O.B.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Υπόθ. Αρ.: 1744/25, 16/2/2026
print
Τίτλος:
O.B.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Υπόθ. Αρ.: 1744/25, 16/2/2026
O.B.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Υπόθ. Αρ.: 1744/25, 16/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 1744/25

 

         16 Φεβρουαρίου, 2026

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

     O.B.E. από Νιγηρία

Αιτήτρια

   -και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

X. Ζηντίλη (κα) για Μ. Παπαλοίζου (κος) Δικηγόρος για την Αιτήτρια.

Χ. Καστανάς (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 30/05/25 (της κοινοποιήθηκε στις 18/06/25) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου για την παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος πρόσφυγα ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 07/09/22, ο φάκελος της Αιτήτριας έκλεισε στις 25/10/24. Στην συνέχεια, ο φάκελος ανοίχθηκε εκ νέου στις 05/11/24. Στις 14/03/25, 09/04/25 και 10/04/25 πραγματοποιήθηκαν προσωπικές συνεντεύξεις της Αιτήτριας και στις 21/05/25 εκδόθηκε η σχετική έκθεση/εισήγηση του λειτουργού, με την οποία εισηγείτο την απόρριψη του αιτήματος της. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση στις 30/05/25, αποφασίζοντας παράλληλα την επιστροφή της Αιτήτριας στη Νιγηρία.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η Αιτήτρια  ισχυρίζεται μέσω του δικηγόρου της ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου λήφθηκε κατά παράβαση της αρχής της αμεροληψίας προβάλλοντας ότι η λειτουργός ενήργησε μεροληπτικά, δεν ήταν αντικειμενική και οι ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν στην Αιτήτρια με «αυστηρό ύφος με αποτέλεσμα να μην μπορεί να απαντήσει. Προβάλλει, περαιτέρω, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, ότι απάντησε με σαφήνεια στις ερωτήσεις. Κατά τον ίδιο ισχυρισμό προβάλλει, ότι δεν παραπέμφθηκε για εξετάσεις, ή ενημερώθηκε από την λειτουργό για την δυνατότητα να αξιολογηθεί για τον πόνο στο πόδι της ή την αδυναμία της να γράψει. Προβάλει, ότι δεν θα είναι ασφαλής στην χώρα καταγωγής. Υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης, επειδή δεν παραπέμφθηκε σε περαιτέρω ιατρικές εξετάσεις λόγο τις ιδιάζουσας περίπτωσης της. Τέλος, υποστηρίζει πως πληρούνται οι προϋποθέσεις πρόσφυγα λόγω των ισχυρισμών της και/ή τουλάχιστον δικαιούται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Οι Καθ΄ ων η Αίτηση κατά την Γραπτή τους Αγόρευση, υιοθέτησαν το περιεχόμενο της Ένστασης και του διοικητικού φακέλου και ανέφεραν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εκ του Νόμου παρεχόμενων εξουσιών τους, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η επίδικη πράξη να είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.  

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Αρχικά θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της Αιτήτριας μέσω της δικηγόρου της αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων νόμων και κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε σχετικάΔημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672 Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599 βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 - γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας).

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή της θεραπείας που ζητείται από το Δικαστήριο για παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Με την αίτησή της για διεθνή προστασία η Αιτήτρια ισχυρίστηκε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της διωκόμενη από ομάδα προσώπων, η οποία στην παρουσία της σκότωσε δια πυροβολισμού τους γονείς της και έκαψαν το σπίτι της, λόγο τις συμμετοχής του αδελφού της σε εγκληματική ομάδα. Αφού διέφυγε σε σπίτι φίλης της το βράδυ ο άντρας της φίλης την βίασε, αφού η φίλη της δεν την πίστεψε την έδιωξε από το σπίτι. Όταν εγκατέλειψε τη χώρα της και ήρθε στη Κύπρο, η ομάδα που την καταδίωκε την αναγνώρισε και φοβούμενη για την ζωή της το αφεντικό της της έδωσε λεφτά για να διαφύγει, έπεσε θύμα βιασμού και κακοποίησης από τον διακινητή της που την μετέφερε στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ»). Κατά την προσωπική της συνέντευξη επανέλαβε τους ισχυρισμούς της σχετικά με τους λόγους αποχώρησής της από τη Νιγηρία. Ανέφερε ότι Κυριακή πρωί ομάδα ατόμων εισήλθε στην οικία της στην πόλη Benin αναζητώντας τον αδελφό της, όταν τους πληροφόρησε ότι δεν ήταν παρών οι γονείς τις εισήλθαν και ρώτησαν ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, όταν η Αιτήτρια μετέβη στο πίσω δωμάτιο για να ενημερώσει τον αδελφό της τηλεφωνικός πριν προλάβει να ολοκληρώσει το τηλεφώνημα άκουσε πυροβολισμό με τον οποίο σκοτώθηκε η μητέρα της και έπειτα δεύτερο πυροβολισμό με τον οποίο σκοτώθηκε ο πατέρας της, η ίδια διέφυγε από την πίσω πόρτα και τον φράκτη σε φιλική οικία ενώ καταδιωκόταν από την ομάδα ανδρών επειδή ήταν μάρτυρας της δολοφονίας των γονιών της. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι έπεσε θύμα βιασμού στην φιλική οικία από τον άνδρα της φίλης της καθώς η φίλη της της παραχώρησε το δωμάτιο τις επειδή θα απουσίαζε για την αγορά προμηθειών για το κατάστημα ενδυμάτων της, αφού γευμάτισε και έλαβε φαρμακευτική αγωγή για το πόδι της κοιμήθηκε και το βράδυ ο άνδρας της φίλης της τη βίασε. Όταν ενημέρωσε την φίλη της, η οποία δεν την πίστεψε, την έδιωξε από το σπίτι. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι όταν έφτασε στις μη ελεγχόμενες περιοχές από την Κυπριακή Δημοκρατία ομάδα ανδρών τους οποίους αναγνώρισε η ίδια ως μέλη της οργάνωσης που σκότωσε τους γονείς της και μετέπειτα μετέβη στις ελεγχόμενες περιοχές από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι επεσε θύμα βιασμού από τον άνδρα ο οποίος την μετέφερε προς τις ελεγχόμενες περιοχές τις Κυπριακής Δημοκρατία.

 

Μετά τη διενέργεια σχετικής συνέντευξης, η λειτουργός εξετάζοντας τα όσα λέχθηκαν σε αυτήν, εντόπισε και αξιολόγησε τέσσερεις συνολικά ισχυρισμούς της. Αποδέχθηκε τον ισχυρισμό περί των προσωπικών στοιχείων, του προφίλ και της χώρας καταγωγής της ήτοι: γεννήθηκε στη πόλη Benin της επαρχίας Edo της Νιγηρίας, οι γονείς της έχουν αποβιώσει to 2020. Έχει έναν αδελφό, είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ως προς το εργασιακό της ιστορικό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι διατηρούσε ιδιόκτητο κατάστημα στην πόλη οπού πουλούσε ενδύματα και ασκούσε εμπόριο με είδη γυναικείας κόμμωσης πριν την αναχώρηση της από τη χώρα καταγωγής της.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός της Αιτήτριας, ότι την καταδιώκει ομάδα ατόμων η οποία στην παρουσία της σκότωσε δια πυροβολισμού τους γονείς της, απορρίφθηκε, καθώς εντοπίστηκαν αντιφάσεις και έλλειψη ευλογοφάνειας στους ισχυρισμούς της, ενώ δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες. Πιο συγκεκριμένα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει πληροφορίες με συνοχή και ακρίβεια για την αδελφότητα που συμμετείχε ο αδελφός της (ερυθρό 65-8Χ ΔΦ), δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ακρίβεια ούτε να δώσει επαρκείς πληροφορίες την εμπλοκή του αδελφού της με την αδελφότητα αυτή ή την επίθεση στο σπίτι της όπως είχε αναφέρει (ερυθρά 72-1Χ, 65-10χ ΔΦ), δεν μπορούσε να παρέχει επαρκείς πληροφορίες για τον σήμα του μπερέ που είχε στην κατοχή ο αδελφός της καθώς ανέφερε ότι αναγνώρισε το σήμα σε διαδικτυακές πηγές (ερυθρό 65- 4Χ-8Χ ΔΦ). Επίσης, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της έπεσε σε αντιφάσεις ως προς την ημερομηνία που διαδραματίστηκε η επίθεση, ενώ αρχικά είχε δηλώσει ότι έγινε μέσα του 2020, διευκρινιστικές ερωτήσεις που ακολούθησαν η Αιτήτρια δήλωσε ότι ήταν τέλη του 2020 και σε επακόλουθη συνέντευξη ανέφερε ως έτος της επίθεση το 2021 (ερυθρά 71-3Χ, 72-10Χ, 73-9Χ-10Χ, 82-3Χ-4Χ ΔΦ), όταν η λειτουργός ανέφερε αυτή την αντίφαση στην Αιτήτρια, απάντησε ότι δεν θυμόταν την ημερομηνία (ερυθρό 96-2Χ ΔΦ). Ούτε μπορούσε να αναφέρει σε ποιο σημείο βρισκόταν το σπίτι της, ούτε να το υποδείξει σε χάρτη της πόλης (ερυθρό 63-4Χ-5Χ ΔΦ). Πέραν τούτων, δεν ήταν σε θέση να παρέχει αρκετές πληροφορίες όσο αφορά τα άτομά που επιτέθηκαν στο σπίτι της και ευθύνονται για τον θάνατο των γονιών της (ερυθρό 96-6Χ ΔΦ) και υπέπεσε σε αντιφάσεις καθώς ενώ είχε αναφέρει ότι τα άτομα που σκότωσαν τους γονείς της ήταν τα ίδια που ήταν φίλοι με τον αδελφό της, αλλά δεν γνώριζε καμία πληροφορία για αυτά τα άτομα (ερυθρό 84-1Χ ΔΦ). Υπέπεσε δε σε αντίφαση καθώς στην συνέντευξη ευαλωτότητας ανέφερε ότι το σπίτι της κάηκε την ίδια στιγμή της επίθεσης, ενώ στην συνέντευξη ανέφερε ότι πληροφορήθηκε μέρες αργότερα από την φίλη της, υπέπεσε σε αντίφαση και δεν μπορούσε να αναφέρει με συνέχεια και επάρκεια πληροφοριών άμα την καταδίωξαν κάποια άλλη φορά πέραν της επίθεσης, ενώ σε μετέπειτα στάδιο ανέφερε ότι η ομάδα που την καταδίωκε την εντόπισε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές – αλλά δεν μπορούσε να εξηγήσει με συνοχή και επάρκεια γιατί δεν την καταδίωξαν και σε αυτή την περίπτωση (ερυθρό 94-2Χ-3Χ ΔΦ).

 

Ο δε τρίτος ισχυρισμός της Αιτήτριας, ότι έπεσε θύμα βιασμού από τον σύζυγο φιλικού της προσώπου, δεν έγινε αποδεκτός, καθώς εντοπίστηκαν αντιφάσεις και έλλειψη ευλογοφάνειας στους ισχυρισμούς της, ενώ δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες που άπτονται με τον πυρήνα του αιτήματος. Δεν μπορούσε να απαντήσει με συνέπεια για την ώρα της μέρας αφότου έλαβε χώρα ο ισχυρισμός της(ερυθρό 86-5Χ-6Χ ΔΦ). Έπειτα από διευκρινιστική ερώτηση της λειτουργού ως προς την ώρα αποχώρησης της από την οικία της φίλης της, η Αιτήτρια ανέφερε χωρίς συνοχή ότι ήταν τελικός δύο με τρείς τα χαράματα και εξαιτίας αυτού δεν μπορούσε να φύγει(ερυθρό 86-7Χ ΔΦ). Στην ερώτηση της λειτουργού ως προς την συνθήκες υπό τις οποίες αναχώρησε από την οικία της φίλης της, ανέφερε ότι έφυγε από το σπίτι μεσάνυχτα ενώ σε επόμενη συνέντευξη ανέφερε ότι δεν αναχώρησε μεσάνυχτα καθώς η περιοχή δεν ήταν ασφαλής την νύχτα (ερυθρά 66-1Χ, 96-1Χ ΔΦ).

 

Ο δε τέταρτος ισχυρισμός της Αιτήτριας, ότι στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές έπεσε θύμα βιασμού από τον άνδρα ο οποίος την μετέφερε, δεν έγινε αποδεκτός, καθώς εντοπίστηκαν αντιφάσεις στους ισχυρισμούς της, ασυνέπειες, ανακρίβειες, ενώ δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες. Η Αιτήτρια έπεσε σε αντίφαση καθώς υποστήριξε ότι ο εργοδότης της στις μη ελεγχόμενες περιοχές από την Κυπριακή Δημοκρατία τις προσέφερε άλλο πόσο από αυτό που ανέφερε στην συνέντευξη ευαλωτότητας (ερυθρά 67-2Χ ΔΦ). Σε διευκρινιστική ερώτηση δεν μπόρεσε να απαντήσει με επάρκεια και ακρίβεια για την αντίφαση αυτή (ερυθρό 95-1Χ-2Χ ΔΦ). Περαιτέρω η Αιτήτρια ανέφερε αντιφατικά ποσά τα οποία έχασε πριν μεταβεί με τον άνδρα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές (ερυθρά 67-2Χ, 81-1Χ, 95-2Χ ΔΦ). Στις ερωτήσεις της λειτουργού σχετικά με το περιστατικό κατά το οποίο η Αιτήτρια έπεσε θύμα βιασμού δεν μπορούσε να απαντήσει με συνοχή και συνέπεια καθώς ενώ αρχικώς είχε αναφέρει ότι ο άνδρας όταν ενημερώθηκε ότι η Αιτήτρια δεν είχε όλο το ποσό χρημάτων ο ισχυρισμός έλαβε χώρα εκείνη την στιγμή, σε επόμενο στάδιο της συνέντευξης, υποστήριξε ότι ο άνδρας αποχώρησε και επέστρεψε μετά στο σημείο και την απείλησε, κακοποίησε και διέπραξε τον ισχυρισμό της Αιτήτριας (ερυθρά 67-2Χ 81-1Χ, 95-3Χ ΔΦ), όταν η λειτουργός ανέφερε αυτή την αντίφαση η Αιτήτρια δεν απάντησε με συνοχή και σαφήνεια αναφέροντας ότι έχει περάσει πολύς καιρός (ερυθρό 95-4Χ ΔΦ).

 

Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων μόνο αλλά και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία διαπιστώνω ότι αυτή δεν τεκμηριώνεται. Το συνολικό αφήγημα της μέσω των στοιχείων της αίτησης και συνέντευξης ενέχει σωρεία στοιχείων αντιφάσεων, σοβαρών ελλείψεων, ενώ παρουσιάζονται λεπτομέρειες  στις περιγραφές της που δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας όλων των δηλώσεών της και η ίδια δεν έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις των προβαλλόμενων ανακριβειών της. Οι συνθήκες δίωξής της, οι περιγραφές των πρωταγωνιστών του αφηγήματός της και γενικότερα οι ελλιπείς και αντιφατικές πληροφορίες που παρέθεσε, αποδυναμώνουν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας της στο σύνολό τους. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, ούτε τεκμηρίωσε για κάθε ένα ξεχωριστά από τα περιστατικά που ισχυρίστηκε ότι έζησε τόσο κατά την διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία[1]. Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ικανοποιούνται γενικά τα κριτήρια αξιοπιστίας του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ουσιώδης μη ευλογοφάνεια εντοπίζεται στον δεύτερο ισχυρισμό της ότι η ομάδα προσώπων που σκότωσε τους γονείς της την ακολούθησε και την εντόπισε στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, ενώ ταυτόχρονα από τις δηλώσεις της απουσιάζουν σημαντικά στοιχεία για την ταυτότητα των εν λόγω προσώπων (λ.χ. στοιχεία της κατ΄ ισχυρισμό αδελφότητας, την εμπλοκή του αδελφού της, το σήμα στο μπερέ – πληροφορίες που απουσιάζουν και από την αίτηση διεθνούς προστασίας).  Διαφωνώ δε και με τις επισημάνσεις του συνηγόρου της Αιτήτριας για τον τρόπο αξιολόγησης του τρίτου ισχυρισμού της, ουδόλως οι ανεπαρκείς καταγραφές μέσω Γραπτής Αγόρευσης ανατρέπουν την συνολική εικόνα εσωτερικής αναξιοπιστίας της Αιτήτριας και τις περιορισμένες πληροφορίες που έθεσε ενώπιον της αρμόδιας αρχής κατά την συνέντευξη της. Όσον αφορά τον τέταρτο ισχυρισμό της ότι έπεσε θύμα βιασμού από τον άνδρα που την μετέφερε από τις μη ελεγχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Αιτήτρια δεν ήταν συνεπής στις δηλώσεις της και αντιφατική σε κάποιες εκ των απαντήσεων της. Εξάλλου, τα όσα κατ΄ ισχυρισμό δήλωσε ότι βίωσε έλαβαν χώρα στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές και δεν αποτελούν λόγους δίωξης στη χώρα καταγωγής της για παροχή σε αυτήν καθεστώτος πρόσφυγα διότι (α) ο κατ’ ισχυρισμό βιασμός της έλαβε χώρα εκτός της χώρας καταγωγής της ήτοι στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, (β) για την κατ΄ ισχυρισμό βιασμό της από τον εν λόγο άνδρα κρίθηκε ως εσωτερικά αναξιόπιστη, (γ) απουσιάζει ο μελλοντοστραφής κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της διότι αποτελεί η Αιτήτρια ενήλικο πρόσωπο, χωρίς ουσιαστικά προβλήματα υγείας, με επαρκές μορφωτικό, χωρίς εξαρτώμενα (δ) δεν πιθανολογείται, το ενδεχόμενο η Αιτήτρια να υποστεί κακομεταχείριση, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση από οποιονδήποτε στην χώρα της (λαμβάνοντας υπόψη και τους υπόλοιπους 2 ισχυρισμούς που απορρίφθηκαν ως εσωτερικά αναξιόπιστοι). Ούτε συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Αναφορικά με τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου με βάση την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι αρμόδιες διοικητικές αρχές θα πρέπει να εκτιμήσουν εάν ο αιτούντας άσυλο διακατέχεται βασίμως από τον φόβο ότι θα διωχθεί και οφείλουν να διερευνήσουν κατά πόσο συνίσταται τέτοια απειλή από τα γεγονότα της υπόθεσης  του και εάν ο ενδιαφερόμενος φοβάται βασίμως λόγω των περιστάσεων του, ότι πράγματι αποτελεί αντικείμενο πράξεων διώξεως εις βάρος του[2], στην παρούσα υπόθεση η Αιτήτρια κρίθηκε συνολικά αναξιόπιστή και δεν συγκεντρώνονται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία βάσιμου φόβου δίωξης στην χώρα καταγωγής της. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000).

 

Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, η λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, η λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν υπάρχουν υψηλοί αριθμοί περιστατικών ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας σε συνάρτηση και με τον αριθμό πληθυσμού στην εν λόγω περιοχή[3].  Ως εκ τούτου, καταδεικνύεται ότι στη περιοχή της όπου αναμένεται να επιστρέψει δεν υφίσταται (ως και τα συμπεράσματα του λειτουργού) κατάσταση ένοπλης σύρραξης επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας, και άρα, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων της για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[4]. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του Άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025,(Ν.6(Ι)/2000), με την Κ.Δ.Π. 145/2025 ημερ.30/05/25 ορίζει την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, η ίδια δεν έχει τεκμηριώσει ότι στην χώρα της δεν είναι ασφαλής λόγω των ειδικών της περιστάσεων.

 

Ούτε υπάρχει παραβίαση των διαδικασιών εξέτασης/αξιολόγησης της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας λόγω του τραυματισμένου ποδιού της - ως οι ελλιπείς και μη τεκμηριωμένοι επαρκώς ισχυρισμοί του συνηγόρου της. Οι διατάξεις των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) αφορούν ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτούντα άσυλο στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν: «(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και (β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας.». Στην παρούσα περίπτωση, ο λειτουργός δεν έκρινε σκόπιμο η Αιτήτρια να παραπεμφθεί σε ειδική εξέταση σε ιατρό ή ψυχολόγο ούτε αυτό εμπόδισε τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης. Όπως προκύπτει στο έντυπο «Screening and Assessment Vulnerability Form» (ερυθρά 27 – 19 ΔΦ) δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, ούτε δε καταδείχθηκαν ειδικές ανάγκες υποδοχής. Καταληκτικά δεν καθορίζεται ειδικά οποιαδήποτε σύσταση για παραπομπή (ερυθρό 19 ΔΦ). Εξάλλου, κατά το στάδιο των συνεντεύξεων της, δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και ότι λαμβάνει παυσίπονα όταν χρειάζεται και/ή ότι ψυχολογικά είναι καλά (ερυθρό 75 ΔΦ), ότι έχει πόνο στο πόδι της το οποίο αντιμετωπίζεται με παυσίπονα και/ή ότι διαβιεί κανονική ζωή χωρίς κανένα πρόβλημα (ερυθρό 90 ΔΦ) η ίδια δε απάντηση – ότι δεν αντιμετωπίζει ιατρικό πρόβλημα – εντοπίζεται και στην 3η συνέντευξη της στο ερυθρό 98 ΔΦ. Σημειώνεται δε ότι ούτε ο συνήγορος της Αιτήτριας υπέδειξε μέσω τεκμηριωμένων λόγων ακύρωσης κατά πόσο επηρεάστηκαν οι δηλώσεις της κατά την συνέντευξη λόγω δυσχερούς ψυχολογικής και/ή σωματικής κατάστασης και/ή ούτε υποδείχθηκαν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας και/ή οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Αιτήτρια χρήζει ψυχολογικής ή ψυχιατρικής παρακολούθησης ή νοσηλείας που τυχόν επηρέαζε την αξιολόγηση του αιτήματος της. Ούτε το “Aba Medicationεντοπίζεται σε πηγές φαρμάκων, ως η αναφορά της Αιτήτριας, αλλά ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία επί τούτου.

 

Απορρίπτονται και οι γενικοί ισχυρισμοί επί της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, αφού αυτή διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Η Αιτήτρια ενημερώθηκε πλήρως από την λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και κατά τη συνέντευξη της έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές της περιστάσεις. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου όπως επίσης και διευκρινιστικές για να μπορεί η ενδιαφερόμενη να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες της, ωστόσο, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με τις απαντήσεις της επαρκώς το αίτημα της. Ούτε διαπιστώνω από τα ενώπιον μου στοιχεία ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αποτελεί δε βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503). Η δε επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου της Αιτήτριας ήτοι της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος της από την λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής της όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης για όλα τα συναφή με την υπόθεση στοιχεία στα ερυθρά 174-106 – πηγές/κείμενα που έχουν εκτυπωθεί και υπάρχουν στο φάκελο της αρμόδιας αρχής. Οι δε ισχυρισμοί που καταγράφονται μέσω Γραπτής Αγόρευσης δεν έχουν αποσείσει το απαιτούμενο βάρος απόδειξης ανατροπής των ευρημάτων της αρμόδιας αρχής. Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας λόγω της εσωτερικής της αναξιοπιστίας.

 

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

                          

 

 

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Η απόφαση του ΕΔΔΑ, M.A. κατά Ελβετίας, προσφυγή αριθ. 52589/13, σκέψεις 62-67 παρέχει μια χρήσιμη αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο το ΕΔΔΑ αξιολόγησε τη βαρύτητα που δόθηκε σε κλήτευση και απόφαση τις οποίες υπέβαλε ο αιτών, επιβεβαιώνοντας στη σκέψη 62 ότι το αληθές της ιστορίας του αιτούντος πρέπει επίσης να αξιολογείται στο πλαίσιο των υποβαλλόμενων εγγράφων, Βλέπε επίσης - Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών

[2] Απόφαση ΔΕΕ, C‑71/11 και C‑99/11,  Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Ζ, ημερ.05/09/12

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Edo, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 06/02/2026), τα πιο πρόσφατα στοιχεία της βάσης δεδομένων καταδεικνύουν 95 περιστατικά ασφαλείας και 107 ανθρώπινες απώλειες.  https://acleddata.com/platform/explorer

Σημειώνεται ότι o πληθυσμός της επαρχίας Edo της Νιγηρίας είναι 4,777,000 (City Population, Africa, Nigeria, διαθέσιμο σε  https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/    (accessed on 11/02/2026)

[4] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. Η έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο