO, COI QUERY RESPONSE: Cameroon - LGBT people in Cameroon, 11 August 2021, - βλ. ενότητες 1. Legislation on LGBT issues and its implementation – σελ. 2, 2. Treatment of LGBT people by the state – σελ. 3, και 3. Treatment of LGBT people by society – σελ. 3-4, επίσης Refugee Documentation Centre (Ireland), Cameroon - Treatment of homosexuals, 11 July 2016
[6] EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System – Judicial analysis (Second edition), February 2023, ενότητα 4.5. Credibility indicators – σελ. 120-121
[7] EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System – Judicial analysis (Second edition), February 2023, ενότητα 4.4. Methods for assessing the credibility of the applicant’s statements and documentary and/or other evidence, σελ. 116-117
[8] UK home Office, Country Policy and Information Note Cameroon: Sexual orientation and gender identity or expression, (Version 1.0) February 2020
[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, West Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/2026)
[10] City Population, Cameroon: West Region, https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?cityid=1192 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/26)
[11] City Population, Cameroon: Bafoussam, https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?cityid=1192 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/26)
[12] Βλέπε Ε.Δ.Δ.Δ.Δ. Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερομηνίας 11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Δ. Aρ.17/2021, Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 21/09/21 - σύμφωνα με τις οποίες το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο