Μ. Κ. R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1677/24, 26/2/2026
print
Τίτλος:
Μ. Κ. R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1677/24, 26/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.1677/24

 

26 Φεβρουαρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Μ. Κ. R.

                                                                                                                        Αιτήτρια

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Μ. Μικελλίδου, Δικηγόρος για Αιτήτρια

Κα Θ. Βασιλάκη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή η αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε αυθημερόν με επιστολή ημ.23/04/24, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης, και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια έρχεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 15/04/20 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 09/07/20 (ερ.1-3, 40).

Στις 05/03/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση της επίδικης αιτήσεως διεθνούς προστασίας, όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.44-52). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση-Εισήγηση και στις 05/03/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.71-80).  

Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 23/04/24 και της μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.81, 2).

Επί της αιτήσεως ασύλου η αιτήτρια καταγράφει ότι η στενή της φίλη έβγαινε με στρατηγό, ο οποίος θεωρούσε ότι (η αιτήτρια και η φίλη της) είναι ομοφυλόφιλες. Μια μέρα η αιτήτρια τον εξέπληξε ενόσω (ο στρατηγός) κτυπούσε τη φίλη της μέχρι θανάτου. Δύο μέρες μετά η φίλης της απεβίωσε και, λόγω του ότι η αιτήτρια τον είδε να την κτυπά, ο στρατηγός «άρχισε να σκέφτεται να τη [σκοτώσει] για να εξαφανίσει το μυστικό». Γι’ αυτό το μυστικό, ως αναφέρει η αιτήτρια, κατέληξε «σε μια χώρα με δικαιώματα, όπως η Κύπρος» και γι’ αυτό χρειάζεται προστασία.

Στη συνέντευξη που διενεργήθηκε η αιτήτρια ανέφερε ότι είναι καλά στην υγεία της, έχει γεννηθεί και διέμενε όλη της τη ζωή στην Κινσάσα (διαφορετική κοινότητα από το 2010, όταν άρχισε να διαμένει με τη φίλη της), οι γονείς της έχουν αποβιώσει, έχει 2 παιδιά (στη ΛΔΚ), τα οποία και διαμένουν με την αδελφή της αιτήτριας στην Κινσάσα, έχει άλλο παιδί, το οποίο γεννήθηκε στη Δημοκρατία και (κατά τη συνέντευξη) ήταν έγκυος. Η αιτήτρια έχει φοιτήσει στο λύκειο, χωρίς να θυμάται πότε και δεν έχει εργαστεί στη ΛΔΚ, καθότι, ως ανέφερε, συντηρούνταν από τη φίλη της (με την οποία διέμενε).

Ερωτώμενη η αιτήτρια ανέφερε ότι έφυγε από τη ΛΔΚ λόγω όσων είχαν συμβεί με τον στρατηγό. Ως εξήγησε, διέμενε με τη φίλη της σε ένα σπίτι αλλά είχαν και δεσμό, καθώς, ως πρόσθεσε, «[νιώθει] καλά να [βγαίνει] με άνδρες [αλλά] νιώθει καλά να [βγαίνει] [και] με γυναίκες». Η γυναίκα με την οποία έβγαινε κρυφά (η φίλη/συγκάτοικος της) είχε δεσμό με έναν στρατηγό ονόματι Kasongo (η οποία είχε όμοιο σεξουαλικό προσανατολισμό με την αιτήτρια), το οποίο «δεν είναι γενικά αποδεκτό στη χώρα» της, και γι’ αυτό το είχαν κρατήσει κρυφό. Ο κόσμος όμως άρχισε να τις υποψιάζεται και το είπαν στον στρατηγό, ο οποίος άρχισε να απειλεί την αιτήτρια και την φίλη της για να σταματήσουν τον δεσμό τους και έστελνε άτομα να την παρακολουθούν, αλλά – ως αναφέρει  η αιτήτρια – δεν είχε που να το αναφέρει, καθώς «δεν [έχουν] σύστημα δικαιοσύνης» στη ΛΔΚ. Μετά από πολλές απειλές η φίλη της αιτήτριας ομολόγησε τον δεσμό τους και η ίδια είχε απορριφθεί από την οικογένεια της, λόγω του ότι ήταν λεσβία. Ήταν γι’ αυτό – ως ανέφερε – ο λόγος που διέμενε με τη φίλη της, προσθέτοντας ότι συντηρούνταν και οι δύο από χρήματα που έστελνε ο στρατηγός. Μια μέρα η φίλης της ανέφερε στην αιτήτρια ότι δεχόταν πολλή πίεση από τον στρατηγό και ότι πρέπει να φύγουν από το σπίτι και την επόμενη μέρα, όταν η αιτήτρια πήγε να πάρει τα ρούχα της, είδε τον στρατηγό να κτυπά τη φίλη της, η ίδια πήγε σε καθολικό ιερέα να ζητήσει βοήθεια, η δε φίλη της απεβίωσε. Ο στρατηγός ήταν πολύ θυμωμένος με την αιτήτρια, γιατί την έφταιγε για τον θάνατο της φίλης της και η αιτήτρια, αφού μίλησε με τον ιερέα, αποφάσισε ότι, αφού δεν μπορούσε να καταγγείλει τον στρατηγό, έπρεπε να πάει κάπου ασφαλισμένα και αποφάσισε να φύγει από τη ΛΔΚ.

Ερωτώμενη αν οι λόγοι που έφυγε από τη χώρα έχουν να κάνουν με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό η αιτήτρια απάντησε ρητά αρνητικά, διευκρινίζοντας ότι όλα σχετίζονται με το πρόβλημα με τον στρατηγό, αφού – ως ανέφερε – ήταν παντρεμένος και φοβόταν ότι η αιτήτρια θα έλεγε στον κόσμο ότι αυτός σκότωσε τη φίλη της.

Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι ο δεσμός της  φίλης της με τον στρατηγό είχε αρχίσει το 2017 και ότι το συμβάν όπου αυτός την κτυπούσε ήταν στις 25/12/19, όταν την κτυπούσε με ένα ραβδί (σαν αυτό που κρατούνε οι αστυνομικοί), στο σπίτι όπου διέμεναν μαζί. Ερωτώμενη πως γνώριζε ότι ο στρατηγός ήταν θυμωμένος μαζί της η αιτήτρια είπε ότι μια βδομάδα πριν το περιστατικό του ξυλοδαρμού της φίλης της ο στρατηγός της, που τη ζήλευε, ως ανέφερε, είχε ρίξει «κάτι» και αναγκάστηκε να πάει στο νοσοκομείο, όμως δεν έχει κάποιο έγγραφο από τη νοσηλεία της (ερ.47). Ερωτώμενη περαιτέρω ανέφερε ότι την ημέρα εκείνη ο στρατηγός την ρωτούσε αν έχει δεσμό με τη φίλη της, η αιτήτρια το αρνούνταν, όμως αυτός δεν την πίστευε, δεν τη συνέβη κάτι αλλά την αναζητούσε. Σε ερώτηση πως γνώριζε ότι την αναζητούσε η αιτήτρια ανέφερε ότι όποτε έβγαινε ή πήγαινε στην εκκλησία «άτομα που τη γνώριζαν την ρωτούσαν που έμενε». Ερωτώμενη πότε είχε λάβει χώρα το συμβάν όπου της έριξε ένα αντικείμενο ο στρατηγός η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν μια βδομάδα πριν τις 19/12/19, όταν κτύπησε τη φίλη της, και, όταν της υποδείχθηκε ότι προηγουμένως είχε αναφέρει ότι ο στρατηγός κτύπησε τη φίλη της στις 25/12, είπε ότι εννοούσε το περιστατικό που της έριξε κάτι.

Ερωτώμενη που διέμενε μετά τα ως άνω συμβάντα η αιτήτρια ανέφερε ότι έμενε σε ένα σπίτι που ανήκε στην εκκλησία και είπε ότι ο ιερέας ήταν που τη βοήθησε, χωρίς να της ζητήσει χρήματα, να έρθει στα κατεχόμενα. Ερωτώμενη γιατί δεν προσπάθησε να μείνει σε άλλο μέρος στη ΛΔΚ η αιτήτρια ανέφερε ότι ο στρατηγός είναι πολύ γνωστός παντού στη χώρα και θα είναι πολύ εύκολο γι’ αυτόν να τη βρει. Ερωτώμενη αν οι Αρχές της ΛΔΚ θα της επιτρέψουν να επιστρέψει απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι ο στρατηγός δεν θα επιτρέψει να συμβεί αυτό, καθώς «είναι στην εξουσία».

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.

1.    Ταυτότητα, προφίλ, χώρα ιθαγενείας και τόπο διαμονής της αιτήτριας

2.    Ισχυριζόμενος φόβος της αιτήτριας υπό τη μορφή απειλών από τον Γενικό, μετά τον θάνατο της φίλης της

Εκ των ως άνω ισχυρισμών έγινε αποδεκτός ο 1ος, ο δε 2ος απορρίφθηκε.

Σημειώνεται ότι παρά τις αναφορές σε «Γενικό», τόσο στην επίδικη έκθεση όσο και στην αγόρευση της αιτήτριας, ως θα καταστεί σαφές και πιο κάτω, η αναφορά της αιτήτριας σε “general” αφορά σε στρατηγό.

Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού λοιπόν κρίθηκε ότι τα λεγόμενα της αιτήτριας αλλά και οι αποκρίσεις της σε ερωτήσεις που υποβλήθηκαν, τόσο σχετικά με τον δεσμό της με τη φίλη της όσο και τα όσα έγιναν με τον στρατηγό υπήρξαν γενικά, στερούμενα λεπτομερειών, χρονικής συνοχής και βιωματικών στοιχείων και περιείχαν αντιφάσεις, κενά και ασάφειες. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο σχετικά με το κατ’ ισχυρισμό συμβάν του ξυλοδαρμού της φίλης της, ο οποίος, ως αναφέρουν οι καθ’ ων η αίτηση, υπήρξε και η γενεσιουργός αιτία των όσων ακολούθησαν. Ομοίως, παντελώς γενικόλογοι και χωρίς ίχνος εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών κρίθηκαν και οι ισχυρισμοί της αναφορικά με το συμβάν όπου ο στρατηγός, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, της έριξε ένα αντικείμενο, το οποίο δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Ανέφερε δε όταν ρωτήθηκε ότι ήταν από τη φίλη της που πληροφορήθηκε ότι ο στρατηγός τη ζήλευε, ενώ θα αναμενόταν να έχει και η ίδια γνώση αυτού, δεδομένου του συμβάντος που είχε αναφέρει. Το ίδιο κρίθηκε σχετικά με τα όσα ανέφερε περί του ότι θεωρούσε ότι την παρακολουθεί επειδή άτομα την ρωτούσαν που μένει. Στερούμενος ευλογοφάνειας κρίθηκε και ο ισχυρισμός της ότι επί τρεις μήνες, μεταξύ του ξυλοδαρμού και θανάτου της φίλης της, ενόσω η αιτήτρια διέμενε στο ίδιο μέρος, ο στρατηγός δεν την έβλαψε, γιατί – ως ανέφερε – δεν είχε κινητό και δεν έβγαινε έξω. Τέλος κρίθηκε ότι – δεδομένης της, σύμφωνα με τα λεγόμενα της αιτήτριας, δύναμης που είχε ο στρατηγός, δεν ήταν λογικό να φοβάται την αιτήτρια.

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, κατόπιν έρευνας που έγινε, διαπιστώθηκε ότι ο κατ’ ισχυρισμό διώκτης της είχε παραιτηθεί από τα καθήκοντα του τον Απρίλιο 2023, όταν δε αυτό υποβλήθηκε στην αιτήτρια, αυτή απάντησε ότι δεν το γνωρίζει. Εκ τούτου, ως κρίθηκε, απουσιάζει πλέον το στοιχείο του φορέα δίωξης και, με δεδομένη την τρωθείσα εσωτερική συνοχή του αφηγήματος της αιτήτριας, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού της αιτήτριας, κατόπιν έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής της, ήτοι την Κινσάσα, αξιολογώντας και συνυπολογίζοντας ότι αυτή πρόκειται για ενήλικο άτομο, υγιές, με επαρκή μόρφωση και οικογενειακό δίκτυο εκεί, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής.

Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.

Στα πλαίσια της παρούσης προσφυγής και των αγορεύσεων της η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας αναφέρει, κάνοντας αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία της επίδικης έκθεσης και τα ευρήματα που εκεί διατυπώνονται, ότι δεν έγινε εν προκειμένω δέουσα έρευνα των ισχυρισμών της αιτήτριας, οι δε αντιφάσεις που εντοπίστηκαν δεν βρίσκουν έρεισμα στα λεγόμενα της αιτήτριας ως έχουν καταγραφεί στο πρακτικό της συνέντευξης και, επίσης, αναφέρει ότι η έρευνα που έγινε για τη δράση των ένοπλων δυνάμεων σε άλλες περιοχές της ΛΔΚ δεν σχετίζεται με τα λεγόμενα της αιτήτριας. Αναφέρει δε ότι τα όσα ανέφερε στη συνέντευξη της διατηρούν εσωτερική συνοχή και θα πρέπει να αυτά γίνουν αποδεκτά ως αξιόπιστα. Περαιτέρω, ως αναφέρει, δεν έγινε ορθή υπαγωγή των ισχυρισμών στο νομικό πλαίσιο και λανθασμένα κρίθηκε ότι δεν αποκαλύπτεται από τα λεγόμενα της αιτήτριας λόγος δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Συνεπεία των ως άνω η προσβαλλόμενη απόφαση, ως εισηγείται η αιτήτρια, λήφθηκε υπό καθεστώς πλάνης και στερείται επαρκούς αιτιολογίας.

Οι καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών της αιτήτριας έχει δεόντως δικογραφηθεί (και γι’ αυτό – στη βάση νομολογίας που παραθέτουν – δεν θα πρέπει να εξεταστούν). Περαιτέρω αντιτάσσουν ότι κατά την επίδικη διαδικασία λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, η δε επίδικη απόφαση είναι νόμιμη, πλήρως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας. Προς επίρρωση των θέσεων τους κάνουν αναφορές στα λεγόμενα της αιτήτριας και τα επί τούτων ευρήματα τους και παραθέτουν σωρεία νομολογίας.

Στα πλαίσια της απαντητικής αγόρευσης της η αιτήτρια αναφέρει ότι δεν έγινε έρευνα του κατά πόσο, σε περίπτωση επιστροφής της, αυτή θα έχει επαρκές υποστηρικτικό δίκτυο και του κατά πόσο εκ των περιστάσεων της αυτή ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και διατρέχει γι’ αυτό κίνδυνο δίωξης, δεδομένων και των απειλών που δέχθηκε.

Κατά τις διευκρινήσεις οι συνήγοροι των μερών αρκέστηκαν στο να υιοθετήσουν τα όσα αναφέρουν στις αγορεύσεις τους.

Δεδομένου ότι άπαντες οι προωθούμενοι από την αιτήτρια ισχυρισμοί συμπλέκονται με την ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ λοιπών με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του φακέλου, των λεγομένων της αιτήτριας κατά την επίδικη αίτηση καθώς και των προωθούμενων ισχυρισμών της στα πλαίσια της παρούσης, είναι κατάληξη μου ότι συμφωνώ πλήρως και σε όλη τους την έκταση με τα ευρήματα και την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτά λεπτομερώς και ενδελεχώς αναφέρονται στην επίδικη έκθεση, ως και στα πλαίσια της παρούσης καταγράφονται, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.

Ως προκύπτει καταφανώς από μια ανάγνωση του πρακτικού της επίδικης συνέντευξης, το σύνολο του αφηγήματος της αιτήτριας βρίθει κενών και ασαφειών και σε κανένα σημείο των λεγομένων της τόσο αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό σχέση της φίλης της με τον κατ’ ισχυρισμό διώκτη της (στρατηγό) όσο και σχετικά με τα συμβάντα του ξυλοδαρμού και θανάτου της φίλης της και των απειλών και επίθεσης που δέχθηκε η ίδια, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή βιωματική λεπτομέρεια ή στοιχείο, τα όσα δε ανέφερε στερούνταν - παντελώς και σε όλη τους την έκταση - κάθε ψήγματος χρονικής συνέχειας και λογικής συνέπειας. Σημειώνω ενδεικτικά ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει την παραμικρή λεπτομέρεια για τη ζωή της με την φίλη της, πως το έμαθε ο στρατηγός ότι διατηρούσαν δεσμό η αιτήτρια και η φίλη της, γιατί θεωρεί ότι την αναζητούσε, αφού, ως η ίδια ανέφερε, γνώριζε που διέμενε, δεν ανέφερε καμία βιωματική λεπτομέρεια για τον κατ’ ισχυρισμό ξυλοδαρμό της φίλης της, πως αυτή απεβίωσε δυο μέρες μετά, αν την πήρε σε νοσοκομείο, ποια τραύματα έφερε, τι έγινε όταν η ίδια – ως ανέφερε – πήγε σε νοσοκομείο μετά που της έριξε ο στρατηγός «ένα αντικείμενο», τι τραύματα έφερε και γιατί την φοβόταν ο στρατηγός, δεδομένης της δύναμης που είχε. Σημειώνω επίσης ότι, ως η ίδια ανέφερε, έχει δύο παιδιά στη ΛΔΚ, τα οποία μένουν με την αδελφή της στην Κινσάσα, όμως δεν εξηγεί τι έκαναν τα παιδιά της όταν αυτή διέμενε με τη φίλη της (η οποία κατ’ ισχυρισμό δολοφονήθηκε από τον στρατηγό) από το 2010. Έμεναν μαζί τους και αν ναι τι έκαναν και που ήταν κατά τα συμβάντα που η αιτήτρια αναφέρει; Ουδέν αναφέρει επί τούτου η αιτήτρια. Σημειώνεται βεβαίως ότι, δεδομένων των ως άνω, ούτε οι ισχυρισμοί περί του σεξουαλικού προσανατολισμού της αιτήτριας μπορούν να γίνουν αποδεκτοί, οι οποίοι άλλωστε – ως και η ίδια ανέφερε (ερ.47 – 3Χ) – δεν αποτελούν το λόγο που έφυγε από τη ΛΔΚ.

Ενόψει των όσων πιο πάνω αναφέρω θεωρώ ότι οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση του αφηγήματος της αιτήτριας θα συνιστούσε αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται κάθε ψήγματος συνοχής και λογικής συνέπειας. Περαιτέρω, δεδομένης της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας δεν θεωρώ ότι ήταν απαραίτητη η αναζήτηση πληροφορίων (ΠΧΚ) αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία. Σχετικώς, στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.132, αναφέρεται, η αναζήτηση πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής (ΠΧΚ) «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής ή μη ικανοποιητικής επεξήγησης αποκλίσεων ή παραλλαγών σε ό,τι αφορά τα ουσιώδη στοιχεία μιας αίτησης ή, ακόμη περισσότερο, σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής ως απαράδεκτης.».

Θα πρέπει βεβαίως εδώ να σημειωθεί ότι ο στρατηγός τον οποίο ονοματίζει η αιτήτρια ήταν όντως υψηλόβαθμο στέλεχος της αστυνομίας της Κινσάσα κατά τον ουσιώδη χρόνο (2021)[1], όμως τούτο όχι μόνο δεν ενισχύει τους ισχυρισμούς της, αλλά διαβρώνει θεωρώ περαιτέρω την εξωτερική συνοχή τους, καθώς η αιτήτρια ουδεμία πληροφορία ήταν σε θέση να αναφέρει για τη θέση του ατόμου αυτού, ως θα ήταν εύλογα αναμενόμενο, αφού, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, το άτομο αυτό διατηρούσε δεσμό με τη φίλη της για αρκετό καιρό. Ως και στο πιο πάνω εγχειρίδιο του EASO, σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.». Επίσης, στη σελ.131 τονίζεται σχετικώς ότι «[η] γενικευμένη προσβασιμότητα πολλών πηγών ΠΧΚ, μέσω του διαδικτύου ή άλλων μέσων ενημέρωσης, συνεπάγεται την ανάγκη οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα ορισμένες αιτήσεις διεθνούς προστασίας να έχουν καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να είναι συνεπείς με τις συναφείς ΠΧΚ.»

Είναι λοιπόν κατάληξη μου ότι άπαντες οι ισχυρισμοί της αιτήτριας αποτελούν επινοήματα της, προκειμένου, εμπλέκοντας στο αφήγημα της πρόσωπο (στρατηγός), να προσδώσει, εδώ ανεπιτυχώς, επίφαση αξιοπιστίας στους κατά τα τ’ άλλα παντελώς ασυνάρτητους ισχυρισμούς της.

Προχωρώ σε αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της (Κινσάσα) και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν εκεί, σε συνάρτηση με το προφίλ της αιτήτριας.

Αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στην Κινσάσα εντοπίζονται τα εξής.

Έκθεση της Αυστριακής ACCORD (Νοέμβριος 2020) αναφέρει ότι στη ΛΔΚ οι γυναίκες είναι σαφώς αντικείμενο διακρίσεων.[2]

Σε έκθεση της Υπηρεσίας Ασύλου της Δανίας αναφέρεται ότι «[η] Ελβετική Κρατική Γραμματεία για τη Μετανάστευση ορίζει μια ανύπαντρη γυναίκα στο πλαίσιο της Κινσάσα ως ενήλικη γυναίκα με ή χωρίς παιδιά, που συντηρείται χωρίς άνδρα σύντροφο.[3] […] Οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς το υποστηρικτικό δίκτυο που προσφέρει ένας άνδρας συχνά αντιμετωπίζονται αρνητικά (σ.σ. από την κοινωνία), βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση και πολλές αποφασίζουν να κάνουν συναλλακτικό σεξ για να αποκτήσουν πρόσβαση σε καταφύγιο και εργασία.,[4]

[…]

[Οι] ανύπαντρες γυναίκες συχνά θεωρείται ότι είναι ιερόδουλες στην Κινσάσα και συνεπώς, η σεξουαλική συναλλαγή αναμένεται από αυτές [και] βρίσκονται σε μια πιο ευάλωτη θέση, υπόκεινται σε άτυπη φορολογία από την αστυνομία ή άλλους επιθεωρητές προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην τοπική αγορά. Στις χήρες και γυναίκες που ηγούνται νοικοκυριών παρουσιάζονται λιγότερες ευκαιρίες, καθώς είναι γενικά πιο ευάλωτες και χαρακτηρίζονται από υψηλότερα ποσοστά φτώχειας και ακραίας φτώχειας […]». [5]

Σε έρευνα του DIS αναφέρεται ότι «[…] ένα πρόσωπο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα έχει σοβαρές δυσκολίες στην προσαρμογή και ενσωμάτωση, καθώς χωρίς οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία θα είναι κάπως σαν εγκαταλελειμμένος, αφού στη ΛΔΚ, η κρατική κοινωνική συνδρομή δε λειτουργεί δεόντως.».[6]

Σε έκθεση του Danish Immigration Service (DIS), μετά από συνέντευξη με καθηγητή του Πανεπιστημίου της Κινσάσα, αναφέρεται ότι «ένα άτομο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα θα έχει σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής και ενσωμάτωσης, γιατί χωρίς την οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία, το άτομο θα νιώθει εγκαταλελειμμένο επειδή στη ΛΔΚ η κοινωνική βοήθεια που παρέχεται από το κράτος δεν λειτουργεί σωστά. Υπάρχει σχεδόν ένα κενό εδώ, και αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους που έρχονται από μακριά για να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα, καθώς και για τους ανθρώπους εκεί. Οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας υπάρχουν αλλά δεν είναι στο ύψος των καθηκόντων τους. Ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζει πρώτα τα προβλήματα της στέγασης, πρόσβασης σε εργασία και μετά (σ.σ. αντιμετωπίζει) το πρόβλημα των πόρων. Επιπλέον, το άτομο θα έχει προβλήματα με την διασφάλιση των απαραίτητων ως προς το ζην και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ, η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά παίζουν τον ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλισης. Ίσως πρέπει επίσης να αναφέρουμε εδώ τις ρίζες της ανεργίας των νέων και της αστικής ληστείας (συμμοριών) και του εγκλήματος, γνωστές στην Κινσάσα ως "Kuluna": πολλοί νέοι, χωρίς δουλειά, συχνά υπό την επήρεια ναρκωτικών, επιδίδονται σε κατακριτέες πράξεις. Έτσι, ο κίνδυνος είναι πολύ υψηλός για ένα άτομο χωρίς υποστήριξη, να τολμήσει να εγκατασταθεί στην Κινσάσα, εξαιτίας της αστικής ληστείας και της οικονομικής ανέχειας».[7]

Αναφορά της UNFPA σημειώνει ότι η έμφυλη βία (GBV) εξακολουθεί να καθιστά ευάλωτες τις γυναίκες και τα κορίτσια που διαβιούν στη χώρα.[8] Μορφές βίας που καταγράφονται περιλαμβάνουν βιασμό, σεξουαλική δουλεία, εμπορία ανθρώπων, αναγκαστικό γάμο, τον γάμο ανηλίκων, ενδοοικογενειακή βία και σεξουαλική εκμετάλλευση.[9]

Παρά τα ως άνω στοιχεία, που αναμφισβήτητα δεικνύουν αυξημένο κίνδυνο, δεν θεωρώ ότι εν προκειμένω η αιτήτρια υπάγεται στο ως άνω προφίλ, δεδομένου ότι είναι ηλικίας περί των 28 ετών, υγιής, με δευτεροβάθμια εκπαίδευση, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με δεδομένο ότι το αφήγημα της απορρίπτεται και δεν στερείται υποστηρικτικού δικτύου, αφού, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ιδίας, τα δύο της παιδιά διαμένουν με την αδελφή της στην Κινσάσα. Σημειώνω εδώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η αιτήτρια δεν είναι σε θέση να επικοινωνήσει με την αδελφή της γιατί αυτή, ως ανέφερε η αιτήτρια, έχασε το κινητό της τηλέφωνο (ερ.49), δεδομένης και της διαθέσιμης πλέον τεχνολογίας, αλλά και λαμβανομένου υπόψη του ότι γνωρίζει που διαμένει αυτή.

Τα ως άνω δεδομένα συνηγορούν υπέρ του ότι η αιτήτρια διατηρεί εύλογες πιθανότητες να εξασφαλίσει προσωρινή έστω στέγαση και στήριξη και επαρκή βιοπορισμό κατά την επιστροφή της και δεικνύουν ότι οι όποιες δυσκολίες αντιμετωπίσει δεν θα καθιστούσαν τη ζωή της ανυπόφορη και δεν θα την εξέθεταν σε κινδύνους που υπερβαίνουν τον μέσο κίνδυνο που αντιμετωπίζει ο τοπικός πληθυσμός στην καθημερινότητα του. Σημειώνω ότι, ως και στην αιτιολογική σκέψη 35 της Οδ.2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.».

Δεν παραγνωρίζω βεβαίως την ύπαρξη του ανήλικου τέκνου της αιτήτριας γεννηθέντος στη Δημοκρατία (σημειώνω ότι η αιτήτρια ήταν έγκυος κατά τη συνέντευξη αλλά ουδέν στοιχείο προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης που να δεικνύει ότι το κυοφορούμενο γεννήθηκε). Επί του σημείου αυτού ουδεμία εξέταση έγινε από τους καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της επίδικης αίτησης. Όμως – δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου – δεν θεωρώ εδώ ότι η επιστροφή του ανήλικου τέκνου της αιτήτριας, μαζί με την μητέρα του, είναι ασύμβατη με τα βέλτιστα συμφέροντα του, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ουδέν αναφέρθηκε για τον πατέρα του τέκνου της αιτήτριας (ώστε να εξεταστεί κατά πόσο σε περίπτωση επιστροφής του τίθεται ζήτημα διάρρηξης τυχόν οικογενειακών δεσμών, κατά τη νομολογία[10]). Η εξέταση δε του βέλτιστου συμφέροντος ενός τέκνου, σε περιπτώσεις όπου ουδείς των εμπλεκομένων (γονέων) διατηρεί δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, δεν μπορεί να αφορά συγκριτική επισκόπηση των συνθηκών διαβίωσης στη χώρα όπου ενδεχομένως θα απομακρυνθεί και της Δημοκρατίας, σύγκριση εκ της οποίας, πιθανόν – στις πλείστες περιπτώσεις - θα προκύπτει ότι οι συνθήκες στη Δημοκρατία είναι, κατά λίγο ή και πολύ, ουσιωδώς καλύτερες. Ούτε και μπορεί να αφορά την εξέταση επί πάσης πτυχής του επιπέδου διαβίωσης, αλλά μόνο σε συνάρτηση και προς διαπίστωση του αν συντρέχει ανάγκη παροχής μιας εκ των εκ του Νόμου παρεχόμενων πτυχών προστασίας, ήτοι του προσφυγικού καθεστώτος, της συμπληρωματικής προστασίας και προστασίας από την επαναπροώθηση, που δεν υφίσταται εν προκειμένω. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι ουδέν αναφέρεται σχετικά με τα ως άνω από τη συνήγορο της αιτήτριας.

Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη Κινσάσα εντοπίζονται τα εξής.

Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον […] ένοπλων ομάδων στις περιοχές  Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση […] ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[11]

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[12]. Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [13]

Στη βάση των ως άνω είναι κατάληξη μου ότι δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [14] (ΔΕΕ, C-901/19 CF and DN ημ.10/06/21). 

Έπεται λοιπόν ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [της] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του Νόμου, αντίστοιχα. Περαιτέρω, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, δεν θεωρώ ότι τυχόν επιστροφή της αιτήτριας και του ανήλικου τέκνου της στη ΛΔΚ θα είναι σε παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, ως αυτή κατοχυρώνεται στο αρ.3 της ΕΣΔΑ.

Ουδέν προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.

Η προσφυγή απορρίπτεται.

Δεδομένων των πλημμελειών που εντοπίστηκαν στην επίδικη έκθεση, ως αυτές ανωτέρω καταγράφονται, ήτοι της μη εξέτασης και πλήρους αξιολόγησης των ενώπιον των καθ’ ων στοιχείων που αφορούν τα τέκνα της αιτήτριας στη ΛΔΚ και στη Δημοκρατία, οι οποίες, παρότι δεν είναι ικανές - δεδομένης της εξ υπαρχής εξέτασης της παραμέτρου αυτής που διενεργήθηκε στα πλαίσια της παρούσης - να ανατρέψουν το τελικό αποτέλεσμα ότι δεν υφίστανται εδώ ανάγκες διεθνούς προστασίας, καταδεικνύουν πλημμελή έρευνα και μη επαρκή αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης, δεν επιδικάζονται έξοδα.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[2] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zu DR Kongo: Situation alleinstehender Frauen mit Kindern, insbesondere im Hinblick auf Arbeitsmarkt, Wohnversorgung und Sozialhilfe [a-11424], 25 November 2020
 https://www.ecoi.net/en/document/2043986.html (ημ. πρόσβασης 19/07/23)

[3] Swiss State Secretatiat (SEM), Focus RD Congo; Situation des femmes seules ? Kinshasa, 15 January 2016, σελ. 16, https://www.ecoi.net/en/document/1102702.html (ημ.  πρόσβασης 22/03/23)

[4] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 29 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/07/2023)

[5] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, Annex 2: Interview notes, An international humanitarian organisation in the Democratic Republic of Congo (DRC) Skype-interview, 29 July 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf  παρα. 11, σελ. 41 (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)

[6] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημ.  πρόσβασης 19/07/2023)

[7] DIS – Danish Immigration Service (Author): Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa , October 2022 https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 48-49 (ημ. πρόσβασης 21/07/23)

[8] UNFPA DRC, Gender Based Violence in the Democratic Republic of the Congo : Key Facts and Priorities of humanitarian actors, 2019: https://www.humanitarianresponse.info/sites/www.humanitarianresponse.info/files/documents/files/endsgbvoslo_advocacy_note_may2019.pdf (ημ. πρόσβασης 19/07/23)

[9] Ό.π..

[10] Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): υπ. αρ.C-112/20, M. A., ημ.11/03/21 και C484/22, G. S., ημ.15/02/23, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ): υπ. αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02, Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο: Ε.Δ.Δ. 126/20, Dissanayakage και άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημ.12/05/25

[11] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)

[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (17/12/2025).

[13] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[14] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο