ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 1986/2021
13 Φεβρουαρίου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
P.O.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Τζ. Μπετίτο (κος) για Πιερίδης & Πιερίδης, Δικηγόροι για Αιτητή
Χ. Δημητρίου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την προσφυγή του ο αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 07/12/2020, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 05/04/2021, και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως παράνομης, άκυρης και στερούμενης οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των Διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, ο αιτητής είναι ενήλικας από τη Νιγηρία και στις 06/03/2020 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 16/05/2020, διεξήχθη συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, στις 17/05/2020, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στις 07/12/2020, η εξουσιοδοτημένη λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου αποφάσισε όπως να μην παραχωρηθεί στον αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στις 09/12/2020, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς τον αιτητή σχετικά με την απόρριψη του αιτήματός του, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή στις 05/04/2021.
Ακολούθως, στις 16/04/2021, ο αιτητής καταχώρισε αυτοπροσώπως την παρούσα προσφυγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καταγράφοντας ότι σκότωσαν τους γονείς του και πυροβόλησαν τον ίδιο στην κοιλιά και η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο.
Στις 16/07/2024, ο αιτητής, κατόπιν διορισμό δικηγόρου, καταχώρησε αίτηση τροποποίησης της προσφυγής. Η αίτηση τροποποίησης έγινε δεκτή από το Δ.Δ.Δ.Π., κατόπιν της σύμφωνης γνώμης των καθ΄ων η αίτηση στις 24/11/2021. Στις 31/01/2022 καταχωρήθηκε η τροποποιημένη προσφυγή.
Ακολούθως, και συγκεκριμένα την 01/07/2022, ο Αιτητής μέσω του συνηγόρου του καταχώρισε αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, η οποία ωστόσο αποσύρθηκε στις 24/11/2022. Στις 06/12/2022 ο συνήγορος του Αιτητή καταχώρισε εκ νέου δεύτερη αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας και συμπληρωματική ένορκη δήλωση επί της εν λόγω στις 21/02/2023, η οποία αίτηση αποσύρθηκε κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 18/09/2023. Στις 11/11/2024, ο συνήγορος του αιτητή καταχώρισε τρίτη αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, η οποία αίτηση απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερ. 14/07/2025.
Ο συνήγορος του αιτητή προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης επί της αιτήσεως ακυρώσεως (προσφυγής) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται και αναλύονται στην Γραπτή Αγόρευση του αιτητή που επακολούθησε. Οι μόνοι ισχυρισμοί που εν τέλει προωθούνται στην γραπτή αγόρευση του αιτητή είναι: Α) Η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της ορθής και/ή νόμιμης διαδικασίας και παραβιάστηκε το άρθρο 13 Α (10) του Περί Προσφύγων Νόμου, Β) Παραβιάστηκε το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, Γ) Το πρόσωπο που έλαβε την συνέντευξη δεν είχε τα κατάλληλα προσόντα και/ή δεν ήταν δεόντως καταρτισμένο, Δ) Ο αιτητής δεν έτυχε ιατρικής και ψυχολογικής εξέτασης ως απαιτεί το άρθρο 15 του Περί Προσφύγων Νόμου Ε) Μη δέουσα έρευνα από τον αρμόδιο λειτουργό, Στ) Πλάνη περί τα πράγματα.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ΄ ων η αίτηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και απορρίπτουν τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους. Περαιτέρω, η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζεται επίσης ότι οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει ο Αιτητής δια της καταχωρισθείσας προσφυγής δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962, και της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Εν πρώτοις κρίνω ότι έχουν έρεισμα οι σχετικοί ισχυρισμοί των καθ΄ων η αίτηση όσον αφορά την μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων ακύρωσης ως εμπεριέχονται στο δικόγραφο της προσφυγής.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 (παραθέτω αυτολεξεί): « Έκαστος διάδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον».
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται.
Στην παρούσα περίπτωση η απλή επίκληση της παραβίασης συγκεκριμένων νόμων και γενικών διοικητικών αρχών χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση δεν είναι αρκετή.
Σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου,
υπόθεση Ankit v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Έφεση κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με αρ. 29/21, ημερ. 04/10/21, το Δικαστήριο προέβη σε μια ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με τον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπου παραπέμπω στην εκεί αναφερθείσα νομολογία την οποία υιοθετώ.
Στη βάση της πιο πάνω αναφερόμενης νομοθεσίας και νομολογίας, είναι πρόδηλο ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 και ενόψει τούτου, θα εξεταστούν μόνο οι ισχυρισμοί του αιτητή οι οποίοι εξειδικεύονται δεόντως στο εισαγωγικό δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως (προσφυγής) και αναπτύσσονται επαρκώς στις αγορεύσεις που επακολούθησαν.
Ενόψει των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ τώρα να εξετάσω τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, στο βαθμό που αυτοί έχουν δικογραφηθεί και αναπτυχθεί στη γραπτή αγόρευση του αιτητή.
Αποτελεί βασικό άξονα της επιχειρηματολογίας του αιτητή, ο ισχυρισμός ότι η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της νόμιμης διαδικασίας και παραβιάστηκε το άρθρο 13 Α (10) του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, ο συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται ότι ο λειτουργός αγνόησε τα λεγόμενα του αιτητή, κατέγραψε ότι ήθελε στο έντυπο της συνέντευξης και επειδή ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να διαβάσει και να γράψει στα αγγλικά, δεν μπόρεσε να ελέγξει το περιεχόμενο της συνέντευξης. Συναφώς, ως ισχυρίζεται ο συνήγορος του αιτητή, η Υπηρεσία Ασύλου δεν παρείχε στον αιτητή την ευκαιρία να παρουσιάσει τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του και να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με τα στοιχεία τα οποία ενδεχομένως λείπουν και/ή σχετικά με τυχόν ασυνέπειες ή αντιφάσεις στα πλαίσια των δηλώσεων του αιτητή.
Σχετικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα.
Στο τέλος της συνέντευξης, όταν ο αρμόδιος λειτουργός ρώτησε τον Αιτητή κατά πόσο θα επιθυμούσε να του διαβαστεί το περιεχόμενο της συνέντευξης, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά. Παρά την αρνητική απόκριση του Αιτητή, του διαβάστηκαν τα πρακτικά με την βοήθεια διερμηνέα και όταν ρωτήθηκε από τον λειτουργό κατά πόσο θα ήθελε να σχολιάσει οτιδήποτε, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά (βλ. ερυθρό 8 του Δ.Φ.).
Πρόσθετα, κατά τη λήξη της συνέντευξης στην Υπηρεσία Ασύλου, ο αιτητής υπέγραψε το πρακτικό της συνέντευξης (βλ. ερυθρό 8 στο Δ.Φ.), όπου πάνω από την υπογραφή του υπάρχει η εξής φράση: «I the undersigned, confirm that all information in the form is true and I have taken knowledge of the entire questionnaire as well as my respective answers to the competent officer and confirm that what has been noted reflects exactly what I have said. ” (βλ. ερυθρό 8 του διοικητικού φακέλου).
Πρόσθετα, διαπιστώνω επίσης ότι όπως προκύπτει από το πρακτικό της συνέντευξης, το οποίο ο αιτητής προσυπογράφει, ουδέποτε είχε εγερθεί ζήτημα κατανόησης από την πλευρά του αιτητή. Επισημαίνω σε αυτό το σημείο ότι ο ίδιος ο αιτητής στην αίτηση του δήλωσε ότι γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα ( βλ. ερυθρό 3 του Δ.Φ.). Παρατηρώ επίσης ότι η διεξαγωγή της συνέντευξης πραγματοποιήθηκε στην Αγγλική, με τον διερμηνέα και τον αιτητή να υπογράφουν όλες τις σελίδες της συνέντευξης και τον αιτητή να επιβεβαιώνει στο τέλος της συνέντευξης ότι τα όσα καταγράφηκαν, αντικατοπτρίζουν ακριβώς τα όσα είχε αναφέρει κατά την διάρκεια της συνέντευξης του. ( βλ. ερυθρό 8 του Δ.Φ.).
Επομένως, ο πιο πάνω ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολο του ως αβάσιμος.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, ο εν λόγω είναι ανυπόστατος καθότι παραχωρήθηκε το δικαίωμα στον αιτητή να ακουστεί και να παραθέσει όλα τα στοιχεία που χρειάζονταν κατά την διεξαχθείσα συνέντευξη του. Σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση του για διεθνή προστασία. Στην περίπτωση του αιτητή, παρατηρώ από το πρακτικό της συνέντευξης ότι τέθηκαν σε αυτόν αρκετές ερωτήσεις, και ο ίδιος δεν ανέφερε οτιδήποτε το οποίο θα υποδήλωσε μια γνήσια περίπτωση προσώπου που χρήζει διεθνούς προστασίας, προκειμένου και ο αρμόδιος λειτουργός να προβεί σε οποιεσδήποτε περαιτέρω ερωτήσεις. Ενόψει των ως έχουν αναφερθεί, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Αναφορικά με το τον ισχυρισμό του αιτητή περί έλλειψης κατάρτισης της λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, δεν έχει προσκομιστεί από μέρους του συνηγόρου του αιτητή μαρτυρία προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού ή έχει προβεί σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα για να τον αποδείξει. Οι εν λόγω ισχυρισμοί παραμένουν γενικοί και αόριστοι, εφόσον δεν έχουν αποδειχθεί, ούτε έχει προσκομιστεί σχετική μαρτυρία για το αληθές των εν λόγω. Συνεπώς το τεκμήριο της κανονικότητας δεν έχει ανατραπεί με τις ατεκμηρίωτες αναφορές μέσω της γραπτής αγόρευσης του αιτητή. Ενόψει τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Αναφορικά με τον λόγο ακυρώσεως περί του ότι ο αιτητής δεν έτυχε ιατρικής και ψυχολογικής εξέτασης ως απαιτεί το άρθρο 15 του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο Άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου όπου υπό τον τίτλο «Ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτητή» αναφέρονται τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«15.-(1) Όταν ο αρμόδιος λειτουργός κρίνει σκόπιμο για την αξιολόγηση της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (2) και το εδάφιο (3) του άρθρου 16 και τα εδάφια (3) έως (5) του άρθρου 18, και με την επιφύλαξη της συγκατάθεσης του αιτητή, παραπέμπει τον αιτητή για εξέταση σε ιατρό ή/και ψυχολόγο, όσον αφορά-
(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και
(β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας.
…………...»
Διαφαίνεται από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου λειτουργού ο οποίος εξετάζει την κάθε περίπτωση να παραπέμψει τον Αιτητή σε ιατρική ή ψυχολογική εξέταση εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται σωρευτικώς στα εδάφια α) και β) του άρθρου 15. Ενόψει των γεγονότων που προκύπτουν από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν προέβαλε ισχυρισμούς κατά τρόπο που να πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις του Άρθρου 15(1), για να παραπέμψει ο αρμόδιος λειτουργός τον αιτητή σε ιατρό και/ή ψυχολόγο και ενόψει τούτου ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Θα προχωρήσω να εξετάσω τον λόγο ακύρωσης που διατήρησε ο συνήγορος του αιτητή ήτοι τον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση.
Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).
Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο αιτητής υποστήριξε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω θέματος με την Boko Haram (ερυθρό 1 του Δ.Φ.).
Στο πλαίσιο της προσωπικής του συνέντευξης, ο αιτητής δήλωσε ότι τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής του είναι η τοπική αρχή Udi, πολιτεία Enugu (ερυθρό 9 του Δ.Φ.). Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε ότι η σύζυγός του διαμένει στην τοπική αρχή Udi ενώ έχει δύο τέκνα, ένα υιό και μία κόρη, ηλικίας 3 και 1 ετών τα οποία διαμένουν στην οικία του πατέρα του (ερυθρό 9 του Δ.Φ.). Οι γονείς του απεβίωσαν το 2008, έχει δε δύο αδέλφια, μία αδελφή και έναν αδελφό, που διαμένουν στην πολιτεία Enugu· αμφότεροι είναι έγγαμοι (ερυθρό 9 του Δ.Φ.). Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, ο αιτητής δήλωσε πως δεν φοίτησε σε εκπαιδευτικό ίδρυμα και δεν γνωρίζει ανάγνωση και γραφή (ερυθρό 9 του Δ.Φ.). Σε σχέση με το επαγγελματικό του προφίλ, ο αιτητής δήλωσε ότι εργαζόταν στις μεταφορές με σκάφη, ως οδηγός σκάφους, καλύπτοντας κατά αυτόν τον τρόπο τα προσωπικά του έξοδα, ωστόσο, όχι τα έξοδα της οικογένειάς του, που στηρίζονται από φίλους του ενόσω ο ίδιος βρίσκεται μακριά από αυτούς (ερυθρό 9 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τους κατ' ιδίαν λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο αιτητής υποστήριξε ότι έφυγε ώστε να εργαστεί και να βοηθήσει την οικογένειά του (ερυθρό 9 του Δ.Φ.).
Ερωτηθείς εάν συντρέχει άλλος λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς εάν συμπλήρωσε το έντυπο της αίτησης διεθνούς προστασίας ο ίδιος, απάντησε αρνητικά και δήλωσε ότι κάποιος άλλος το συμπλήρωσε (ερυθρό 8 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς εάν δήλωσε στο άτομο που συμπλήρωσε την αίτηση τον λόγο που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, απάντησε ότι ανέφερε όσα δήλωσε κατά την διάρκεια της συνέντευξής του (ερυθρό 8 του Δ.Φ.). Σε δήλωση του αρμόδιου λειτουργού ότι στην αίτηση αναφέρεται ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω θέματος με την Boko Haram, αποκρίθηκε πως δεν γνωρίζει τι κατέγραψε αυτό το άτομο και πως δεν έχει καμία σχέση με την Boko Haram (ερυθρό 8 του Δ.Φ.).
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις του αιτητή κατά το στάδιο της συνέντευξης του σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά στο ότι ο αιτητής είναι Νιγηριανός υπήκοος, με περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του την τοπική αρχή Udi Local Government Area (LGA) της πολιτείας Enugu, και ο δεύτερος αφορά σε λόγους οικονομικού περιεχομένου.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό, ο οποίος σημείωσε, όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.
Αξιολογώντας περαιτέρω τον κίνδυνο που διατρέχει ο αιτητής στη χώρα καταγωγής του, o αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στην χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο του δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου ήτοι την εθνικότητα την φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και το άρθρο 10 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Περαιτέρω, συνυπολογίζοντας τις προσωπικές καταστάσεις του αιτητή, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του, καθότι δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου καθώς στην πολιτεία Enugu, τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του αιτητή, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύρραξης.
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, κρίνω ότι ουδεμία περαιτέρω έρευνα χρειαζόταν για την εξέταση της αίτησης του αιτητή.
Στο σημείο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων στη βάση της εκ του Νόμου παρεχόμενης δικαιοδοσίας, διαπιστώνω ότι ορθώς έγιναν αποδεκτοί αμφότεροι οι ισχυρισμοί του αιτητή καθώς δήλωσε και εξήγησε με σαφήνεια και περιγραφική λεπτομέρεια ότι οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ήταν αποκλειστικά οικονομικοί. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κάνει δεκτούς τους ισχυρισμούς του αιτητή γύρω από τα προσωπικά του στοιχεία και τους αποκλειστικά οικονομικούς λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.
Υπό το φως λοιπόν των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του αιτητή ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπο του. Το μόνο που επικαλέστηκε είναι τα οικονομικά προβλήματα καθώς και το γεγονός ότι ήρθε στην Κυπριακή Δημοκρατία για να εργαστεί, στοιχεία που δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο καθότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Συνακόλουθα, ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, για να του δοθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, δεν επικαλέστηκε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στην χώρα καταγωγής του, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του Περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στην πολιτεία Enugu, όπου ανήκει η περιοχή Udi Local Government Area (LGA), η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Σύμφωνα δε, με το WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), που αποτελεί διαδικτυακή πληροφοριακή πύλη της Ακαδημίας της Γενεύης (Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights) για την καταγραφή και ανάλυση ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, καταγράφεται ότι η Νιγηρία εμπλέκεται από το 2009 στις βορειοανατολικές περιοχές της χώρας, σε δύο μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και του Ισλαμικού Κράτους στην επαρχία της Δυτικής Αφρικής (ISWAP), καθώς επίσης, ότι στη Νιγηρία υπάρχει και μια μη-διεθνής ένοπλη σύρραξη μεταξύ του ISWAP και της Boko Haram.[1]
Ειδικότερα, με βάση τις πληροφορίες που αναφέρονται στην έκθεση της EUAA του Νοεμβρίου του 2025 για την κατάσταση ασφαλείας στη Νιγηρία, τα περιστατικά ασφαλείας που καταγράφηκαν στην πολιτεία Enugu μεταξύ 01/01/2024 και 31/08/2025 ήταν 133 στο σύνολο (με 135 θανάτους) και αφορούσαν 43 μάχες, 10 περιστατικά ταραχών και 80 περιστατικά βίας εναντίον πολιτών.[2]
Αναφορικά με την πολιτεία Enugu, για σκοπούς πληρότητας της έρευνας, παραθέτω αριθμητικά δεδομένα επί των περιστατικών ασφαλείας στη συγκεκριμένη περιοχή. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), κατά τους τελευταίους 12 μήνες (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 23/01/2026), καταγράφηκαν συνολικά 80 περιστατικά (που συμπεριλαμβάνουν 53 περιστατικά πολιτικής βίας “political violence” και 25 περιστατικά διαδηλώσεων/διαμαρτυριών), από τα οποία προκλήθηκαν 59 θάνατοι (όλοι από τα περιστατικά πολιτικής βίας).[3]
Δεδομένου ότι ο συνολικός πληθυσμός της πολιτείας Enugu εκτιμάται (για το 2026) σε 939.642 κατοίκους[4] καθίσταται σαφές ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας (59 θάνατοι) δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι στην πολιτεία Enugu επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων στα πλαίσια οιασδήποτε εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.
Επικουρικώς δε, αναφέρεται ότι στην περιοχή Udi LGA (τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή), που βρίσκεται γεωγραφικά εντός της πολιτείας Enugu, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τους τελευταίους 12 μήνες (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 23/01/2026), δεν καταγράφηκαν οιαδήποτε περιστατικά (ούτε και θάνατοι)[5], ενώ ο πληθυσμός στην εν λόγω τοποθεσία για το 2026 εκτιμάται στους 14.998 κάτοικους[6].
Κατά συνέπεια, η περιοχή Udi LGA, που βρίσκεται γεωγραφικά εντός της πολιτείας Enugu, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakit? του ΔΕΕ[7]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ του αιτητή, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι ο αιτητής συνιστά ενήλικο άτομο, με οικογενειακό δίκτυο στη Νιγηρία, με βασική μόρφωση και ικανότητα προς εργασία.
Επομένως, κρίνω ότι ορθώς κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να του παρασχεθεί ούτε προσφυγικό καθεστώς αλλά ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ «Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δεν να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας».
Υπό το φως των απαντήσεων του αιτητή κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του και των γεγονότων και στοιχείων που είναι καταγεγραμμένα στο Διοικητικό Φάκελο της υπό αναφορά υπόθεσης, κρίνεται ότι στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής, δεν χωρεί αμφιβολία ότι είναι οικονομικός μετανάστης καθότι υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας ωθούμενος από οικονομικά κίνητρα και επομένως δεν υπάγεται στην κατηγορία δικαιούχων διεθνούς προστασίας.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του συνηγόρου του Αιτητή για πλάνη περί τα πράγματα, δεν μπορώ να εντοπίσω σημείο στην διαδικασία έκδοσης της προσβαλλόμενης δια της παρούσης πράξης στο οποίο να εμφιλοχώρησε πλάνη περί τα πράγματα σύμφωνα με το άρθρο 46 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο Ν. 158 (Ι)/1999 και συνεπεία της οποίας η απόφαση των καθ' ων η αίτηση να μπορεί να θεωρηθεί πάσχουσα συνεπεία τέτοιας πλάνης περί των γεγονότων. Οι καθ' ων η αίτηση υπήγαγαν τα γεγονότα του Αιτητή στις σχετικές διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και η κρίση τους είναι ορθή. Συνακόλουθα, ουδεμία πλάνη διαπιστώνεται εν προκειμένω και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του Αιτητή επίσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Εν τέλει, σημειώνεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, ασκώντας την εξουσία που του παρέχει το άρθρο12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, έκδωσε την Κ.Δ.Π 145/2025, όπου καθόρισε τις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η Νιγηρία. Ο αιτητής στην παρούσα δεν έχει προβάλει οποιοδήποτε λόγο για να θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας, στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6).
Επομένως, κρίνω ότι ορθώς κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι δεν μπορούσε να του παρασχεθεί ούτε προσφυγικό καθεστώς αλλά ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση του. Κρίνω ότι η επίδικη πράξη είναι ορθή.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, 'Non-International Armed Conflicts in Nigeria' (Reporting period: July 2024 - June 2025), διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 26/01/2026)
[2] EUAA, Country of Origin Information - Nigeria: Security Situation, November 2025, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-11/2025_11_EUAA_COI_Report_Nigeria_Security_Situation_1.pdf, σελ. 130, (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 30/01/2026)
[3] ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), ‘ACLED Explorer – Nigeria’ (latest update: 23/01/2026) , διαθέσιμο σε: https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=events&disorder=all#/country/566 (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 30/01/2026)
[4] World Population Review, Nigeria, Enugu, [2026], διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/nigeria/enugu (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 30/01/2026)
[5] ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), ‘ACLED Explorer – Nigeria’ (latest update: 23/01/2026), διαθέσιμο στο: https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=events&disorder=all#/country/566 [map with events and fatalities] (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 03/02/2026)
[6] World Population Review, Nigeria Cities by Population 2026, Udi, [2026], διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/nigeria (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 03/02/2026)
[7]Βλ. Απόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakit? ν. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο