ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.1337/24
24 Φεβρουαρίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ε. C. Μ. Μ.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Γ. Καρατσιόλη για Χρ. Ματθαίου, Δικηγόρος για Αιτητή
Κα Θ. Βασιλάκη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.10/04/24, η οποία κοινοποιήθηκε στις 09/04/24, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 26/09/22 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 25/12/22 (ερ.1-3, 32).
Στις 09/01/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.21-32). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 18/01/24 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.52-68).
Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 10/04/24, σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.69, 3).
Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής κατέγραψε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του «γιατί η ζωή [του] διακυβεύεται, όπου [υπόκειται] δίωξη από τον στρατό, λόγω του ότι [στήριξε] στους Ambazonians».
Στη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι διέμενε στο χωριό Yoke, στην Muyuka (Νοτιοδυτική περιφέρεια), ο πατέρας και η μητέρα είναι αγρότες και διαμένουν κι’ αυτοί στο Yoke, μαζί με την αδελφή του (14 ετών κατά τη συνέντευξη). Ο αιτητής τελείωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και φοίτησε στο πανεπιστήμιο για τέσσερα έτη, όμως δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του (σταμάτησε το 2022).
Στην ελεύθερη αφήγηση ο αιτητής ανέφερε ότι στις 14/02/22 συνελήφθη και κρατήθηκε σε αστυνομικό σταθμό στην Buea για ανάκριση λόγω του ότι οι Ambazonians ήθελαν να ενταχθεί σ’ αυτούς ή είναι πληροφοριοδότης τους τον Δεκέμβριο 2021, καθώς μπορούσε να μετακινείται μεταξύ Buea – Muyuka και δεν ήταν καταζητούμενος από τον στρατό. Ενώ σκεφτόταν την πρόταση των Ambazonians αυτοί τον απήγαγαν και στον στρατολόγησαν διά της βίας, το οποίο ήρθε στην αντίληψη του στρατού και γι’ αυτό τον αναζήτησαν και τον συνέλαβαν. Δύο εβδομάδες μετά τη σύλληψη του βρισκόταν σε ένα σημείο ελέγχου και ο στρατός πήγε στο χωριό του και σκότωσε ανθρώπους και αναζητούσε τους μαχητές των αποσχιστών, λόγω μιας σύγκρουσης που είχε προηγηθεί και τελικά τους συνέλαβε και ο ίδιος πιστεύει ότι θα αναζητήσουν και τον ίδιο.
Σε ερωτήσεις που ακολούθησαν ο αιτητής ανέφερε ότι εργάστηκε για τους Ambazonians για 2 μήνες, δίδοντας τους πληροφορίες τηλεφωνικά ή δια ζώσης και γι’ αυτό ο στρατός τον αναζητούσε και τον Μάρτιο εκδόθηκε ένταλμα έρευνας εναντίον του (ο αιτητής έδωσε αντίγραφο σχετικό φερόμενο ένταλμα, ερ.20) αντίγραφο του οποίου του έδωσε ο πατέρας του. Ερωτώμενος για τον λόγο που τον αναζητούν ανέφερε ότι μάλλον είναι για ανάκριση, ως πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο του αλλά δεν γνωρίζει σίγουρα και ούτε γνωρίζει πότε θα έπρεπε να παρουσιαστεί ενώπιον των Αρχών. Ερωτώμενος αν τον άφησαν να φύγει από τη χώρα ενόσω εκκρεμούσε το ένταλμα απάντησε «ναι». Ερωτώμενος για την μέρα της σύλληψης του ανέφερε ότι ήταν σε εστιατόριο και τότε ήρθε ένα όχημα βαν και συνέλαβαν τον ίδιο και φίλους του, τον πήραν σε αστυνομικό σταθμό και τον ανέκριναν σχετικά με το πόσο καιρό δούλευε για τους αποσχιστές, το οποίο αρνήθηκε, όμως τους είπε για τις κρυψώνες που χρησιμοποιούσαν. Καλούμενος να γράψει σε ένα χαρτί τα μέρη αυτά έγραψε «κρυψώνα σε μαύρο θάμνο στην Muyuka και Kwe Kwe». Ερωτώμενος αν μπορεί να προσκομίσει το έγγραφο απόλυσης του από την κράτηση απάντησε ότι μπορεί να το βρει και του δόθηκε διεύθυνση email για να το στείλει, αν το βρει (δεν εντοπίζεται στον ΔΦ κάτι άλλο πέραν του ερ.20). Ερωτώμενος για τη βία που κατ’ ισχυρισμό δέχθηκε από τους Ambazonians ανέφερε ότι τον απείλησαν δύο φορές, τον Δεκέμβριο 2021 και τον Μάρτιο και τους έδωσε χρήματα και μετά δεν επανήλθαν αλλά όταν ήρθε στην Κύπρο πήγαν στο χωριό του. Ερωτώμενος σχετικά με το ενδεχόμενο επιστροφής του στη χώρα καταγωγής ο αιτητής ανέφερε ότι «δεν [έχει] πλάνο να [επιστρέψει]».
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Λόγω του ότι κινδυνεύει, γιατί ήταν πληροφοριοδότης των Amba κι ο στρατός τον αναζητεί
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ον εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.
Αναφορικά με τον 2ο ως άνω ισχυρισμό κρίθηκε ότι τα λεγόμενα του αιτητή παρουσιάζουν έλλειψη ευλογοφάνειας, στερούνται επαρκών πληροφοριών και βιωματικών στοιχείων, αλλά και χρονικής συνέπειας και συνοχής. Ειδικότερα αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με εύλογη ακρίβεια και λεπτομέρειες πότε ο στρατός πήγε στο σπίτι του, τι έγινε κατά τη σύλληψη του, το τι ακολούθησε, γιατί ελευθερώθηκε τελικά, ποιες πληροφορίες έδωσε στην ανάκριση, τι έγινε όταν τον πλησίασαν οι Ambazonians και ζήτησαν χρήματα, πως τους τα έδωσε και γιατί αυτοί δεν επανήλθαν. Περαιτέρω δεν μπορούσε να περιγράψει με εύλογες λεπτομέρειες τι γινόταν κατά τους δύο μήνες όπου – σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου – υπήρξε πληροφοριοδότης των Ambazonians, τι πληροφορίες τους έδιδε και με ποιο τρόπο, τι καλούνταν να πράξει με το ένταλμα που εκδόθηκε σε βάρος του (ερ.20) και ούτε να εξηγήσει γιατί κατάφερε να φύγει από τη χώρα νομίμως, ενόσω εκκρεμούσε εναντίον του το ένταλμα αυτό. Επί όλων των ως άνω κρίθηκε ότι ο αιτητής υπήρξε γενικόλογος και απαντούσε μονολεκτικά, χωρίς λεπτομέρειες, στις ερωτήσεις που έγιναν.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, και επί τη βάσει του ισχυρισμού που έχει γίνει αποδεκτός, ήτοι του προφίλ του, κατόπιν και ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής (Yoke, Southwest), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι, δεδομένου και του προφίλ του αιτητή, δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα αυτός να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής.
Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητά τους λοιπούς νομικούς ισχυρισμούς, προωθώντας τελικά μόνο τους ισχυρισμούς περί μη δέουσας έρευνας κατά την επίδικη διαδικασία και μη επαρκούς αιτιολογίας της επίδικης απόφασης.
Οι καθ' ων η αίτηση αντέταξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, προϊόν δέουσας έρευνας, επαρκώς αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, ζητώντας γι’ αυτό απόρριψη της προσφυγής.
Δεδομένου ότι οι ως άνω μόνοι προωθούμενοι από τον αιτητή ισχυρισμοί συμπλέκονται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ λοιπών με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής και επί όλων των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Προχωρώ λοιπόν με αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και ισχυρισμών.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει των ως άνω θα συμφωνήσω με όλα τα επιμέρους ευρήματα και την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί της αξιοπιστίας του 2ου, ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, καθώς τα όσα ανέφερε στα πλαίσια των ως άνω ισχυρισμών, ως καταγράφεται και στην επίδικη έκθεση (ερ.60-64), στερούνταν - επί παντός και σε όλη τους την έκταση - κάθε ψήγματος εύλογα αναμενόμενης λεπτομέρειας αλλά και βιωματικών στοιχείων και έβριθαν κενών, ασαφειών και προφανών αντιφάσεων. Σημειώνω ενδεικτικά σχετικώς ότι ουδέν στοιχείο, λεπτομέρεια ή και σαφές χρονικό πλαίσιο ήταν σε θέση να αναφέρει τόσο σχετικά με τις κατ’ ισχυρισμό απειλές που δέχθηκε από τους Ambazonians, πότε, πως και με ποιόν ακριβώς τρόπο τελικά εργάστηκε ως πληροφοριοδότης γι’ αυτούς, τι έγινε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας αυτής, πότε εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, τι συνέβη κατά την κατ’ ισχυρισμό σύλληψη και κράτηση του, γιατί ελευθερώθηκε και – σημείο το οποίο θεωρώ ιδιαιτέρως σημαντικό – πως κατάφερε να φύγει από τη χώρα νομίμως, δι’ αεροδρομίου, ενόσω – ως ανέφερε – αναζητούνταν από τον στρατό και εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα έρευνας. Επί όλων ανεξαιρέτως των ως άνω πτυχών του αφηγήματος του ο αιτητής παρέμεινε γενικόλογος, ασαφής και απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σχετικά με την ίδια αοριστία.
Ενόψει των ως άνω δεν έχω τίποτε να προσθέσω αναφορικά με την εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή που άπτονται του 2ου ισχυρισμού, πέραν όσων ενδελεχώς και λεπτομερώς καταγράφονται στην επίδικη έκθεση, τα οποία και παρατίθενται πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, και τα οποία δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω εκ νέου στο σημείο αυτό.
Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας των λεγομένων του αιτητή θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έγινε έρευνα από τους καθ’ ων η αίτηση σε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής (ΠΧΚ).
Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω τα πιο κάτω, δεδομένων των αναφορών του αιτητή.
Η Διεθνής Αμνηστία και το Human Rights Watch (HRW) κάνουν λόγο για μη τήρηση και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εκτεταμένο βαθμό στα πλαίσια της κρίσης στις Αγγλόφωνες επαρχίες.[1]
Αναφορά της οργάνωσης Human Rights Watch εκδοθείσα το 2018, ήτοι το χρόνο που κατ’ ισχυρισμό έλαβαν χώρα τα περιστατικά, αναφέρει την ύπαρξη ισχυρών ενδείξεων ότι οι άμαχοι οι οποίοι εκλαμβάνονται ως συνεργαζόμενοι με την κυβέρνηση στοχοποιούνται από τους αποσχιστές για εκβιασμούς, βασανισμούς και δολοφονίες.[2] Βάσει αναφοράς του ανεξάρτητου ιδρύματος Bertelsmann Stiftung[3], οι αποσχιστές στοχοποιούν αμάχους μεταξύ άλλων ως αντίποινα για αποδιδόμενη συνεργασία με την κυβέρνηση.[4] Άρθρο της εφημερίδας The African Observer, του 2023, αναφέρει ότι οι ένοπλες ομάδες συχνά κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές ή και τραυματισμούς αμάχων, τους οποίους κατηγορούν ότι συνεργάζονται με τις αρχές του Καμερούν.[5]
Τα Ηνωμένα Έθνη σημειώνουν υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[6], ενώ το HRW, σε πρόσφατη Έκθεσή του, και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[7]. Επί τούτου καταγράφεται ότι «[σ]τις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[8].
Σε COI QUERY του EASO, ημ.14/06/21, αναφέρεται ότι ο εκτοπισμός πληθυσμού από τα σπίτια του είναι συχνό φαινόμενο λόγω της γενικευμένης βίας, οι οποίοι εκτοπισθέντες βρίσκουν συχνά καταφύγιο σε αγροτικές ή δασώδεις εκτάσεις κοντά στον τόπο διαμονής τους:
«According to OCHA 712 180 IDPs were within or displaced in the North-West and South-West regions as of March 2021. Violence in the aforementioned regions resulted in multiple population displacements and over 1 427 people were forced to flee their homes only in March 2021, seeking shelter and safety in nearby bushes, villages and towns. 71 More than 10 000 people, mainly in Menchum division in the North-West region, were forced to flee their villages in April 2021 and IDPs reached the number of 712 800.72 For the same reference period , a UNHCR map depicting the locations of UNHCR persons of concern mentions that as of April 2021 there were 1 032 942 internally displaced persons, the majority of whom seem to be situated in the Far North, North-West and South-West regions.73 »[9]
Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:
«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[10]
Εκ των ως άνω ΠΧΚ καθίσταται σαφές ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες, οι οποίες καταγράφουν διώξεις του αγγλόφωνου πληθυσμού, αδιακρίτως ασκούμενη βία στα πλαίσια συγκρούσεων των κυβερνητικών δυνάμεων με αποσχιστές και στοχοποιήσεις ατόμων στους οποίους αποδίδεται σύμπραξη με τους αποσχιστές, με συχνές ένοπλες συγκρούσεις και σωρεία παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από αμφότερες τις μαχόμενες πλευρές.
Όμως εν προκειμένω η καταφανής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του, ως ανωτέρω – με αναφορές και στην επίδικη έκθεση – λεπτομερώς εξηγείται, δεν μπορεί να υπερκερασθεί από το ότι – ως γενικές πληροφορίες - επιβεβαιώνεται ότι συμβάντα ως αυτά που ο αιτητής εδώ περιγράφει λαμβάνουν χώρα στο Καμερούν. Σημειώνω ότι αν το ότι συνάδει μια πληροφορία που δίδει ένας αιτητής με ΠΧΚ θεωρείτο αρκετό από μόνο του ώστε να ανατραπεί ένα εύρημα περί παντελούς ελλείψεως εσωτερικής συνοχής, θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται κάθε ψήγματος βιωματικού στοιχείου αλλά και εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και θα απέληγε τελικώς, θεωρώ, σε «αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης» (βλ. και ανωτέρω απόσπασμα από εγχειρίδιο EASO). Ως εξάλλου στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.97, αναφέρεται «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.» Επίσης, στη σελ.131 τονίζεται σχετικώς ότι «[η] γενικευμένη προσβασιμότητα πολλών πηγών ΠΧΚ, μέσω του διαδικτύου ή άλλων μέσων ενημέρωσης, συνεπάγεται την ανάγκη οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα ορισμένες αιτήσεις διεθνούς προστασίας να έχουν καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να είναι συνεπείς με τις συναφείς ΠΧΚ.».
Αναφορικά με το έγγραφο που προσκόμισε ο αιτητής (ερ.20) σημειώνω τα εξής.
Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:
«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.
Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.
[…]
Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»
Εν προκειμένω ο αιτητής, όταν ρωτήθηκε σχετικά με το ερ.20, το οποίο – σημειωτέο – έχει φερόμενο χρόνο έκδοσης τον Μάρτιο του 2022, δεν μπορούσε να αναφέρει γιατί τον αναζητούν, δεν εξηγεί γιατί δεν είχε το πρωτότυπο έγγραφο, παρότι σημειώνει ότι το είχε λάβει ο ίδιος τον Μάρτιο και δεν μπορούσε να εξηγήσει πως κατάφερε να φύγει από τη χώρα νομίμως, ενόσω εκκρεμούσε αυτό το ένταλμα. Σε κάθε περίπτωση επί του εν λόγω εγγράφου το μόνο που αναφέρεται είναι ότι αυτό συνιστά ένταλμα έρευνας στην οικία του αιτητή, χωρίς να αναφέρεται ο λόγος και αιτία της έκδοσης του. Δεδομένων τούτων, σε συνάρτηση και με την τρωθείσα εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή επί του συνόλου του αφηγήματος του αλλά και επί του συγκεκριμένου εγγράφου, δεν μπορεί σ’ αυτό να δοθεί καμία βαρύτητα, παρότι δεν μπορεί να εκφρασθεί θετική κρίση επί του κατά πόσο αυτό είναι αυθεντικό ή όχι. Συμφωνώ λοιπόν και με το επ’ αυτού εύρημα των καθ’ ων η αίτηση ότι το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί να ενισχύσει ή να στοιχειοθετήσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο το αφήγημα του αιτητή (βλ. ερ.61-62).
Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου, στην απουσία λοιπόν εδώ περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά, αντιφάσεις και ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα πολλά και καίρια σημεία εκ των οποίων διαβρώνεται μοιραία και η αξιοπιστία των λεγομένων του αιτητή παραμένουν και συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ουδείς εκ των ισχυρισμών του μπορεί να γίνει εν προκειμένω αποδεκτός, καθότι οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους.
Απομένει εν προκειμένω μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, στο Yoke, στη Νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν.
Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας (“Political violence” περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, απομακρυσμένη βία, εκρήξεις, μάχες, εξεγέρσεις, διαμαρτυρίες) σε παγκόσμια κλίμακα, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 13/02/26), σημειώθηκαν 20 περιστατικά ασφαλείας στην περιοχή Yoke (Southwest), τα οποία προκάλεσαν 8 θανάτους και τα οποία κατατάσσονται ως εξής: 16 περιστατικά πολιτικής βίας (political violence) που οδήγησαν σε 8 θανάτους, 15 περιστατικά εξέγερσης (insurgency) που προκάλεσαν 8 θανάτους, 14 περιστατικά τρομοκρατικής δραστηριότητας (terrorist activity) που προκάλεσαν 7 θανάτους και 1 περιστατικό καταστολής (repression).[11] Ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας ανέρχεται περί το 1 ½ εκατομμύριο κατοίκων. [12] Δεν μου διαφεύγει ότι στο σύνολο της Νοτιοδυτικής περιφέρειας, κατά τους τελευταίους 12 μήνες, καταγράφεται αρκετά υψηλά περιστατικά ασφαλείας (1235) και θανάτων (656) [13], όμως στον τόπο διαμονής του αιτητή, ως και πιο πάνω καταγράφεται, τα περιστατικά παραμένουν χαμηλής έντασης.
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις, δεδομένης της απόρριψης του αφηγήματος του, που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση και της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Προς τα ως άνω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι υγιής, ενήλικας, 25 ετών σήμερα, έζησε όλη του τη ζωή στο χωριό Yoke, διαθέτει επαρκή μόρφωση και εργασιακή εμπειρία και διατηρεί οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής του (γονείς και αδελφή), τα οποία επιτρέπουν εύλογα να θεωρηθεί ότι θα έχει τα κατάλληλα μέσα ώστε να εξασφαλίσει στήριξη και εν καιρώ να βιοποριστεί και να εξασφαλίσει τα προς το ζην, παρά τις όποιες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσει.
Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω ουδέν εντοπίζω στη βάση του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιστροφή του αιτητή στο Καμερούν θα συνιστούσε επαναπροώθηση (βλ. αρ.3 ΕΣΔΑ).
Τα ως άνω σφραγίζουν την τύχη της προσφυγής.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html ; Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html (accessed on 05/08/2022)
[2] HRW, ‘These Killings can be Stopped’ (2018),21-22 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/1438857/3175_1532282307_cameroon0718-web2.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 12/02/2024)
[3] Bertelsmann Foundation, ‘Bertelsmann Stiftung’ (χωρίς ημερομηνία), διαθέσιμο σε https://www.bfna.org/bertelsmann-stiftung/
[4] BTI, ‘Cameroon Country Report 2022’ (2022), διαθέσιμο σε https://bti-project.org/en/reports/country-report/CMR (ημ. πρόσβασης 12/02/24)
[5] The African Observer, ‘30 Women Freed After Abduction by Separatists in Cameroon’s Anglophone Region’ (2023), διαθέσιμο σε https://theafricanobserver.com/30-women-freed-after-abduction-by-separatists-in-cameroons-anglophone-region/ (ημ. πρόσβασης 12/02/24)
[6] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En
[7] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html
[7] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[8] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[9] EASO, COI QUERY «Latest developments on security situation in Anglophone region between 1 January 2020 and 31 May 2021», σελ.8, available at: https://euaa.europa.eu/
[10] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer , τελευταία πρόσβαση 20/02/2026.
[12] City Population, Cameroon, Sud-Ouest Region, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ [ημ. πρόσβασης 14/05/25]
[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer , τελευταία πρόσβαση 20/02/2026.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο