ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 1621/2023
26 Φεβρουαρίου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
E. B. Β.
Αιτητής
ΚΑΙ
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Τ. Μπετίτο (κος), για Πιερίδης και Πιερίδης, Δικηγόροι για Αιτητή
Ε. Παραδεισιώτη (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ.ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή του ο Αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 31/03/2023 η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 26/05/2023 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης, αντισυνταγματικής και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (εφεξής «Δ.Φ.») που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, ο Αιτητής είναι ενήλικας υπήκοος του Καμερούν και στις 12/12/2019 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Στις 02/03/2023 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (European Union Asylum Agency, στο εξής αναφερόμενη ως «EUAA,»). Στις 24/03/2023, ο λειτουργός της EUAA ετοίμασε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή. Στις 31/03/2023, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου αποφάσισε όπως να μην παραχωρηθεί στον αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Στις 26/05/2023 η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς τον Αιτητή σχετικά με την απόρριψη του αιτήματός του. Η επιστολή, παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή την ίδια μέρα, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία δήλωσε ότι κατανοεί (αγγλικά).
Στη συνέχεια, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή.
Ο συνήγορος του αιτητή στα πλαίσια της προσφυγής και της γραπτής αγόρευσης, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, τους οποίους εν τέλει εγκατέλειψε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων και διατήρησε μόνο τους λόγους ακύρωσης που αφορούν α) Η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της ορθής και/ή νόμιμης διαδικασίας και παραβιάστηκε το άρθρο 13 του Περί Προσφύγων Νόμου, β) Μη δέουσα έρευνα, γ) Παράλειψη εξέτασης από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για συμπληρωματική προστασία, δ) Οι αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου δεν έχουν τηρηθεί, καθότι δεν δόθηκε στον αιτητή η ευκαιρία να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις ή/και να παράσχει διευκρινήσεις προφορικά ή/και γραπτώς σε σχέση με τυχόν εσφαλμένες μεταφράσεις ή παρερμηνείες πριν τη λήψη απόφασης. Ενόψει των δηλώσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή, όλοι οι λόγοι ακύρωσης ως καταγράφονται στην προσφυγή, πέραν από τους λόγους ακύρωσης που παρατέθηκαν ανωτέρω, αποσύρονται και απορρίπτονται.
Δια της γραπτής τους αγόρευσης, οι Καθ' ων η αίτηση υποβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και των Κανονισμών, είναι αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ' ων η αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου, και λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη.
Έχω εξετάσει προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις και των δύο πλευρών, υπό το φως του περιεχομένου του οικείου διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων.
Ενόψει των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, στο βαθμό που αυτοί έχουν δικογραφηθεί και αναπτυχθεί στη γραπτή αγόρευση του αιτητή.
Αποτελεί βασικό άξονα της επιχειρηματολογίας του αιτητή, ο ισχυρισμός ότι η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της νόμιμης διαδικασίας και παραβιάστηκε το άρθρο 13 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ισχυρίζεται εν ολίγοις ότι το χρονικό διάστημα της συνέντευξης ήταν ελάχιστο, με αποτέλεσμα να μην γίνει ορθά η αξιολόγηση.
Αναφορικά με τη διάρκεια της συνέντευξης, παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποθ. αρ. 1673/2010, Edward Eskandaz και Κυπριακή Δημοκρατία, ημερ. 04/07/2013, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Επιπρόσθετα, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι η προσωπική συνέντευξη έγινε πέντε (5) χρόνια, μετά την υποβολή της αίτησης, διήρκεσε μιάμιση ώρα, με διερμηνεία από τα αραβικά στα αγγλικά και το αντίστροφο, αυτό σημαίνει ότι σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται σε οποιονδήποτε αιτητή να εκθέσει διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους αιτείται άσυλο, όπως απαιτείται από το Νόμο και την Οδηγία 2005/85/ΕΚ.
Σε συμφωνία με τη δικηγόρο των καθ΄ων η αίτηση, θα πρέπει ν΄ απορριφθεί και αυτό το σκέλος του ισχυρισμού του αιτητή.
Ο Νόμος δεν καθορίζει ούτε πότε θα πρέπει να καλέσει η Υπηρεσία Ασύλου τον αιτητή για συνέντευξη, ούτε και πόση διάρκεια θα έχει. Πρόκειται δε για την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων και όχι για την ταχύρρυθμη διαδικασία (βλ. άρθρο 12 Δ), όπου κατά προτεραιότητα και όχι αργότερα από 30 ημέρες από την ημέρα υποβολής της αίτησης εξετάζονται από την Υπηρεσία Ασύλου αιτήσεις που, κατά την κρίση του αρμόδιου λειτουργού, εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 12, 12 Α και 12 Β του Νόμου. Περαιτέρω, ο αιτητής ερωτήθηκε τα σημαντικά στον πυρήνα του αιτήματος του και η αίτησή του εξετάστηκε ενδελεχώς.»
Στην περίπτωση του αιτητή, παρατηρώ από το πρακτικό της συνέντευξης ότι τέθηκαν σε αυτόν αρκετές και ουσιαστικές ερωτήσεις, με τις οποίες δόθηκε πραγματικά η ευκαιρία στον αιτητή να προβάλλει και να εξειδικεύσει τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του. Συνεπώς, ενόψει των ως έχουν αναφερθεί, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί του μη αφιέρωσης του απαραίτητου χρόνου επεξεργασίας των δεδομένων του αιτητή, λόγω της σύνταξης της έκθεσης - εισήγησης από τον αρμόδιο λειτουργό στις 24/03/2023 και της έγκρισής της από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στις 31/03/2023, το άρθρο 13(5) προβλέπει ότι «Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά για την ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της κανονικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων, με την επιφύλαξη της διασφάλισης της κατάλληλης και πλήρους εξέτασης.».
Δεν υπάρχει καμία διάταξη στον Περί Προσφύγων Νόμο που να καθιστά παράνομη την σύνταξη της έκθεσης εισήγησης εντός σύντομου χρονικού διαστήματος και ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως νόμω και ουσία αβάσιμος.
Ακολούθως, θα προχωρήσω να εξετάσω τον ισχυρισμό ότι οι αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, δεν έχουν τηρηθεί.
Ο συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται ότι δεν παρασχέθηκε η ευκαιρία στον αιτητή να διατυπώσει γραπτώς τυχόν παρατηρήσεις προφορικώς και/ή γραπτώς σε σχέση με τυχόν εσφαλμένες μεταφράσεις ή παρερμηνείες στο τέλος της προσωπικής συνέντευξης βάση του άρθρου 18 (2 Α) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται καθότι κατά τη λήξη της συνέντευξης, ο αιτητής υπέγραψε το πρακτικό της συνέντευξης (βλ. ερυθρό 25 του διοικητικού φακέλου), όπου πάνω από την υπογραφή του υπάρχει η εξής φράση: «I, the undersigned, confirm that all information in the transcript is true and accurate. Ι have fully understood […] all the information provided by the competent officer regarding the asylum procedures, concerning my rights and obligations and the questions addressed to me. I confirm that the recorded responses accurately reflect my statements. Therefore, I declare that I do not wish to change any of my statements nor to question any of the information submitted in the interview». Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ήταν παρών ο μεταφραστής ο οποίος μετέφραζε στα Αγγλικά (βλ. ερυθρά 37 και 25 του διοικητικού φακέλου).
Θα προχωρήσω να εξετάσω τον λόγο ακύρωσης που διατήρησε ο συνήγορος του Αιτητή, ήτοι τον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση.
Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).
Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του Αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του καθότι κινδύνευε η ζωή του. Ειδικότερα, όπως κατέγραψε, αυτό οφείλετο στο πρόβλημα που επικρατεί στη χώρα του, ανάμεσα στους Ambazonians και την κυβέρνηση. Ως κατέγραψε, η μητέρα του ανήκε στην δικαστική αρχή («judicial authority») και ως εκ τούτου οι αυτονομιστές πίστευαν ότι ο Αιτητής ήταν πληροφοριοδότης του στρατού. Ο Αιτητής αναφέρθηκε στον εμπρησμό της οικίας του και στην αναγκαστική μεταφορά των δύο τέκνων του και της συντρόφου του σε δικαστικό στρατόπεδο («camp»), όπου εκεί κρυβόταν και η μητέρα του, όπως επίσης αναφέρθηκε και σε διάφορες περιπτώσεις που σχεδίαζαν (οι μαχητές) να τον απαγάγουν όμως ο Αιτητής διέφευγε. Η κατάσταση έγινε για τον Αιτητή δύσκολη αφού οι αυτονομιστές επιχείρησαν ξανά να τον αιχμαλωτίσουν, με αποτέλεσμα να διαφύγει και να φτάσει στην Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. ερυθρό 1 του Δ.Φ.).
Κατά την διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι πατέρας δύο παιδιών τα οποία βρίσκονται μαζί με την μητέρα και την σύντροφο του στην χώρα καταγωγής του και με τους οποίους διατηρεί τακτική επικοινωνία. Οι γονείς του Αιτητή είναι διαζευγμένοι, ο μεν πατέρας του διαβιεί στην πόλη Mamfe και η μητέρα του μαζί με τη σύντροφο και τα τέκνα του βρίσκονται στην πόλη Buea. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αναφορικά με την εργασιακή του εμπειρία ο Αιτητής στην χώρα του εργαζόταν σε δίκτυο τηλεπικοινωνιών στην Bafoussam από το 2016 μέχρι το 2018. Επιπλέον, ανέφερε ότι τον Οκτώβριο του 2018 πέτυχε σε διαγωνισμό για εισδοχή του στην αστυνομία και επρόκειτο να ξεκινήσει εκπαίδευση. Ως τόπο καταγωγής του ο Αιτητής δήλωσε την πόλη Buea όπου έζησε μέχρι τα 4 του, μετά μετακόμισε στην Mamfe για να ζήσει με τον πατέρα του και μετά το 1999 επέστρεψε στην Buea για να ζήσει με την μητέρα του στον στρατιωτικό καταυλισμό μέχρι το 2007, μετά πήγε στο πανεπιστήμιο στην Yaound? μέχρι το 2012, ακολούθως επέστρεψε στην Buea για να σπουδάσει μεταξύ του 2014-2015. Τέλος, πήγε να εργαστεί στην Bafoussam το 2018 και μετά επέστρεψε στην Buea τον Φεβρουάριο του 2018 μέχρι και τον Αύγουστο του 2018, όπου εν τέλει μετακόμισε σε ένα φίλο του στην Yaound? από τον Σεπτέμβριο 2018- Δεκέμβριο του 2019, όπου και εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του.
Στο πλαίσιο της ελεύθερής του αφήγησης, αναφορικά με τους λόγους που τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει την χώρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι μετά τα αποτελέσματα του διαγωνισμού της αστυνομίας τον Αύγουστο του 2018, θα μετακινούνταν στην πόλη Yaound? για την επικείμενη εκπαίδευση στην αστυνομία. Περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2018, ο Αιτητής έλαβε μήνυμα από άγνωστο αριθμό τηλεφώνου, κατά το οποίο τον προειδοποιούσαν ότι ακόμα και αν προβεί στην εκπαίδευση ως Αστυνομικός Διοικητής («Police Commissioner»), θα σκοτώσουν αυτόν, τα μέλη της οικογένειάς του και θα κάψουν το σπίτι του στην Boumaka. Αμέσως, ο Αιτητής επικοινώνησε με την μητέρα του, η οποία βρισκόταν στην Kumba και οι απειλές συνεχίστηκαν και την επόμενη μέρα. Ακολούθως, ο Αιτητής δεχόταν πιέσεις από μέλη της οικογένειάς του για να παραιτηθεί από την εκπαίδευση, ωστόσο δεν τα παράτησε και στις αρχές Νοεμβρίου του 2018 ταξίδεψε στην Yaound?. Εκεί συνάντησε κάποιον φίλο του Διοικητή και μετά την εξιστόρηση της ιστορίας του, τον ενθάρρυνε να μην φοβάται. Οι τηλεφωνικές απειλές συνεχίστηκαν τόσο προς την μητέρα του Αιτητή όσο και στον ίδιο. Ο Αιτητής παρέμεινε στην Yaound? μέχρι τη δεύτερη εβδομάδα του Δεκεμβρίου και μετά επέστρεψε στη Buea για να περάσει τα Χριστούγεννα με την οικογένειά του και ακολούθως επέστρεψε στη Yaound?. Η μητέρα του Αιτητή αποφάσισε και συμβούλευσε τον Αιτητή να εγκαταλείψει την χώρα και από τον Ιανουάριο 2018 μέχρι τον Δεκέμβριο 2019 έμενε μαζί με κάποιο φίλο του στην πόλη Yaound?.
Ερωτηθείς ως προς το τι φοβάται σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα του, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι θα τον σκοτώσουν. Εξήγησε περαιτέρω ότι περί τον Ιανουάριο του 2020, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον φίλο του με τον οποίο συγκατοικούσαν στην Yaound? και συζήτησαν για την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα. Περί τις δύο εβδομάδες αργότερα πληροφορήθηκε ότι ο εν λόγω φίλος του βρέθηκε νεκρός στο σπίτι που συγκατοικούσαν.
Ερωτηθείς για το απειλητικό μήνυμα που έλαβε περί τα τέλη Οκτωβρίου 2018, ο Αιτητής ανέφερε ότι προερχόταν από τους Ambazonians. Ακολούθως, ο Αιτητής ανέφερε ότι αφού πήγε στην Yaound?, οι μαχητές υπέθεσαν ότι πήγε για να κυνηγήσει το όνειρό του και γι’ αυτό το λόγο συνέχιζαν να απειλούν τον ίδιο, την μητέρα του και μέλη της οικογένειάς του αλλά και ότι θα κατέστρεφαν την οικία του στην Boumouka στην Buea. Ο Αιτητής ανέφερε ότι τελευταία φορά που έλαβε απειλές ήταν όταν βρισκόταν στην Yaound?, όμως ερωτηθείς για το πότε ακριβώς, αποκρίθηκε ότι δεν θυμάται. Ο Αιτητής ανέφερε ότι η μητέρα του έλαβε τηλεφωνικά απειλητικά μηνύματα τον Μάιο του 2022, χωρίς όμως να της συμβεί οτιδήποτε άλλο.
Αναφορικά με τον θάνατο του φίλου του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο θάνατος του ήταν μυστηριώδης και επιπρόσθετα δήλωσε ότι πιστεύει ότι ο ίδιος ο Αιτητής ήταν στόχος. Ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι πέραν από τις τηλεφωνικές απειλές που έλαβε από τους Ambazonians, δεν τον προσέγγισαν με κάποιο άλλο τρόπο.
Τέλος, επισημάνθηκαν και επιπλέον ζητήθηκαν εξηγήσεις από τον Αιτητή ως προς ορισμένες διαφοροποιήσεις κατά την καταγραφή του στην αίτησή του για άσυλο με τα όσα δήλωσε κατά την προσωπική του συνέντευξη. Η πρώτη επισήμανση αφορούσε τις αναφορές του Αιτητή (στην αίτηση του) ότι οι αυτονομιστές πίστευαν πως ήταν πληροφοριοδότης του στρατού, γι’ αυτό δέχτηκε απειλές ότι θα τον σκοτώσουν, σε αντίθεση από τα όσα δήλωσε στην προσωπική του συνέντευξη, ήτοι ότι απειλήθηκε λόγω της επιτυχίας του στην εισδοχή του στην αστυνομία, με τον Αιτητή να εξηγεί ότι προερχόμενος από οικογένεια στρατιωτικών, αποκαλούνταν ως «black legs» και θεωρούνται πληροφοριοδότες, κάτι που πίστευαν για τον Αιτητή. Περαιτέρω, του επισημάνθηκε ότι στην αίτηση του ανέφερε ότι οι μαχητές σχεδίαζαν να τον απαγάγουν ενώ κατά την προφορική του συνέντευξη δήλωσε ότι εκτός από τις γραπτές και προφορικές απειλές δεν του συνέβη οτιδήποτε άλλο, με τον Αιτητή να εξηγεί ότι κατά την περίοδο των Χριστουγέννων τον Δεκέμβριο του 2018, οι συγγενείς του, τον πληροφόρησαν ότι τον έψαχναν στο σπίτι του στην Boumaka, μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2018. Περαιτέρω, κατόπιν σχετικού ερωτήματος, του επισημάνθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό ότι στην αίτησή του κατέγραψε ότι οι αυτονομιστές μία φορά προσπάθησαν να τον συλλάβουν, ενώ κατά την συνέντευξή του δεν αναφέρθηκε σε κάτι σχετικό, με τον Αιτητή να εξηγεί ότι πληροφορήθηκε από κάποιο πρόσωπο ότι τον έψαχναν και ως εκ τούτου είχε την υποψία ότι επιθυμούσαν να τον συλλάβουν.
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε όσα ο Αιτητής δήλωσε στην συνέντευξη του και διέκρινε τους εξής ουσιώδεις ισχυρισμούς, πρώτο ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπο διαμονής του Αιτητή και δεύτερο ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι Ambazonians τον απείλησαν ότι σε περίπτωση που πήγαινε ποτέ να φοιτήσει στην εθνική αστυνομική σχολή για να γίνει αστυνομικός, θα τον σκότωναν, θα σκότωναν την οικογένειά του και θα έκαιγαν το σπίτι του.
Αξιολογώντας τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αποδεικνύεται τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή και συνεπώς ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός.
Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο λειτουργός επεσήμανε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν αόριστες, γενικές, μη συγκεκριμένες και από αυτές ενέλειπαν λεπτομέρειες. Ειδικότερα, ο λειτουργός έκρινε ότι αν και δόθηκε στον Αιτητή η ευκαιρία να αναφερθεί αναλυτικά στις απειλές που φέρεται ότι δέχτηκε μέσω μηνυμάτων αλλά και τηλεφωνικά από τους Ambazonians από τον Οκτώβριο του 2018 έως τον Νοέμβριο του 2019, δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει συγκεκριμένα, περιοριζόμενος στο να επαναλαμβάνει ότι οι Ambazonians τον απείλησαν επειδή δεν ήθελαν να παρακολουθήσει τη σχολή αστυνομίας για να γίνει Αστυνομικός Διοικητής. Πρόσθετα, όταν ρωτήθηκε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του γιατί οι Ambazonians τον απειλούσαν, ο αιτητής διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν συνεκτικός, χωρίς απολύτως εξειδίκευση.
Ως προς την ισχυριζόμενη πρώτη φορά που απειλήθηκε, στα τέλη του Οκτώβρη 2018, οι αναφορές του κρίθηκαν ως περιορισμένες αφού δήλωσε ότι προέρχονταν από έναν ενοικιαστή του, ο οποίος όπως στη συνέχεια δήλωσε ήταν πληροφοριοδότης των Ambazonians. Όταν ερωτήθηκε να εξειδικεύσει πως έμαθε την εν λόγω πληροφορία, ο αιτητής απάντησε αόριστα ότι έλαβε γνώση από άτομα της συνοικίας όπου ζούσε όπου του ανάφεραν ότι το εν λόγω άτομο ήταν πληροφοριοδότης των Ambazonians. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός και η μητέρα του έλαβαν γνώση της εν λόγω πληροφορίας, ο αιτητής κατέληξε με το να αναφέρει μόνο ένα άτομο ενώ αρχικά δήλωσε ότι αρκετά άτομα του έδωσαν την εν λόγω πληροφορία.
Περαιτέρω, ως επισήμανε ο αρμόδιος λειτουργός, όταν ρωτήθηκε πως αντέδρασε όταν έλαβε την πληροφορία ότι το εν λόγω άτομο έδωσε το τηλέφωνο του στους Ambazonians, ο αιτητής απάντησε αόριστα ότι η μητέρα του, τον κατήγγειλε τον εν λόγω άντρα στον διοικητή του αστυνομικού καταυλισμού και ότι όταν ο στρατός τον αναζήτησε, το εν λόγω πρόσωπο διέφυγε στην Νιγηρία. Όταν ερωτήθηκε πως το γνώριζε αυτό, απάντησε με μη συνεκτικό τρόπο, δηλώνοντας ασυνάρτητα ότι ο εν λόγω άντρας, που έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου του στους Ambazonians, επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς, ενημερώνοντας τον περί τούτου.
Ως προς την δεύτερη φορά που ισχυρίστηκε ότι απειλήθηκε από τους Ambazonians, ομοίως κρίθηκε από τον λειτουργό ότι οι αναφορές του ήταν περιορισμένες και αόριστες. Ειδικότερα, όταν του δόθηκε η ευκαιρία να δώσει πληροφορίες για την δεύτερη προφορική απειλή, ο αιτητής ανάφερε με γενικό τρόπο ότι απλώς του ανάφεραν ότι ήταν οι Ambazonians και ότι θα τον σκοτώσουν τον ίδιο και την οικογένεια του και ότι δεν αντέδρασε με οποιοδήποτε τρόπο.
Περαιτέρω, ως τονίζεται από τον αρμόδιο λειτουργό, όταν ο αιτητής ερωτήθηκε κατά πόσο εκτός των απειλών που έλαβε στο τηλέφωνο του, εάν προσεγγίστηκε ποτέ από τους Ambazonians, ο αιτητής επιβεβαίωσε ότι ούτε ο ίδιος, ούτε η μητέρα του, ούτε ο αδελφός του, προσεγγίστηκαν από τους αυτονομιστές.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Αιτητή, οι Ambazonians τον απείλησαν επειδή δεν ήθελαν να παρακολουθήσει την εκπαίδευση στη σχολή αστυνομίας μετά την επιτυχία του στις εξετάσεις για Αστυνομικός Διοικητής τον Οκτώβριο του 2018. Ωστόσο, ο λειτουργός εντόπισε αντίφαση στις αναφορές του, αφού δήλωσε ότι είχε πετύχει μόνο το γραπτό στάδιο της εξέτασης και ότι δεν συμμετείχε στο προφορικό ή στα υπόλοιπα στάδια που απαιτούνται για την αποδοχή και έγκριση για την εκπαίδευση.
Επιπλέον, ο λειτουργός επεσήμανε πως ο Αιτητής δήλωσε ότι φοβάται πως σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα του, οι Ambazonians θα τον σκοτώσουν καθότι πιστεύει ότι ο θάνατος του φίλου του, τον Ιανουάριο του 2020, με τον οποίο συγκατοικούσε στη Yaound? σχετίζεται μαζί του και πως επίσης θεωρεί ότι ο ίδιος ο Αιτητής ήταν ο πραγματικός στόχος και όχι ο φίλος του. Αναφορά η οποία έρχεται σε αντίφαση με τα όσα αρχικά είχε δηλώσει, ήτοι ότι ο θάνατος του φίλου του δεν είχε καμία σχέση με αυτόν ή με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα, με αποτέλεσμα οι δηλώσεις του να χαρακτηρίζονται από ασάφειες και εικασίες.
Στη συνέχεια, ο λειτουργός καταγράφει επίσης στην έκθεση εισήγησή του, τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε ο Αιτητής ως προς τα γραφόμενά του στην αρχική υποβληθείσα αίτησή του για άσυλο με τα όσα δήλωσε κατά την προσωπική προφορική συνέντευξή του. Ο λειτουργός κατέληξε ότι παρά τις αρκετές ευκαιρίες που δόθηκαν στον Αιτητή για να επεξηγήσει τους ισχυρισμούς του, εντούτοις σε κανένα σημείο της προφορικής του συνέντευξης οι απαντήσεις του υπήρξαν συγκεκριμένες και λεπτομερείς.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ανωτέρω ισχυρισμού, ο λειτουργός κατέγραψε ότι, αν και τα λεγόμενα του Αιτητή περί απειλών σε προσωπικό επίπεδο από τους Ambazonians δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν, εντούτοις παρέπεμψε σε πηγές πληροφόρησης, οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι οι Ambazonians αποτελούν αποσχιστική ομάδα οι οποίοι μάχονται κατά της κυβέρνησης για την ανεξαρτησία του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Τμήματος του Καμερούν. Ωστόσο, κατέληξε ότι θα αναμένετο από τον Αιτητή να είναι σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρειες και πιο συγκεκριμένα τα ζητήματα γύρω από τον πυρήνα του αιτήματός του που επηρέασαν τον ίδιο και την οικογένεια του και ως εκ τούτου ο εν λόγω ισχυρισμός εν τέλει δεν έγινε αποδεκτός.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, μιας και δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης συνδεόμενος με την εθνικότητα, τη φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, καθότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, δυνάμει του άρθρου 15 εδάφια (α) και (β) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου). Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, μιας και στην πόλη Yaound? στο κεντρικό τμήμα του Καμερούν, τόπο προηγούμενης διαμονής του αιτητή, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, δεν διαπιστώνω μη διενέργεια δέουσας έρευνας από μέρους της Διοίκησης και ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται.
Επομένως, απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός του αιτητή περί περί παράλειψης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου να εξετάσει κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για συμπληρωματική προστασία, καθότι ως μπορεί να διαπιστωθεί από τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας επειδή δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 (α), (β), (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και του αντίστοιχου άρθρου 19 (2) (α), (β), (γ) των Περί Προσφύγων Νόμου.
Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11(3)(α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.
Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων στη βάση και της εκ του Νόμου παρεχόμενης δικαιοδοσίας, αρχικά συντάσσομαι με το ότι ο πρώτος ισχυρισμός όσον αφορά τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, ορθώς έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση, αφού δεν έχουν προκύψει στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου.
Ως προς τον δεύτερο απορριφθέντα ισχυρισμό, λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις του Αιτητή, ως αυτές προβλήθηκαν καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του και οι οποίες παρατέθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι αυτός υπέπεσε σε πολλές ασάφειες, αοριστίες, γενικολογίες και ανακρίβειες, οι οποίες πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του.
Εν προκειμένω παρατηρώ, ότι οι δηλώσεις του Αιτητή σε σχέση με τον απορριφθέντα ισχυρισμό, ήτοι περί των απειλών από τους Ambazonians ότι σε περίπτωση που πήγαινε ποτέ στην εθνική αστυνομική σχολή για να γίνει αστυνομικός, θα τον σκότωναν, θα σκότωναν την οικογένειά του και θα έκαιγαν το σπίτι του ήταν γενικόλογες και αόριστες καθότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια ζητήματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του, παρά τις ευκαιρίες που του είχαν δοθεί, με σκοπό να διασαφηνιστούν τα επιμέρους ζητήματα έτσι ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτή η αξιοπιστία του. Αρχικά, παρατηρώ ότι κατά την ελεύθερη αφήγησή του ο Αιτητής με τις δηλώσεις του αναφέρει ότι μετά τα αποτελέσματα των εξετάσεων που παρακάθισε (αφήνοντας να νοηθεί ότι πέρασε από όλα τα απαιτούμενα στάδια) θα πήγαινε για την εκπαίδευση, ωστόσο στη συνέχεια και κατόπιν των διευκρινιστικών ερωτημάτων τα λεγόμενα του διαφοροποιήθηκαν καθότι δήλωσε ότι δεν προχώρησε στα επόμενα στάδια των εξετάσεων, στοιχείο το οποίο πλήττει καίρια την αξιοπιστία του. Ακόμα, παρατηρώ, ότι οι δηλώσεις του αναφορικά με τις απειλές που δέχτηκε ήταν συγκεχυμένες, ασαφείς και χωρίς την απαιτούμενη συνοχή, καθότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί στο περιεχόμενο των απειλών πέραν από το ότι σε περίπτωση που παρακολουθήσει την εκπαίδευση θα τον σκοτώσουν. Επιπλέον, παρατηρώ ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν γενικές χωρίς την απαιτούμενη τεκμηρίωση και δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επαρκείς, συνεκτικές και συγκεκριμένες πληροφορίες, όπως επίσης ήταν αντιφατικός ως προς τον θάνατο του φίλου του αφού σε μια περίπτωση δήλωσε ότι ο θάνατος δεν σχετιζόταν με τον ίδιο, ενώ σε άλλη περίπτωση ανέφερε ότι ο στόχος ήταν ο ίδιος ο Αιτητής.
Τέλος, κρίνω ως ουσιώδεις τις αντιφάσεις, ως προς τα όσα κατέγραψε στην υποβληθείσα αίτησή του για άσυλο σε σχέση με τα όσα δήλωσε κατά την προσωπική του συνέντευξη, διαφορές οι οποίες θέτουν εύλογα εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των λεγομένων του αναφορικά με τον βασικό ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τον πυρήνα του αιτήματός του. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω ισχυρισμοί του αιτητή δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.
Παρά τις ευκαιρίες που του δόθηκαν, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτή η αξιοπιστία του, ο αιτητής έδωσε γενικόλογες, ασαφείς και μη ευλογοφανείς απαντήσεις σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του τέθηκαν, χωρίς να παραθέτει λεπτομέρειες για τον ισχυριζόμενο κίνδυνο που ισχυρίστηκε ότι διατρέχει. Οι ανεπαρκείς και ασαφείς απαντήσεις του αιτητή δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικής φύσης γεγονότα. Θα συμφωνήσω με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας του αιτητή, και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.
Υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κατά τρόπο κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό του, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Συνακόλουθα, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, για να του δοθεί συμπληρωματική προστασία για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Περί προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, δεν επικαλέστηκε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στην χώρα καταγωγής του, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του Περί Προσφύγων Νόμου.
Πρόσθετα, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, θα πρέπει το Δικαστήριο να διαπιστώσει αν στην περιοχή καταγωγής του Aιτητή υφίσταται 1) ένοπλη σύρραξη και εάν και εφόσον υφίσταται τότε 2) να διαπιστώσει αν στην εν λόγω περιοχή υπάρχει αδιάκριτη άσκηση βίας σε βαθμό τόσο υψηλό ώστε ο Αιτητής να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως άμαχος πολίτης. Παράλληλα το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τυχόν ειδικό κίνδυνο που διατρέχει ο Αιτητής από την ατομική του κατάσταση και τυχόν προσωπικές περιστάσεις σε συνδυασμό με τις συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας (σε μικρότερο βαθμό), σύμφωνα με την αναπροσαρμοσμένη κλίμακα που καθορίστηκε στην απόφαση Elgafaji [1] του ΔΕΕ. Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο του ΕΑΣΟ - Δικαστική Ανάλυση, σχετικά με την ανάλυση του άρθρου 15 (γ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ «Βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, σύμφωνα με την οποία: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakit?, σκέψη 31). Το αντίστροφο ισχύει επίσης: κατ' εξαίρεση, ο βαθμός βίας μπορεί να είναι τόσο υψηλός ώστε ένας άμαχος να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή βλάβη απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του στο έδαφος της επηρεαζόμενης χώρας ή περιοχής (σκέψη 43). Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ερμηνεία αυτή δεν αντέβαινε στην [τότε] αιτιολογική σκέψη 26 της οδηγίας, καθώς το γράμμα αυτής προβλέπει το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης (59).»[2]
Επομένως, εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 15(γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στο Καμερούν και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αξίζει να αναφερθούν τα κατωτέρω:
Ως αναφέρεται σε άρθρο του The Conversation, μίας ειδησεογραφικής ιστοσελίδας που δημοσιεύει άρθρα ακαδημαϊκών σε συνεργασία με δημοσιογράφους, δημοσιευθέν τον Αύγουστο του 2025, το 2016 ξεκίνησαν ειρηνικές διαδηλώσεις των δικηγόρων και εκπαιδευτικών κατά της «γαλλοφωνοποίησης» των δικηγορικών και εκπαιδευτικών συστημάτων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ωστόσο, γρήγορα εξελίχθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των αυτονομιστών και των κυβερνητικών δυνάμεων.[3] Τον Οκτώβριο του 2017, αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, την «Αμπαζονία» στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές.[4]
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Amnesty International που κάλυπτε τα γεγονότα του 2024, έναν χρόνο πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2025, οι πολιτικές εντάσεις αυξήθηκαν και οι ένοπλες συγκρούσεις και η βία συνεχίστηκαν στις περιοχές του Άπω Βορρά και στη Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική περιοχή.[5]
Τον Οκτώβριο του 2025, ο οργανισμός UN OCHA δήλωσε για την περίοδο μεταξύ 1 και 30 Σεπτέμβρη του 2025 ότι το περιβάλλον ασφάλειας στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές παρέμεινε τεταμένο καθ’ όλη τη διάρκεια της παρατεταμένης απαγόρευσης κυκλοφορίας που επιβλήθηκε από μη κρατικές ένοπλες ομάδες από τις 8 Σεπτεμβρίου έως τις 14 Οκτωβρίου.[6] Η απαγόρευση, η οποία στόχευε στη διατάραξη της επανέναρξης των σχολείων και των προεδρικών εκλογών, ακολουθήθηκε από περιστατικά βίας, εκτοπισμού και κινδύνων για την προστασία του πληθυσμού.[7]
Η Douala βρίσκεται δυτικά, στην γαλλόφωνη περιοχή.[8] Είναι η μεγαλύτερη πόλη του Καμερούν, αποτελούμενη από το 20% του συνολικού αστικού πληθυσμού, συνιστά μεγάλο βιομηχανικό κέντρο και είναι η πρωτεύουσα της περιοχής Littoral.[9] Λόγω της κατάστασης ασφαλείας, έχει παρατηρηθεί αύξηση μετακινήσεων πληθυσμιακών ομάδων προς την περιοχή Littoral και την πόλη Douala, καθώς η σύγκρουση έχει παγιωθεί και η μαζική εισροή πληθυσμών έχει συγκεντρωθεί εκεί.[10]
Επομένως στην βάση των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υφίσταται εσωτερική ένοπλη σύρραξη στο Καμερούν, η πρώτη και αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Παράλληλα όμως θα πρέπει να υφίσταται και αδιάκριτη βία σε τέτοιο υψηλό βαθμό - όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτων των προσωπικών τους περιστάσεων, ως ένας γενικότερος κίνδυνος βλάβης κατά αμάχου - που η απλή παρουσία αμάχου στην περιοχή θα συνιστά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί ουσιώδη βλάβη. Στη σκέψη 30 της απόφασης Diakit?, το ΔΕΕ επισήμανε τα εξής: «Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43)».[11]
Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο ανάφερε το εξής: «Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ', της οδηγίας».[12]
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε πρόσφατες έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν όσον αφορά την κεντρική περιοχή της χώρας, όπου ανήκει γεωγραφικά η Yaound?, η οποία θεωρείται το μέρος συνήθους διαμονής του αιτητή, για να διαπιστώσει κατά πόσον υφίσταται σε τέτοιο υψηλό βαθμό αδιάκριτη βία κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής ή διεθνούς σύρραξης εκεί και εάν ναι, να διερευνηθούν τα επίπεδα στα οποία ανέρχεται η έντασή της.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (Armed Conflict Location & Event Data Project), παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην πρωτεύουσα Yaound? του Καμερούν, που βρίσκεται στα κεντρικά της χώρας και αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω περιοχή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 13/02/2026), καταγράφηκαν 20 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 7 θάνατοι.[13]
Ειδικότερα, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025, σύμφωνα με το Αυστριακό Κέντρο για τις Χώρες Καταγωγής και την Έρευνα και την Καταγραφή για το Άσυλο (ACCORD), στην κεντρική διοικητική περιφέρεια του Καμερούν, όπου ανήκει διοικητικά και η Yaound?, σημειώθηκαν πέντε (5) περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων δεν προήλθε θάνατος αμάχων. Σημειώνεται, επίσης, ότι κατά την εν λόγω περίοδο, η κεντρική επαρχία φέρεται να είναι από τις λιγότερο πληττόμενες από πλευράς περιστατικών ασφαλείας, με πιο έντονα επηρεαζόμενες τις περιοχές του Άπω Βορρά με 228 περιστατικά ασφαλείας που συνετέλεσαν σε 127 θανάτους και την βορειοδυτική περιοχή με 19 καταγεγραμμένα περιστατικά ασφαλείας που είχαν ως αποτέλεσμα 28 θανάτους.[14]
Σημειώνεται δε ότι ο πληθυσμός της Yaound? για το έτος 2026 εκτιμάται ότι ανέρχεται στους 5,027,120 κατοίκους.[15] Δεδομένου λοιπόν ότι ο συνολικός πληθυσμός ανέρχεται σε 5,027,120 κατοίκους, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων από περιστατικά ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της ευρύτερης περιφέρειας και ειδικότερα στην τοποθεσία Yaound?, τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, έτσι ώστε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, ο αιτητής θα κινδυνέψει ως άμαχος πολίτης αποκλειστικά λόγω της φυσικής του παρουσίας στην εν λόγω περιοχή.
Ως εκ τούτου, η σύγκρουση στο Καμερούν δεν έχει φτάσει σε σημείο που να στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι μόνο και μόνο λόγω της παρουσίας τους στην συγκεκριμένη περιοχή και συγκεκριμένα στην κεντρική περιοχή της χώρας όπου ευρίσκεται η Yaound?. Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ του αιτητή, η εξέταση του φόβου επιστροφής γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας της περιοχής όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα καθώς και τους προαναφερθέντες αριθμούς όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας στην Yaound? συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η φύση και η έκταση της κρίσης μαζί με το ατομικό προφίλ του αιτητή δεν συνιστούν την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή του, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Κατ' αρχήν, αξίζει να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (International Organization for Migration-IOM) έχουν θέσει σε εφαρμογή ένα κοινό πρόγραμμα το οποίο διευκολύνει την εθελούσια επιστροφή Καμερουνέζων πολιτών στη χώρα καταγωγής τους, καθώς επίσης παρέχει υποστήριξη στους επιστραφέντες με στόχο την ομαλή επανένταξή τους στη ζωή του Cameroon (επαγγελματικός προσανατολισμός, πρακτική εκπαίδευση, εκθέσεις ενημέρωσης για επαγγελματικά θέματα και θέσεις εργασίας, συνεδρίες συμβουλευτικής).[16]Βασικοί μέτοχοι στο πρόγραμμα εντός του Cameroon είναι το Υπουργείο Εξωτερικών Σχέσεων (Ministry of External Relations), η Γενική Διεύθυνση Εθνικής Ασφάλειας (General Direction for National Security), το Υπουργείο Δημόσιας Υγείας (Ministry of Public Health), το Υπουργείο Κοινωνικών Θεμάτων (Ministry of Social Affairs), το Υπουργείο Νεότητας και Πολιτικής Αγωγής (Ministry of Youth and Civic Education), καθώς και η Διεύθυνση Πολιτικής Προστασίας (Direction of Civil Protection) του Υπουργείου Εδαφικής Διοίκησης (Ministry of Territorial Administration) [17].
Βάσει των ανωτέρω πληροφορίων περί εμπλοκής του ΙΟΜ στην διαδικασία εθελούσιας επιστροφής και του μεγάλου αριθμού των Καμερουνέζων που έχουν ωφεληθεί από το πρόγραμμα, προκύπτει ότι σε ένα γενικό πλαίσιο η επιστροφή στο Καμερούν δεν είναι αδύνατη και αφ' εαυτής επικίνδυνη για ένα άμαχο πολίτη να επιστρέψει στη χώρα.
Η πόλη Yaounde, που ανήκει γεωγραφικά στην κεντρική περιοχή του Καμερούν, στην οποία συνήθιζε ο αιτητής να διαμένει πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και την οποία το Δικαστήριο θεωρεί ως την περιοχή διαμονής του βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή ως παρατέθηκε ανωτέρω, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται, βάσει και της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, ως παρατέθηκε ανωτέρω, ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε από τις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakit? του ΔΕΕ, ως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες του περιστάσεις, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στη Yaound?.
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι η περίπτωση του Αιτητή δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα ως ορίζονται στα άρθρα 3-3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιο από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του πιο πάνω Νόμου. Συνακόλουθα, ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται, και ούτε προκύπτει (ως αναλύθηκε ανωτέρω), ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ώστε να του δοθεί συμπληρωματική προστασία. Επομένως, κρίνω ότι ορθώς κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι δεν μπορούσε να της παρασχεθεί ούτε προσφυγικό καθεστώς αλλά ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση του Αιτητή. Κρίνω ότι η επίδικη πράξη είναι ορθή.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Χ.ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] ΔΕΕ, C-465/07, Meki Elgafali και Noor Elgafali κατά Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/2/2009, διαθέσιμη σε https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62007CJ0465&from=EN
[2] EASO, (EUAA, European Union Agency for Asylum), Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ), Δικαστική Ανάλυση (2014), σελ. 28, διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[3] The Conversation, Cameroon’s conflict is part of a bigger trend: negotiations are losing ground to military solutions, 19 Αυγούστου 2025, https://theconversation.com/cameroons-conflict-is-part-of-a-bigger-trend-negotiations-are-losing-ground-to-military-solutions-261697
[4] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 14 Νοεμβρίου 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[5] Amnesty International, The State of the World’s Human Rights – Cameroon, Απρίλιος 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/
[6] UN OCHA, CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.81, Σεπτέμβριος 2025, σελ. 2, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf
[7] UN OCHA, CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.81, Σεπτέμβριος 2025, σελ. 2, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf
[8] Secr?tariat d'Etat aux migrations SEM, Focus Cameroun – Crise anglophone et personnes d?plac?es, 7 Φεβρουαρίου 2024, σελ. 5, https://www.sem.admin.ch/dam/sem/fr/data/internationales/herkunftslaender/afrika/cmr/cmr-crise-anglophone-2024-f.pdf.download.pdf/cmr-crise-anglophone-2024-f.pdf
[9] World Health Organisation, WHO Initiative on Urban Governance for Health and Well-being – Douala, Cameroon, https://www.who.int/initiatives/urban-governance-for-health-and-well-being/work-in-cities-douala-cameroon; Britannica, Cameroon – Douala, https://www.britannica.com/place/Douala; UN Habitat, Urban Planning & Infrastructure in Migration Contexts – Cameroon – Volume 1 – Spatial Profile, 2024, σελ. 40, https://unhabitat.org/sites/default/files/2022/10/221006_douala_spatial_profile_vf_compressed_0.pdf
[10] UN Habitat, Urban Planning & Infrastructure in Migration Contexts – Cameroon – Volume 1 – Spatial Profile, 2024, σελ. 38, https://unhabitat.org/sites/default/files/2022/10/221006_douala_spatial_profile_vf_compressed_0.pdf
[11] ΔΕΕ, C-285/12, Aboubacar Diakit? ν. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides ,ημερομηνίας 30/01/2014, διαθέσιμη σε https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=EE88B568A1B6F9256073AA14860957BE?text=&docid=147061&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2520886
[12] ΔΕΕ, C-465/07, Meki Elgafali και Noor Elgafali κατά Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/2/2009
[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year (Latest update 13-02-2026), διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026).
[14] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Cameroon, second quarter 2025: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), 7 August 2025, διαθέσιμο σε:
https://www.ecoi.net/en/file/local/2129191/2025q2Cameroon_en.pdf [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026]
[15] Ιστότοπος World Population Review/ Cameroon Cities, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/02/2026)
[16] ΙΟΜ, 'Areas of Work, Reintegration', n.d., διαθέσιμο σε <https://www.migrationjointinitiative.org/reintegration>
[17] ΙΟΜ, 'Reintegration for Migrants Returning to Cameroon', Info sheet, n.d., διαθέσιμο σε https://www.migrationjointinitiative.org/sites/g/files/tmzbdl261/files/files/pdf/eutf-infosheet-cameroun-en-spreads_0.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο