E.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1471/2023, 27/2/2026
print
Τίτλος:
E.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1471/2023, 27/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

                                                                                      Υπόθεση αρ. 1471/2023

 

                                                27 Φεβρουαρίου 2026

 

                                             [Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

                              Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 Μεταξύ:

                                                              E.M.

                                                                                                                 Αιτητής

                                                                Και

 

                    Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                 

                                                                                                Καθ' ων η αίτηση

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά

 

Λ. Νικολάου (κος), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

 

[Παρών ο κ. Α. Χατζησάββας για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα].

 

                                                 Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Πλαστήρα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Με την προσφυγή του ο αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 24/04/2023 η οποία του κοινοποιήθηκε στις 10/05/2023 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως παράνομης, άκυρης και στερούμενης οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.

 

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των Διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, ο αιτητής είναι ενήλικας από τη Σιέρρα Λεόνε και στις 06/12/2021 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 10/04/2023, διεξήχθη συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, στις 24/04/2023, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Αυθημερόν, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου αποφάσισε όπως να μην παραχωρηθεί στον αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στις 10/05/2023, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς τον αιτητή σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος του, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή αυθημερόν.

 

Ακολούθως, ο αιτητής καταχώρησε αυτοπροσώπως την υπό εξέταση προσφυγή κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Στο δικόγραφο της προσφυγής του Αιτητή δεν καταγράφονται νομικοί λόγοι και απουσιάζει η οποιαδήποτε έκθεση γεγονότων. Ο αιτητής καταγράφει δε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω κινδύνου για τη σωματική του ακεραιότητα και ότι δεν δύναται να επιστρέψει καθώς θα σκοτωθεί από την κοινωνική ομάδα Poro, διότι εκφράστηκε ανοικτά για τις ενέργειες και δραστηριότητες αυτής. Καταληκτικά αναφέρει πως για αυτούς τους λόγους αιτείται προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Εξίσου, στην  γραπτή αγόρευση του Αιτητή, δεν καταγράφεται οποιαδήποτε ανάλυση νομικών λόγων πέραν από τα γεγονότα βάσει των οποίων οδηγήθηκε στο να εγκαταλείψει την χώρα του. Ειδικότερα, στην εν λόγω ο αιτητής κατέγραψε ότι αντιμετώπιζε εκφοβισμό από την μυστική οργάνωση Poro κατόπιν του θανάτου του πατέρα του, τον οποίο όφειλε να αντικαταστήσει, ως του δήλωσαν τα μέλη της εν λόγω οργάνωσης, το οποίο ο ίδιος αρνήθηκε και πρόσθεσε ότι θα τον σκοτώσουν διότι εκθέτει τις δραστηριότητές της οργάνωσης.

Οι Καθ' ων η Αίτηση μέσω της γραπτής τους αγόρευσης υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας της επίδικης πράξης όπου ανάφεραν ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε το αίτημα του Αιτητή μιας και ο ίδιος ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για παροχή διεθνούς προστασίας και δια τούτο η παρούσα προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί.

Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε περίπτωση που διάδικος εμφανίζεται σε διαδικασία χωρίς να εκπροσωπείται από δικηγόρο, δεν υποχρεούται σε ενεργό συμμόρφωση με την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, εν αντιθέσει με το τι ισχύει για διαδίκους που εκπροσωπούνται με δικηγόρο. Στον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 αναφέρεται ( παραθέτω αυτολεξεί): « Έκαστος διάδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον» (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).

Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω, η μη συμπερίληψη στο δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως/ προσφυγής λόγων ακυρώσεως/ νομικών σημείων δεν αποστερεί την εξουσία από το παρόν Δικαστήριο να προχωρήσει να εξετάσει την προσφυγή του Αιτητή και να ελέγξει την ορθότητα της απόφασης ήτοι να προβεί σε έλεγχο επί της ουσίας σύμφωνα με το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73 (Ι)/2018).

Είναι χρήσιμο να παρατεθούν όλοι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Αιτητής σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του προκειμένου να διαπιστωθεί εάν το αρμόδιο όργανο ορθώς αποφάσισε να απορρίψει το αίτημα του Αιτητή.

Κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι απειλήθηκε από άτομα της μυστικιστικής οργάνωσης Poro, της οποίας αρχηγός ήταν ο πατέρας του. Κατόπιν του θανάτου του, δήλωσαν στον αιτητή πως όφειλε να τον αντικαταστήσει στην οργάνωση, το οποίο ο αιτητής αρνήθηκε. Λόγω της άρνησης, συνήθιζαν να του ασκούν πίεση («they always suppress me»), οπότε αισθάνθηκε απειλή από εκείνους, και λόγω της πίεσης αυτής, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του προς αναζήτηση προστασίας (ερυθρό 1 του Δ.Φ.).

Στο πλαίσιο της προσωπικής του συνέντευξης, ο αιτητής δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην πόλη Lunsar και ακολούθως ολοκλήρωσε σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων στην πόλη Freetown όπου φοίτησε μεταξύ 2015 και 2019 (ερυθρό 23,  22 του Δ.Φ.). Είναι έγγαμος και έχει δύο τέκνα, τα οποία διαμένουν με τη σύζυγό του στην πόλη Lunsar (ερυθρό 23, 22 του Δ.Φ.). Αναφορικά με την οικογένειά του, δήλωσε ότι η μητέρα του επίσης διαμένει στην Lunsar (ερυθρό 22 του Δ.Φ.) και βρίσκεται σε επικοινωνία με την οικογένειά του (ερυθρό 21 του Δ.Φ.). Ο πατέρας του απεβίωσε το 2001 λόγω ασθένειας και γήρατος στην πόλη Lunsar (ερυθρό 21 του Δ.Φ.). Ο αιτητής εργαζόταν από το 2013 έως το 2014 στην πόλη Lunsar, και ως εργάτης σε οικοδομή έως το 2021 (ερυθρό 21, 20 του Δ.Φ.). Γεννήθηκε στην πόλη Lunsar που αποτελεί και τον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του ενώ μεταξύ 2015 και 2019 διέμεινε στην πόλη Freetown λόγω σπουδών και εργασίας (ερυθρό 19 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους κατ' ιδίαν λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο αιτητής υποστήριξε ότι έφυγε διότι ο πατέρας του ήταν αρχηγός της μυστικιστικής οργάνωσης Poro. Κατόπιν του θανάτου του, μέλη της οργάνωσης του, δήλωσαν πως έπρεπε να τον αντικαταστήσει, ωστόσο, ο αιτητής, όντας μουσουλμάνος, ως δήλωσε, δεν δύναται να είναι μέλος μυστικιστικής οργάνωσης. Ο αιτητής ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να είναι μέλος μίας οργάνωσης όπου όταν αποβιώσει ο αρχηγός της, τα μέλη της τον αποκεφαλίζουν και δήλωσε ότι υπάρχουν παραρτήματα της οργάνωσης Poro σε όλη την επικράτεια της χώρας. Μία μέρα, ένας φίλος του, τον πληροφόρησε για την ύπαρξη ενός εκπαιδευτικού προγράμματος στο οποίο θα μπορούσε να συμμετάσχει ώστε να απελευθερωθεί από την πίεση που βίωνε και ο αιτητής εκμεταλλεύθηκε αυτή την ευκαιρία, εξέδωσε το διαβατήριό του και ήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία (ερυθρό 17 του Δ.Φ.).

Ερωτηθείς σχετικά με τον χρόνο που τον προσέγγισαν μέλη της οργάνωσης Poro ώστε να του ζητήσουν να καταστεί αρχηγός, απάντησε ότι τον προσέγγισαν 2 – 3 έτη μετά τον θάνατο του πατέρα του, ήτοι το 2003 – 2004 και σε επόμενη ερώτηση δήλωσε ότι τον προσέγγισαν περί τις 5 φορές (ερυθρό 17, 16 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς για τον λόγο που έφυγε το 2021 και όχι νωρίτερα, απάντησε πως ο λόγος ήταν οικονομικός (ερυθρό 16 του Δ.Φ.). Κληθείς να εξηγήσει τον λόγο που φοβάται αφού ο πατέρας του απεβίωσε το 2001 και ο ίδιος έφυγε 20 έτη αργότερα και δίχως να έχει καταστεί αρχηγός, απάντησε ότι έτερο άτομο αντικατέστησε τον πατέρα του και σε επόμενη ερώτηση δήλωσε ότι έφυγε ώστε να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον (ερυθρό 16 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς εάν είχε γίνει μάρτυρας κάποιας τελετής μύησης ή διοργάνωσης απάντησε αρνητικά και κληθείς να παραθέσει περισσότερες πληροφορίες επί της εν λόγω οργάνωσης απάντησε πως δεν είναι δυνατόν διότι αυτή είναι μυστική (ερυθρό 15 του Δ.Φ.).

Ερωτώμενος εάν ο οποιοσδήποτε τον έβλαψε προσωπικά, αποκρίθηκε αρνητικά. (ερυθρό 15 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς εάν απειλήθηκε από κάποιον για να αναλάβει την αρχηγεία, απάντησε αρνητικά (ερυθρό 14 του Δ.Φ.). Δεν κατήγγειλε τον φόβο του σχετικά με την οργάνωση διότι οι περισσότεροι πολιτικοί είναι μέλη αυτής (ερυθρό 14 του Δ.Φ.). Πρόσθεσε ότι με την φυγή του, έσπασε τον κύκλο και εάν δεν είναι ο ίδιος μέλος της, δεν θα μυηθούν οι υιοί του και σε επόμενη ερώτηση δήλωσε ότι όσο βρίσκεται μακριά τους, δεν πρόκειται να μυηθούν (ερυθρό 14 του Δ.Φ.).

Ερωτηθείς τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, απάντησε ότι η οργάνωση Poro θα εξακολουθεί να επιθυμεί την ανάληψη από αυτόν της αρχηγίας (ερυθρό 14 του Δ.Φ.). Κληθείς να εξηγήσει το γεγονός ότι στην καταγραφή του αιτήματός του είχε αναφερθεί σε απειλές από την οργάνωση Poro ενώ στη συνέντευξη αναφέρθηκε σε πιέσεις που δέχθηκε, απάντησε ότι εννοούσε ότι ήθελαν τα μέλη της να αναλάβει την αρχηγία (ερυθρό 12 του Δ.Φ.).

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις του αιτητή κατά το στάδιο της συνέντευξης του σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά στο ότι ο αιτητής είναι υπήκοος της χώρας Σιέρρα Λεόνε, ο οποίος κατάγεται από τη πόλη Lunsar, με προηγούμενη περιοχή διαμονής την Freetown και τελευταία περιοχή διαμονής την Lunsar, και ο δεύτερος αφορά στον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης του αιτητή από τη μυστική κοινότητα Poro λόγω του ότι αρνείται να αναλάβει την ηγεσία της κοινότητας.

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού.

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε δεκτός καθώς οι δηλώσεις του αιτητή αξιολογήθηκαν ως αβάσιμες, ασαφείς και ανεπαρκείς ενώ τα λεγόμενα του στηρίζονταν σε εικασίες. Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε ως μη ευλογοφανείς τις δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με τις συνθήκες κατά τις οποίες μέλη της οργάνωσης του ζήτησαν να αντικαταστήσει τον πατέρα του, την συχνότητα με την οποία τον προσέγγιζαν και το γεγονός ότι ο ίδιος πήγε στο δάσος ώστε να τους δηλώσει την άρνηση του. Περαιτέρω, ο αιτητής δήλωσε ότι δεν ήταν εφικτό να αναχωρήσει νωρίτερα λόγω οικονομικής δυσχέρειας και ότι έτερο άτομο αντικατέστησε τον πατέρα του, υποσκελίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο τον ισχυρισμό του περί φόβου δίωξης, υποστήριξε δε ότι ήθελε να φύγει για να διασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον το οποίο περαιτέρω υποβαθμίζει τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης. Παράλληλα, θα αναμενόταν από τον ίδιο να είχε διαφύγει αμέσως από τη χώρα καταγωγής του εάν διέτρεχε κίνδυνο. Ο αιτητής απάντησε αρνητικά όταν ερωτήθηκε εάν η οικογένειά του αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα ενώ δεν ήταν σε θέση να παραθέσει ικανοποιητικές πληροφορίες αναφορικά με την εν λόγω οργάνωση ούτε να αναφέρει κάποιο περιστατικό ή κάποια ενέργεια σε βάρος του από την οργάνωση αυτή που να καταδεικνύει προσωπική δίωξη. Έλλειψη ευλογοφάνειας παρατηρήθηκε στις δηλώσεις του αναφορικά με τους υιούς του και την πιθανή μύησή τους και ασυνέπεια στις δηλώσεις του μεταξύ της αρχικής αίτησης και της συνέντευξής του όσον αφορά την φύση των περιστατικών που βίωσε από τα μέλη της οργάνωσης. Καταληκτικά, ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι η δήλωση του αιτητή ότι δεν αντιμετώπισε κάποιο βιωματικό περιστατικό έως ότου εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του υποσκελίζει τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης. Υπό το φως των ανωτέρω και συνυπολογίζοντας τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού.

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός αφενός έκρινε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής στη συνέντευξη του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης και αφετέρου σημείωσε, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για την οργάνωση Poro, ότι οι δηλώσεις του αιτητή δεν συνάδουν με τις ανευρεθείσες πληροφορίες. Ως εκ τούτου, ελλείψει εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας περαιτέρω τον κίνδυνο που διατρέχει ο αιτητής στη χώρα καταγωγής του και λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του αιτητή, έκρινε ότι δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο του δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου ήτοι την εθνικότητα, την φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Περαιτέρω, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή, καθότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει ο αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, μιας και στην πόλη Lunsar, τόπο  προηγούμενης διαμονής του αιτητή, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύρραξης.

Εξετάζοντας το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018)  και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Προχωρώντας λοιπόν στην εξέταση των ουσιωδών ισχυρισμών της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο αρχικά συντάσσεται με την αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή. Οι μεν δηλώσεις του κρίνονται ως σαφείς και λεπτομερείς,  ενώ επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός αναφορικά με τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή γίνεται δεκτός ως αξιόπιστος.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού του αιτητή περί του φόβου δίωξης του από την μυστική κοινότητα Poro λόγω του ότι αρνείται να αναλάβει την ηγεσία της κοινότητας, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι ο αιτητής, όπως ορθώς έκρινε και η αρμόδια λειτουργός, υπέπεσε σε ασάφειες, ανακρίβειες και αοριστίες, ενώ οι απαντήσεις παρουσιάζονται γενικόλογες και στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας.

 

Ειδικότερα, συν των όσων ορθώς αξιολόγησε η αρμόδια λειτουργός, παρατηρώ ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει ικανοποιητικά το λόγο για τον οποίο κινδύνευε από την εν λόγω οργάνωση, πόσο μάλλον όταν ο ίδιος εγκατέλειψε την χώρα του 2 χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του και αρκετά χρόνια μετά τις ισχυριζόμενες πιέσεις που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε από μέλη της εν λόγω οργάνωσης. Λαμβάνοντας επίσης υπόψιν τις δηλώσεις του αιτητή περί του ότι θα εγκατέλειπε τη Σιέρα Λεόνε ακόμα και αν δεν συνέτρεχαν οι περιγραφείσες από εκείνον συνθήκες, καθότι δήλωσε ότι θα εγκατέλειπε την χώρα για ένα καλύτερο μέλλον (βλ. 16 του Δ.Φ.), το Δικαστήριο κρίνει ότι δε θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του.

 

Ορθώς, λοιπόν, θεωρώ κρίθηκε από τους Kαθ’ ων η αίτηση ότι, τα όσα προβλήθηκαν στη συνέντευξη του αιτητή, ως ανωτέρω καταγράφονται, έθεταν εύλογα εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των λεγομένων του αναφορικά με τα όσα ισχυρίστηκε, καθότι δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι εγκατέλειψε την χώρα του καθότι κινδυνεύει από τα μέλη της οργάνωσης Poro. Οι απαντήσεις του στερούνταν εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και περιείχαν αρκετές ελλείψεις και ασυνέπειες όσον αφορά  τον κίνδυνο που ισχυρίστηκε ότι διατρέχει. Θα συμφωνήσω επίσης με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας του αιτητή,  και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.

 

Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εκ του αιτητή εξιστορισθέντα δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικά περιστατικά. Επομένως, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίνεται ως εσωτερικά μη αξιόπιστος.

 

Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία των ανωτέρω δηλώσεών του, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκ των όσων αυτός δήλωσε, λόγω της απολύτου προσωπικής φύσεως τους, δεν προκύπτουν στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω έρευνας σε εξωτερικές πηγές. Στη βάση, λοιπόν, της αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών του αιτητή, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος στο σύνολό του.

 

Υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος να στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό του, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Συνακόλουθα ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε κανέναν ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων, εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης ή τιμωρίας, για να του δοθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής  στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη Σιέρρα Λεόνε, προς εξέταση της κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στην πόλη Lunsar, η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Εκ της διεξαχθείσας έρευνας προέκυψαν τα ακόλουθα:

Σύμφωνα με το διαδραστικό χάρτη της διαδικτυακής πύλης  Rule of Law in Armed Conflict (RULAC), πρωτοβουλία της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η Σιέρα Λεόνε δεν βρίσκεται υπό ένοπλη σύρραξη.[1]

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την ιστοσελίδα  Crisis24,  η Σιέρρα Λεόνε έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο  στο κομμάτι της σταθερότητας μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου το 2002 και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η χώρα θα μπορούσε να ολισθήσει εκ νέου  σε ένοπλη σύγκρουση. Ως περαιτέρω, αναφέρεται  δεν υπάρχουν γνωστές τρομοκρατικές ομάδες που να δραστηριοποιούνται ή που να εκτιμάται ότι αποτελούν απειλή για ξένα συμφέροντα στη χώρα. Ωστόσο, η εγκληματική δραστηριότητα είναι ευρέως διαδεδομένη, με κύρια απειλή τόσο για τους ξένους ταξιδιώτες, όσο και για τους ομογενείς, το μη βίαιο, ευκαιριακό έγκλημα. Ταυτόχρονα, συχνές είναι και οι κοινωνικές αναταραχές κατά τις οποίες οι δυνάμεις ασφαλείας τείνουν να απαντούν με τρόπο που συνήθως προκαλεί κλιμάκωση της κατάστασης.[2]

Ως προς την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, σημειώνεται ότι η Σιέρρα Λεόνε δεν συγκαταλέγεται ως χώρα υπό ενεργή ένοπλη σύρραξη στον επικαιροποιημένο χάρτη του «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενεργών ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο.[3]

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην Δυτική Επαρχία της Σιέρρα Λεόνε, όπου υπάγεται η πόλη Lunsar, η οποία αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 20/02/2026), καταγράφηκαν έντεκα (11) περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία φέρεται να προκλήθηκαν δύο (2) θάνατοι.[4]

Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της πόλης Lunsar της βορειοδυτικής περιοχής για το έτος 2004 είχε εκτιμηθεί στους 16,567 κατοίκους[5] και για το 2026 εκτιμάται στους 22,461 κατοίκους.[6] Επομένως καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος περιστατικών στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής και ειδικότερα στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, έτσι ώστε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, o Αιτητής θα κινδυνέψει ως άμαχος αποκλειστικά λόγω της φυσικής του παρουσίας εκεί. 

Κατά συνέπεια, η πόλη Lunsar, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakit? του ΔΕΕ[7]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι ο Aιτητής συνιστά ενήλικα, υγιή, αρτιμελή άνδρα, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο. Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πόλη Lunsar.

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι η περίπτωση του Αιτητή δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα ως ορίζονται στα άρθρα 3-3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιο από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του πιο πάνω Νόμου. Συνακόλουθα, ο Αιτητής  δεν επικαλέστηκε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται, και ούτε προκύπτει (ως αναλύθηκε ανωτέρω), ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ώστε να του δοθεί συμπληρωματική προστασία. Επομένως, κρίνω ότι ορθώς κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι δεν μπορούσε να του παρασχεθεί ούτε προσφυγικό καθεστώς αλλά ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση του αιτητή.

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €600 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

                                                                                 Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] RULAC, Geneva Academy, https://www.rulac.org/browse/map 

[2] Crisis24,  'Sierra Leone Country Report / Security, Τελευταία Ενημέρωση: 13.05.2022,  https://crisis24.garda.com/insights-intelligence/intelligence/country-reports/sierra-leone 

[3] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), αναζήτηση στην αρχική σελίδα: Armed conflicts 2024-2026/ Geography/ Countries, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/explore/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/02/2026).

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Sierra Leone, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Western, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/02/2026).

[5] City Population, Africa, Sierra Leone, Cities and Urban localities διαθέσιμος σε: https://citypopulation.de/en/sierraleone/cities/  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/02/2026)

[6] Ιστότοπος World Population Review/ Sierra Leone, Population by city, Lunsar, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/countries/sierra-leone  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/02/2026)

[7] ΒλΑπόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakit? ν. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο