D.M.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1603/2023, 25/2/2026
print
Τίτλος:
D.M.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1603/2023, 25/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  1603/2023

25 Φεβρουαρίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 Συντάγματος

Μεταξύ:

D.M.M.,

από Καμερούν

                               Αιτήτρια

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                   Καθ' ων η αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτήτρια: Τζ. Σολωμού (κα) για Χριστιάνα Κωνσταντίνου και Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Λ. Γιάγκου (κα) για Α. Αναστασιάδη (κα), Δικηγόροι της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ , Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 05.04.2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της Αιτήτριας για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξετασθούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των

γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Η Αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 15.02.2021, και αφίχθηκε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 16.02.2021, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα. Υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας στις 30.05.2021 και στις 29.03.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 03.04.2023 εισηγητική έκθεση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 05.04.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 27.04.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας. Με την υπό εξέταση προσφυγή η Αιτήτρια αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας, στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων συνηγόρων της, τους προβαλλόμενους με την προσφυγή λόγους ακυρώσεως, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελής λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η εν λόγω απόφαση πάσχει λόγω παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης και/ή των κανονισμών που διέπουν την ορθή διεξαγωγή της συνέντευξης και/ή λόγω ανεπαρκών υπηρεσιών διερμηνείας κατά τη διάρκεια αυτής. Επιπρόσθετα, οι συνήγοροι της Αιτήτριας ισχυρίζονται ότι η ίδια είχε δηλώσει, σε επανειλημμένα σημεία της συνέντευξής της, πως αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας σχετιζόμενα με το αυτί της, καθώς και ότι δεν ομιλεί επαρκώς την αγγλική γλώσσα, πλην όμως τα εν λόγω δεδομένα αγνοήθηκαν. Τέλος, είχε προβληθεί ισχυρισμός περί έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης από αναρμόδιο όργανο, ο οποίος όμως αποσύρθηκε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, ισχυριζόμενοι ότι αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις νομοθετημένες διατάξεις, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που τους παρέχει ο νόμος και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο η ίδια φέρει, ως προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά προτεραιότητα τον λόγο ακυρώσεως που αφορά στην παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης της Αιτήτριας ως αυτός προωθείται από τους συνηγόρους της. Ο λόγος αυτός προέχει, καθότι συνδέεται άμεσα με θεμελιώδη δικονομικά δικαιώματα της Αιτήτριας και με τις αυξημένες υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών να διασφαλίζουν ότι η προσωπική συνέντευξη διεξάγεται κατά τρόπο που επιτρέπει την ουσιαστική κατανόηση της διαδικασίας και των ερωτήσεων που τίθενται, καθώς και την πραγματική δυνατότητα του αιτητή να εκθέσει πλήρως και αποτελεσματικά τους ισχυρισμούς του. Η εξέταση της τήρησης των εν λόγω εγγυήσεων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αξιολόγηση των λοιπών λόγων ακυρώσεως, δεδομένου ότι επηρεάζει ευθέως τη νομιμότητα και την αξιοπιστία της διαδικασίας συλλογής και καταγραφής των πραγματικών στοιχείων της υπόθεσης, επί των οποίων στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον διαπιστωθεί σχετική πλημμέλεια, η εξέταση των υπολοίπων ισχυρισμών καθίσταται δευτερεύουσα.

 

Επί του θέματός αυτού, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απόρριψης της αίτησης ασύλου είναι νομικά και ουσιαστικά εσφαλμένη, καθώς εδράζεται σε διαδικασία συνέντευξης που διεξήχθη κατά παράβαση θεμελιωδών δικονομικών εγγυήσεων και χωρίς να διασφαλιστεί το δικαίωμα της Αιτήτριας σε δίκαιη και ουσιαστική ακρόαση. Κεντρικός άξονας των ισχυρισμών τους είναι ότι η προσωπική συνέντευξη, η οποία αποτελεί το βασικό αποδεικτικό μέσο στη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων ασύλου, ήταν προβληματική σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθιστά αναξιόπιστα τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Διοίκηση.

 

Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξης υπήρξε σοβαρό και εμφανές πρόβλημα επικοινωνίας, το οποίο οφειλόταν τόσο σε πρόβλημα υγείας της Αιτήτριας όσο και σε ανεπάρκεια της διερμηνείας. Η Αιτήτρια, όπως καταγράφεται στα ίδια τα πρακτικά, δήλωσε από την αρχή ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα ακοής και ότι δεν άκουγε καθαρά τις ερωτήσεις, γεγονός που επιβεβαιώνεται από μεταγενέστερη ιατρική τεκμηρίωση. Παρά τη σαφή αυτή δήλωση, η συνέντευξη δεν αναβλήθηκε ούτε προσαρμόστηκε, αλλά συνεχίστηκε κανονικά, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να μην αντιλαμβάνεται πλήρως το περιεχόμενο των ερωτήσεων που της απευθύνονταν.

 

Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η γλώσσα στην οποία μπορούσε να εκφραστεί ουσιαστικά η Αιτήτρια ήταν το pidgin English και όχι τα τυπικά αγγλικά, ενώ δεν υπήρχε διαθέσιμος κατάλληλος διερμηνέας για τη συγκεκριμένη γλωσσική μορφή. Οι ίδιοι οι λειτουργοί της Υπηρεσίας κατέγραψαν ότι υπήρχε μεγάλη δυσκολία στην επικοινωνία, ότι η Αιτήτρια δεν καταλάβαινε, ότι δεν άκουγε και ότι οι ερωτήσεις έπρεπε να επαναλαμβάνονται και να αναδιατυπώνονται τουλάχιστον πέντε φορές. Κατά τους συνηγόρους της Αιτήτριας, η συνέχιση της συνέντευξης υπό αυτές τις συνθήκες συνιστά κατάφωρη παραβίαση των κανόνων που διέπουν την ορθή διεξαγωγή προσωπικών συνεντεύξεων ασύλου.

 

Επισημαίνουν επίσης οι συνήγοροι της Αιτήτριας ότι εξαιτίας των προβλημάτων αυτών, οι απαντήσεις της Αιτήτριας εμφανίζονται σε πολλά σημεία ασύνδετες ή μη συναφείς με τις ερωτήσεις που της τέθηκαν. Κατά την άποψή τους, η Διοίκηση εσφαλμένα ερμήνευσε τις απαντήσεις αυτές ως αντιφάσεις ή ως έλλειψη αξιοπιστίας, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για αποτέλεσμα της αδυναμίας της Αιτήτριας να κατανοήσει πλήρως τις ερωτήσεις λόγω προβλημάτων ακοής και γλώσσας. Υποστηρίζεται ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν αποτυπώθηκαν πιστά στο πρακτικό και ότι, ως εκ τούτου, το περιεχόμενο του φακέλου δεν αντανακλά την πραγματική της βούληση ούτε την ουσία των ισχυρισμών της.

 

Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι παραβιάστηκαν οι σχετικές διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου και οι κατευθυντήριες γραμμές που επιβάλλουν στην Υπηρεσία Ασύλου την υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε η συνέντευξη να διεξάγεται σε συνθήκες που επιτρέπουν στον αιτητή να εκθέσει πλήρως και με ακρίβεια τους λόγους της αίτησής του. Κατά την άποψή τους, η Υπηρεσία όφειλε είτε να αναβάλει τη συνέντευξη είτε να εξασφαλίσει κατάλληλη διερμηνεία και συνθήκες επικοινωνίας, κάτι που δεν έπραξε.

 

Τέλος, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας στηρίζουν τους ισχυρισμούς τους και σε σχετική νομολογία, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία έχει ακυρώσει αποφάσεις ασύλου λόγω σοβαρών πλημμελειών της πρωτοβάθμιας συνέντευξης, ιδίως όταν διαπιστώνεται δυσκολία επικοινωνίας μεταξύ αιτητή και διερμηνέα. Καταλήγουν ότι, υπό το φως όλων των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν ελλιπούς και εσφαλμένης διαδικασίας, παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα της Αιτήτριας και πρέπει να ακυρωθεί, με την υπόθεση να παραπέμπεται για νέα, νόμιμη και ουσιαστική εξέταση.

 

Στην αντίπερα όχθη, οι Καθ’ ων η αίτηση απορρίπτουν τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης και πλημμελούς διεξαγωγής της συνέντευξης, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία ήταν σύννομη, επαρκής και σύμφωνη με τον περί Προσφύγων Νόμο και τη σχετική νομολογία. Κατά τη θέση τους, οι αιτιάσεις περί προβλημάτων επικοινωνίας, διερμηνείας ή κατανόησης δεν τεκμηριώνονται από τον διοικητικό φάκελο και προβάλλονται αορίστως και εκ των υστέρων.

 

Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η Αιτήτρια δήλωσε εξαρχής ότι κατανοεί και ομιλεί την αγγλική γλώσσα, υπέβαλε την αίτησή της στα αγγλικά και ενημερώθηκε πλήρως για τη διαδικασία και τα δικαιώματά της, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να δηλώσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τη συνέντευξη. Οι Καθ’ ων υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια επιβεβαίωσε πως βρισκόταν σε καλή κατάσταση και ότι μπορούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις και, παρά την αναφορά σε δυσκολία ακοής, δεν ζήτησε αναβολή ή διακοπή, αλλά επέλεξε τη συνέχιση της συνέντευξης. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι κατά τη συνέντευξη παρευρισκόταν διερμηνέας, χωρίς να καταγραφεί οποιαδήποτε ένσταση ως προς την επάρκεια ή την καταλληλότητά του, ούτε να προκύπτει αδυναμία επικοινωνίας τέτοιας έντασης που να καθιστά τη διαδικασία ελαττωματική. Οι σχετικοί ισχυρισμοί της Αιτήτριας, κατά τους Καθ’ ων, δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία ουσιώδους πλημμέλειας. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο γεγονός ότι η Αιτήτρια υπέγραψε στο τέλος της συνέντευξης τα πρακτικά, δηλώνοντας ότι το περιεχόμενό τους είναι αληθές και ακριβές, ότι κατανοούσε πλήρως την αγγλική γλώσσα και ότι οι καταγεγραμμένες απαντήσεις αποτυπώνουν πιστά τις δηλώσεις της, γεγονός που, κατά τους καθ’ ων, θεμελιώνει τεκμήριο κανονικότητας της διαδικασίας.

 

Επισημαίνουν περαιτέρω οι Καθ’ ων η αίτηση ότι ο σχετικός λόγος ακύρωσης δεν προβάλλεται παραδεκτώς στο δικόγραφο της προσφυγής, αλλά επιχειρείται να εισαχθεί ή να ενισχυθεί για πρώτη φορά μέσω της γραπτής αγόρευσης, κατά παράβαση πάγιας νομολογίας που αποκλείει την εξέταση νέων λόγων ή μαρτυρίας σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Τέλος, υποστηρίζουν ότι οι αναφορές της Αιτήτριας σε προβλήματα υγείας ή ακοής είναι γενικές και ατεκμηρίωτες, ότι οι απαντήσεις της καταγράφονται με συνοχή και επάρκεια και ότι δεν στοιχειοθετείται, υπό το φως της νομολογίας, ουσιώδης παραβίαση των άρθρων 18 και 13Α του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλη δικονομική πλημμέλεια ικανή να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Έχοντας εξετάσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, εξετάζω πρωτίστως το ζήτημα της δικογράφησης το οποίο εγείρουν οι Καθ’ ων η αίτηση, ισχυριζόμενοι ότι η αιτίαση της Αιτήτριας περί πλημμελούς διεξαγωγής της προσωπικής συνέντευξης και παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης δεν έχει τεθεί παραδεκτώς στο δικόγραφο της προσφυγής.  Από προσεκτική όμως μελέτη του περιεχομένου της προσφυγής προκύπτει ότι η Αιτήτρια έχει πράγματι θέσει τον εν λόγω ισχυρισμό, έστω και χωρίς την τυποποιημένη μορφή αυτοτελούς και ρητώς ονοματισμένου λόγου ακύρωσης, καθόσον προβάλλει συγκεκριμένα ότι οι δηλώσεις της κατά τη συνέντευξη καταγράφηκαν λανθασμένα, ότι η μετάφραση ή η διερμηνεία δεν απέδωσε το πραγματικό νόημα και τη βούλησή της και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν αντιστοιχούν επακριβώς στις αληθείς δηλώσεις και στη βούλησή της (βλ. παρ. 18 και 19 των γεονότων της αίτησής της). Οι αναφορές αυτές, σε συνδυασμό με τους γενικούς λόγους περί πλημμελούς διοικητικής διαδικασίας, παραβίασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και εσφαλμένης εκτίμησης των πραγματικών δεδομένων (βλ. παρ. 12, 14, 22, 24 και 26 των νομικών σημείων της αίτησής της), επαρκούν για να θεμελιώσουν ότι το ζήτημα της προβληματικής συνέντευξης και της επικοινωνίας τέθηκε ουσιαστικά ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν εισάγεται το πρώτον σε μεταγενέστερο στάδιο, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι Καθ’ ων η αίτηση.

 

Έχοντας λοιπόν εξετάσει τον προβαλλόμενο λόγο ακυρώσεως ως αυτός προωθείται από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Αιτήτριας, σε συνάρτηση με τα όσα καταγράφονται στα επίδικα πρακτικά της συνέντευξης της, φρονώ πως αυτός ευσταθεί.

 

Και εξηγώ.

 

Η συνέντευξη ασύλου της Αιτήτριας παρουσιάζει σοβαρά και σωρευτικά προβλήματα, τα οποία επηρέασαν καθοριστικά τόσο την ικανότητά της να κατανοήσει τις ερωτήσεις όσο και την ικανότητά της να εκφράσει με σαφήνεια, ακρίβεια και συνοχή τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής της. Τα προβλήματα αυτά δεν προκύπτουν εκ των υστέρων ως ερμηνεία, αλλά καταγράφονται ρητά και επανειλημμένα στα ίδια τα πρακτικά της συνέντευξης από τον Λειτουργό και επιβεβαιώνονται από ανεξάρτητη ιατρική τεκμηρίωση.

 

Ήδη από την έναρξη της συνέντευξης, η Αιτήτρια δηλώνει με σαφήνεια ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα ακοής και ότι δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι κατανοεί τα αγγλικά σε κάποιο βαθμό, αλλά έχει πρόβλημα ακοής και «δυσκολεύεται» I understand the English but I have a hearing problem and I am struggling» βλ. ερ. 35), ζητώντας μάλιστα από τον Λειτουργό να αφαιρέσει τη μάσκα ώστε να μπορεί να ακούει καλύτερα με τον Λειτουργό να δηλώνει: «I am sorry I cannot do that, Ill try to speak loud and clear and my colleague will help us». Παράλληλα, η Αιτήτρια δηλώνει ότι πάσχει από πόνο στο αυτί, ότι λαμβάνει παυσίπονα και ότι έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο αλλά το παράκαμψε καθώς όφειλε να παραστεί στην συνέντευξη.

 

Παρά τις επισημάνσεις της Αιτήτριας, η συνέντευξη, ωστόσο, συνεχίζεται κανονικά, χωρίς να ληφθούν ουσιαστικά μέτρα προσαρμογής της διαδικασίας, γεγονός που δημιουργεί εξαρχής συνθήκες μειωμένης κατανόησης.

 

Το πρόβλημα ακοής της Ατήτριας δεν είναι απλώς υποκειμενικός ισχυρισμός. Επιβεβαιώνεται από ιατρικά έγγραφα κρατικού νοσοκομείου, τα οποία καταγράφουν εξέταση από δημόσια υπηρεσία υγείας και περιλαμβάνουν Ακουομετρικό Διάγραμμα τα οποία φαίνεται να προσκόμισε η Αιτήτρια (βλ. ερ.38-37 του δ.φ.). Οι παρατηρήσεις που καταγράφονται στο Ακουομετρικό Διάγραμμα δεν είναι καθαρογραμμένες ούτε απολύτως ευανάγνωστες· ωστόσο, με επιφύλαξη, δύναται να αναγνωσθεί αναφορά σε «μικτή βαρηκοΐα αμφώ», ένδειξη που συνηγορεί υπέρ ύπαρξης προβλήματος ακοής και στα δύο αυτιά.

 

Επομένως, οι δυσκολίες που καταγράφονται στη συνέντευξη δεν μπορούν να θεωρηθούν αδικαιολόγητες ή προσχηματικές, αλλά έχουν αντικειμενική ιατρική βάση.

Παράλληλα με το ζήτημα της ακοής, προκύπτει σοβαρό πρόβλημα γλώσσας και διερμηνείας. Στα πρακτικά αναφέρεται ρητά ότι η Αιτήτρια μιλά pidgin English, και όχι την τυπική αγγλική. Ταυτόχρονα καταγράφεται ότι δεν υπήρχε διαθέσιμος διερμηνέας για τη συγκεκριμένη γλώσσα. Συγκεκριμένα καταγράφεται από τον ίδιο τον Λειτουργό η εξής σημείωση«Note: I am struggling to follow the applicant there is no syntax, or grammar and she replies different. She talks pidgin English but there is no availability at the moment as I was informed. She has been informed over her right to reschedule, but she wants to continue. The interpreter is very supportive» (βλ. ερ. 29).

 

Η ίδια η Υπηρεσία, επομένως, αναγνωρίζει ότι η συνέντευξη διεξήχθη χωρίς την ύπαρξη κατάλληλης γλωσσικής υποστήριξης. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια ενημερώθηκε για το δικαίωμα αναβολής και επέλεξε να συνεχίσει δεν αναιρεί την ευθύνη της διοίκησης να διασφαλίσει ουσιαστική και αποτελεσματική επικοινωνία, ιδίως όταν η Aιτήτρια είναι ευάλωτο πρόσωπο, λόγω του προβλήματος ακοής που αντιμετωπίζει, και αφηγείται τραυματικά γεγονότα (βιασμό).

 

Η προβληματική φύση της επικοινωνίας επιβεβαιώνεται περαιτέρω από επανειλημμένες επίσημες σημειώσεις στα πρακτικά. Καταγράφεται χαρακτηριστικά ότι: « There is a great difficulty in communication. She cannot hear, she is slow, she does not understand , we repeat/rephrase everything 5 times at least» (βλ. ερ. 31).

 

Ως ήδη επισημάνθηκε, ο Λειτουργός επισήμανε μεταγενέστερα (βλ. ερ. 29) ότι ο ίδιος δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τις απαντήσεις της Αιτήτριας, καθώς δεν υπάρχει σαφής σύνταξη ή γραμματική και οι απαντήσεις δίνονται με τρόπο διαφορετικό από το αναμενόμενο. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν αποτελούν κρίσεις αξιοπιστίας, αλλά περιγραφές αντικειμενικής δυσλειτουργίας της επικοινωνίας, τις οποίες καταγράφει η ίδια η Υπηρεσία.

 

Η ανωτέρω δυσλειτουργία αποτυπώνεται σαφώς και στο ίδιο το περιεχόμενο της προσωπικής συνέντευξης, όπου παρατηρείται επανειλημμένα έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ των ερωτήσεων του Λειτουργού και των απαντήσεων της Αιτήτριας. Ενδεικτικά, σε ερωτήσεις που αφορούν τη δυνατότητα αναζήτησης κρατικής προστασίας, ο Λειτουργός ερωτά εάν η Αιτήτρια απευθύνθηκε στις αρχές ή εάν μπορούσε να προστατευθεί από το κράτος, με την Αιτήτρια να μην μπορεί να κατανοήσει την ερώτηση και να καταγράφεται στα πρακτικά ότι έγινε επανάληψη της ερώτησης («repeat the question») ενώ στην συνέχεια η Αιτήτρια απαντά με γενικόλογες δηλώσεις που δεν ανταποκρίνονται στο ουσιαστικό περιεχόμενο της ερώτησης (βλ. πρακτικά, ερ. 25). Αντίστοιχα, όταν τίθενται ερωτήματα σχετικά με την εσωτερική μετεγκατάσταση και τη δυνατότητα εγκατάστασής της σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής της, οι απαντήσεις της Αιτήτριας είτε περιορίζονται σε μονολεκτικές αρνήσεις είτε μετατοπίζονται σε άσχετα πραγματικά περιστατικά, χωρίς να απαντούν στο υποθετικό και αξιολογικό σκέλος της ερώτησης (βλ. πρακτικά, σελ. 13–15). Περαιτέρω, σε ερωτήσεις που αφορούν τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων, παρατηρείται σύγχυση ως προς το «πριν» και το «μετά», με τον Λειτουργό να επαναλαμβάνει τα ερωτήματα (δις) και, ακόμη και μετά την επαναδιατύπωσή τους, η Αιτήτρια να μην είναι σε θέση να αποσαφηνίσει το χρονικό πλαίσιο που ζητείται (βλ. πρακτικά, ερ. 25).

 

Περαιτέρω παρατηρώ ότι, παρά τις εμφανείς και καταγεγραμμένες δυσκολίες επικοινωνίας με την Αιτήτρια, ο Λειτουργός σε αρκετά σημεία θέτει πολλαπλά και μακροσκελή ερωτήματα εντός μίας και της αυτής πρότασης, γεγονός που καθιστά αντικειμενικά δυσχερή την κατανόησή τους. Χαρακτηριστικό είναι το ερώτημα στη σελίδα 25 των πρακτικών, όπου ο Λειτουργός, σε συνέχεια της αναφοράς της Αιτήτριας ότι απευθύνθηκε στον στρατό, θέτει σωρευτικά ερωτήματα περί προσφυγής στην αστυνομία ή σε άλλες κρατικές αρχές, περί ενδεχόμενης αναζήτησης νομικής ή οργανωτικής συνδρομής, καθώς και περί των λόγων για τους οποίους δεν προέβη σε τέτοιες ενέργειες, χωρίς να διαχωρίζει τις επιμέρους ερωτήσεις ή να τις απλουστεύει (βλ. ερ. 25  «You told me you reported it to the military. Did you address to the police or other governmental authorities, lawyer or an organization for help regarding the threats you received? If so, what happened? To whom specifiacally? If not, why not?»)

 

Η μορφή αυτή του ερωτήματος, η οποία προϋποθέτει υψηλό επίπεδο γλωσσικής επεξεργασίας και αφαιρετικής κατανόησης, καθιστά εύλογη την αδυναμία της Αιτήτριας να ανταποκριθεί επαρκώς, ιδίως ενόψει του ότι ομιλεί pidgin English και στα ίδια τα πρακτικά αναγνωρίζεται «great difficulty in communication» και ανάγκη πολλαπλής επαναδιατύπωσης των ερωτήσεων (βλ. πρακτικά, σελ. 6 και 8). Το επαναλαμβανόμενο αυτό πρότυπο επικοινωνίας δεν μπορεί εύλογα να αποδοθεί σε έλλειψη αξιοπιστίας ή πρόθεση αποφυγής εκ μέρους της Αιτήτριας, αλλά είναι απολύτως συμβατό με συνθήκες μειωμένης ακουστικής και γλωσσικής κατανόησης, οι οποίες αποτυπώνονται ρητώς στον διοικητικό φάκελο.

 

Παρατηρώ ωστόσο και μία άλλη σημείωση στα πρακτικά της συνέντευξης. Στο ερ. 26 καταγράφεται ότι: «The team leader joined during narrative to observe the communication issues, however that point was without questions so it was not very obvious».

 

Αν και δεν δίδονται περαιτέρω λεπτομέρειες, από τον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα η παρέμβαση του team leader, προκύπτει εύλογα ότι ο Λειτουργός, έχοντας ήδη διαπιστώσει και επισημάνει σε πολλαπλά σημεία δυσχέρειες στην επικοινωνία κατά τη διάρκεια της αφήγησης της Αιτήτριας, θεώρησε αναγκαίο να ζητήσει την παρέμβαση ή παρουσία του επικεφαλής της ομάδας προς αξιολόγηση της κατάστασης. Η ίδια η καταγραφή ότι ο team leader «joined during narrative to observe the communication issues» υποδηλώνει ότι τα προβλήματα επικοινωνίας είχαν γίνει αντιληπτά σε τέτοιο βαθμό ώστε να απαιτείται εποπτική εμπλοκή. Ωστόσο, παρά τη διαπίστωση αυτή, δεν προκύπτει ότι ακολούθησε ουσιαστικός έλεγχος, διευκρινιστικές ερωτήσεις ή λήψη οποιωνδήποτε μέτρων για την αποκατάσταση της επικοινωνίας. Αντιθέτως, η συνέντευξη συνεχίστηκε κανονικά, χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση των διαπιστωμένων δυσχερειών, γεγονός που καθιστά την παρέμβαση αποσπασματική και αναποτελεσματική. Η συγκεκριμένη καταγραφή είναι ενδεικτική πλημμελούς διεξαγωγής της συνέντευξης, καθόσον αποτυπώνει ότι αναγνωρίστηκε πρόβλημα επικοινωνίας ακόμη και σε επίπεδο εποπτείας, χωρίς όμως να διασφαλιστεί στην πράξη η αποτελεσματική κατανόηση και η ουσιαστική ακρόαση της Αιτήτριας.

 

Λίγο πριν από την ολοκλήρωση της συνέντευξης, ο Λειτουργός ρωτά την Αιτήτρια εάν επιθυμεί να προσθέσει οτιδήποτε περαιτέρω, με την Αιτήτρια να απαντά: «I dont know, if you have corrected my date I did not understand». Η δήλωση αυτή είναι εκ πρώτης όψεως ασαφής και δεν καθίσταται ξεκάθαρο από τα πρακτικά τι ακριβώς εννοεί η Αιτήτρια, ήτοι εάν αναφέρεται σε συγκεκριμένη ημερομηνία, σε διόρθωση στοιχείου που αφορά τη διαδικασία ή εάν εκφράζει γενικότερη δυσκολία κατανόησης όσων προηγήθηκαν κατά τη συνέντευξη. Αντί η ασάφεια αυτή να αποσαφηνιστεί με σχετική διευκρινιστική ερώτηση, η απάντηση του Λειτουργού περιπλέκει περαιτέρω το ζήτημα, καθόσον περιορίζεται στη φράση «It is corrected later on, or to be precise I wrote it down because I cannot delete it», η οποία παραπέμπει σε τεχνικό ή διαδικαστικό ζήτημα καταχώρισης, χωρίς να προκύπτει ότι ο Λειτουργός κατανόησε ή διερεύνησε το πραγματικό νόημα της δήλωσης της Αιτήτριας. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν καθίσταται δυνατόν να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα από τα πρακτικά ως προς το τι ακριβώς ανέκυψε στο συγκεκριμένο σημείο της συνέντευξης, ούτε ότι διασφαλίστηκε η πλήρης κατανόηση της Αιτήτριας, γεγονός που ενισχύει τις επιφυλάξεις ως προς την ουσιαστική ποιότητα της επικοινωνίας και της διεξαγωγής της συνέντευξης.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι, στο τέλος της συνέντευξης, η Αιτήτρια ερωτηθείσα κατά πόσο κατανόησε όλες τις ερωτήσεις, απαντά ρητά ότι: «Not all, but the help of interpreter» (βλ. ερ. 19).

 

Η δήλωση αυτή επιβεβαιώνει εκ των υστέρων ότι η διαδικασία δεν διεξήχθη υπό συνθήκες πλήρους κατανόησης, παρά το ότι της ζητήθηκε να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο των πρακτικών. Η τυπική επιβεβαίωση δεν αναιρεί την ουσιαστική αδυναμία κατανόησης που η ίδια έχει ήδη δηλώσει.

 

Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο, προσέτρεξε σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκειμένου να κατανοήσει την γλώσσα την οποία ομιλεί η Αιτήτρια, ήτοι pidgin English. Από την εν λόγω έρευνα, προέκυψαν τα ακόλουθα:

 

·                Το «pidgin English» είναι γλώσσα που περιέχει λεξιλογικά και άλλα χαρακτηριστικά από δύο ή περισσότερες γλώσσες, η οποία χαρακτηρίζεται από απλοποιημένη γραμματική και μικρότερο λεξιλόγιο σε σχέση με τις γλώσσες από τις οποίες προέρχεται, και χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων που δεν έχουν κοινή γλώσσα.[1] Με απλά λόγια, η Pidgin English αποτελεί μείγμα της Αγγλικής με τοπικές γλώσσες, το οποίο επιτρέπει σε άτομα που δεν μοιράζονται κοινή γλώσσα να επικοινωνούν. Ομιλείται ευρέως στη Νιγηρία, στη Γκάνα, στην Γουινέα και στο Καμερούν.[2]

·                Σύμφωνα με άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό English Today,  η Cameroon Pidgin English (CPE) αποτελεί εθνική γλώσσα επικοινωνίας, ομιλούμενη από όλα τα κοινωνικά στρώματα.[3] Ως μία από τις ευρύτερα ομιλούμενες γλώσσες της χώρας, η οποία έχει καλύψει τις επικοινωνιακές ανάγκες των Καμερουνέζων για περισσότερα από 500 έτη και φέρει στοιχεία της ταυτότητας του Καμερούν, η pidgin English διαθέτει τις προϋποθέσεις να αναβαθμιστεί σε επίσημη γλώσσα και να λειτουργήσει ως συμβιβαστικό μέσο κοινωνικοπολιτικής ενσωμάτωσης.[4]

 

·                Σύμφωνα με ανάλυση δημοσιευμένη σε ακαδημαϊκή εκπαιδευτική πλατφόρμα γλωσσικών σπουδών[5], η Cameroon Pidgin English αποτελεί μία από τις σημαντικότερες περιφερειακές γλώσσες επικοινωνίας για εκατομμύρια ομιλητές στη Δημοκρατία του Cameroon. Ωστόσο, όπως συμβαίνει με πολλά pidgin ιδιώματα, η γλώσσα αυτή χαρακτηρίζεται από χαμηλό κοινωνικό κύρος και σπανίως χρησιμοποιείται σε επίσημους τομείς.[6] Επισήμως, η Δημοκρατία του Καμερούν είναι δίγλωσση (αγγλικά/γαλλικά), με την Cameroon Pidgin English να λειτουργεί ως περιφερειακή γλώσσα επικοινωνίας, χρησιμοποιούμενη συχνότερα από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα και να απολαμβάνει μεγαλύτερης αποδοχής μεταξύ αγγλόφωνων σε σύγκριση με γαλλόφωνους πληθυσμούς. Αν και η γλώσσα είναι κυρίως αγγλο-λεξικοποιημένη, είναι σε μεγάλο βαθμό μη κατανοητή με την πρότυπη Αγγλική.[7] Επιπλέον, τουλάχιστον δώδεκα άλλες ινδοευρωπαϊκές και νιγηροκονγκολέζικες γλώσσες συμβάλλουν στο λεξιλόγιό της.[8]

 

·                Παρόμοια με άλλες χώρες της Δυτικής Αφρικής, η Cameroon Pidgin English συνυπάρχει με την επίσημη αγγλική ποικιλία που είναι γνωστή ως Cameroon English.[9] Η Cameroon English και η Πρότυπη Αγγλική ασκούν διαρκή επιρροή στην pidgin, σε βαθμό ώστε λίγοι ομιλητές επιλέγουν να ταυτιστούν ρητά με την pidgin, αντί των επίσημων ποικιλιών. [10]

 

·                Περαιτέρω, σύμφωνα με έτερη μελέτη δημοσιευμένη στο επιστημονικό περιοδικό International Journal of Language and Linguistics and Culture, η γλώσσα Cameroon Pidgin English διαθέτει εκτεταμένο λεξιλόγιο προερχόμενο από την αγγλική γλώσσα, τη γαλλική, την πορτογαλική, καθώς και από τοπικές γλώσσες του Cameroon.[11] Το γεγονός αυτό οφείλεται στις ιστορικές επαφές και στις οικονομικές αλληλεπιδράσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ των ομιλητών των γλωσσών αυτών. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η αγγλική αποτελεί τη βασική γλώσσα. Πάνω από το 60% του λεξιλογίου του Cameroon Pidgin English προέρχεται από την αγγλική γλώσσα. Κατά συνέπεια, η αγγλική θεωρείται η «γλώσσα κύρους» σε σχέση με την Cameroon Pidgin English.[12]

 

·                Η έντονη παρουσία αγγλικών λέξεων έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι είναι δύσκολο να χαραχθεί σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ της αγγλικής και της Cameroon Pidgin English.[13] Η εν λόγω μελέτη επιχείρησε να εξετάσει την ορθότητα αυτής της παραδοχής. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι, παρόλο που ορισμένες λέξεις εμφανίζονται μορφολογικά όμοιες και στις δύο γλώσσες, η σημασία τους στην Cameroon Pidgin English έχει υποστεί σημαντικές σημασιολογικές μεταβολές σε σχέση με την εννοιολογική χρήση τους στη βρετανική αγγλική.

 

·                Περαιτέρω επισημαίνεται ότι όπως έχει κριθεί, έχει αναγνωριστεί η διάκριση μεταξύ της Πρότυπης Αγγλικής και της Cameroonian Pidgin English. Ειδικότερα, σύμφωνα με δημοσίευμα του πρακτορείου ειδήσεων Reuters, το Εφετείο των Ηνωμένων Πολιτειών έκρινε ότι οι δικαστές οφείλουν να εξετάζουν εάν πρόσωπα που μιλούν διαλέκτους της αγγλικής γλώσσας κατανοούν επαρκώς την αμερικανική πρότυπη αγγλική ή εάν απαιτείται η παροχή διερμηνέα.[14]

 

·                Στην ως άνω απόφαση (B.C. v. Attorney General, No 19-1408, 1.9.2021), το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν άδικο να απορριφθεί αίτημα ασύλου πολίτη του Καμερούν, ο οποίος μιλούσε «Pidgin» English, καθόσον κατέστη σαφές ότι δεν διέθετε επαρκή γνώση της Πρότυπης Αγγλικής. Επισημάνθηκε δε ότι ο δικαστικός στενογράφος είχε καταγράψει την κατάθεσή του ως «μη καταληπτή» σε 36 διαφορετικά σημεία, γεγονός που ανέδειξε ουσιώδες έλλειμμα κατανόησης της διαδικασίας.[15]

 

·                Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η Cameroonian Pidgin English έχει εξελιχθεί σε διακριτή γλωσσική μορφή με δική της γραμματική και δομή, ξεχωριστή από την πρότυπη Αγγλική. Η γνώση της pidgin δεν συνεπάγεται αυτόματα επάρκεια ή πλήρη κατανόηση της πρότυπης αγγλικής.[16] Παρότι οι ομιλητές της «Pidgin» English ενδέχεται να αντιλαμβάνονται τη γλώσσα τους ως «μια εκδοχή» της «Πρότυπης» Αγγλικής, ένα πρόσωπο που είναι επαρκές στην «Pidgin» English δεν είναι αυτομάτως επαρκές και στην «Πρότυπη» Αγγλική.

 

·                Το Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση για νέα ακρόαση με την παροχή διερμηνέα και πλήρη εξέταση όλων των στοιχείων, κρίνοντας ότι οι αρχές οφείλουν να διαπιστώνουν συγκεκριμένα εάν ο αλλοδαπός που μιλά μορφή ή διάλεκτο της αγγλικής δύναται πράγματι να κατανοήσει και να συμμετάσχει ουσιαστικά στη διαδικασία χωρίς διερμηνέα.[17]

·                Σύμφωνα με έτερο άρθρο, πολλοί ομιλητές της αγγλικής γλώσσας Pidgin του Καμερούν αντιμετώπισαν γλωσσικά εμπόδια, καθώς ορισμένοι υπάλληλοι ασύλου και δικαστές δεν αξιολόγησαν επαρκώς την ανάγκη τους για διερμηνέα.[18]

 

Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω ευρήματα της έρευνας, προκύπτει ότι η Cameroon Pidgin English συνιστά διακριτή γλωσσική μορφή με ιδιοτυπική γραμματική, σύνταξη και σημασιολογικές αποκλίσεις, η οποία, παρά τον αγγλο-λεξικοποιημένο χαρακτήρα της, δεν ταυτίζεται ούτε εξασφαλίζει αυτομάτως λειτουργική επάρκεια στην Πρότυπη Αγγλική, ιδίως για σκοπούς σύνθετης και επίσημης διαδικασίας όπως η εξέταση αιτήματος ασύλου. Υπό το πρίσμα αυτό, η απλή καταγραφή ότι η Αιτήτρια «She talks pidgin English but there is no availability at the moment as I was informed. She has been informed over her right to reschedule, but she wants to continue. The interpreter is very supportive» (βλ. ερ. 29), δεν αρκεί για να τεκμηριώσει επαρκή κατανόηση των ερωτήσεων και ουσιαστική συμμετοχή της στη διαδικασία χωρίς κατάλληλη γλωσσική υποστήριξη, πολλώ δε μάλλον όταν στα ίδια τα πρακτικά περιλαμβάνονται επανειλημμένες υπηρεσιακές σημειώσεις περί «great difficulty in communication», ανάγκης επαναδιατύπωσης των ερωτήσεων κατ’ ελάχιστον πέντε φορές και αδυναμίας κατανόησης.

 

Συνολικά, από το σύνολο των πρακτικών και της ιατρικής τεκμηρίωσης προκύπτει ότι η συνέντευξη διεξήχθη υπό συνθήκες που δεν διασφάλιζαν ουσιαστική κατανόηση και αποτελεσματική επικοινωνία: το πρόβλημα ακοής της Αιτήτριας, η απουσία κατάλληλης διερμηνείας στη γλώσσα που πραγματικά κατανοεί, οι επίσημες παραδοχές δυσχέρειας επικοινωνίας και η εμφανής ασυνέπεια μεταξύ ερωτήσεων και απαντήσεων συνθέτουν διαδικασία που δεν πληροί τις απαιτήσεις δίκαιης ακρόασης, με αποτέλεσμα η αξιολόγηση της αξιοπιστίας και της ουσίας των ισχυρισμών της να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι ερείδεται σε επαρκή και αξιόπιστη βάση. Τούτο δε αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει του ότι ο πυρήνας της αίτησης της Αιτήτριας εδράζεται σε σοβαρό ισχυρισμό έμφυλης και σεξουαλικής βίας, και δη σε ισχυρισμό βιασμού από πρόσωπο συνδεόμενο με ένοπλες ομάδες (Ambazonians) και στοχοποίηση της από τις ομάδες αυτές, ο οποίος, εφόσον διερευνηθεί και κριθεί βάσιμος, δύναται να θεμελιώσει ακόμη και λόγο αναγνώρισης διεθνούς προστασίας είτε υπό το καθεστώς του πρόσφυγα είτε, επικουρικώς, υπό το καθεστώς επικουρικής προστασίας.

 

Φρονώ, συνεπώς, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν οποιοδήποτε ουσιαστικό μέτρο, ακόμη και όταν το γλωσσικό και επικοινωνιακό εμπόδιο κατέστη προφανές, με αποτέλεσμα τη δημιουργία συγκεχυμένου και αναξιόπιστου πρακτικού, το οποίο οδήγησε εν τέλει, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση, σε δυσμενή κρίση περί της αξιοπιστίας της Αιτήτριας εκ μέρους της Διοίκησης.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, καταλήγω ότι ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως επί του ζητήματος της παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης, λόγω πλημμελούς διεξαγωγής της προσωπικής συνέντευξης και ανεπαρκούς γλωσσικής και επικοινωνιακής υποστήριξης, ευσταθεί και επιτυγχάνει.

 

Η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου

 

Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, το Δικαστήριο καλείται να τοποθετηθεί ως προς την έκταση και τον τρόπο άσκησης της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του, υπό το φως και της πρόσφατης και παγιωμένης νομολογίας του Διοικητικού Εφετείου. Το ζήτημα που ανακύπτει δεν είναι αν το παρόν Δικαστήριο διαθέτει, κατ’ αρχήν, την εξουσία να προβεί σε ουσιαστικό έλεγχο της αίτησης διεθνούς προστασίας, αλλά αν, υπό τις συγκεκριμένες δικονομικές και πραγματικές συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, είναι εφικτό και θεσμικά επιτρεπτό να το πράξει χωρίς να υποκαταστήσει τη Διοίκηση.

 

Έχει ήδη διαπιστωθεί ότι η πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας διεξήχθη κατά παράβαση ουσιωδών διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπει ο νόμος και το ενωσιακό δίκαιο για τη διασφάλιση ουσιαστικής ακρόασης και αποτελεσματικής επικοινωνίας. Οι πλημμέλειες αυτές αφορούν, ιδίως, τον τρόπο διεξαγωγής της προσωπικής συνέντευξης υπό συνθήκες αποδεδειγμένης ακουστικής δυσχέρειας της Αιτήτριας, τη μη εξασφάλιση κατάλληλης και ουσιαστικά προσαρμοσμένης γλωσσικής υποστήριξης, ανταποκρινόμενης στη γλωσσική μορφή μέσω της οποίας η Αιτήτρια είναι σε θέση να εκφραστεί και να κατανοήσει αποτελεσματικά, καθώς και τη μη ουσιαστική αντιμετώπιση των επανειλημμένα καταγεγραμμένων δυσκολιών επικοινωνίας. Πρόκειται για ελλείμματα που δεν περιορίζονται σε επιμέρους ή τυπικά στάδια της διαδικασίας, αλλά διαπερνούν το κρίσιμο στάδιο συγκρότησης του πραγματικού υποβάθρου της υπόθεσης και επηρεάζουν ευθέως την αξιοπιστία των στοιχείων επί των οποίων στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Ανακύπτει, συνεπώς, το ερώτημα κατά πόσον το παρόν Δικαστήριο δύναται, ασκώντας την πλήρη και ex nunc δικαιοδοσία του, να «θεραπεύσει» τις εν λόγω πλημμέλειες προχωρώντας το ίδιο σε ουσιαστική αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας, λαμβάνοντας υπόψη εκ των υστέρων το ακουολογικό πρόβλημα και τη γλωσσική δυσχέρεια της Αιτήτριας.

 

Καθοριστική ερμηνευτική καθοδήγηση ως προς το πλαίσιο άσκησης της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου παρέχουν οι πολύ πρόσφατες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου στις υποθέσεις B.A.[19], M.A.L.[20] M.Y.A.L.[21]. Από τη μελέτη της εν λόγω νομολογίας προκύπτει ότι η πλήρης και ex nunc εξέταση δεν συνιστά υποχρέωση του πρωτόδικου δικαστηρίου να αποφαίνεται σε κάθε περίπτωση επί της ουσίας των αναγκών διεθνούς προστασίας, αλλά κατοχύρωση της δυνατότητας να προβεί σε τέτοια εξέταση, εφόσον αυτό είναι δικονομικά και θεσμικά εφικτό υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης.

 

Ειδικότερα, το Διοικητικό Εφετείο έχει αναγνωρίσει ότι, σε περίπτωση διαπίστωσης παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης στο πρωτογενές διοικητικό στάδιο, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαθέτει διακριτές δικονομικές επιλογές, οι οποίες δεν εφαρμόζονται μηχανιστικά αλλά συναρτώνται με τη φύση, τη βαρύτητα και την έκταση της πλημμέλειας, καθώς και με το κατά πόσον η θεραπεία αυτής μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να διακυβευθούν ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις. Ειδικότερα, το Εφετείο έχει ρητώς αναγνωρίσει στην M.A.L. ότι:

 

«Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου, αν το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνει ότι το δικαίωμα ακρόασης του αιτητή παραβιάστηκε από την εκ της Υπηρεσίας Ασύλου πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, έχει -στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειάς του -τις ακόλουθες επιλογές:

 

(α) μεσούσης της δίκης, να διατάξει την Υπηρεσία Ασύλου να παράσχει στον αιτητή το δικαίωμα ακρόασης και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα συναφή πορίσματά της, δηλαδή το πρακτικό ή/και την απομαγνηματοφώνηση της συνέντευξης ή/και τις θέσεις της Υπηρεσίας Ασύλου επί των διαλαμβανόμενων κατά τη συνέντευξη·

 

(β) να υποβάλει το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο τον αιτητή, αν το κρίνει αναγκαίο (βλ. Β. Α. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω), σε προσωπική συνέντευξη, τηρώντας τις προς τούτο διαδικαστικές εγγυήσεις τις οποίες θέτει η Οδηγία 2013/32/ΕΕ·

 

(γ) αν κρίνει ότι η επιλογή (β) δεν είναι εφικτή, τότε απόκειται σε αυτό να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και να αναπέμψει την υπόθεση σε αυτήν ώστε η τελευταία να προβεί σε επανεξέταση, χορηγώντας το δικαίωμα ακρόασης και τηρώντας τις διαδικαστικές εγγυήσεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ».

 

Από τη συλλογιστική του Εφετείου προκύπτει ότι οι δυνατότητες αυτές δεν εφαρμόζονται μηχανιστικά, αλλά συναρτώνται με τη φύση, τη βαρύτητα και την έκταση της διαπιστωθείσας πλημμέλειας, καθώς και με το εάν η θεραπεία αυτής μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να διακυβευθεί η παροχή ουσιωδών διαδικαστικών εγγυήσεων.

 

Υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας, το παρόν Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσον οι διαπιστωθείσες πλημμέλειες θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να θεραπευθούν εντός της δικαστικής διαδικασίας, είτε μέσω παροχής συμπληρωματικής ακρόασης είτε μέσω διενέργειας προσωπικής συνέντευξης από το ίδιο το Δικαστήριο. Εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και την έκταση των πλημμελειών που εντοπίζονται στην παρούσα υπόθεση, και ιδίως το γεγονός ότι αυτές αφορούν τον συνολικό τρόπο και τη μεθοδολογία της πρωτοβάθμιας εξέτασης υπό συνθήκες αποδεδειγμένης δυσχέρειας ακοής και γλωσσικής κατανόησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι τέτοια θεραπεία δεν είναι θεσμικά πρόσφορη.

 

Και τούτο διότι η εκ των υστέρων δικαστική αναπλήρωση των αναγκαίων εγγυήσεων αποτελεσματικής επικοινωνίας δεν θα συνιστούσε ουσιαστική αποκατάσταση της παραβίασής τους, αλλά θα οδηγούσε, στην πράξη, σε μετατόπιση του πρωτογενούς διοικητικού ρόλου διερεύνησης της αίτησης στο δικαστικό στάδιο, κατά τρόπο ασύμβατο με τη φύση της διαδικασίας ασύλου. Οι εγγυήσεις αυτές όφειλαν να είχαν ενεργοποιηθεί πριν και κατά το πρωτογενές διοικητικό στάδιο, ώστε να διασφαλιστεί ότι η Αιτήτρια μπορούσε πράγματι να κατανοήσει τις ερωτήσεις και να εκθέσει με σαφήνεια και πληρότητα τους ισχυρισμούς της.

 

Η αδυναμία αυτή δεν ερείδεται σε έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αλλά στις συγκεκριμένες συνθήκες της υπόθεσης. Η εξασφάλιση ουσιαστικής ακρόασης μέσω κατάλληλης γλωσσικής και επικοινωνιακής υποστήριξης αποτελεί προϋπόθεση νομιμότητας της διοικητικής διαδικασίας και δεν δύναται να αναπληρωθεί, με ασφάλεια, εκ των υστέρων.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, και δεδομένου ότι το ελάττωμα στην παρούσα υπόθεση αφορά θεμελιώδη στάδια της πρωτογενούς διοικητικής διαδικασίας μέσω της οποίας όφειλαν να εξακριβωθούν κρίσιμα πραγματικά δεδομένα και να διασφαλιστεί η παροχή των αναγκαίων διαδικαστικών εγγυήσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μόνη θεσμικά επιτρεπτή και νομικά ορθή συνέπεια είναι η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναπομπή της υπόθεσης στη Διοίκηση.

 

Η προσέγγιση αυτή συνάδει πλήρως με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία η πλήρης και ex nunc εξέταση του άρθρου 46 παρ. 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ δεν συνεπάγεται υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να εξετάζει πάντοτε την ουσία των αναγκών διεθνούς προστασίας, ιδίως όταν διαπιστώνεται ότι δεν έχουν διασφαλιστεί οι θεμελιώδεις δικονομικές εγγυήσεις στο πρωτογενές στάδιο και η αποφαινόμενη αρχή είναι καταλληλότερη να προβεί στην απαιτούμενη εξειδικευμένη αξιολόγηση.

 

Σχετικά είναι και τα όσα έχει ήδη αναλύσει το παρόν Δικαστήριο με την πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση A.N.I.[22] τα οποία τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής. Όπως εκεί επισημάνθηκε, ο ρόλος του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, ακόμη και υπό το πρίσμα της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του, παραμένει κατ’ ουσίαν ρόλος ελέγχου της διοικητικής δράσης ως προς τη νομιμότητα και την επάρκεια της διαδικασίας και δεν εκτείνεται σε υποκατάσταση της Διοίκησης μέσω διεξαγωγής εκ νέου και εξ υπαρχής της διαδικασίας ασύλου. Η αρχή της μη υποκατάστασης διατηρεί ιδιαίτερη σημασία όταν η πλημμέλεια αφορά θεμελιώδη στάδια της πρωτογενούς διοικητικής διαδικασίας, όπως είναι, εν προκειμένω, η παράλειψη παροχής κατάλληλου διερμηνέα και η λήψη υπόψη του θέματος με την ακοή της, το οποίο αντιμετωπίζει η Αιτήτρια και η παροχή των κατάλληλων διαδικαστικών εγγυήσεων που όφειλαν να προηγηθούν της λήψης απόφασης.

 

Όπως επεξήγησα και στην A.N.I. η προσέγγιση αυτή συνάδει πλήρως με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε ιδίως στις αποφάσεις Alheto, Addis και CV, από τις οποίες προκύπτει ότι η πλήρης και ex nunc εξέταση του άρθρου 46 παρ. 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ δεν συνεπάγεται υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να εξετάζει πάντοτε την ουσία των αναγκών διεθνούς προστασίας. Αντιθέτως, η εν λόγω εξέταση μπορεί, κατά περίπτωση, να περιορίζεται στις διαδικαστικές πτυχές της αίτησης, ιδίως όταν το δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αποφαινόμενη αρχή είναι καταλληλότερη να προβεί στην απαιτούμενη εξειδικευμένη αξιολόγηση ή όταν δεν έχουν διασφαλιστεί οι θεμελιώδεις δικονομικές εγγυήσεις στο πρωτογενές στάδιο. Η δε πρόσφατη απόφαση Barouk[23] δεν αναιρεί την πιο πάνω προσέγγιση, αλλά την επιβεβαιώνει, καθόσον αναγνωρίζει μεν τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διαθέτει πρόσθετα δικονομικά εργαλεία για την ουσιαστική εκτίμηση μιας αίτησης, πλην όμως δεν επιβάλλει την υποκατάσταση της Διοίκησης ούτε τη θεραπεία συνολικά θεμελιωδώς ελαττωματικών διοικητικών διαδικασιών. Η δυνατότητα συμπλήρωσης του φακέλου λειτουργεί επικουρικά και προϋποθέτει μια κατά τα λοιπά νόμιμη, αντικειμενική και διεξοδική διοικητική έρευνα.

 

Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο δεν στερείται των αναγκαίων στοιχείων λόγω απλής ελλιπούς διερεύνησης, αλλά εξαιτίας θεμελιώδους διοικητικής παράλειψης που αφορά τη διασφάλιση ουσιαστικής ακρόασης της Αιτήτριας υπό συνθήκες αποδεδειγμένης ακουστικής δυσχέρειας και περιορισμένης γλωσσικής κατανόησης, καθώς και τη μη ενεργοποίηση των προβλεπόμενων διαδικαστικών εγγυήσεων αποτελεσματικής επικοινωνίας.

 

Εν προκειμένω, η διαπιστωθείσα πλημμέλεια αφορά θεμελιώδη στάδια της πρωτογενούς διοικητικής διαδικασίας, τα οποία όφειλαν να προηγηθούν της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και να διαμορφώσουν το ουσιαστικό και πραγματικό της υπόβαθρο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι η θεραπεία της πλημμέλειας εντός της δικαστικής διαδικασίας δεν είναι θεσμικά πρόσφορη, καθότι θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της Διοίκησης αλλά και, κυρίως, σε υπονόμευση των διαδικαστικών εγγυήσεων που όφειλαν να παρασχεθούν στην Αιτήτρια λόγω των ειδικών επικοινωνιακών και ακουστικών περιορισμών της. Συνεπώς, οι επιλογές (α) και (β), όπως αυτές προσδιορίζονται από το Διοικητικό Εφετείο στην M.A.L., δεν κρίνονται εν προκειμένω πρόσφορες.

 

Υπό το πρίσμα αυτό, και λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα πραγματικά και νομικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, το παρόν Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν υφίσταται άλλη θεσμικά επιτρεπτή και δικονομικώς πρόσφορη επιλογή, ικανή να διασφαλίσει αποτελεσματικά τις ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις της Αιτήτριας, πέραν της ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Υπό το φως του συνόλου των πιο πάνω διαπιστώσεων, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ν. 73(Ι)/2018 με έξοδα €1000 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.

 

Η υπόθεση αναπέμπεται στους Καθ’ ων η αίτηση προς επανεξέταση, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα διά της παρούσας απόφασης και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας. Νοείται ότι, κατά την επανεξέταση της επίδικης υπόθεσης, οι Καθ’ ων η αίτηση δεσμεύονται από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου που αποτυπώνονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης και οφείλουν να συμμορφωθούν πλήρως προς το παραγόμενο δεδικασμένο, διασφαλίζοντας την τήρηση των ουσιωδών διαδικαστικών εγγυήσεων της Αιτήτριας, ιδίως δε την παροχή ουσιαστικής ακρόασης μέσω κατάλληλης και αποτελεσματικής γλωσσικής υποστήριξης και διερμηνείας, προσαρμοσμένης στο πραγματικό επίπεδο γλωσσικής κατανόησης και στις ειδικές επικοινωνιακές ανάγκες της.

 

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση οφείλουν να προβούν τάχιστα στις επιβαλλόμενες ενέργειες, ούτως ώστε το αίτημα διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας να εξεταστεί άμεσα και χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση.

 

 

 

            ΕΡήγαΔ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] BBC, Pidgin - West African lingua franca, November 2016, https://www.bbc.com/news/world-africa-38000387, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/02/2026)

[2] Ο.π.

[3] English Today, The status of pidgin English in the Cameroonian Tower of Babel, December 2017, https://www.cambridge.org/core/journals/english-today/article/abs/status-of-pidgin-english-in-the-cameroonian-tower-of-babel/12162C3F29B2552897D19D557DBFF51E, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/02/2026)

[4] Ο.π.

[5] Academic Marker, Reading Practice: Cameroon Pidgin English, https://academicmarker.com/skills-practice/reading-skills/reading-practice/reading-practice-cameroon-pidgin-english/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/02/2026)

[6] Ο.π.

[7] Ο.π.

[8] Ο.π.

[9] Ο.π.

[10] Ο.π.

[11] Βλ. άρθρο δημοσιευμένο στο International Journal of Language and Linguistics and Culture, εκδ. SLOAP, διαθέσιμο στο: https://sloap.org/journals/index.php/ijllc/article/view/215, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/02/2026)

[12] Ο.π.

[13] Βλ. άρθρο δημοσιευμένο στο International Journal of Language and Linguistics and Culture, εκδ. SLOAP, διαθέσιμο στο: https://sloap.org/journals/index.php/ijllc/article/view/215, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/02/2026)

[16] Ο.π.

[17] B.C. v. Attorney General, No. 19-1408 (1 Σεπτεμβρίου 2021), https://www2.ca3.uscourts.gov/opinarch/191408p.pdf

[18] The Progressive Magazine, A Cry for Cameroon: How the United States Failed Refugees, 2022, https://progressive.org/latest/cry-for-cameroon-seibert-220326/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/02/2026)

 

[19] Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ν. B.A., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 12/2025, 18.12.2025.

[20] Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ν. M.A.L., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 19/2025, 18.12.2025.

[21] Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ν. M.Y.A.L., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 13/2025, 18.12.2025.

[23] C-283/24, Barouk.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο