S.N.P. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1344/2025, 9/2/2026
print
Τίτλος:
S.N.P. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1344/2025, 9/2/2026
S.N.P. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1344/2025, 9/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 1344/2025

09 Φεβρουαρίου, 2026

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

S.N.P. από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Α. Τίκκου (κα) για Αγγελική Λαζάρου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Κ. Ιμανίμης (κος) για Νικόλα Ν. Νικολάου (κος), Δικηγόροι για τους Καθ΄ ων η αίτηση.

Ο Αιτητής Παρών

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 03/06/25 (του κοινοποιήθηκε αυθημερόν), με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά την έκδοση νέας απόφασης για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθώς και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαια υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 11/01/22, ακολούθησε κλείσιμο του φακέλου του και αίτημα για επανάνοιγμα στις 16/01/25. Η συνέντευξη του πραγματοποιήθηκε στις 09/04/25 και αυθημερόν ετοιμάστηκε σχετική έκθεση/εισήγηση και ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης στις 23/04/25, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι η απόφαση ελήφθη χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης των γεγονότων της υπόθεσης, που οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα και πως η απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Περαιτέρω, υποστηρίζει πως δεν ακολουθήθηκε η ορθή και/ή νόμιμη διαδικασία κατά τη διεκπεραίωση της συνέντευξης καθότι ο Αιτητής υπέγραψε την ακριβή και ορθή μετάφραση της συνέντευξης του στα Αγγλικά, ήτοι σε γλώσσα που ο ίδιος δεν κατανοεί.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και του διοικητικού φακέλου, τονίζοντας ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και είναι δεόντως αιτιολογημένη.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Αρχικά θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή μέσω της δικηγόρου του αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων νόμων και κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ' αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως.  Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης (Βλέπε σχετικάΔημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος).

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί μετάφρασης της συνέντευξης του Αιτητή στην Αγγλική γλώσσα, μετά από ενδελεχή έλεγχο των πρακτικών της συνέντευξης διαπιστώνω ότι η γλώσσα επικοινωνίας της συνέντευξης, είναι η μητρική γλώσσα του Αιτητή, ήτοι Lingala. Από το ίδιο το πρακτικό της συνέντευξης προκύπτει ότι υπάρχουν υπογραφές του λειτουργού, του Αιτητή και του διερμηνέα σε κάθε σελίδα αυτής όπως επίσης και στο τέλος του εντύπου της συνέντευξης. Η συνέντευξη, όπως καταγράφεται στο ερυθρό 73 του διοικητικού φακέλου στο εξής «Δ.Φ.», μεταφράστηκε ορθά στη μητρική γλώσσα του Αιτητή. Εάν ο Αιτητής δεν αντιλαμβανόταν την διαδικασία ή την οποιαδήποτε ερώτηση ή υπήρχε παρερμηνεία των απαντήσεων του θα μπορούσε να ζητήσει διευκρινίσεις από τον διερμηνέα αλλά δεν το έπραξε (Βλέπε Abul Kalam Kalam ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 585) Ως εκ τούτου δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο ή μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας.

 

Ανεξάρτητα, όμως, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν.73(Ι)/2018), το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της ουσίας του αιτήματος ασύλου σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς ελλιπούς έρευνας, πλάνης και αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Ως προκύπτει από την έκθεση/εισήγηση ο λειτουργός αποδέχθηκε τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή και ότι αποχώρησε από την χώρα του για οικονομικούς λόγους. Δεδομένης της αποδοχής των ισχυρισμών του Αιτητή στο σύνολό τους ο λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση μελλοντικού κινδύνου και κατέληξε σε συνάρτηση με το προφίλ του ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί συμπεριφορά που να ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ και συγκεκριμένα στη Κινσάσα. Υπάρχουν δε εκτεταμένες καταγραφές του λειτουργού ιδιαιτέρως σε σχέση με την γενική κατάσταση ασφαλείας της χώρας σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται πως σε περίπτωση επιστροφής του θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε ζήτημα και/ή δεν υπάρχει βάσιμος φόβος και/ή μελλοντοστραφής κίνδυνος και/ή οιανδήποτε μορφή δίωξης ή βλάβης.

 

Από τα στοιχεία που προσκόμισε ο Αιτητής δεν διαπιστώνεται προσωπική δίωξή και/ή δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Οι δε σχετικές δηλώσεις του Αιτητή των οικονομικών κινήτρων και/ή καλύτερων συνθηκών για εργασία – ως λόγους εγκατάλειψης της χώρας του - δεν εμπίπτουν στο καθεστώς διεθνούς προστασίας (Βλέπε Υποθ.Αρ.2319/2006 Md Jakir Hossain v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.16/07/2008, Υποθ.Αρ.883/2008, Υποθ.Αρ.1051/2010 Irene Fesenko v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.21/12/2011, § 62[1] του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων). Ούτε πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις για παραχώρηση σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα καθότι δεν πληρούνται τα κριτήρια μορφής δίωξης, του φορέα δίωξης αλλά ούτε τεκμηρίωσε ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής του που να αντιμετωπίζει δίωξη (Βλέπε Άρθρα 3, 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Θεωρώ, επιπρόσθετα επί των συμπερασμάτων του λειτουργού ότι δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι οι ισχυρισμοί του συνδέονται με πράξεις δίωξης στη χώρα του οι οποίες «[.] κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης [.] είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή (β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).» Εξ ορισμού του Άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν6(Ι)/2000) και βάσει των προσωπικών περιστάσεων του δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του ορισμού δίωξης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ως προς το εάν η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίστατο. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηρίωνε την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να θεωρείτο ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβαλλόταν σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, βάσει του Άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[2] που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου2000 έως 2025, (Ν. 6(Ι)/2000). Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημείωσε ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιωνόταν ότι στην περιοχή του Αιτητή δεν παρατηρούνταν συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων (ερυθρά 113-110 ΔΦ).  Σημειώνεται ότι, ο ίδιος σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής του ανέφερε ότι κινδύνευε λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα του, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ανευρέθηκε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Κινσάσα, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ[3], ενώ από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project) προκύπτει ότι τα περιστατικά  ασφαλείας που αφορούν συνολικά την Κινσάσα παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με βία κατά αμάχων[4], έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας.  Εξάλλου, ούτε τα ατομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία του Αιτητή, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στον τόπο διαμονής, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας. Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] «μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας».

[2]του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας.

[3]WarWatch, Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/?tab=tab-1 , UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνσηhttps://www.securitycouncilreport.org/un_documents_type/security-council-resolutions/?ctype=Democratic%20Republic%20of%20the%20Congo&cbtype=democratic-republic-of-the-congo , 

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 30/01/2026), τα πιο πρόσφατα στοιχεία της βάσης δεδομένων καταδεικνύουν 48 περιστατικά ασφαλείας και 57 ανθρώπινες απώλειες, https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 06/02/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο