ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.217/24
25 Φεβρουαρίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ν. Μ. Ν.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Ε. Μυριάνθους, Δικηγόρος για Αιτητή
Κος Χ. Καστάνας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.27/12/23, η οποία κοινοποιήθηκε στις 29/12/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές παρατύπως, μέσω κατεχομένων, στις 12/11/21 και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 16/12/21(ερ.1-3, 32).
Την 19/10/23 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.12-32). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 21/11/23 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.67-83).
Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 29/12/23 στην μητρική του γλώσσα (ερ.84, 3).
Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής εξαιτίας της «πολιτικής κρίσης» που είχε ως αποτέλεσμα στρατιωτική διαμάχη μεταξύ αγγλόφωνων και γαλλόφωνων. Η τρομοκρατική στρατιωτική οργάνωση γνωστή ως “Amba Boys” στις Αγγλόφωνες περιοχές πολεμά την κυβέρνηση και όποιον τους εναντιώνεται. Ο αιτητής έχασε τον πατέρα του λόγω ασθενείας και όταν πήγε να τον θάψει, ήρθε αντιμέτωπος με την στρατιωτική οργάνωση που του ζήτησε να τους στηρίξει και να ενταχθεί σ’ αυτούς και τότε ο αιτητής τους έδωσε κάποια υποστήριξη αλλά δεν εντάχθηκε στην ομάδα τους. Τον πήραν μακριά, τον κράτησαν και τον ελευθέρωσαν μετά από βασανιστήρια λέγοντας του να αποφασίσει σε διάστημα μιας βδομάδας να ενταχθεί μαζί τους. Έτσι αφού η ζωή του ήταν σε κίνδυνο, τόσο από τους Ambazonians όσο και τον στρατό, ο αιτητής αποφάσισε με τη βοήθεια του θείου του να εγκαταλείψει τη χώρα.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στο Koney, όπου και πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, διέμενε στην Douala το 2009-2011 (εργαζόταν ως καθηγητής), επέστρεψε στη γενέτειρα του, εργάστηκε για λίγο καιρό στο Dubai (2019-2021), επέστρεψε στο Καμερούν και διέμενε στην Kumba και ακολούθως επέστρεψε στην Douala για αρκετούς μήνες, προτού φύγει από τη χώρα, όπου εργαζόταν σε κατάστημα ως τεχνικός. Η μητέρα και η γιαγιά του διαμένουν στην Kumba, η αδελφή του στην Buea, ο δε πατέρας του απεβίωσε τον Απρίλιο του 2021. Ο αιτητής είναι πτυχιούχος (Πολιτικές Επιστήμες), έχει εργαστεί ως καθηγητής, γυαλιστής αυτοκινήτων, αλλά και τεχνικός σε κατάστημα και – ως αναφέρει – συντηρούνταν από δημόσιο επίδομα τον τελευταίο καιρό προτού φύγει από τη χώρα. Ο αιτητής ανέφερε ότι το 2021 επιδόθηκε στην μητέρα του ένταλμα σύλληψης του (ερ.42), το οποίο σχετίζεται – ως είπε – με τη συμμετοχή του σε διαδηλώσεις το 2016 και κυβερνητικές δυνάμεις τον αναζήτησαν στο σπίτι της μητέρας του το 2021 και 2022, χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς.
Ως προς τους λόγους που έφυγε από το Καμερούν ο αιτητής ανέφερε ότι, όταν πήγε στην ταφή του πατέρα του, απήχθη από τους Ambazonians και ελευθερώθηκε όταν πλήρωσαν λύτρα και έκτοτε η ζωή του ήταν σε κίνδυνο, αφού – πέραν τούτου – η κυβέρνηση θεωρεί ότι ο αιτητής στηρίζει τους Ambazonians. Ερωτώμενος σχετικά με την ταφή του πατέρα του ο αιτητής ανέφερε ότι έγινε στις 21/04/21, εκεί ήρθαν ένοπλοι (χωρίς να θυμάται τον αριθμό, απλά ότι ήταν πολλοί), άρχισαν να πυροβολούν, τον άρπαξαν και τον πήραν στο στρατόπεδο τους στους θάμνους κοντά στο Koney, όπου τον κράτησαν για 2 εβδομάδες, όπου τον βασάνισαν, βάζοντας σπίρτα κάτω από τα πόδια του, γιατί, ως ανέφερε, αυτός δεν τηλεφωνούσε στην μητέρα του για να της ζητήσει να καταβάλει τα λύτρα που αυτοί ζητούσαν για να τον ελευθερώσουν. Η μητέρα του κατέβαλε τα λύτρα που ζητούσαν με ηλεκτρονική μεταφορά τον Μάιο 2021 και τον ελευθέρωσαν την επόμενη μέρα. Τότε αυτός πήγε στο σπίτι της μητέρας του, φρόντισε τα πόδια του και ακολούθως πήγε στην Douala, όπου έμεινε σε θείο του μέχρι τον Οκτώβριο 2021, όταν έφυγε από τη χώρα. Ερωτώμενος για το διάστημα αυτό ο αιτητής ανέφερε ότι φοβόταν γιατί είναι καθηγητής και επειδή είναι αγγλόφωνος η κυβέρνηση νομίζει ότι συμπράττει με τους αποσχιστές.
Στην Douala, ως ανέφερε, αισθανόταν πιο ασφαλής, όμως τηλεφώνησε η μητέρα του και του ανέφερε ότι ο στρατός πήγε ξανά στην οικία της και τον αναζητούσε. Ερωτώμενος γιατί ο ένταλμα σύλληψης, το οποίο – ως ανέφερε – είχε δοθεί στην μητέρα του τον Ιούλιο 2021 και αυτή του το έστειλε με email τον Νοέμβριο 2021, δεν είχε ημερομηνία έκδοσης ο αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και, σε επόμενη ερώτηση σχετικά με το γιατί οι Αρχές δεν τον αναζήτησαν στην Douala, ανέφερε ότι ήταν διαφορετική περιοχή. Ερωτώμενος τι αναγράφεται στο ένταλμα ως λόγος που καταζητείται ο αιτητής δεν ανταποκρινόταν και ανέφερε ότι έγγραφε τι κάνουν οι Ambazonians και ότι τον αναζητούν γιατί συμμετείχε σε 3 διαδηλώσεις το 2016-2017, στο χωριό Koney, χωρίς να θυμάται ποιους μήνες έγιναν οι διαδηλώσεις. Σε ακόλουθη ερώτηση αναφορικά με την ένορκη δήλωση από δικηγόρο την οποία προσκόμισε (ερ.34-38) ο αιτητής ανέφερε ότι ο δικηγόρος του γνώριζε τα γεγονότα και προέβη στη δήλωση για να «υποστηρίξει όσα [πέρασε] (σ.σ. ο αιτητής) προτού [έρθει] στην Κύπρο» και του την έστειλε ενόσω ο ίδιος βρισκόταν εδώ και την τύπωσε.
Ερωτώμενος τέλος ποιες πιστεύει ότι θα είναι οι συνέπειες σε περίπτωση που επιστρέψει στο Καμερούν ο αιτητής είπε ότι η ζωή του είναι σε κίνδυνο, θα συλληφθεί και θα διωχθεί λόγω συμμετοχής του σε διαδήλωση, γιατί πιστεύουν ότι είναι εναντίον της κυβέρνησης.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Λόγω του ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο από την ομάδα των Ambazonians και τον στρατό της κυβέρνησης
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό απέρριψαν όμως τον 2ο ισχυρισμό, καθώς κρίθηκε ότι στερείται συνοχής και αξιοπιστίας.
Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του υπήρξαν αόριστες, στερούμενες λεπτομερειών και δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς γιατί αποδιδόταν σ’ αυτόν σύμπραξη με τους Ambazonians, πότε έγιναν οι διαδηλώσεις στις οποίες κατ’ ισχυρισμό συμμετείχε, γιατί εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης μετά από τόσα χρόνια, γιατί το ένταλμα δόθηκε στην μητέρα του, πότε αυτή του το έστειλε και γιατί, γιατί δεν αναζήτησαν τον ίδιο στην Douala, όπου – σύμφωνα με τα λεγόμενα του, βρισκόταν τότε, τι έγινε κατά τον χρόνο που απήχθη από τους Ambazonians και πως ακριβώς έγινε οι απαγωγή του, υπέπεσε δε σε αντιφάσεις σε καίρια σημεία του αφηγήματος του. Σημειώθηκε σχετικά ότι, ενώ αρχικά ανέφερε ότι ελευθερώθηκε στις 05/05/21, ακολούθως ανέφερε ότι αυτό έγινε στις 13/05/21, μετά που η μητέρα του έστειλε ηλεκτρονικά τα λύτρα που ζητήθηκαν. Σε σχετικές ερωτήσεις, ως κρίθηκε, ο αιτητής παρέμεινε εν πολλοίς γενικόλογος και ασαφής, αναφέροντα, μη μπορώντας να αναφέρει ποιες πράξεις αφορά το κατ’ ισχυρισμό ένταλμα σύλληψης του, αφού αρχικά ανέφερε ότι διώκεται λόγω του ότι του αποδίδουν σύμπραξη με τους αποσχιστές, ενώ ακολούθως ανέφερε ότι το ένταλμα εκδόθηκε για συμμετοχή του σε διαδηλώσεις, για τις οποίες τελικά δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κάτι περαιτέρω. Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής συνοχής του εν λόγω ισχυρισμού αξιολογήθηκε ότι το ένταλμα σύλληψης δεν έχει ημερομηνία έκδοσης, περιλαμβάνει και άλλα άτομα και δεν αναφέρει αριθμό υπόθεσης, δεν φέρει όνομα του συντάκτη αυτού, δεδομένου και του ότι ο αιτητής δεν μπορούσε να δώσει εξηγήσεις σχετικά μ’ αυτά σε ερωτήσεις που έγιναν, το έγγραφο αυτό απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Ενόψει των ως άνω, με δεδομένο το ότι είχαν εντοπιστεί πλήθος ασυνεπειών και κενών στο αφήγημα του, ο 2ος ισχυρισμός του αιτητή απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, επί τη βάσει του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι ότι του προφίλ του, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Koney – Southwest), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Στα πλαίσια της προσφυγής καταγράφονται νομικά σημεία, τα οποία αφορούν κυρίως καταγραφή άρθρων της οικείας νομοθεσίας των οποίων έγινε παράβαση στα πλαίσια της επίδικης αίτηση, χωρίς να εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η παράβαση αυτή.
Σχετικώς, στην Ε.Δ.Δ. αρ.193/20, Καϊλή ν. Δημοκρατίας, του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ημ.04/06/25, όπου γίνεται εκτενής ανασκόπηση της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος της ορθής δικογράφησης, αναφέρονται τα εξής:
«Δεν υπάρχει αμφιβολία και παγίως έχει νομολογιακά εδραιωθεί πως οι λόγοι ακυρώσεως πρέπει να δικογραφούνται με πλήρη αιτιολογία στις έγραφες προτάσεις των διαδίκων (Κ.7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962).
Μάλιστα, όπως εύστοχα παρατηρήθηκε στη Χριστοδουλίδη ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Α.Ε.95/12, 6.7.18, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344:
«Η γενικότητα με την οποία παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.»
Όπως δε περαιτέρω αναφέρθηκε στην Eda Hancer ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.116/20, 10.4.25:
«Η ανάγκη δικογράφησης των νομικών θεμάτων καθίσταται ακόμη επιτακτικότερη όταν εγείρονται συνταγματικές παραβάσεις και επέμβαση σε θεμελιώδη δικαιώματα.»
[…]
Σαφώς και οφείλουν οι προσφεύγοντες - εάν επιθυμούν να θέσουν τέτοιο ζήτημα - να αιτιολογήσουν με επάρκεια και να το προβάλλουν ευθύς εξ αρχής στην Προσφυγή τους - και όχι βέβαια μόνο στην αγόρευση τους. (Βλ. Latomia Estate Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2001) 3Β Α.Α.Δ.672 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.112/17, 19.3.19).»
Κατ’ εφαρμογή της ως άνω νομολογίας θεωρώ πως ουδείς εκ των προωθούμενων δια της αγορεύσεως του αιτητή ισχυρισμών έχει δεόντως δικογραφηθεί στην προσφυγή. Αυτό όμως δεν επηρεάζει την υποχρέωση του Δικαστηρίου για επί της ουσίας εξέταση της παρούσης, εξ υπαρχής, η οποία βεβαίως τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, των λεγομένων του αιτητή κατά τη συνέντευξη καθώς και των εκατέρωθεν αγορεύσεων των μερών, είναι κατάληξη μου ότι συμφωνώ πλήρως και σε όλη τους την έκταση με τα ευρήματα και κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτά ενδελεχώς αναφέρονται και αναλύονται στην επίδικη έκθεση, ως και ανωτέρω στα πλαίσια της παρούσης καταγράφονται, πλην των σημείων επί των οποίων θα επανέλθω πιο κάτω.
Τούτο γιατί θεωρώ ότι το αφήγημα του αιτητή βρίθει κενών, ασαφειών και ελλείψεων και τα λεγόμενα του σε σχέση τόσο με την κατ’ ισχυρισμό δίωξη του από τον κυβερνητικό στρατό όσο και την ισχυριζόμενη απαγωγή και βασανισμό του από ομάδα αποσχιστών στερούνται καταφανώς – επί πάσης πτυχής και σημείου τους - κάθε ψήγματος εύλογα αναμενόμενης λεπτομέρειας αλλά και βιωματικού στοιχείου.
Εν προκειμένω το σύνολο του αφηγήματος του αιτητή στερούνταν καταφανώς αυτού που εύλογα θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παραθέσει, ήτοι μια πλήρη, συνεκτική, ευλογοφανή παράθεση σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο το οποίο δεν είχε βιώσει την εμπειρία που ο αιτητής παραθέτει, είναι δε εκ τούτου που διαβρώνεται σημαντικά και μοιραία η εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή, σε σημείο που οιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα συνιστούσε θεωρώ αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται κάθε ψήγματος ευλογοφάνειας, λεπτομερειών και εν γένει συνοχής. Επί των επιμέρους τρωτών σημείων των ισχυρισμών του αιτητή αρκεί η παραπομπή στα όσα επ’ αυτού καταγράφουν οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, ως ανωτέρω, στα πλαίσια της παρούσης παρατίθενται, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω και τα οποία υιοθετώ στα πλαίσια επί της ουσίας εξέτασης των ενώπιον μου στοιχείων. Σημειώνω ενδεικτικά ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πως συνδέεται η κατ’ ισχυρισμό δίωξη του από τον στρατό με την συμμετοχή του σε διαδηλώσεις πριν από 6 χρόνια (2016-2017), τι έκανε έκτοτε, πως ακριβώς του επιτέθηκαν και τον απήγαγαν, πως πέρασε υπό αιχμαλωσία, πως και πότε ελευθερώθηκε, τι συνέβη μετά απ’ αυτό και μέχρις ότου φύγει από το Καμερούν και, προσθέτω, γιατί δεν αντιμετώπισε πρόβλημα κατά την αναχώρηση του, δεδομένης της ύπαρξης του εντάλματος σύλληψης.
Σημειώνω βεβαίως ότι δεν παραγνωρίζω ότι από διαθέσιμες σχετικά πληροφορίες (ΠΧΚ) προκύπτει επιβεβαιώνονται ως φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο Καμερούν τόσο η διώξεις ατόμων για τα οποία υπάρχουν υποψίες ότι συμπράττουν με τους αυτονομιστές όσο και η παραβιάσεις δικαιωμάτων του τοπικού πληθυσμού από δυνάμεις αποσχιστών.
Σχετικώς, για σκοπούς πληρότητας, παρατίθενται και τα εξής.
Η Διεθνής Αμνηστία και το Human Rights Watch (HRW), τέλος, κάνουν λόγο για μη τήρηση και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εκτεταμένο βαθμό στα πλαίσια της κρίσης στις Αγγλόφωνες επαρχίες και την καταστολή τής δράσης τής Boko Haram στην επαρχία Far North.[1]
Κατά τα Ηνωμένα Έθνη υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[2], ενώ το HRW και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν τόσο κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[3]. Σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή των συγκρούσεων αναφέρονται τα εξής: «Στις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[4].
Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:
«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[5]
Σύμφωνα με έκθεση της 1ης Μαρτίου του 2023 της R2P Monitor, «περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ως αποτέλεσμα της κρίσης από το 2016. Οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική βία και βία λόγω φύλου, έκαψαν αγγλόφωνα χωριά και υπέβαλαν σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση άτομα που θεωρούνταν ύποπτα ως αυτονομιστές. Οι ένοπλοι αυτονομιστές γίνονται επίσης ολοένα και πιο βίαιοι, σκοτώνοντας, απαγάγοντας και τρομοκρατώντας πληθυσμούς ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Από τις αρχές του 2022 η κυβέρνηση αύξησε τις επιχειρήσεις της κατά των ένοπλων αυτονομιστικών προπύργιων. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές απάντησαν εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας, χρησιμοποιώντας περισσότερα φονικά όπλα και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς IED. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει την κυβερνητική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και καθηγητές, και επιπλέον καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία. Αυτές οι επιθέσεις, καθώς και τα αυστηρά lockdown που επιβλήθηκαν από ένοπλους αυτονομιστές, έχουν στερήσει την εκπαίδευσή τους από τα παιδιά. Σύμφωνα με τον OCHA, μόνο το 46 τοις εκατό των σχολείων λειτουργούν και το 54 τοις εκατό των μαθητών πραγματοποίησαν εγγραφή για το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές και χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Η OCHA εκτιμά, όπως αναφέρει η ίδια ως άνω έκθεση, ότι τουλάχιστον 628.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά λόγω βίας στις δύο περιοχές, ενώ περισσότεροι από 87.000 έχουν καταφύγει στη Νιγηρία». [6]
Εκ του ως άνω επιβεβαιώνεται, ως ήταν και το σχετικό εύρημα των καθ’ ων η αίτηση, ότι τα όσα αναφέρει περί τούτου ο αιτητής συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.
Όμως εν προκειμένω η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που απαρτίζουν την υπόθεση, δεν μπορεί παρά να αποβεί μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Τούτο γιατί αν η αξιολόγηση γινόταν στη βάση μόνο της εξωτερικής συνοχής, θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών για τούτο και μόνο τον λόγο, οι οποίοι στερούνται κατά τ’ άλλα εσωτερικής συνοχής και θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή, ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση των λεγομένων του. Τονίζω στο σημείο αυτό ότι οι ισχυρισμοί ενός αιτητή και η εσωτερική συνοχή τους, δεν μπορεί παρά να παραμένουν ιδιαίτερης βαρύτητας σημείο αναφοράς. Ως άλλωστε και στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», 2018, σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».
Στην απουσία δε περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά και τις ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα κενά παραμένουν και συνεπώς ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθότι οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους.
Σημειώνω ότι δεν θεωρώ ότι εν προκειμένω ήταν απαραίτητο, δεδομένης της καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής, η αναζήτηση ΠΧΚ και συνεπώς δεν συνιστά πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης το ότι δεν έγινε στα πλαίσια της επίδικης έκθεσης τέτοια έρευνα. Σχετικώς, στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.132, αναφέρεται ότι η αναζήτηση ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής ή μη ικανοποιητικής επεξήγησης αποκλίσεων ή παραλλαγών σε ό,τι αφορά τα ουσιώδη στοιχεία μιας αίτησης ή, ακόμη περισσότερο, σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής ως απαράδεκτης.».
Αναφορικά τώρα με τα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής (ερ.34-43) σημειώνω τα εξής.
Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:
«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.
Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.
[…]
Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»
Ο αιτητής προσκόμισε στα πλαίσια της επίδικης αίτησης τα εξής
1. Φερόμενο ένταλμα σύλληψης (ερ.42-43)
2. Ένορκη δήλωση της μητέρας του αιτητή (ερ.34-38)
3. Πιστοποιητικό εγγραφής από το Υπουργείο Παιδείας του Καμερούν και αναλυτικές βαθμολογίες (ερ.39-41)
Σχετικά με το 1ο έγγραφο, το οποίο εξετάστηκε ενδελεχώς και από τους καθ’ ων η αίτηση σημειώνω μόνο ότι συμφωνώ με τα σχετικά ευρήματα τους (ερ.75-76), αφού, δεδομένων των ελλείψεων που παρατηρούνται στο έγγραφο αυτό (δεν φέρει ημερομηνία έκδοσης και αριθμό αναφορά και δεν καταγράφει τις πράξεις για τις οποίες διώκεται ο αιτητής), σε συνδυασμό και με το ότι, ερωτώμενος σχετικά, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει περαιτέρω επί τούτου αλλά και την αντίφαση που υπέπεσε αναφορικά με το πότε τελικά έλαβε το ένταλμα η μητέρα του (αρχικά είπε Νοέμβριο 2021 – ερ.27 – και ακολούθως ότι το έλαβε τον Ιούλιο 2021 – ερ.16) δεν θεωρώ ότι μπορεί να αποδοθεί σ’ αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα, ενόψει της συνολικής αποτίμησης των εγγράφων.
Σχετικά με το 2ο έγγραφο παρατηρώ ότι αυτό δεν εξετάστηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και αυτό συνιστά πλημμέλεια της επίδικης απόφασης. Σε κάθε όμως περίπτωση, από μια ανάγνωση του εγγράφου αυτού, προκύπτει ότι αυτό φέρεται να είναι ένορκη δήλωση της μητέρας πατέρα του αιτητή, όπου περιγράφεται η γενική κατάσταση στα πλαίσια της αγγλόφωνης κρίσης και αναφέρεται ότι ο αιτητής διώκεται από τους αποσχιστές και τον στρατό. Εκ του περιεχόμενου του δεν έχω αμφιβολία ότι αυτό συνετάχθη προκειμένου να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του αιτητή και δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να υπερκεράσει ή να ανατρέψει τα ευρήματα περί παντελούς ελλείψεως εσωτερικής συνοχής εκ του αφηγήματος του αιτητή, δεδομένου και του ότι ουδεμία περαιτέρω επί των όσων ανέφερε ο αιτητής λεπτομέρεια προσθέτει.
Σχετικά τέλος με τα πιστοποιητικά και αναλυτικές βαθμολογίες (τα οποία – ομοίως – δεν εξετάστηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση) σημειώνω ότι ουδέν ελέχθη επί τούτων από τον αιτητή και ουδέν υπόβαθρο τέθηκε ώστε να μπορούσαν να αξιολογηθούν περαιτέρω. Σε κάθε δε περίπτωση ουδέν αναφέρουν πέραν του ότι ο αιτητής παρακάθησε σε εξετάσεις, στις οποίες δεν τα πήγε και τόσο καλά και ενεγράφη το 2014 στο τμήμα εκπαίδευσης του Υπουργείο Παιδείας του Καμερούν. Ουδέν προσθέτουν στο αφήγημα του.
Δεν παραγνωρίζω ότι, ως και ο συνήγορος του ανέφερε στις διευκρινήσεις, οι καθ’ ων η αίτηση (πέραν ακροθιγούς αναφοράς, ερ.77) δεν ασχολήθηκαν περαιτέρω με ότι αφορά το επάγγελμα του αιτητή ως δασκάλου. Όμως, δεδομένου ότι ουδέν ανέφερε επί τούτου ο αιτητής, πέραν των γενικών αναφορών του στο ότι εργαζόταν ως καθηγητής κατά τα έτη 2014-2019, και ουδέν περαιτέρω ανέφερε στα πλαίσια της παρούσης, δεδομένης της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής επί όλου του λοιπού αφηγήματος του και λαμβανομένου υπόψη του ότι δεν εργάστηκε έκτοτε ως δάσκαλος, δεν θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την κατάληξη μου επί των ως άνω. Θυμίζω ότι το 2019 ο αιτητής μετοίκησε στο Dubai ως το 2021 και μετά την επιστροφή του εργαζόταν ως τεχνικός σε κατάστημα. Ακόμα δε και οι αναφορές του αιτητή σε συμμετοχή του σε διαδηλώσεις το 2016-2017 στερούνται σε όλη τους την έκταση λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων, ως και πιο πάνω εξηγώ.
Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου απομένει μια επικαιροποιημένη επισκόπηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή. Σημειώνω ότι επί τούτου εντοπίζω ακόμα μια πλημμέλεια, καθώς, δεδομένου ότι ο αιτητής διέμενε περί τους έξι μήνες στην Douala προτού φύγει από το Καμερούν, ότι αυτό έπρεπε να οριστεί ως τόπος διαμονής του, δεδομένου και του ότι έζησε και εργάστηκε εκεί και στο παρελθόν. Σ’ αυτή τη βάση προχωρώ σε εξέταση επί των ως άνω.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες (τελευταία επικαιροποίηση στις 13/02/26), σημειώθηκαν 17 περιστατικά ασφαλείας στην Douala, περιφέρεια Littoral του Καμερούν, τα οποία οδήγησαν σε 30 θανάτους και τα οποία κατατάσσονται ως εξής: 8 περιστατικά διαδηλώσεων (demonstrations) που προκάλεσαν 26 θανάτους, 6 περιστατικά πολιτικής βίας (political violence) που οδήγησαν σε 11 θανάτους και 4 περιστατικά καταστολής (repression) που προκάλεσαν 10 θανάτους. [7] Για την ίδια με την ως άνω περίοδο, σε ολόκληρη την περιφέρεια Littoral σημειώθηκαν 28 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία οδήγησαν σε 31 θανάτους και αφορούν: 13 περιστατικά διαδηλώσεων, τα οποία και προκάλεσαν 26 θανάτους, 11 περιστατικά πολιτικής βίας, με 12 θανάτους, 7 περιστατικά καταστολής (repression), με 11 θανάτους, 2 περιστατικά εξέγερσης (insurgency) και 2 περιστατικά τρομοκρατικής δραστηριότητας. [8] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πόλης Douala εκτιμάται κατά το έτος 2026 σε 4,5 εκατομμύρια κατοίκων [9], ενώ της περιφέρειας Littoral ,σύμφωνα με εκτιμήσεις που αφορούν στο έτος 2025, ανερχόταν περί τα 4,6 εκατομμύρια κατοίκων [10].
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις, δεδομένης της απόρριψης του αφηγήματος του, που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω [11] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Προς τα ως άνω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι υγιής, ενήλικας, με πλούσια εργασιακή εμπειρία, ικανότητα βιοπορισμού, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, πανεπιστημιακή μόρφωση, έχει ζήσει και εργαστεί στην Douala στο παρελθόν και διαθέτει στην περιοχή οικογενειακό δίκτυο (ερ.28) και σε άλλες περιοχές του Καμερούν (μητέρα – Koney, αδελφή – Kumba).
Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» αλλά και ότι δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ουδέν προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.
Η προσφυγή απορρίπτεται.
Δεδομένων των πλημμελειών που εντοπίστηκαν στην επίδικη έκθεση, ως αυτές ανωτέρω καταγράφονται, ήτοι της μη εξέτασης και πλήρους αξιολόγησης των ενώπιον των καθ’ ων εγγράφων που προσκόμισε ο αιτητής αλλά και του ότι ορίστηκε λάθος τόπος διαμονής του αιτητή, με συνέπεια η αξιολόγηση κινδύνου να γίνει σε λάθος βάση, τα οποία, παρότι δεν είναι ικανά - δεδομένου του εξ υπαρχής ελέγχου που διενεργήθηκε στα πλαίσια της παρούσης - να ανατρέψουν το τελικό αποτέλεσμα ότι δεν υφίσταται εδώ ανάγκη παροχής διεθνούς προστασίας στον αιτητή, καταδεικνύουν πλημμελή έρευνα και αιτιολόγηση, δεν επιδικάζονται έξοδα.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html ; Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html (accessed on 05/08/2022)
[2] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019, available at: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En
[3] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html (accessed on 11/08/2021)
[3] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[4] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf (accessed on 05/08/2022)
[5] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[6] Global Centre for the Responsibility to Protect (Author), published by ReliefWeb: R2P Monitor, Issue 64, 1 March 2023, 2 March 2023, σελ. 4, https://reliefweb.int/attachments/4df72bc8-c5c2-4e1b-a2db-95e32a179862/R2P-Monitor-March-2023.pdf (ημ. 22/04/2024).
[7] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer , τελευταία πρόσβαση 24/02/2026.
[8] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer , τελευταία πρόσβαση 24/02/2026.
[9] World Population Review, Cameroon, Douala, https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/douala , πρόσβαση 24/02/2026.
[10] City Population, Cameroon, Littoral, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ , τελευταία πρόσβαση 24/02/2026.
[11] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο