ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 2305/2024
03 Φεβρουαρίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.K.N.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Α. Δημητρίου (κος), για τον Αιτητή
Ν. Νικολάου (κος) για Κ. Κοτζιά (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση
Ο Αιτητής παρών
[Παρών ο κ. Παύλος Χαραλάμπους για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε γαλλικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, κοινοποιηθείσα προς αυτόν μέσω επιστολής ημερομηνίας 13/06/2024, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε, και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, αποδίδοντας σε αυτόν καθεστώς διεθνούς προστασίας ή συμπληρωματικής προστασίας. Επιπλέον, ο Αιτητής αιτείται την έκδοση απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται πως σε περίπτωση επιστροφής του υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αυτός να υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση, βασανιστήρια και ταπεινωτική μεταχείριση κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ και ως αποτέλεσμα δικαιούται να τύχει προστασίας από την επαναπροώθηση.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ»), ο οποίος στις 30/09/2021, σύμφωνα με δική του δήλωση, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, και μέσω Τουρκίας αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, απ' όπου στη συνέχεια, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 02/12/2021 αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 17/04/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA). Στις 15/05/2024 ο λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματός του. Αυθημερόν συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 13/06/2024, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε δια χειρός από τον Αιτητή αυθημερόν, θέτοντας την υπογραφή του αφού προηγουμένως του επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της σε γλώσσα που πλήρως κατανοεί.
Εμπρόθεσμα ο Αιτητής καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλοντας σωρεία νομικών ισχυρισμών για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα κατά την ακροαματική διαδικασία ημερομηνίας 03/10/2025 o συνήγορος του Αιτητή απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς του προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, εμμένοντας μόνο στην προώθηση της θέσης του περί ελλιπούς δέουσας έρευνας των Καθ’ ων η αίτηση κατά την αξιολόγηση της αίτησης του Αιτητή.
Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτός πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου και τον προωθούμενο από τον Αιτητή ισχυρισμό προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με την αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών που δέχθηκε από αστυνομικό λόγω ερωτικού δεσμού που είχε με την σύζυγο του τελευταίου.
Στα πλαίσια της προφορικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε υπήκοος της ΛΔΚ, γεννηθείς στην πόλη Kinshasa η οποία προσδιορίστηκε και ως ο συνήθης τόπος διαμονής του. Κατά δήλωσή του, οι γονείς του και τα πέντε (5) αδέρφια του διαμένουν στην πρωτεύουσα Kinshasa. Επιπρόσθετα, δήλωσε άγαμος, πατέρας δύο (2) ανήλικων τέκνων τα οποία διαμένουν με την μητέρα του στην Kinshasa. Δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και εργαζόταν περιστασιακά ως βαφέας και οδηγός ταξί και από το 2011 έως το 2021 ανεπίσημα ως ανταλλακτής συναλλάγματος.
Αναφορικά με τους λόγους που τoν ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι κατά την απασχόληση του με το συνάλλαγμα γνώρισε μια κυρία με την οποία συνεργάστηκε αρκετά. Η γυναίκα, η οποία είχε προβλήματα με τον σύζυγό της και ήταν σε διάσταση, άρχισε να τον φλερτάρει. Εκείνος αρχικά δεν υπέκυπτε στις πιέσεις της, όμως όταν άρχισε να τον εκβιάζει πως θα πει ψέματα στον αστυνομικό σύζυγό της πως την παρενοχλούσε, ο Αιτητής υπέκυψε και άρχισε να έχει σχέση μαζί της. Δήλωσε επίσης πως, εκτός των άλλων, πήγαιναν για ψώνια μέχρι την Κινσάσα και επέστρεφαν. Το 2020 ο σύζυγος της γυναίκας, ο οποίος ήταν ταγματάρχης στην αστυνομία, άρχισε να τον απειλεί πως αν ισχύουν οι φήμες «θα δει τι θα πάθει» και τον προειδοποιούσε να πάρει απόσταση από τη γυναίκα του.
Την 17/1/2021 συνάντησε δύο αστυνομικούς με πολιτικά της υπηρεσίας «Birode office 2», οι οποίοι βιαιοπράγησαν κατά του Αιτητή λέγοντάς του ότι δεν υπάκουσε σχετικά με τη σύζυγο του αρχηγού, του πήραν τα χρήματα και έφυγαν. Το Μάρτιο του 2021 και ενώ βρισκόταν με το αυτοκίνητό του στην γειτονιά Guaman, οι ίδιοι άντρες τον απείλησαν πως θα τον σκοτώσουν. Την ημέρα εκείνη ο Αιτητής πήγε στο αστυνομικό τμήμα και κατήγγειλε το περιστατικό και ο διοικητής τον ενημέρωσε πως δε μπορεί να γίνει κάτι, πως πρόκειται περί προσωπικού ζητήματος στο οποίο δε μπορούν να επέμβουν και πως η λύση θα ήταν για εκείνον να εγκαταλείψει το μέρος.
Σε ερωτήσεις αναφορικά με τον εν λόγω αστυνομικό, ο Αιτητής ανέφερε το όνομα του, την θέση του ως Mayor of the Police στην πόλη Muanda, και πληροφορίες που έλαβε από άτομα ότι ο κόσμος τον φοβάται.
Σε ερωτήσεις αναφορικά με την σύζυγο του εν λόγω άντρα, ο Αιτητής ανέφερε το όνομα της δηλώνοντας ότι ήταν ιδιοκτήτρια καταστήματος στην πόλη Muanda. Ως υποστήριξε τη γνώρισε το 2016 μέσα από συνεργασία που είχαν στα πλαίσια συναλλάγματος δολαρίων και φράγκων, και άρχισαν να διατηρούν σχέση το 2018 μέχρι το 2019. Το 2020 συναντήθηκαν κάποιες φορές στην Kinshasa, και το 2021 δεν συναντήθηκαν καθόλου. Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων (4) ετών ο ίδιος δεν συνάντησε ποτέ τον σύζυγό της.
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με το περιστατικό που έλαβε χώρα στις 17/01/2021, ο Αιτητής πρόβαλε ότι άτομα της Birode Office 2, η οποία είναι μονάδα του αστυνομικού σώματος, τον κτύπησε και του πήρε τα χρήματα. Κληθείς να εξηγήσει πως γνωρίζει ότι τα εν λόγω άτομα ήταν απεσταλμένοι του συγκεκριμένου άντρα, ο Αιτητής υποστήριξε ότι του λέχθηκε ότι θα τον σκοτώσουν λόγω της συγκεκριμένης γυναίκας. Ως περαιτέρω ισχυρίστηκε, το 2020 τον κάλεσε ο συγκεκριμένος άντρας και του είπε ότι γνωρίζει για την σύζυγό του, με τον Αιτητή να αρνείται ότι γνωρίζει την εν λόγω γυναίκα.
Κληθείς, στη συνέχεια, να δώσει περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το περιστατικό που έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2021, ο Αιτητής ανέφερε ότι τον πλησίασαν, απείλησαν να τον σκοτώσουν, πήραν τα χρήματα που είχε και έφυγαν. Αναφορικά με την καταγγελία στην οποία προέβη στην αστυνομία, ως υποστήριξε ανέφερε ότι δέχθηκε απειλές δύο φορές και τηλεφωνική κλήση, ωστόσο ο διοικητής τον παρότρυνε να φύγει καθότι δεν υπάρχει κάτι που μπορεί να κάνει.
Ο αρμόδιος λειτουργός στην εισηγητική του έκθεση διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς από τις δηλώσεις του Αιτητή. Πρώτον, ως προς την ταυτότητα, το προφίλ, την χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής, και δεύτερο λόγω της δίωξης από αστυνομικό με την σύζυγο του οποίου είχε δεσμό.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθότι κρίθηκε ότι τεκμηριώθηκε η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με την τηλεφωνική κλήση που έλαβε από τον σύζυγο της συγκεκριμένης γυναίκας, ενώ οι πληροφορίες που παρέθεσε αναφορικά με τα δύο περιστατικά, ήτοι 17/01/2021 και Μάρτιος 2021, κρίθηκαν ανεπαρκείς και στερούντο περιγραφικότητας και λεπτομέρειας.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, κρίθηκε ότι λόγω της προσωπικής φύσεως του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν είναι εφικτή η επιβεβαίωση των όσων λέχθηκαν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ωστόσο, ο αρμόδιος λειτουργός, προέβη σε έρευνα αναφορικά με την εγκληματικότητα στη ΛΔΚ με αναφορές στις πιο διαδεδομένες μορφές παραβατικότητας.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξης του Αιτητή στο άρθρο 19 (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς και εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα η Kinshasa, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, με σκοπό να εξεταστεί ο ισχυρισμός του Αιτητή περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του, καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία και σύμφωνα με την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής προσκόμισε διαβατήριο της χώρας καταγωγής του, και οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές.
Ομοίως, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης του αρμόδιου λειτουργού όσον αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, αναφορικά με την φερόμενη δίωξη του από αστυνομικό λόγω σύναψης δεσμού με την σύζυγο του τελευταίου. Από το αφήγημα του Αιτητή προκύπτει ότι περιορίστηκε σε γενικόλογες, συνοπτικές και επιγραμματικές δηλώσεις ως προς την γνωριμία και τη σχέση του με την συγκεκριμένη γυναίκα, και τις απειλές και επιθέσεις που δέχθηκε συνεπεία αυτού. Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει με συνεκτικό και σαφή τρόπο τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, ενώ οι περιγραφές των επιθέσεων και των απειλών που δέχθηκε είναι ιδιαίτερα φειδωλές και δεν συνηγορούν σε προσωπικά βιώματα και εμπειρίες. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, κρίνεται ορθή η διαπίστωση του λειτουργού ότι λόγω της προσωπικής φύσεως του συγκεκριμένου ισχυρισμού, η διασταύρωση και επιβεβαίωση των όσων παρέθεσε καθίσταται ανέφικτη. Δεν παραβλέπω ότι ορθά οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα αναφορικά με την εγκληματικότητα που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.
Από το αφήγημα του Αιτητή διαπιστώνω ότι ακόμα και σε περίπτωση που γιονόταν αποδεκτός ο ισχυρισμός του, αυτός αφορά ιδιωτικής φύσεως διαφορές, ζητήματα δηλαδή που σε κάθε περίπτωση δεν εμπίπτουν στον ορισμό του πρόσφυγα.
Συνεπώς, από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, έχοντας κατά νου τα δεδομένα που προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, προκύπτει ότι ο Αιτητής δε στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δύναται να παραχωρηθεί σε οποιοδήποτε Αιτητή σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Global Conflict Tracker, o στρατός της ΛΔΚ και οι κάτοικοι της ανατολικής περιφέρειας της χώρας συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξανόμενες επιθέσεις από τις Συμμαχικές Δημοκρατικές Δυνάμεις (ADF) που συνδέονται με το Ισλαμικό Κράτος. Οι ανταλλαγές πυρών, οι επιθέσεις με πυραύλους και οι αψιμαχίες μεταξύ της M23, στρατευμάτων της Ρουάντα, δυνάμεων της ΛΔΚ και άλλων ομάδων πολιτοφυλακής παραμένουν συνήθεις ενέργειες.[1]
Αναφορικά δε με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 09/01/2026), καταγράφηκαν 47 περιστατικά πολιτικής βίας[2] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 56 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[3] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[4]
Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της Kinshasa για το έτος 2026 (18,552,800 κατοίκους)[5], καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Δεδομένου ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην πόλη Kinshasa, η κατάσταση ασφαλείας καταγράφεται ως σταθερή, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών του περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.
Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας ως προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.
Τέλος κρίνω ως αβάσιμες και απορρίπτω την αιτούμενη θεραπεία Δ της αίτησης ακυρώσεως, περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής του στην ΛΔΚ, εφόσον από την πιο πάνω ανάλυση της υπόθεσης δεν προκύπτουν στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να εκτιμηθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην ΛΔΚ και δη στη Kinshasa αυτός θα αντιμετωπίσει οποιαδήποτε μορφή δίωξη, θανατική ποινή, βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Όλοι οι προβαλλόμενοι από τον Αιτητή ισχυρισμοί εξετάστηκαν στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης του για διεθνή προστασία και απορρίφθηκαν με αποτέλεσμα να καθίσταται αντιληπτό ότι δεν υφίσταται κίνδυνος αλλά ούτε και παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν πιο πάνω.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ
[1] Global Conflict Tracker, Conflict in the Democratic Republic of Congo, 16/12/2025, https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/01/2026]
[2] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[3] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 20/01/2026]
[4] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 20/01/2026]
[5] Ibid
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο