Υ.Μ.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1663/2024, 26/2/2026
print
Τίτλος:
Υ.Μ.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1663/2024, 26/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 1663/2024

26 Φεβρουαρίου, 2026

[Ε.ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 Συντάγματος

Μεταξύ:

Υ.Μ.Μ., 

από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

                                                                         Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Τζ. Μπετίτο (κος), για Πιερίδης & Πιερίδης

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Α. Παπαδοπούλου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής στρέφεται εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 24.02.2024, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για άσυλο, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη ως «Λ.Δ.Κ.»)., την οποία εγκατέλειψε την 09.04.2021 και εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, δια μέσου των μη ελεγχόμενων περιοχών, υποβάλλοντας αίτηση ασύλου στις 10.06.2021.  Στις 10.11.2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «Ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 16.02.2024 Έκθεση/Εισήγηση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 24.02.2024 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 19.04.2024 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 19.04.2024.  Την απόφαση αυτή αμφισβητεί ο Αιτητής μέσω της υπό εξέταση προσφυγής του.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων του, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω μη δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνας. Στο πλαίσιο του ίδιου λόγου ακυρώσεως, προωθεί την θέση ότι δεν προκύπτει αν ο λειτουργός με τον κωδικό CW105, που διενήργησε τη συνέντευξη και συνέταξε την Έκθεση-Εισήγηση είναι καταρτισμένος σε θέματα εθνικολογίας, εθνολογίας και κοινωνικοπολιτικών επιστημών και συγκεκριμένα αν έχει γνώσεις που αφορούν την κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη ΛΔΚ. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες βαρύνει τον λειτουργό που διενήργησε τη συνέντευξη, δεδομένου ότι ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να κατευθύνει ορθά τον Αιτητή, ώστε να αντλήσει από αυτόν τις πληροφορίες που χρειάζονται για την εξέταση της αίτησής του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η δοθείσα αιτιολογία για τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής και/ή εσφαλμένη. Τέλος, υποστηρίζει πως η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε από αναρμόδιο λειτουργό και  συγκεκριμένα από λειτουργό της EUAA, ο οποίος προέβη σε συνέντευξη και σύνταξη της Έκθεσης/Εισήγησης κατά παράβαση του άρθρου 13 Α(1Α) του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 6 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.439/2010, καθότι διεκπεραίωσε συνέντευξη χωρίς τη συμμετοχή άλλων λειτουργών της Υπηρεσίας Ασύλου, δεν είχε τα απαραίτητα προσόντα ώστε να καταλογίζεται πραγματογνώμονας και δεν έτυχε της απαιτούμενης κατάρτισης. Προβάλλει περαιτέρω, στα πλαίσια του ιδίου λόγου ακυρώσεως, πως η ταυτότητα του λειτουργού δεν αποκαλύπτεται και πως διάταγμα ΚΔΠ 297/2019, εξουσιοδοτεί λειτουργούς της EUAA να προβαίνουν σε συνεντεύξεις και όχι σε εκθέσεις/εισηγήσεις.

  

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση, υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας έναν έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή, υποβάλλοντας ότι αυτή είναι αποτέλεσμα των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ' ων η αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης και ότι αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη.


ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Επί του λόγου ακυρώσεως περί αναρμοδιότητας

 
Προέχει βεβαίως, λόγω της φύσης του αλλά και ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση του ισχυρισμού περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ο οποίος προωθείται με την Γραπτή Αγόρευση του Αιτητή, και ως έχει παγίως νομολογηθεί, το ζήτημα αυτό υπάγεται στα ζητήματα που μπορούν, αλλά και πρέπει, να εξετάζονται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο ως άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διασφάλιση της δημοσίας τάξης.

 

Ο ισχυρισμός αυτός του Αιτητή εδράζεται στην επιχειρηματολογία ότι η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή λήφθηκε από λειτουργό της EUAA κατά παράβαση του άρθρου 13Α(1Α) του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 6 του Κανονισμού (ΕΕ) αρ. 439/2010, καθότι η συνέντευξη διεξήχθη χωρίς τη συμμετοχή άλλων λειτουργών της Υπηρεσίας Ασύλου, ο δε λειτουργός της EUAA που διενήργησε την συνέντευξη δεν κατείχε τα απαραίτητα προσόντα για να θεωρείται πραγματογνώμονας και δεν έτυχε της απαιτούμενης κατάρτισης.

 

Ισχυρισμός με ταυτόσημο περιεχόμενο έχει ήδη κριθεί και επιλυθεί νομολογιακά με την απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 27.2.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 95/2023, BOLARNINWA EMMANUEL JOHNSON v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, όπου το Εφετείο απέρριψε ρητά τον αντίστοιχο λόγο έφεσης περί αναρμοδιότητας λειτουργού της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο.

 

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι, δυνάμει του άρθρου 13Α(1Α) του περί Προσφύγων Νόμου και του διατάγματος του Υπουργικού Συμβουλίου ΚΔΠ 297/2019, οι εμπειρογνώμονες που επιστρατεύονται από την EASO/EUAA δύνανται όχι μόνο να συμμετέχουν αλλά και να διενεργούν αυτοτελώς προσωπικές συνεντεύξεις αιτητών διεθνούς προστασίας, χωρίς να απαιτείται η ταυτόχρονη συμμετοχή λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου. Περαιτέρω, το Εφετείο επισήμανε ότι οι λειτουργοί της EASO/EUAA ενεργούν στο πλαίσιο συμφωνημένης παροχής βοήθειας προς την Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 439/2010 και το εκάστοτε ισχύον επιχειρησιακό σχέδιο, χωρίς να τους έχει μεταβιβασθεί αποφασιστική αρμοδιότητα, η οποία παραμένει στην Υπηρεσία Ασύλου και ασκείται από δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό. Τέλος, κρίθηκε ότι δεν ανετράπη το τεκμήριο της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων ούτε προέκυψε οποιαδήποτε παρατυπία ως προς τα προσόντα, την κατάρτιση ή τη διαδικασία διεξαγωγής της συνέντευξης, με αποτέλεσμα ο σχετικός λόγος περί παραβίασης της αρχής της νομιμότητας να απορριφθεί ως αβάσιμος. 

 

Είναι ως εκ τούτου και η δική μου κατάληξη, σε ότι αφορά την υπό εξέταση προσφυγή, ότι η παροχή βοήθειας και υποστήριξης προς την Υπηρεσία Ασύλου από λειτουργό της EUAA στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης του Αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου, έγινε στα πλαίσια της υφιστάμενης εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ενόσω είχε ήδη υπογραφεί και τεθεί σε ισχύ το επιχειρησιακό σχέδιο για την χρονική περίοδο 31.12.2021 - 31.12.2024[1]  (που είναι και ο ουσιώδης χρόνος διενέργειας της συνέντευξης- 10.11.2023 και σύνταξης της Εισηγητικής Έκθεσης-16.02.2024) μεταξύ της EUAA και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συναφώς, ο λόγος ακύρωσης περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέτασε την αίτηση του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και απορρίπτεται.

 

Ισχυρισμός περί έλλειψης κατάρτισης του λειτουργού που διεξήγαγε τη συνέντευξη

 

Επισημαίνεται πρωτίστως ότι ο ισχυρισμός αυτός προωθείται από τον Αιτητή με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής του. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[2]. Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία, ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[4]. Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης κατάρτισης του λειτουργού χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθείται οι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως.  

 

Ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία, δυνάμενα να ανατρέψουν το τεκμήριο της κανονικότητας, ενώ δεν έχει καταδειχθεί γιατί δεν τηρούνται τα εκ του Νόμου προβλεπόμενα προσόντα. Ωστόσο, δεδομένου του τεκμηρίου κανονικότητας, το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στον Αιτητή, ο οποίος θα πρέπει να προσκομίσει συγκεκριμένα στοιχεία ή μαρτυρία που να αποδεικνύουν την έλλειψη επάρκειας του λειτουργού. Αυτό σημαίνει ότι ο Αιτητής δεν μπορεί απλώς να ισχυρίζεται ότι ο λειτουργός δεν έχει επάρκεια, αλλά θα πρέπει να προσκομίσει τεκμήρια ή ενδείξεις που να δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες για την κατάρτιση ή την επάρκεια του λειτουργού. Όπως τονίστηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[5], η Διοίκηση τεκμαίρεται πως λειτουργεί σύμφωνα με το Νόμο, εκτός όπου καθαρά αποδεικνύεται πως τούτο δε συμβαίνει, κάτι που δε συμβαίνει στην υπό εξέταση υπόθεση[6]. Στο πλαίσιο δε της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων, επί των οποίων υπάρχει μαχητό τεκμήριο, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ανατροπή του με τα όσα γενικόλογα και αόριστα επιχειρηματολογεί ο Αιτητής.

 

Ως επισημάνθηκε στην και στην BOLARNINWA EMMANUEL JOHNSON:

 

 «Απορριπτέος κρίνεται και ο σχετικός με την διαδικασία συνέντευξης ισχυρισμός περί μη κατάρτισης των λειτουργών, καθότι ούτε εδώ - όπως και στον ισχυρισμό για παράτυπη διαδικασία - ανατράπηκε το τεκμήριο της κανονικότητας που διέπει διοικητικές πράξεις της διοίκησης, με βάση τη πάγια νομολογία. Όπως τονίστηκε στην Υπόθ. Αρ.801/1999, Μαυρονύχη v. Δημοκρατίας, ημερ.12/03/2001, η διοίκηση τεκμαίρεται πως λειτουργεί σύμφωνα με το Νόμο, εκτός όπου καθαρά αποδεικνύεται πως αυτό δεν συμβαίνει. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία να έχουν επισυμβεί τα όσα υποδεικνύονται από τον συνήγορο του Αιτητή (Βλέπε Χριστίνα Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας, (2009) 4 Α.Α.Δ. 929). Στο πλαίσιο δε της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων, επί των οποίων υπάρχει μαχητό τεκμήριο, δεν νοείται ανατροπή του με τα όσα επιχειρηματολογεί η πλευρά του Αιτητή. Ούτε έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία επί αυτού του λόγου ακύρωσης που να ανατρέπει τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου».

 

Ο ισχυρισμός λοιπόν αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Επί του λόγου ακυρώσεως περί αναιτιολόγητης απόφασης

 

Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή περί αναιτιολόγητης απόφασης, είναι καταρχήν κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιόν του πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc), κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή). Αυτός είναι και ο λόγος που το Συμβούλιο της Επικρατείας παγίως δέχεται πως είναι αλυσιτελής η προβολή λόγων σε δίκη επί διοικητικής προσφυγής ουσίας που αφορούν στη νομιμότητα ή την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξεως[7], την πλάνη περί τα πράγματα, την κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας. Συνεπώς, η απλή επίκληση τέτοιων ισχυρισμών δεν επαρκούν από μόνοι τους για να ανατρέψουν την επίδικη απόφαση. Ο Αιτητής θα πρέπει να προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αναιτιολόγητος και αλυσιτελής.

 

Επί του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας σε συνάρτηση και με την ουσία της υπόθεσης.

 

Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[8].

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιόν τους.

 

Στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του για διεθνή προστασία κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας απειλών θανάτου (βλ. ερ. 1 και 8 δ.φ.)

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ανέφερε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην περιοχή Matete της πόλης Kinshasa, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα (βλ. ερ. 36/3χ δ.φ.).  Ως οι ισχυρισμοί του, είναι άγαμος και άτεκνος, οι γονείς του επέστρεψαν και διαβιούν στη πόλη Mbuji Mayi της επαρχίας Kasai, και από την ηλικία των 12 ετών ο Αιτητής διαβιεί με τη θεία του και τα δυο της τέκνα (βλ. ερ. 36/3χ,4χ  δ.φ.).  Ως προς την εκπαίδευση και την εργασία του, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και συνέχισε τις σπουδές του στο Ανώτατο Ινστιτούτο Στατιστικής από το 2015 έως το 2018 και ότι από το 2016 διατηρούσε δική του επιχείρηση, πουλώντας ρούχα και παπούτσια διαδικτυακά (βλ. ερ. 34/1χ δ.φ.).

Ως προς την ουσία του αιτήματός του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, ισχυρίστηκε ότι έφυγε από τη ΛΔΚ καθώς τον απειλούσαν και υπήρχαν νομικές ενέργειες εναντίον του.  Ειδικότερα, ισχυρίστηκε πως περί τα τέλη του 2018, άρχισε να διατηρεί σχέση με την Grace, η οποία ήταν θυγατέρα ενός βουλευτή, παραθέτοντας και το όνομά του. Στις 27.02.2020, αφού ολοκλήρωσε τις παραδόσεις για την εργασία του, απήχθη, λιποθύμησε στο αυτοκίνητο και στη συνέχεια βρέθηκε δεμένος σε μια καρέκλα, χωρίς να μπορεί να αναγνωρίσει τα άτομα που τον απήγαγαν διότι φορούσαν μάσκες. Δήλωσε πως τον απείλησαν, τον χτύπησαν, τον προειδοποίησαν να αφήσει τη θυγατέρα του βουλευτή και αφέθηκε ελεύθερος στις 29.02.2020 σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, όπου λιποθύμησε. Όταν συνήλθε, την 01.03 βρέθηκε στο νοσοκομείο Kingasani, χειρουργήθηκε στις 10.03 και παρέμεινε υπό νοσηλεία για 4 εβδομάδες. Ισχυρίστηκε πως δεν ανέφερε στη θεία του ότι ο λόγος απαγωγής του ήταν η σχέση του με τη θυγατέρα ενός βουλευτή, αλλά ότι άγνωστοι τον απήγαγαν και έκλεψαν προσωπικά του αντικείμενα. Περί τα τέλη Αυγούστου 2020, ενημερώθηκε από τη σύντροφό του ότι ήταν έγκυος και ότι θα προέβαινε σε έκτρωση, διαφώνησαν και χώρισαν. Την ίδια ημέρα προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της, χωρίς ωστόσο να τα καταφέρει, οπότε κάλεσε την ξαδέλφη της. Την επόμενη ημέρα, έλαβε κλήση από τη ξαδέλφη της, ενημερώνοντας τον πως υπήρξαν επιπλοκές και η σύντροφό του απεβίωσε και πως στο νοσοκομείο ήταν ο πατέρας της και οι σωματοφύλακες του. Στη συνέχεια ο Αιτητής έλαβε κλήση από τον πατέρας της συντρόφου του,  ο οποίος ήθελε να μάθει που βρισκόταν. Ο Αιτητής είπε ψέματα πως βρισκόταν στην οικία του, και ακολούθως ενημερώθηκε από τη θεία του, τηλεφωνικώς, πως σωματοφύλακας του πατέρα της συντρόφου του λεηλάτησε την οικία της, κατηγορώντας τον Αιτητή πως έδωσε φάρμακα σε αυτή για να τερματίσει την εγκυμοσύνη της και αυτά προκάλεσαν τον θάνατο της. Η θεία του, του ζήτησε να κρυφτεί, με τον ίδιο να διαμένει σε ένα φίλο του στη γειτονιά Maluku, έως την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής του (βλ. ερ. 33/1χ, 32/1χ δ.φ.).

 

Κατά τη διερεύνηση των ισχυρισμών του μέσω της υποβολής περαιτέρω ερωτήσεων από τον Λειτουργό, ανέφερε ότι ενόσω διέμενε σε φιλικό του πρόσωπο, η αστυνομία και οι σωματοφύλακες του βουλευτή επισκέφθηκαν την οικία της θείας του και πως στις 08.12.2020 και 11.12.2020 έλαβε δυο κλήσεις και τον Μάρτιο έλαβε κλήση να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου Gombe. Ερωτηθείς τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του, ισχυρίστηκε πως θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί και πως ο βουλευτής έχει χρήματα και επιρροή και θα μπορούσε να τον σκοτώσει (βλ. ερ. 32/1χ, 2χ δ.φ.).

 

Αναφορικά με την απαγωγή του, ανέφερε πως γύρω στις 6 το απόγευμα και ενώ περίμενε ταξί, δυο άγνωστα άτομα τον άρπαξαν και τον μετέφεραν σε αυτοκίνητο, στο οποίο υπήρχε και τρίτο άτομο. Στην προσπάθεια του να υπερασπιστεί τον εαυτό του, του έβαλαν ένα μαντήλι στη μύτη και λιποθύμησε. Κληθείς να περιγράψει τους τρεις άνδρες, δήλωσε πως ο ένας ήταν κοντός και ο άλλος ψηλός και φορούσαν κουκούλες. Αναφορικά για το σημείο που τον μετέφεραν, ανέφερε πως ήταν ένα σπίτι σε οικόπεδο, αλλά δεν γνωρίζει ακριβή τοποθεσία. Ανέφερε πως αφέθηκε ελεύθερος μετά από δυο ημέρες σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου. Όσον αφορά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, ανέφερε πως όταν ήταν στο γήπεδο, άρχισε να φωνάζει και κάποιοι τον πήγαν στο νοσοκομείο επειδή αιμορραγούσε (βλ. ερ. 31/1χ δ.φ.).

 

Ο Αιτητής δήλωσε πως η σύντροφός του τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο, αναφέροντας της πως δέχθηκε επίθεση από τους Kulunas και της απέκρυψε τον λόγο που τον απήγαγαν διότι δεν ήθελε να χωρίσουν (βλ.ερ. 31/2χ, 30/1χ δ.φ.). Ανέφερε πως από το 2018 έως και τις 27.02.2020 συναντούσε την σύντροφό του σε εστιατόρια και ανοιχτούς χώρους, ενώ κληθείς να εξηγήσει τον λόγο γιατί μετά από ένα χρόνο σχέσης, τον απήγαγαν και τον απείλησαν, απάντησε πως δεν γνωρίζει, ζούσαν ήσυχα τη σχέση τους και ίσως κάποιοι άρχισαν να τους ακολουθούν και παρατήρησαν ότι διατηρούσαν σχέση (βλ. ερ. 30/2χ δ.φ.).

 

Ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνώρισε τον πατέρα της συντρόφου του και υποθέτει πως ο λόγος που δεν ήθελε να βρίσκεται σε σχέση με τη θυγατέρα του είναι το γεγονός πως ανήκει σε κατώτερη θέση. Περαιτέρω, δήλωσε πως την περίοδο 29.02.2020 έως τον Αύγουστο 2020 δεν του συνέβη οτιδήποτε και διέμενε στη θεία του και πως τους δυο πρώτους μήνες δεν συναντούσε τη σύντροφό του, ενώ μετά την ανάρρωση του άρχισαν να συναντιούνται σε ξενοδοχείο (βλ.ερ.30/3χ δ.φ.). Αναφορικά με το πατέρα της συντρόφου του, δήλωσε πως είναι βουλευτής, υποθέτει πως το όνομα του είναι [] και πως ίσως ανήκει στο κόμμα MLC και πως είχε στενή σχέση με τον Kimbuta, πρώην κυβερνήτη της πόλης. Όσον αφορά την απαγωγή του ανέφερε πως δεν προχώρησε σε καταγγελία ενώπιον των αρχών, ούτε το ανέφερε στους γονείς του παρά μόνο ενημέρωσε τη θεία του όταν έφθασε στη Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. ερ. 29/1χ-3χ δ.φ.).

 

Ο Αιτητής ανέφερε ότι, περί τον Σεπτέμβριο του 2020, η αστυνομία και οι σωματοφύλακες βουλευτή επισκέφθηκαν κατ’ επανάληψη την οικία της θείας του, αναζητώντας τον ίδιο, ενώ εκείνη τον παρότρυνε να κρυφτεί. Ισχυρίστηκε ότι οι αρχές δεν γνωστοποίησαν στη θεία του τον λόγο της αναζήτησής του και ότι οι σωματοφύλακες της ανέφεραν πως ο Αιτητής είχε χορηγήσει φάρμακα στη σύντροφό του με σκοπό την πρόκληση έκτρωσης (βλ. ερ. 28/1χ δ.φ.). Πρόσθεσε ότι η αστυνομία επισκέφθηκε τη θεία του συνολικά τρεις φορές. Η πρώτη κλήση φέρεται να παραδόθηκε στην οικία της στις 8.12.2020· ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενό της, παρά μόνο ότι εκδόθηκε από την αστυνομία. Η δεύτερη κλήση παραλήφθηκε από τη θεία του στις 11.12.2020 και, σύμφωνα με τον ίδιο, του εστάλη μέσω του τηλεφώνου φίλου του· ο Αιτητής υποστήριξε ότι δεν έλεγξε την αρχή που την εξέδωσε, καθώς δεν διάβασε το έγγραφο. Επιπλέον, ανέφερε ότι τον Μάρτιο του 2021 απεστάλη κλήτευση στην οικία της θείας του για να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου Gombe, η οποία παραλήφθηκε από την οικιακή βοηθό της. Αναφορικά με το περιεχόμενο της κλήτευσης, δήλωσε ότι δεν διαθέτει πληροφορίες, καθώς δεν της έδωσε σημασία (βλ. ερ. 28/3χ, 27, 26/1χ, 2χ δ.φ.). Τέλος, ο Αιτητής ανέφερε ότι, μετά τη λήψη της κλήτευσης, δεν του συνέβη οτιδήποτε περαιτέρω (βλ. ερ. 26/4χ δ.φ.).

 

Δήλωσε περαιτέρω πως από τον Αύγουστο του 2020 έως την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής του περί τις 09.04.2021, διέμενε με φιλικό του πρόσωπο στη περιοχή Maluku, προσθέτοντας ότι δεν έβγαινε έξω. Ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν μετέβη στη πόλη Mbuji Mayi της επαρχίας Kasai, όπου βρίσκονται οι γονείς του, μετά τα περιστατικά που συνέβησαν και αποφάσισε να παραμείνει στη Kinshasa, ισχυρίστηκε πως η απόσταση είναι μακρινή και χρειάζεται να μετακινηθείς με αεροπλάνο και πως δεν ήθελε να τους εκθέσει σε κίνδυνο (βλ. ερ.  25/1χ,2χ δ.φ.).

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης του Αιτητή, ο Λειτουργός διέκρινε τέσσερις (4) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του Αιτητή. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής και αυτός έγινε αποδεκτός, αφού στοιχειοθέτηθηκε η εσωτερική και η εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε το ότι ο Αιτητής απήχθη στις 27.02.2020 διότι διατηρούσε σχέση με την θυγατέρα ενός βουλευτή, ο οποίος δεν ήθελε η θυγατέρα του να είναι σε σχέση μαζί του. Σχετικά με τον εν  λόγω ισχυρισμό, ο Λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν αόριστες, γενικές, μη συγκεκριμένες και μη συνεκτικές. Επισημάνθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει πληροφορίες για τον πατέρα της συντρόφου του, εκτός από γενικές δηλώσεις ότι ήταν «αξιότιμος βουλευτής», ότι ανήκε στο κόμμα MLC και ότι είχε στενές σχέσεις με τον Kimbuta, τον κυβερνήτη της Kinshasa. Ούτε μπορούσε να εξηγήσει για ποιο λόγο ο πατέρας της συντρόφου του διαφωνούσε με τη σχέση τους, εφόσον ο Αιτητής δεν γνώρισε ποτέ αυτόν τον άνδρα, υποθέτοντας ότι μπορεί να οφείλεται στη κοινωνική τους θέση. Αναφορικά με την απαγωγή του, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει εξατομικευμένες πληροφορίες και δεν ήταν συνεπής όσον αφορά τις συνθήκες της απελευθέρωσής του και τον τρόπο με τον οποίο έφτασε στο νοσοκομείο. Επιπλέον, στερείται συνέπειας, η αναφορά του πως δεν δήλωσε τον πραγματικό λόγο απαγωγής του στη σύντροφό του, στη θεία του και τους γονείς του, καθώς φοβόταν ότι η σύντροφος του θα τον χώρισε και δεν ήθελε να την αγχώσει. Τέλος, κρίθηκαν αόριστες οι δηλώσεις του ότι συνέχισε να διατηρεί σχέση με τη σύντροφό του, παρά το γεγονός ότι είχε απαχθεί και είχε προειδοποιηθεί να σταματήσει τη σχέση μαζί της καθώς και το γεγονός πως πριν τη φερόμενη απαγωγή του, ζούσαν ήσυχη σχέση για ένα ολόκληρο έτος και δεν συνέβη οτιδήποτε.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, Λειτουργός ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν εντόπισε πληροφορίες για τον βουλευτή και πατέρα της συντρόφου του, επιβεβαίωσε ωστόσο ότι ο κ. Kimbuta υπήρξε κυβερνήτης της Kinshasa το 2018. Επιπλέον, όσον αφορά τα έγγραφα που υπέβαλε ο Αιτητής, ήτοι ιατρικό πιστοποιητικό και πιστοποιητικό εξόδου που εκδόθηκε από το Κέντρο Υγείας La Grossese de la Foi, υπογεγραμμένο στην Kinshasa στις 03.04.2020, (βλ. ερ. 42,43,48, 49 δ.φ.), ο Λειτουργός κατόπιν αξιολόγησης του επεσήμανε πως δεν φέρουν καμία πρόσθετη αξία, καθότι δεν εντοπίστηκαν εξωτερικές πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη αυτού του Κέντρου Υγείας, και επιπλέον πρόκειται για κέντρο παρακολούθησης εγκύων γυναικών.  Ωστόσο, συνεπεία της αδυναμίας του Αιτητή να παραθέσει συγκεκριμένες, λεπτομερείς και συνεκτικές απαντήσεις, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

 

Ο τρίτος ισχυρισμός αφορούσε το ότι ο Αιτητής, μετά τον θάνατο της κοπέλας με την οποία διατηρούσε δεσμό, στα τέλη Αυγούστου 2020, κατηγορήθηκε ως υπεύθυνος για τον θάνατό της και στη συνέχεια αναζητείτο από τους σωματοφύλακες του πατέρα/βουλευτή και από την αστυνομία. Σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής αφηγήθηκε το γεγονός του θανάτου της συντρόφου του με πολύ γενικό τρόπο, δηλώνοντας ότι ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από την ξαδέλφη της συντρόφου του ότι απεβίωσε και πως στη συνέχεια οι σωματοφύλακες του πατέρα της πήγαν στην οικία της θείας του και τον κατηγόρησαν ότι της παρείχε φάρμακα για να προχωρήσει σε έκτρωση και ότι υπεύθυνος για τον θάνατο της. Περαιτέρω, χωρίς συνέπεια κρίθηκαν οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με την απόσταση μεταξύ της οικίας του φιλικού του προσώπου όπου αναζήτησε καταφύγιο και της οικίας της θείας του, η οποία απείχε μόλις 7 χιλιόμετρα/15-30 λεπτά οδικώς, δηλώνοντας αόριστα ότι η απόσταση ήταν μεγαλύτερη των δυο ωρών, σημειώνοντας ότι ο Αιτητής μεγάλωσε στη περιοχή Matete,  δίπλα από τις γειτονίες Maluku και Yolo. Τέλος, ασυνεπής κρίθηκε η δήλωση του Αιτητή ότι στην οικία του φίλου του ένοιωθε ασφαλής, ενώ ήταν σε απόσταση μόλις 7 χιλιομέτρων από την οικία της θείας του, όπου ισχυρίστηκε ότι τον αναζητούσαν η αστυνομία και οι σωματοφύλακες του πατέρα της συντρόφου του, χωρίς ωστόσο να του συμβεί οτιδήποτε.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ισχυρισμού, ο Λειτουργός, σημείωσε ότι τα όσα δήλωσε ο Αιτητής στη συνέντευξή του αποτελούσαν ιδιωτικής φύσεως γεγονότα  και δεν εντοπίστηκαν εξωτερικές πληροφορίες σχετικά με αυτά τα στοιχεία και συνεπεία της αδυναμίας του Αιτητή να παραθέσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες και συνεκτικές πληροφορίες, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

Ο τέταρτος ισχυρισμός αφορούσε το γεγονός ότι τον Δεκέμβριο του 2020, η θεία του Αιτητή έλαβε 2 κλήσεις από την αστυνομία για να παρουσιαστεί ο Αιτητής στην αστυνομία και τον Μάρτιο του 2021, έλαβε επίσης μια κλήτευση να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ο οποίος ομοίως δεν έγινε αποδεκτός. Επί αυτού, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν μπορούσε να παράσχει συγκεκριμένες περιγραφές και λεπτομέρειες σχετικά με το γεγονός ότι η αστυνομία και οι σωματοφύλακες του πατέρα της συντρόφου του τον αναζητούσαν και πήγαιναν στην οικία της θείας του. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι η θεία του έλαβε δυο κλήσεις από την αστυνομία και μια κλήτευση στο Δικαστήριο στο όνομά του, κρίθηκε πως υποβλήθηκε με μη λεπτομερή και μη προσωποποιημένο τρόπο. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει καμία συγκεκριμένη πληροφορία σχετικά με το περιεχόμενο των κλήσεων από την αστυνομία, τις οποία έλαβε η θεία του και στάλθηκαν μέσω φωτογραφίας στο τηλέφωνο του Αιτητή, δηλώνοντας ότι δεν έδινε προσοχή, ούτε έλεγξε το έγγραφο κλήτευσης του στο Δικαστήριο που επιδόθηκε τον Μάρτιο του 2021, δηλώνοντας ότι δεν έλεγξε τι ήταν γραμμένο σε αυτό, ούτε ποιος το εξέδωσε. Τέλος, ερωτηθείς εάν εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του από τότε μέχρι σήμερα, απάντησε με μη προσωποποιημένο τρόπο πως δεν ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει τη θεία του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ισχυρισμού, ο Λειτουργός, σημείωσε όσον αφορά τις δυο κλήσεις πως δεν μοιάζουν με επίσημα έγγραφα, καθότι πρόκειται για μεγάλες σε μέγεθος επιστολές και δεν είναι δυνατόν ευκρινώς να διαπιστωθούν οι ημερομηνίες έκδοσης τους.  Όσον αφορά το έγγραφο κλήτευσης στο Δικαστήριο, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές ανευρέθηκε επίσημο υπόδειγμα, το οποίο ως καταγράφει ο Λειτουργός δεν αντιστοιχεί στο έγγραφο που προσκόμισε ο Αιτητής. Περαιτέρω, σημειώνει πως τα έγγραφα αυτά δεν έχουν καμία πρόσθετη αξία, καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν γενικές, μη συγκεκριμένες και μη συνεκτικές.

 

Υπό το φως της πιο πάνω ανάλυσης, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

 

Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, έκρινε, ότι δεν συνέτρεχε εύλογη πιθανότητα να αντιμετώπιζε δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην Kinshasa

 

Κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε πως δεν προέκυπτε βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.  Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη ΛΔΚ, δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας.  Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, αφού η κατάσταση στη Kinshasa δεν χαρακτηριζόταν από καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. 

 

Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Καταρχάς, συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αξιοπιστία του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού τον οποίον και αποδέχομαι.

 

Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής απήχθη λόγω της σχέσης του με θυγατέρα βουλευτή, ο οποίος δεν επιθυμούσε τη μεταξύ τους σχέση, κατόπιν προσεκτικής εξέτασης τόσο της προφορικής του συνέντευξης όσο και της εισηγητικής έκθεσης του Λειτουργού, διαπιστώνεται ότι το αφήγημά του χαρακτηρίζεται από αοριστία και έλλειψη ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι στις 27.02.2020 απήχθη από τρία άγνωστα πρόσωπα, τα οποία τον κρατούσαν για χρονικό διάστημα δύο ημερών και τον προειδοποίησαν να διακόψει τη σχέση του με τη θυγατέρα του βουλευτή. Ωστόσο, δεν παρείχε ουσιώδεις πληροφορίες αναφορικά με τον ίδιο τον βουλευτή, ενώ στις σχετικές ερωτήσεις απαντούσε με εικασίες, χωρίς να διευκρινίζει συγκεκριμένα τους λόγους για τους οποίους εκείνος δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της σχέσης.

 

Περαιτέρω, δεν προέκυψε σαφής αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επίμαχης σχέσης και της φερόμενης απαγωγής, ενώ οι ασαφείς και αντιφατικές περιγραφές των συνθηκών υπό τις οποίες ο Αιτητής κατέληξε στο νοσοκομείο υπονομεύουν τη συνοχή και τη λογική αλληλουχία των ισχυρισμών του. Η αδυναμία παροχής συγκεκριμένων στοιχείων για κρίσιμες πτυχές του περιστατικού, σε συνδυασμό με τη μη επαρκώς αιτιολογημένη μεταγενέστερη συμπεριφορά του —καθώς συνέχισε να διατηρεί σχέση με την σύντροφό του— εντείνουν περαιτέρω τις αμφιβολίες ως προς τη βιωματική βάση της αφήγησης.

 

Επιπλέον, ο Αιτητής δεν προέβη σε ουσιαστική συγκεκριμενοποίηση των περιστάσεων υπό τις οποίες η εν λόγω εμπειρία μετεξελίχθηκε σε άμεσο και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένα περιστατικά απειλών, στοχοποίησης ή παρεμβάσεων εις βάρος του πριν ή ανεξαρτήτως του φερόμενου περιστατικού απαγωγής, ενώ, όπως ο ίδιος δήλωσε, ουδέποτε γνώρισε προσωπικά τον πατέρα/βουλευτή της συντρόφου του και γενικώς διατηρούσαν μια ήρεμη σχέση. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, και δεδομένου ότι οι διαπιστωθείσες ασυνέπειες δεν αποκαταστάθηκαν παρά τις παρασχεθείσες ευκαιρίες για παροχή διευκρινίσεων, το Δικαστήριο συντάσσεται με την κρίση του Λειτουργού της EUAA ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν πληροί το απαιτούμενο αποδεικτικό όριο ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, δεδομένης της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής του ισχυρισμού αυτού εκ της αοριστίας, της γενικότητας και της έλλειψης ευλογοφάνειας που χαρακτηρίζει το αφήγημα του Αιτητή δεν προκύπτει ανάγκη για εξέταση της εξωτερικής του συνοχής, με αναφορά σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[9]σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:

 

«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»

 

Βλέπε σχετικώς και τα όσα αναφέρθηκαν επί του ζητήματος τούτου στην απόφαση του Εφετείου στην FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023, 31.10.2024.

 

Σε σχέση με τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής προς τεκμηρίωση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του (βλ. ερ. 42–43 και μετάφραση 48–49 του δ.φ.), η αξιολόγηση στην οποία προέβη ο Λειτουργός κρίνεται, κατ’ αρχήν, ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη. Από περαιτέρω εξέταση των εν λόγω εγγράφων προκύπτει ότι αυτά φέρονται να έχουν εκδοθεί από το Centre de Sant? La Grossesse de la Foi, αφορούν πρόσωπο με τα στοιχεία του Αιτητή και καταγράφουν επίθεση και τραυματισμούς συνεπεία ανθρώπινης παρέμβασης. Εντούτοις, οι σφραγίδες που φέρουν τα έγγραφα είναι δυσανάγνωστες, ενώ διαπιστώνεται ασυμφωνία ως προς την ημερομηνία εξόδου του Αιτητή από το νοσοκομείο. Συγκεκριμένα, στο ένα έγγραφο αναφέρεται ότι παρέμεινε νοσηλευόμενος έως τις 10.03.2020 (βλ. ερ. 42 δ.φ.), ενώ στο πιστοποιητικό εξόδου από το νοσοκομείο καταγράφεται ως ημερομηνία εξόδου η 03.04.2020 (βλ. ερ. 43 δ.φ.). Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν διαπιστώνεται εσφαλμένη στάθμιση ούτε υπέρβαση των ορίων εκτίμησης εκ μέρους του Λειτουργού κατά την αξιολόγηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων.

 

Καταλήγω συνεπώς ότι ο δεύτερος αυτός ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και αυτός απορρίπτεται για τους λόγους που έχουν ανωτέρω επεξηγηθεί.

 

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής διωκόταν λόγω του θανάτου της κοπέλας με την οποία διατηρούσε δεσμό, παρατηρείται ότι το αφήγημά του χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια και έλλειψη βιωματικής υπόστασης. Ειδικότερα, ο Αιτητής υποστήριξε ότι ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από την ξαδέλφη της συντρόφου του για τον θάνατό της, ο οποίος, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, επήλθε κατόπιν επιπλοκών κατά τη διαδικασία διακοπής της κύησης. Περίπου τριάντα λεπτά αργότερα, ανέφερε ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από τον πατέρα της συντρόφου του, ο οποίος τον ρωτούσε για το πού βρισκόταν, ενώ στη συνέχεια η θεία του τον ενημέρωσε ότι σωματοφύλακες του πατέρα της συντρόφου του προέβησαν σε λεηλασία της οικίας της.

 

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν συνιστούν άμεσα βιωματικά στοιχεία, δεδομένου ότι ο επικαλούμενος φόβος του Αιτητή βασίζεται αποκλειστικά σε πληροφορίες που του μεταφέρθηκαν από τρίτα πρόσωπα, συγκεκριμένα από την ξαδέλφη της συντρόφου του και τη θεία του. Ο ίδιος δήλωσε ότι, μετά την ενημέρωσή του για τον θάνατο της συντρόφου του, κατέφυγε και κρύφτηκε στην οικία φίλου του, όπου παρέμεινε για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών πριν αναχωρήσει από τη ΛΔΚ, χωρίς στο διάστημα αυτό να τον προσεγγίσει ή να τον ενοχλήσει οποιοσδήποτε.

 

Επιπλέον, μη ευλογοφανής κρίνεται ο ισχυρισμός ότι διέμεινε επί οκτώ μήνες σε γειτονιά της Kinshasa, όπου φέρονται να έλαβαν χώρα τα επίμαχα γεγονότα, χωρίς να μετακινηθεί στην επαρχία Kasai, όπου διαμένουν οι γονείς του. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν υπήρξε σαφής ως προς τους φερόμενους φορείς δίωξής του, καθόσον έκανε αναφορά σε αναζήτησή του από την αστυνομία, χωρίς όμως να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους οι αρχές τον καταζητούσαν. Οι δηλώσεις του ότι η θεία του τον ενημέρωσε πως η αστυνομία επισκέφθηκε συνολικά τρεις φορές την οικία της αναζητώντας τον, χωρίς να προσδιορίσει τον λόγο των επισκέψεων αυτών, κρίνονται αόριστες και ανεπαρκείς.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, δεδομένης της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής του ισχυρισμού αυτού εκ της αοριστίας, της γενικότητας και της έλλειψης βιωματικότητας που χαρακτηρίζει το αφήγημα του Αιτητή δεν προκύπτει ανάγκη για εξέταση της εξωτερικής του συνοχής, με αναφορά σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), στα οποία και έχει γίνει μνεία ανωτέρω.

 

Καταλήγω συνεπώς ότι ούτε ο τρίτος αυτός ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και αυτός απορρίπτεται για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί.

 

Τέλος, ως προς τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό περί ύπαρξης δύο κλήσεων από την αστυνομία για να παρουσιαστεί ενώπιον των αρχών, καθώς και μίας κλήτευσης για εμφάνιση ενώπιον Δικαστηρίου περί τον Μάρτιο του 2020, και κατόπιν συνολικής εξέτασης των δηλώσεων του Αιτητή σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, κρίνεται ότι η αξιολόγηση του Λειτουργού αναφορικά με την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού είναι, σε γενικές γραμμές, ορθή, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τις αρχές της λογικής αποτίμησης των δηλώσεων του αιτητή.

 

Καταρχάς, η αφήγηση περί επαναλαμβανόμενων επισκέψεων των αρχών και των σωματοφυλάκων του πατέρα της συντρόφου του στην οικία της θείας του, σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, στερείται ουσιώδους συγκεκριμενοποίησης ως προς τον αριθμό, τη διάρκεια και το περιεχόμενο των εν λόγω επισκέψεων. Σημαντικό στοιχείο εσωτερικής αναξιοπιστίας συνιστά, περαιτέρω, η πλήρης έλλειψη ενδιαφέροντος που επέδειξε ο Αιτητής να ενημερωθεί για το περιεχόμενο των κλήσεων που φέρονται να παραλήφθηκαν από τη θεία του και να του διαβιβάστηκαν μέσω τηλεφώνου, καθώς και για το εάν υφίσταται εκκρεμές ένταλμα σύλληψης εις βάρος του.

 

Επιπλέον, ο ισχυρισμός ότι οι αρχές θα προέβαιναν στη σύλληψή του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα, τη στιγμή που ο ίδιος κατόρθωσε να εξέλθει νομίμως από τη ΛΔΚ, να υποβληθεί σε όλους τους προβλεπόμενους ελέγχους στο αεροδρόμιο και να ταξιδέψει χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, παρουσιάζει εμφανή εσωτερική ασυνέπεια.

 

Τέλος, ο ισχυρισμός περί ύπαρξης διαρκούς κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής στη ΛΔΚ διατυπώνεται με γενικούς και αόριστους όρους, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα, πρόσφατα ή συνεχιζόμενα περιστατικά που να έλαβαν χώρα μετά την αναχώρησή του. Η απουσία συγκεκριμένων στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι το ενδιαφέρον των αρχών ή του πατέρα της συντρόφου του εξακολουθεί να είναι ενεργό και εστιασμένο στον ίδιο ενισχύει τις αμφιβολίες ως προς τη διάρκεια και την ένταση της φερόμενης δίωξης.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή παρουσιάζει ουσιώδεις αδυναμίες ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ουσιώδους ισχυρισμού, δεδομένης της πλήρους έλλειψης εσωτερικής συνοχής που τον χαρακτηρίζει, λόγω της αοριστίας και της γενικότητας του αφηγήματος του Αιτητή, δεν ανακύπτει ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής του συνοχής με αναφορά σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης.

 

Αναφορικά με τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι διωκόταν από την αστυνομία, υιοθετώ την ανάλυση του Λειτουργού, την οποία κρίνω ορθή και επαρκώς τεκμηριωμένη. Ο Λειτουργός, κατόπιν ελέγχου της συμβατότητας των εγγράφων με τις δηλώσεις του Αιτητή, προέβη, όπου αυτό ήταν εφικτό, σε σχετική έρευνα, λαμβανομένου υπόψη ότι επρόκειτο για φωτοαντίγραφα, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον το περιεχόμενό τους συνάδει με τις πληροφορίες που αντλούνται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ορθώς δε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του.

 

Περαιτέρω, ούτε από το ίδιο το περιεχόμενο των προσκομισθέντων φωτοαντιγράφων προκύπτει σαφής αναφορά στα αδικήματα για τα οποία φέρεται να κλήθηκε να εμφανιστεί, ενώ οι σφραγίδες και οι υπογραφές εμφανίζονται θολές και δυσανάγνωστες. Ειδικότερα δε, ως προς το αντίγραφο κλήτευσης για εμφάνιση ενώπιον Δικαστηρίου, παρατηρείται ότι πρόκειται για μη συμπληρωμένο έντυπο, στο οποίο έχουν καταγραφεί εκ των υστέρων στοιχεία, γεγονός που δεν επιτρέπει την περαιτέρω αξιολόγησή του (βλ. ερ. 44, 40, 41 δ.φ.).Top of Form

 

Bottom of Form

 

Καταλήγω συνεπώς ότι ο τέταρτος αυτός ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και αυτός απορρίπτεται για τους λόγους που έχουν ανωτέρω επεξηγηθεί.

 

Υπό το φως των προλεχθέντων και του ισχυρισμού περί προσωπικών στοιχείων του Αιτητή που έγινε αποδεκτός από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία.  Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:

 

«το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»

 

Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβη» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :

(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή

 

(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή

 

(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).

 

Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά  Bundesrepublic Deutschland[10] ότι συνιστούν:

 

«(.) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (βλ. σκέψη 43 της απόφασης)

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmι[11], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Όπως επίσης διευκρίνισε το ΔΕΕ στην Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v.  Staatssecretaris van Justitie[12] :

 

 «33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.

 

34.Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.

 

35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ, της οδηγίας.

 

36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται  από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».

 

37.  Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.

 

38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.

 

39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

 

Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[13], προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ και στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Kinshasa, από την οποία προκύπτει ότι o στρατός της ΛΔΚ και οι κάτοικοι της ανατολικής περιφέρειας της χώρας συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξανόμενες επιθέσεις από τις Συμμαχικές Δημοκρατικές Δυνάμεις (ADF) που συνδέονται με το Ισλαμικό Κράτος. Οι ανταλλαγές πυρών, οι επιθέσεις με πυραύλους και οι αψιμαχίες μεταξύ της M23, στρατευμάτων της Ρουάντα, δυνάμεων της ΛΔΚ και άλλων ομάδων πολιτοφυλακής παραμένουν συνήθεις ενέργειες.[14] Στην ετήσια έκθεση του 2026 του Human Rights Watch για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για το έτος 2025 στη Λ.Δ.Κ., καταγράφεται πως «η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η ανθρωπιστική κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό επιδεινώθηκαν σημαντικά το 2025 λόγω παραβιάσεων των νόμων του πολέμου και άλλων καταχρήσεων στην ανατολική περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης των επιθέσεων εναντίον αμάχων από την ένοπλη ομάδα Alliance of Democratic Forces (ADF) που συνδέεται με το ISIS και των συγκρούσεων μεταξύ της ένοπλης ομάδας M23 που υποστηρίζεται από τη Ρουάντα και των ενόπλων δυνάμεων του Κονγκό. Οι εχθροπραξίες στις επαρχίες North and South Kivu και Ituri οδήγησαν στη δολοφονία χιλιάδων αμάχων, στην παράνομη αναγκαστική εκτόπιση πληθυσμών και σε άλλες παραβιάσεις, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας, από ένοπλες ομάδες.»[15]

 

Σύμφωνα με μια εστιασμένη έκθεση COI που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2025 σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔK από το βέλγικο Κέντρο Τεκμηρίωσης και Έρευνας (CEDOCA), «όσον αφορά την Kinshasa, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala και ορισμένων επεισοδίων στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe».  Η ίδια πηγή, επικαλούμενη πληροφορίες από το United Nations Joint Human Rights Office, ανέφερε ότι η επαρχία της Kinshasa ήταν «ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση» και ότι «από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από διαδηλώσεις κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa». Τον Ιανουάριο του 2025, διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές στο πλαίσιο ενός ξεσπάσματος διαδηλώσεων κατά της επίθεσης των ανταρτών M23 στην ανατολική περιοχή.[16]

 

Εξετάζοντας την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή (Kinshasa), όπου δηλαδή ευλόγως αναμένεται ότι θα επιστρέψει, και καθώς τα συμπεράσματά μου επί της αξιοπιστίας του Αιτητή συνάδουν με αυτά του Λειτουργού κατά την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησής του, αναφέρω ότι, όσον αφορά στην Kinshasa, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 13.02.2026), καταγράφηκαν 51 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 60 θάνατοι.[17] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται σε 14,565,700 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2020[18].

 

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω δεδομένα, δε διακρίνω την ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην Kinshasa, ή έστω αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία να εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής λόγω της παρουσίας του και μόνο στο έδαφος της περιοχής αυτής να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά το άρθρο 19 στοιχείο (2)(γ). Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, υψηλού μορφωτικού επιπέδου, ικανός προς εργασία και με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής του, χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας.  Επισημαίνω τέλος, ότι δεν έχουν εγερθεί ή/και αναδειχθεί ατομικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία του Αιτητή που να υποδηλώνουν και να δείχνουν ειδικώς ότι θα τεθεί σε κατάσταση που αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης και δυνατόν να μπορούσε να αντισταθμίσει το επίπεδο αδιάκριτης βίας βάσει της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχω αναφέρει, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

  

Με βάση το σύνολο των στοιχείων ενώπιον μου, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. 

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] Βλσχετικό operational plan 2022-2024 agreed by the European Union Agency for Asylum and the Republic of Cyprus στον ακόλουθο σύνδεσμό: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/EUAA_Operating_Plan_to_Cyprus2022-2024-Amendment_0.pdf

[2]  Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019: «Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας  από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού   Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.

[4] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007.

[5] Βλ. ενδεικτικά Μαυρονύχη v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 801/1999, ημερ. 12.03.2001.

[6] Βλ. επίσης Χριστίνα Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (2009) 4 Α.Α.Δ. 929.

[7] Μεταξύ άλλων: ΣτΕ 1818/2015, ΣτΕ 4596/2012, ΣτΕ 2170/2003

[8] Υπόθ. αρ. 128/2008, JAMAL KAROU v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010

[9] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023- 02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf

[10] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[11] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011

[12] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki ElgafajiNoor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[13] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).

[14] Global Conflict Tracker, Conflict in the Democratic Republic of Congo, 16/12/2025, https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo [Ημερομηνία Πρόσβασης: 18.02.2026]

[15] HRW - Human Rights Watch: World Report 2026; Democratic Republic of Congo,
https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/democratic-republic-of-congo [Ημερομηνία Πρόσβασης: 18.02.2026]

[16] EUAA COI Query Response - DRC - Democratic Republic of the Congo - Security Situation in Kinshasa,

01/07/2025,σελ.4, 2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 18.02.2026]

[17]Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 13.02.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης: 19.02.2026]

[18]  City Population - DRC - Kinshasa, https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 18.02.2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο