C.T.K. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ305/2025, 29/1/2026
print
Τίτλος:
C.T.K. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ305/2025, 29/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: Τ305/2025

29 Ιανουαρίου  2026 

[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.] 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

C.T.K. 

Αιτήτριας

-και- 

 

Κυπριακή Δημοκρατία,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου 

 

Καθ' ων η Αίτηση 

Η Αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά.

Στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει του Κανονισμού 3, εδάφιο (ε), των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί.

[Παρούσα: E. Zacharoudes (κα) για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε lingala και αντίστροφα]

  

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή των Καθ΄ ων η Αίτηση ημερομηνίας 26/05/2025, σύμφωνα με την οποία η μεταγενέστερη αίτησή της για διεθνή προστασία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις(2)(δ) και 16Δ(3)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Η υπό εξέταση προσφυγή, ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί, αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου σχετικό Υπόμνημα συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, το παρόν Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η Αίτηση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία μόνο της Αιτήτριας.

 

Σημειώνεται ότι αρχικά η Αιτήτρια καταχώρησε αυτοπροσώπως την παρούσα προσφυγή και ακολούθως, δια σχετικής ειδοποίησης, διορίστηκαν δικηγόροι για την εκπροσώπησή της. Κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 15/10/2025, οι δικηγόροι της Αιτήτριας ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου όπως αποσυρθούν από την εκπροσώπησή της, λόγω διαφωνίας ως προς τον χειρισμό της υπό κρίση προσφυγής. Σχετική άδεια δόθηκε από το Δικαστήριο και η Αιτήτρια, προωθεί πλέον την υπόθεσή της αυτοπροσώπως.  

 

Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου Διοικητικό Φάκελο, πρόκειται για ενήλικα, γυναίκα υπήκοο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), κάτοχος διαβατηρίου με ημερομηνία έκδοσης 12/05/2021 και ημερομηνια λήξης 11/05/2026 η οποία, σύμφωνα με τις δηλώσεις της, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 23/09/2021, μεταβαίνοντας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 15/11/2021, η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 17/02/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό, ο οποίος στις 21/02/2023 συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνοντας ότι αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή ούτε στο προσφυγικό καθεστώς κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου. Στις 22/02/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών, να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας.  

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου παραλήφθηκε από την Αιτήτρια δια χειρός την 17/03/2023 και εναντίον αυτής, η Αιτήτρια καταχώρισε την υπ' αριθμό 977/23 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, υπό άλλη σύνθεση. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την προσφυγή της Αιτήτριας, την 27/05/2025 απέρριψε την προσφυγή, καθιστώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου τελεσίδικη.

 

Την 20/06/2025, η Αιτήτρια συμπλήρωσε μεταγενέστερη αίτηση, επισυνάπτοντας επί της αίτησής της, σχετικά έγγραφα. Κατά την εξέταση της αίτησής της σε προκαταρκτικό στάδιο, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στις 25/06/2025, συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με την οποία εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας κριθεί απαράδεκτη, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Δεόντως εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης, στις 26/06/2025, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας ως απαράδεκτη, τερματίζοντας παράλληλα το δικαίωμα παραμονής της Αιτήτριας.

 

Η Αιτήτρια, στις 02/07/2025 παρέλαβε δια χειρός την πιο πάνω απορριπτική απόφαση των Καθ' ων η αίτηση μέσω επιστολής ημερ 26/05/2025, θέτοντας την υπογραφή της, μετά από πλήρη επεξήγηση του περιεχομένου της σε γλώσσα κατανοητή από την ίδια.

 

Εμπρόθεσμα, η Αιτήτρια, καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, προβάλλοντας πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι νομικούς ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, και δη ότι φοβάται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της γιατί κινδυνεύει η ζωή της εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι καταζητούμενη από τις αρχές της χώρας της μετά την αυθαίρετη καταγγελία εις βάρος της από τον πατριό της. Στην προσφυγή της, η Αιτήτρια, επισύναψε τα ίδια έγγραφα που είχε ήδη επισυνάψει επί της μεταγενέστερης αίτησή της με τις αντίστοιχες μεταφράσεις τους στην ελληνική γλώσσα.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου, σε ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια σε σχέση με τα νέα έγγραφα που έχει προσκομίσει και τους λόγους για τους οποίους δεν τα υπέβαλε νωρίτερα, η Αιτήτρια αδυνατούσε να δώσει σαφείς απαντήσεις.

 

Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.

 

Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο

(i)           Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii)          νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

 

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

 

(β)     Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

 

(2)     Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

 

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

 

Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματαη μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένουχωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

         

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -

 

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.».

 

Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)

         

«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-

[..]

 

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».

 

Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που προέκυψαν ή υποβλήθηκαν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Είναι απολύτως αντιληπτό ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης για την οποία λήφθηκε ήδη απόφαση από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτης, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης της Αιτήτριας με τη μεταγενέστερή της αίτηση, ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, η Αιτήτρια για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

 

Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του ενώπιον μου διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω ότι η Αιτήτρια στην αρχική της αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας, ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, δήλωσε ότι ενόσω διέμενε στην οικία της μητέρας της μαζί με τον σύζυγό της (πατριός), ο τελευταίος την βίασε μία ημέρα που απουσίαζε η μητέρα της από την οικία. Όταν διαδόθηκε τι είχε υποστεί, η ίδια ένιωθε ντροπή και μετά από βοήθεια που έλαβε από έναν πάστορα, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της.

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, ανέφερε ότι ενόσω διέμενε στην οικία της μητέρας της και του συζύγου της, μία ημέρα, περί τα τέλη Απριλίου του 2021, ο σύζυγος της μητέρας της εισήλθε στο δωμάτιο της Αιτήτριας, όταν αυτή θήλαζε το παιδί της και την βίασε. Μετά το επίδικο περιστατικό, την απειλούσε ότι θα την σκοτώσει, σε περίπτωση που αποκαλύψει σε οποιονδήποτε τι είχε συμβεί ή σε περίπτωση που προβεί σε καταγγελία εναντίον του στην αστυνομία. Η Αιτήτρια ωστόσο, είχε γνωστοποιήσει το συμβάν στο σύντροφό της, με αποτέλεσμα να διαδοθεί η πληροφορία και ενόψει του ότι απειλήθηκε, έλαβε βοήθεια από έναν πάστορα σε συνεννόηση με την μητέρα της και εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της.  Εξαιτίας των απειλών που έλαβε από τον σύζυγό της μητέρας της ότι θα την βλάψει, φοβάται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της.

 

Στη βάση των πιο πάνω και μετά από την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν το αίτημα της Αιτήτριας, εφόσον κρίθηκε πως δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί πρόσφυγας ή για να της χορηγηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Η Αιτήτρια, όπως αναφέρθηκε και στα γεγονότα πιο πάνω, ασκώντας το δικαίωμά της σε πραγματική προσφυγή, αμφισβήτησε την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση, υποβάλλοντας προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, εκπροσωπούμενη μάλιστα από δικηγόρο της επιλογής της. Να σημειώσω ότι με την απόρριψη της προσφυγής, η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση κατέστη τελεσίδικη.

 

Στην μεταγενέστερη αίτησή της, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, καθώς ο πεθερός της (μετάφραση του όρου «father-in-law») που την έχει βιάσει, την απειλεί ότι θα την σκοτώσει (ερυθρά 79-83 του διοικητικού φακέλου που συνιστούν την μεταγενέστερη αίτηση συμπληρωμένη στην γαλλική γλώσσα και τα ερυθρά 84-86 που αποτελούν την μετάφρασή αυτής στην αγγλική γλώσσα).

 

Επί της μεταγενέστερης αίτησή της, η Αιτήτρια προσκόμισε ένορκη δήλωση στην οποία επισυνάπτονται ως τεκμήρια οι μεταφράσεις από την γαλλική στην ελληνική γλώσσα αντιγράφων κλήσης που φέρει ημερομηνία έκδοσης 23/05/2021 και δελτίο καταζητούμενου προσώπου που φέρει ημερομηνία έκδοσης 25/05/2021 (ερυθρά 72-76 του διοικητικού φακέλου). Σύμφωνα με αναφορά που εντοπίζεται στην μεταγενέστερη αίτηση, τα εν λόγω έγγραφα τα παρέλαβε η Αιτήτρια μέσω ταχυδρομείου.

 

Στη βάση των πιο πάνω δηλώσεων της Αιτήτριας και κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης της μεταγενέστερης της αίτησης, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγήθηκε όπως αυτή απορριφθεί ως απαράδεκτη εφόσον κατά την κρίση του η Αιτήτρια λόγω δικής της υπαιτιότητας δεν προέβαλε στα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας τον ισχυρισμό της ότι την έχει βιάσει ο πεθερός της και ότι την απειλεί ότι θα την σκοτώσει, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι στο αρχικό της αίτημα, ισχυρίστηκε πως ο σύζυγος της μητέρας της, ήταν αυτός που την βίασε και ότι την απειλεί. Επιπλέον, σε σχέση με τα προσκομισθέντα έγγραφα, ο αρμόδιος λειτουργός καταλήγει ότι το περιεχόμενο του δελτίου καταζητούμενου προσώπου (ερυθρά 74-75) στερείται ευλογοφάνειας ενόψει του γεγονότος ότι η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήταν θύμα βιασμού ενώ στην μετάφραση αυτού καταγράφεται ότι κατηγορείται για βιασμό, ενώ μάλιστα, αυτό φέρει ημερομηνία προγενέστερη της αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της και κατά τους ισχυρισμούς της, δεν είχε αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα με τις αρχές κατά την έξοδό της από τη χώρα της. Ομοίως και τα ερυθρά 72-73 του διοικητικού φακέλου που αφορά αντίγραφο κλήσης, φέρει ημερομηνία προγενέστερη της αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της. Ενόψει τούτων, διαπιστώνεται ότι λόγω δικής της υπαιτιότητας, η Αιτήτρια δεν προσκόμισε τα υποβληθέντα έγγραφα σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, χωρίς να εξηγήσει αρκούντως ικανοποιητικά τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν σε θέση να τα λάβει νωρίτερα και ότι αυτά δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης στην Αιτήτρια διεθνούς προστασίας. Με βάση όλα τα πιο πάνω, επομένως, οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν την μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας ως απαράδεκτη.

 

Επαναλαμβάνεται ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Από τα ενώπιόν μου δεδομένα καθώς και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ως εκτέθηκε ανωτέρω, οφείλω να σημειώσω πρωτίστως ότι κατόπιν συνδρομής που έχει λάβει το Δικαστήριο από τον διερμηνέα, διαπιστώνεται ότι η λέξη «beau-p?re» που καταγράφεται στην μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας στην γαλλική γλώσσα έχει διπλή ερμηνεία, ήτοι πεθερός και πατριός, ανάλογα με το πως χρησιμοποιείται. Η αναφορά στην μεταφρασμένη μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας ότι έχει πέσει θύμα βιασμού από τον πεθερό της («father-in-law») (βλ. ερυθρό 85 του διοικητικού φακέλου), διαφαίνεται ότι δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς που πρόβαλε η Αιτήτρια. Άλλωστε, στο εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής της, η Αιτήτρια αναφέρεται σε προβλήματα που αντιμετωπίζει με τις αρχές της χώρας της μετά την αυθαίρετη καταγγελίας εις βάρος της από τον πατριό της.

 

Παρά την εν λόγω διαπίστωση, κρίνω ότι το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την κρίση ως προς το παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησής της, καθώς με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησής της, η Αιτήτρια επανέλαβε, ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα της και για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει, τους ίδιους ισχυρισμούς που προέβαλε στα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας μέσω της μεταγενέστερης αίτησής της ότι κινδυνεύει από τον πατριό της στη χώρα καταγωγής της, ο οποίος την βίασε, συνιστούν όντως επανάληψη των ισχυρισμών που προέβαλε κατά την εξέταση του αρχικού της αιτήματος, το οποίο εξετάστηκε κατ΄ ουσίαν και απορρίφθηκε.

 

Ακολούθως, όσον αφορά τα προσκομισθέντα από πλευράς της Αιτήτριας έγγραφα, ήτοι δελτίο καταζητούμενου προσώπου και κλήση προς εμφάνιση ενώπιον των αρχών της χώρας της, ορθώς κρίθηκε ότι συνιστούν έγγραφα που χρονολογούνται πριν την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της. Ενόψει τούτου, παρόλο που η Αιτήτρια είχε την σχετική ευκαιρία, εντούτοις, διαπιστώνω ότι δεν αναφέρθηκε καν στην ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων σε κανένα στάδιο της προηγούμενη διαδικασίας, έστω και εάν αυτά προϋπήρχαν. Πέραν τούτου, σημειώνω ότι εντοπίζεται ορθογραφικό λάθος στο όνομα που αναγράφεται στο δελτίο καταζητούμενου προσώπου (βλ. ερυθρά 74-75 του διοικητικού φακέλου), ενώ από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, η αναφορά σε αυτό ότι κατηγορείται για βιασμό δεν φαίνεται να συνάδει με τους ισχυρισμούς της ως προς το ότι ήταν θύμα βιασμού από τον πατριό της, από τον οποίο επικαλείται ότι κινδυνεύει. Συνεπώς, ορθά οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια εξ υπαιτιότητάς της δεν προσκόμισε τα εν λόγω στοιχεία σε προηγούμενο στάδιο ενώ είχε την ευκαιρία να το πράξει, χωρίς άλλωστε να παραθέτει οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση προς δικαιολόγηση της μεγάλης καθυστέρησης που επιδείχθηκε εκ μέρους της και ότι σε κάθε περίπτωση, αυτά δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.

 

Συνεπώς, ως προκύπτει, ορθά οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν τη μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας ως απαράδεκτη, στη βάση του ότι η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε οποιαδήποτε νέα ή τέτοια στοιχεία ώστε να κριθεί απαραίτητο από τους Καθ' ων η αίτηση να προβούν σε περαιτέρω εξέταση του αιτήματός της. Δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσαν οι Καθ' ων η αίτηση να αποφασίσουν διαφορετικά, παρά μόνο ότι η μεταγενέστερη αίτησή της είναι απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα αλλά και η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση. Η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας εξετάστηκε πλήρως και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι απόρριψης του μεταγενέστερου αιτήματός της ως απαράδεκτου, αποκαλύπτει ότι η εν λόγω απόφαση ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Ως εκ τούτου η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

.Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο