J.O.A. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 2425/2024, 27/2/2026
print
Τίτλος:
J.O.A. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 2425/2024, 27/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 2425/2024 

27 Φεβρουαρίου 2026 

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

J.O.A.

Αιτητής 

-και- 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως.

Ε. Ιωάννου (κα) για Κ. Χρυσοστόμου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση.  

[Παρούσα η M. Katchatrian για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε αγγλικά και αντίστροφα]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 26/06/2024 σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε.

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Νιγηρίας, κάτοχος διαβατηρίου, ο οποίος σύμφωνα με δηλώσεις του εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του την 01/02/2013 και εισήλθε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία έχοντας στη κατοχή του φοιτητική θεώρηση. Σχεδόν επτά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 02/12/2019 συμπλήρωσε και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 30/11/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και ακολούθησε η από 20/06/2024, εισηγητική έκθεση υποβληθείσα προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, σύμφωνα με την οποία γίνεται εισήγηση για απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή. Στις 25/06/2024, συγκεκριμένη λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, αποφασίζοντας παράλληλα και την επιστροφή του στην Νιγηρία.  

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 26/06/2024 παραλήφθηκε από τον Αιτητή στις 03/07/2024 ιδιοχείρως, και ακολούθησε η εμπρόθεσμη υποβολή της παρούσας προσφυγής.

 

Μέσω της αίτησης ακυρώσεώς του, ο Αιτητής προωθεί πραγματικούς ισχυρισμούς για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, δηλώνοντας ότι αδυνατεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του καθώς κινδυνεύει η ζωή του λόγω προβλήματος μεταξύ της οικογένειας του και πολιτικού προσώπου.

 

Με τη γραπτή του αγόρευση, ο Αιτητής προωθεί τη θέση ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, η ζωή του θα τεθεί σε κίνδυνο εξαιτίας κληρονομικής φύσεως ζητημάτων. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ο θείος του, άτομο διεφθαρμένο και με πολιτική εμπλοκή, διεκδικεί την εταιρεία του πατέρα του. Ως ισχυρίζεται η μητέρα του και στενός του φίλος βρέθηκαν δολοφονημένοι, ενώ ο πατέρας του εξαφανίστηκε. Σε περίπτωση επιστροφής του κινδυνεύει από τον θείο του και επιθυμεί την παραμονή του στη Κυπριακή Δημοκρατία.  

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της δικής τους αγόρευσης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και των Κανονισμών. Είναι η θέση τους ότι πρόκειται περί οικονομικού μετανάστη, και οι ισχυρισμοί περί δίωξης του αναφορικά με την εταιρεία του πατέρα του αποτελούν διαφορές προσωπικής και/ή ιδιωτικής φύσεως, που ως έχει καθιερωθεί νομολογιακά, από μόνες τους και αντικειμενικώς ορώμενες, δεν μπορούν να υπαγάγουν πρόσωπο σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή και επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτός πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.

 

Με την αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθότι ο πατέρας του αντιμετώπιζε προβλήματα με τους συνεταίρους του και ο μικρότερος αδερφός του σκοτώθηκε.    

 

Στα πλαίσια της συνέντευξής του από αρμόδιο λειτουργό, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πόλη Lagos της Νιγηρίας. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε άγαμος και άτεκνος. Κατά δήλωσή του ο πατέρας του εξακολουθεί να διαμένει στην πόλη Lagos. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ φοίτησε και σε ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Κύπρου για ένα χρονικό διάστημα χωρίς, ωστόσο, να ολοκληρώσει τις σπουδές του λόγω οικονομικών δυσχερειών. Κατά δήλωσή του διαθέτει εργασιακή εμπειρία ως σύμβουλος από το 2013-2016.   

 

Το 2013 έφυγε από την χώρα του με σκοπό να σπουδάσει στην Κύπρο, έχοντας εξασφαλίσει άδεια εισόδου ως φοιτητής, ωστόσο διέκοψε τις σπουδές του και κατέστη παράνομος. Το 2019 υπέβαλε αίτηση ασύλου ισχυριζόμενος ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα του προβάλλοντας φόβο ότι θα τον σκοτώσει ο συνέταιρος του πατέρα του για να οικειοποιηθεί την εταιρεία. Ισχυρίστηκε ότι το πρόβλημα ξεκίνησε το 2018 και ο ίδιος δεν μπορεί να επιστρέψει καθότι κινδυνεύει η ζωή του.  

 

Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, την χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, και ο δεύτερος αφορά την ισχυριζόμενη δίωξή του από συνέταιρο του πατέρα του εκφράζοντας το φόβο ότι θα τον σκοτώσει.  

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν από το προσκομισθέν διαβατήριο και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε καθότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του, ενώ υπέπεσε σε αντιφάσεις, έλλειψη ευλογοφάνειας και επάρκειας πληροφοριών. Ειδικότερα, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον λόγο για τον οποίο υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας επτά (7) χρόνια μετά την άφιξη του στη Δημοκρατία, εκφράζοντας φόβο ότι θα τον σκοτώσει ο συνέταιρος του πατέρα του. Επιπρόσθετα, οι ισχυρισμοί του ως προς το αίτημα του είναι αντιφατικοί, καθώς στην αίτηση που συμπλήρωσε αναφέρθηκε σε οικογενειακά θέματα και ότι ο αδερφός του σκοτώθηκε, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δήλωσε ότι ο συνέταιρος του πατέρα του διεκδικεί την εταιρεία και για να το πετύχει αυτό θα πρέπει να σκοτώσει τον Αιτητή. Περαιτέρω, παρατηρήθηκε ότι στο αρχικό κείμενο του αιτήματος του για διεθνή προστασία, το οποίο συντάχθηκε στη γλώσσα Yoruba, γίνεται αναφορά στην Boko Haram. Στο κείμενο της μετάφρασης, ωστόσο, δεν αναφέρθηκε η εν λόγω οργάνωση, κληθείς να αποσαφηνίσει την συγκεκριμένη διαφορά ο Αιτητής δεν έδωσε καμία απάντηση. Τέλος, εντοπίστηκαν χρονικές ασάφειες και ασυνέπειες στις δηλώσεις του, καθώς ενώ ισχυρίστηκε ότι από το 2013-2016 εργαζόταν ως σύμβουλος στην εταιρεία του πατέρα του, ο ίδιος βρισκόταν στην Δημοκρατία ως φοιτητής από την 01/02/2013, ενώ σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα επισκέφθηκε την χώρα καταγωγής του, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα. Κληθείς να αποσαφηνίσει τις εν λόγω δηλώσεις του, ο Αιτητής και πάλι δεν έδωσε καμία απάντηση.  

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι τα όσα ο Αιτητής ανέφερε στη συνέντευξη του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την χώρα καταγωγής του Αιτητή, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα στην πόλη Lagos στη Νιγηρία, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης.

 

Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου, το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία ημερομηνίας 04/11/2025, το Δικαστήριο εκ νέου υπέβαλε ερωτήματα στον Αιτητή, όπου επανέλαβε ότι αφίχθηκε στη Κύπρο για σπουδές, και ότι δεν μπορεί να επιστρέψει καθότι κινδυνεύει η ζωή του από τον θείο του ο οποίος σύμφωνα με τις δηλώσεις του θέλει να οικειοποιηθεί την εταιρεία του πατέρα του.  

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία.   Ο/Η αιτητής/τρια  έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία και σύμφωνα με την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές και από το προσκομισθέν διαβατήριο του.

 

Ομοίως ορθές κρίνονται και οι διαπιστώσεις των Καθ’ ων η αίτηση σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, εφόσον διαπιστώνεται ότι πράγματι οι δηλώσεις του ήταν λακωνικές, ανεπαρκείς και συγκεχυμένες, ενώ αρκετές αποκρίσεις του δηλώνουν άγνοια, στηρίζονται σε εικασίες, και χαρακτηρίζονται από υπεκφυγές και ασάφεια. Δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός ότι υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας σχεδόν επτά (7) χρόνια μετά την άφιξη του στη Δημοκρατία, όπου ήρθε για λόγους σπουδών και μετά την λήξη της φοιτητικής του άδειας. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, λόγω της προσωπικής φύσεώς του παρέλκει οποιαδήποτε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυριζόμενος φόβος δίωξης του Αιτητή, συνδέεται με ιδιωτικούς φορείς, χωρίς κανένα στοιχείο που να δεικνύει «δίωξη» στο πρόσωπο του Αιτητή «λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ειδικής κοινωνικής ομάδας». Συνεπώς, ακόμα και αληθείς να είναι οι ισχυρισμοί του Αιτητή, και πάλι αυτοί δεν αρκούν για να τον εντάξει στην έννοια του «πρόσφυγα». Τέλος, είναι πλέον νομολογημένο ότι «δεν είναι επαρκές για αιτητή διεθνούς προστασίας, προς ευόδωση της αίτησής του, να επικαλείται φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του προκαλούμενο από ιδιωτικούς φορείς, χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιοδήποτε γεγονός προς τούτο και αναμένοντας από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές να διεξάγουν εξ ιδίων έρευνα ώστε να εξιχνιάσουν τα γεγονότα επαλήθευσης ή μη του ισχυρισμού του» (βλ. M.M.R. v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΑΑΠ, Έφεση κατά απόφασης ΔΔΔΠ αρ. 5/2019, ημερομηνίας 04/10/2023).

 

Από το ιστορικό του Αιτητή, όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, προκύπτει ότι ορθά και μετά από δέουσα έρευνα κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δε στοιχειοθέτησε κανέναν ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Τα όσα ανέφερε δεν θα μπορούσαν να την εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση, διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του  Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Νιγηρία, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, και ειδικότερα στην πόλη Lagos, τόπο συνήθους διαμονής του.

 

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), της Ακαδημίας της Γενεύης «από το 1960, η Νιγηρία συνδυάζει την εθνογραφική και θρησκευτική ποικιλομορφία με επαναλαμβανόμενη και εξελισσόμενη βία. Από το 2009, η βορειοανατολική περιοχή βιώνει παρατεταμένη εξέγερση από την Boko Haram και την αποσχισθείσα ομάδα της, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Παρά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες των νιγηριανών ενόπλων δυνάμεων που υποστηρίχθηκαν από την ομάδα Civilian Joint Task Force (CJTF) το 2015-2016, η ασφάλεια έχει έκτοτε επιδεινωθεί ξανά, καθώς τα τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα έχουν επεκταθεί. Κάποιες περιοχές έχουν αντιμετωπίσει βία που σχετίζεται με τους πόρους, συγκρούσεις αγροτών-κτηνοτρόφων, κινητοποίηση αυτονομιστών και εγκληματικότητα συμμοριών, συμβάλλοντας σε μαζικούς εσωτερικούς εκτοπισμούς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από αμφισβητούμενες εκλογές, τεταμένες σχέσεις με τον Νίγηρα, σοβαρές πλημμύρες και μια επιδεινούμενη κρίση κόστους ζωής που χαρακτηρίστηκε από διαμαρτυρίες και θανατηφόρα καταστολή. Η περιφερειακή συνεργασία μέσω της Multinational Joint Task Force (MTJF) αποδυναμώθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις του ISWAP εντάθηκαν και οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) διεξήχθησαν με αμφισβητούμενη αιτιολόγηση».[1]

 

Αναφορικά δε με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Lagos κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Lagos της Νιγηρίας, όπου βρίσκεται η ομώνυμη πόλη, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 13/02/2026), καταγράφηκαν 86 περιστατικά πολιτικής βίας[2] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 83 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Ειδικότερα, στην πόλη Lagos το ανωτέρω χρονικό διάστημα καταγράφηκαν στην εν λόγω βάση δεδομένων 2 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 8 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[3] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Lagos για το έτος 2026 εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 17,803,700 κατοίκους.[4]

 

Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της πολιτείας Lagos για το έτος 2026 (17,803,700 κατοίκους)[5], καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι σύμφωνα με την ΚΔΠ 145/25 η Νιγηρία συγκαταλέγεται στις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας.   

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €600 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ

 

 



[1] War Watch, At a Glance, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 20/02/2026]

[2] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).

[3] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Lagos) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 20/02/2026]

[4] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/nigeria/lagos [Ημερομηνία Πρόσβασης: : 20/02/2026]

[5] Ibid


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο