S. N. P ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1224/2025, 13/2/2026
print
Τίτλος:
S. N. P ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1224/2025, 13/2/2026
S. N. P ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1224/2025, 13/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 1224/2025

13 Φεβρουαρίου, 2026

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

S. N. P. εκ Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό

Αιτήτρια

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια.

Β. Θωμά (κα), για ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ & ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 08/05/25, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της Αιτήτριας για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά την έκδοση νέας απόφασης για παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθώς και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαια υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 02/06/22, στις 21/03/25 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξή της και στις 14/04/25 εκδόθηκε η σχετική έκθεση/εισήγηση. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση στις 23/04/25, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η δικηγόρος για την Αιτήτρια περιόρισε τους νομικούς ισχυρισμούς ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης σε αυτούς που αφορούν παραβίαση των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), την μη αξιολόγηση επί της ευαλωτότητας της σε συνάρτηση με το αφήγημα της, τον φόβο δίωξης της και της αξιολόγησης εσωτερικής της αξιοπιστίας. Προβάλλεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις πρόσφυγα λόγω των ισχυρισμών της, οι προϋποθέσεις μορφών δίωξης και του φορέα δίωξης και/ή τουλάχιστον δικαιούται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Αποσύρθηκαν δε ρητώς οι λοιποί νομικοί ισχυρισμοί της πλην της δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης τους και υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Επιπρόσθετα, υποστηρίζουν ότι η επίδικη πράξη είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Αναφέρουν ότι η Αιτήτρια κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστη λόγω αντιφάσεων και ανακριβειών που καταγράφονται αναλυτικά στην έκθεση/εισήγηση, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα της και/ή ειδικά των ισχυρισμών που συνδέονται με τα Άρθρα 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000). Καταλήγουν ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Δεδομένων των δηλώσεων της συνηγόρου της Αιτήτριας και της ρητής απόσυρσης συγκεκριμένων λόγων ακύρωσης το Δικαστήριο αξιολογεί πρώτα την κατ’ ισχυρισμό παράβαση των διατάξεων των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000). Το σχετικό άρθρο του Νόμου για ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτούντα άσυλο αφορά στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν: «(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και (β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας.». Στην παρούσα περίπτωση, ο λειτουργός δεν έκρινε σκόπιμο η Αιτήτρια να παραπεμφθεί σε ειδική εξέταση σε ιατρό ή ψυχολόγο ούτε αυτό εμπόδισε τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης. Όπως προκύπτει στο έντυπο «Screening and Assessment Vulnerability Form» (ερυθρά 22 – 12 του διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ») καταγράφονται οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας (ότι ο σύζυγος της μητέρας της την κακοποίησε 4 φορές σεξουαλικά αρχής γενομένης το 2020), ότι δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, ούτε δε καταδείχθηκαν ειδικές ανάγκες υποδοχής. Καταληκτικά δεν καθορίζεται ειδικά οποιαδήποτε σύσταση για παραπομπή (ερυθρό 13 ΔΦ). Εξάλλου, κατά το στάδιο της συνέντευξής της, δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε ιατρικό πρόβλημα ή πρόβλημα με την υγεία της, ούτε ότι έχει οιεσδήποτε ειδικές ανάγκες (ερυθρό 46 – 47 ΔΦ). Σημειώνεται δε ότι ούτε η συνήγορος της Αιτήτριας υπέδειξε μέσω τεκμηριωμένων λόγων ακύρωσης κατά πόσο επηρεάστηκαν οι δηλώσεις της κατά την συνέντευξη λόγω δυσχερούς ψυχολογικής και/ή σωματικής κατάστασης και/ή ούτε υποδείχθηκαν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας και/ή οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Αιτήτρια χρήζει ψυχολογικής ή ψυχιατρικής παρακολούθησης ή νοσηλείας που τυχόν επηρέαζε την αξιολόγηση του αιτήματος της.

 

Αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ στην συνέχεια σε αξιολόγηση των λόγων ακύρωσης που συναρτώνται με ζητήματα ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας σε συσχέτιση με ισχυρισμούς που αφορούν έλλειψη δέουσας έρευνας, μη εξατομικευμένης αξιολόγησης της περίπτωσης της και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Ως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, πρόκειται για πρόσωπο υπήκοο Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (στο εξής «ΛΔΚ») με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής τη Κινσάσα, ο πατέρας της απεβίωσε το 1998, η μητέρα της, η οποία είναι άρρωστη, διαμένει στην Masina Commune μαζί με την αδελφή της, ενώ οι 4 αδελφοί της διαμένουν στο χωριό Bandudu, όπου διαμένει και ο υιός της Αιτήτριας. Είναι υγιής, απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ομιλεί Lingala και Αγγλικά, ενώ δήλωσε ότι εργαζόταν ως πωλήτρια σε αγορά βοηθώντας τη μητέρα της. Εγκατέλειψε τη χώρα της αεροπορικώς στις 13/02/22, χωρίς να αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα, παρέμεινε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και στις 16/05/22 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές.

 

Κατά την προσωπική της συνέντευξη ανέφερε πως μετά το θάνατο του πατέρα της, η οικογένειά της αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ειδικότερα, δήλωσε πως ζούσα με τη θεία της, οπότε έμεινε έγκυος, και στη συνέχεια μετακόμισε στην Kinshasa με τον σύντροφό της, ο οποίος αργότερα απεβίωσε. Τότε η οικογένειά του πούλησε το οικία όπου διέμεναν με την Αιτήτρια και της έδωσαν τα μισά χρήματα. Ακολούθως, επέστρεψε για να ζήσει με τη μητέρα και την αδελφή της, όπου ο σύντροφος της μητέρας της την κακοποίησε σεξουαλικά ακόμη κι όταν η ίδια αρνήθηκε. Φοβούμενη για την ασφάλειά της, χρησιμοποίησε τα ανωτέρω χρήματα για να διαφύγει από τη χώρα καταγωγής της. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τη συμπεριφορά του εν λόγω άνδρα η Αιτήτρια δήλωσε ότι μετά το θάνατο του συντρόφου της, επέστρεψε με το τέκνο της στην οικία της μητέρας της στην κοινότητα Masina, όπου η μητέρα της ζούσε με κάποιον άνδρα και ο οποίος της έκανε επανειλημμένα σεξουαλικές προτάσεις, συμπεριλαμβανομένου του να την «αρπάζει» και να εκφράζει σεξουαλικό ενδιαφέρον, παρά την άρνησή της και την αντίρρησή της λόγω της σχέσης του με τη μητέρα της. Η μητέρα της, όταν την ενημέρωσε σχετικά η Αιτήτρια, δεν αντέδρασε λόγω της οικονομικής εξάρτησης από τον άνδρα. Περαιτέρω, δήλωσε πως ο άνδρας της επιτέθηκε σωματικά σε πολλές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μητέρα της απουσίαζε. Κληθείσα να παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τις ισχυριζόμενες επιθέσεις που δέχθηκε από τον εν λόγω άνδρα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γνώρισε τον άνδρα για πρώτη φορά το 2019 στην οικία της μητέρας της, ενώ εκείνος εξέφρασε για πρώτη φορά το ερωτικό του ενδιαφέρον για την ίδια στις 15/02/20. Δεύτερο παρόμοιο περιστατικό συνέβη αργότερα τον ίδιο μήνα, αν και δεν ήταν σίγουρη για την ημερομηνία δηλώνοντας πως ήταν περί τα τέλη του μήνα, οπότε ο άνδρας δήλωσε ξανά ότι την συμπαθούσε και ήθελε να έχουν σχέση, κάτι που η Αιτήτρια αρνήθηκε. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι, αφού ενημέρωσε τη μητέρα της για την ανάρμοστη συμπεριφορά του άνδρα, εκείνη του ζήτησε το λόγο ενώ του ανέφερε πως εάν συνέχιζε θα έπρεπε να φύγει από το σπίτι, ωστόσο ο άνδρας αρνήθηκε τις κατηγορίες. Κατόπιν αυτής της αντιπαράθεσης, δεν σημειώθηκαν άλλα περιστατικά για αρκετούς μήνες.

 

Σχετικά με το τρίτο περιστατικό συνέβη περί τον Ιούνιο του 2020, κατά τη διάρκεια του οποίου ο άνδρας έγινε σωματικά βίαιος αφού εκείνη αρνήθηκε και πάλι να συνάψει σχέση μαζί του. Το περιστατικό προέκυψε κατά τη διάρκεια μιας διαμάχης σχετικά με την προετοιμασία του φαγητού, κατά τη διάρκεια της οποίας ο άνδρας της επιτέθηκε. Και σε αυτή την περίπτωση η μητέρα της αντιμετώπισε τον άνδρα, ο οποίος σταμάτησε για μεγάλο χρονικό διάστημα να την παρενοχλεί. Έκτοτε δεν σημειώθηκαν περαιτέρω περιστατικά μέχρι τον Δεκέμβριο του 2021, οπότε συνέβη και το τέταρτο περιστατικό κατά το οποίο η μητέρα της απουσίαζε και ο άνδρας της επιτέθηκε ξανά όταν πήγε να του δώσει τα φάρμακά του. Σε αυτό το περιστατικό οι γείτονες παρενέβησαν όταν άκουσαν τις φωνές της Αιτήτριας, την μετέφεραν στο νοσοκομείο και επικοινώνησαν με τη μητέρα της. Η μητέρα της επίσης δέχθηκε επίθεση από τον άνδρα όταν τον αντιμετώπισε μετά την ανωτέρω επίθεση. Ερωτηθείσα σχετικά με τα αδέλφια της ανέφερε πως αυτά γνώριζαν την κατάσταση, ωστόσο η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν μετακόμισε μαζί τους στη Sala ή σε άλλους συγγενείς λόγω της φτώχειας και των κακών συνθηκών διαβίωσης, και επειδή πίστευε ότι η κακοποίηση θα σταματούσε μετά τις αντιπαραθέσεις της μητέρας της μαζί του. Παρά τα χρήματα που έλαβε μετά το θάνατο του συντρόφου της, ως προαναφέρθηκε, αυτά δεν ήταν αρκετά για να μετακομίσει σε άλλη περιοχή της χώρας ή να συντηρήσει τον εαυτό της και το τέκνο της. Μετά το τελευταίο περιστατικό σωματικής κακοποίησης τον Δεκέμβριο του 2021, ο άνδρας έληξε τη σχέση του με τη μητέρα της και αργότερα επέστρεψε στο χωριό του και η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν τον είδε ούτε είχε ξανά επαφή μαζί του από τότε. Ερωτηθείσα εάν οι αρχές της χώρας της θα της επιτρέψουν την είσοδο απάντησε θετικά και σχετικά με το μελλοντικό της φόβο, δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της θα αντιμετωπίσει φτώχεια λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς της αλλά και της χώρας γενικότερα.

 

Ο λειτουργός στο πλαίσιο της έκθεσης-εισήγησής του εντόπισε δυο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, ο δεύτερος ότι έχει δεχθεί σωματική βία 4 φορές από τον σύντροφο της μητέρας της. Ο μεν πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, αντίθετα, ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε. Ειδικότερα, σχετικά με τον δεύτερο ισχυρισμό:

(α) η Αιτήτρια παρουσιάζει σημαντικές αντιφάσεις στους ισχυρισμούς της σχετικά με τον λόγο εγκατάλειψης της χώρας της, καθώς στην αίτηση ανέφερε σεξουαλική κακοποίηση από τον σύντροφο της μητέρας της, ενώ κατά τη συνέντευξη ισχυρίστηκε μόνο σωματική κακοποίηση. Παρά τις ερωτήσεις για να παράσχει διευκρινίσεις, δεν εξηγήθηκε η αντίφαση, πλήττοντας την εσωτερική της αξιοπιστία έτι περισσότερο. (ερυθρά 42 – 1Χ, 38 – 4Χ-8Χ και 3 – 1 Δ.Φ.)

(β) η Αιτήτρια παρουσίασε πολλαπλές χρονικές ασυνέπειες στους ισχυρισμούς της σχετικά με τον πυρήνα του αιτήματός της. Αρχικά δήλωσε ότι μετακόμισε στην οικία της μητέρας της μετά τον θάνατο του πατέρα του τέκνου της στις 14/10/2020, ενώ στη συνέχεια ανέφερε περιστατικά σωματικής κακοποίησης και εκδήλωσης έλξης από τον σύντροφο της μητέρας της σε ημερομηνίες πριν από τον Οκτώβριο 2020, συμπεριλαμβανομένης αναφοράς σε μη υπάρχουσα ημερομηνία, ήτοι 30 Φεβρουαρίου (ερυθρά 45 – 1Χ-2Χ, 42 – 5Χ-6Χ και 41 – 1Χ-5Χ Δ.Φ.).

(γ) ασυνέπειες παρουσιάστηκαν στους ισχυρισμούς της σχετικά με τα περιστατικά σωματικής κακοποίησης από τον σύντροφο της μητέρας της. Δήλωσε ότι στα πρώτα περιστατικά τον Φεβρουάριο του 2020 δεν υπήρξε κακοποίηση, ενώ το πρώτο περιστατικό κακοποίησης (τρίτο στη σειρά) συνέβη στις 30 Ιουνίου 2020, χωρίς να παρέχει ακριβείς λεπτομέρειες για τις συνθήκες του. Σε αντίφαση με προηγούμενες δηλώσεις της περί αναποτελεσματικότητας της μητέρας της να την προστατεύσει έρχεται ο ισχυρισμός ότι το δεύτερο περιστατικό κακοποίησης (τέταρτο στη σειρά) φέρεται να συνέβη τον Δεκέμβριο του 2021, ήτοι μετά την πάροδο 1,5 έτους, γεγονός που η Αιτήτρια το απέδωσε στην προστασία της μητέρας της. (ερυθρά 42 – 5Χ-6Χ, 41 – 6Χ, 8Χ-9Χ και 40 – 1Χ-3Χ Δ.Φ.)

(δ) επίσης, η Αιτήτρια παρουσίασε σοβαρή ασυνέπεια στους ισχυρισμούς της σχετικά με τον φορέα δίωξης της, καθώς δήλωσε ότι μετά το τελευταίο περιστατικό τον Δεκέμβριο του 2021 ο άνδρας εγκατέλειψε την οικία της μητέρας της και ουδέποτε την προσέγγισε ξανά, ενώ η ίδια καθυστέρησε να εγκαταλείψει την οικία επικαλούμενη οικονομικούς λόγους (ερυθρά 45 – 5Χ, 44 – 4Χ, 43 – 4Χ και 39 – 1Χ-6Χ Δ.Φ.). Οι ισχυρισμοί της αντιφάσκουν με προηγούμενες δηλώσεις περί οικονομικής αυτονομίας, γεγονός που υποδηλώνει επιπολαιότητα και πλήττει την αξιοπιστία της.

(ε) παρατηρείται σοβαρή έλλειψη ευλογοφάνειας και λογικής στους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, καθώς, παρά την οικονομική αυτονομία της και τους στενούς οικογενειακούς δεσμούς σε άλλες επαρχίες, καθυστέρησε να εγκαταλείψει την οικία της μητέρας της έως τον Δεκέμβριο του 2021, επικαλούμενη οικονομικούς λόγους. Οι ασυνεπείς αυτές δηλώσεις υποδηλώνουν επιπολαιότητα και πλήττουν την αξιοπιστία της, ενώ τα στοιχεία της συνέντευξης καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια προκύπτει ως οικονομική μετανάστρια. (ερυθρά 45 – 5Χ, 44 – 4Χ, 43 – 4Χ και 39 – 6Χ-7Χ Δ.Φ.)

(στ) η Αιτήτρια παρουσίασε σοβαρή ασυνέπεια στους ισχυρισμούς της σχετικά με τον φορέα δίωξης, καθώς ο άνδρας, σύμφωνα με τα ίδια της τα λεγόμενα, τερμάτισε τη σχέση του με τη μητέρα της και εγκατέλειψε την οικία όπου διέμεναν από τον Δεκέμβριο του 2021, χωρίς περαιτέρω επαφή. Ωστόσο, η ίδια ισχυρίζεται ότι εγκατέλειψε τη χώρα τον Φεβρουάριο του 2022 λόγω αυτού, ενώ στη συνέχεια επικαλείται οικονομικούς λόγους και φτώχεια ως εμπόδιο επιστροφής. Τα παραπάνω πλήττουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών της και καταδεικνύουν ότι πρόκειται για οικονομικό μετανάστη. (ερυθρά 39 – 8Χ-9 και 38 – 10Χ-12Χ Δ.Φ.)

 

Ο λειτουργός λόγω της ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού της Αιτήτριας δεν εντόπισε σχετικές εξωτερικές πληροφορίες και κατέληξε ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται (ερυθρό 72 Δ.Φ.).

 

Από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει ότι η έρευνα του λειτουργού ήτο ενδελεχής και επεκτάθηκε σε όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από την Αιτήτρια, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δήλωσε πως δεν είχε οιονδήποτε έγγραφο στην κατοχή της ή άλλο στοιχείο, (Βλέπε Nicolaou v. Minister of Interior a.ο. (1974) 3 C.L.R. 189Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 102/09, 14/03/13 και Logicom Public Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α.,  Α.Ε. Αρ. 153/2009, ημερ.14/01/14). Σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της συνηγόρου της Αιτήτριας, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό. Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων μόνο[1] διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία επί αυτού του σημείου του αιτήματός της, δεν τεκμηριώνεται.  Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Στο αφήγημα της Αιτήτριας προκύπτουν δηλώσεις από τις οποίες έλειπαν βιωματικά στοιχεία, συνοχή και λεπτομέρεια που να τεκμηρίωναν προσωπική εμπλοκή και δίωξη, ενώ ήταν αντιφατικοί σε σημεία. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς της με επαρκή λεπτομέρεια. (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000)), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων ήταν ικανή να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις[3] αλλά ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών).  Από τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν έπεισε για το υπαρκτό οιασδήποτε μορφής δίωξης (Άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025,(Ν.6(Ι)/2000) αλλά ούτε έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας της είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα και του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ανευρέθηκε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Κινσάσα, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ [4], ενώ από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project) προκύπτει ότι τα περιστατικά  ασφαλείας που αφορούν συνολικά την επαρχία της Κινσάσα παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα[5] (ως και τα συμπεράσματα του λειτουργού), έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[6]. Πέραν των πιο πάνω, αφορά πρόσωπο με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, μορφωμένη, ικανή για εργασία και χωρίς προβλήματα υγείας ή έτερο στοιχείο ευαλωτότητας.

 

Ως εκ των ανωτέρω δεν διαπιστώνεται ελλιπής έρευνα της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την έκδοση της απόφασης (Βλέπε Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της Αιτήτριας ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[2] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/09.

[3] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123

[4] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo/ UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό/ HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021/ UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021/ USAID, Democratic Republic of the Congo – Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022.

[5]Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 30/01/2026), τα πιο πρόσφατα στοιχεία της βάσης δεδομένων καταδεικνύουν 48 περιστατικά ασφαλείας και 57 ανθρώπινες απώλειες, https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 09/02/2026)

[6] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο