P.C.U. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 2591/2024, 25/2/2026
print
Τίτλος:
P.C.U. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 2591/2024, 25/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                       

                                                                               Υπόθεση αρ. 2591/2024

                                   

25 Φεβρουαρίου 2026

 

[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

         P.C.U.

                                                                                                                                                                                                                                             Αιτητής

και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                             Καθ' ων η αίτηση

 

                                                                                                                          

Τζ. Μπετίτο (κος) για Πιερίδης & Πιερίδης, Δικηγόροι για Αιτητή

 

Κ. Χρυσοστόμου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π:   Με την προσφυγή του ο αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 13/05/2024 η οποία του κοινοποιήθηκε στις 12/06/2024 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως παράνομης, άκυρης και στερούμενης οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των Διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, ο αιτητής είναι ενήλικας από τη Νιγηρία και στις 08/07/2021 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 02/03/2022, 05/07/2022, 07/09/2022 και στις 19/09/2022, ο αιτητής κλήθηκε τηλεφωνικώς στα στοιχεία επικοινωνίας που είχε δηλώσει, για να προγραμματιστεί η συνέντευξη του, ωστόσο δεν κατέστη δυνατόν ο εντοπισμός του. Στις 03/10/2022, στάλθηκε επιστολή για προκαθορισμένη συνέντευξη στις 27/10/2022, στη διεύθυνση επικοινωνίας που είχε δηλώσει, ωστόσο ο ίδιος δεν παρευρέθηκε. Στις 04/11/2022, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου του αιτητή, λόγω σιωπηρής απόσυρσης της αίτησης και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης του, καθώς ο αιτητής δεν παρέστη στην προσωπική του συνέντευξη στην οποία κλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.

Στις 25/11/2022, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου/διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης του αιτητή. Στις 23/12/2022, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με το αίτημα του αλλοδαπού η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς στον αιτητή στις 09/01/2023.

Στις 12/03/2024, ο αιτητής συμπλήρωσε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του. Στις 02/04/2024 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον προϊστάμενο τη Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή γίνει αποδεκτή, καθότι το αίτημα του αιτητή δεν εξετάστηκε κατ΄ουσίαν. Η εν λόγω εισηγητική έκθεση εγκρίθηκε στις 02/04/2024.

Στις 09/05/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή. Στις 12/05/2024, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ετοίμασε έκθεση εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, στις 13/05/2024, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης ασύλου του αιτητή. Στις 10/06/2024, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή στις 12/06/2024.

Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

Ο συνήγορος του αιτητή στα πλαίσια της προσφυγής και της γραπτής αγόρευσης, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, τους οποίους εν τέλει εγκατέλειψε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων και διατήρησε μόνο το λόγο ακύρωσης που αφορά την μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας. Ενόψει των δηλώσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή, όλοι οι λόγοι ακύρωσης ως καταγράφονται στην προσφυγή, πέραν από το λόγο ακύρωσης που αφορά τη μη δέουσα έρευνα εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση, αποσύρονται και απορρίπτονται.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ΄ ων η αίτηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και απορρίπτουν τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην παρούσα προσφυγή η επίδικη πράξη  θα εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο ως απόφαση επί της 1ης αίτησης ασύλου, παρόλο που πρόκειται για υποβληθείσα μεταγενέστερη αίτηση, καθότι η 1η αίτηση ασύλου του αιτητή δεν εξετάστηκε επι της ουσίας, καθώς ο αιτητής δεν παρέστη στην προσωπική του συνέντευξη στην 1η αίτηση ασύλου που υπέβαλε και η διαδικασία εξέτασης της αίτησης του διακόπηκε και έκλεισε ο φάκελος του αφού θεωρήθηκε σιωπηρή απόσυρση στη βάση του άρθρου 16Β(2) (α) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Θα προχωρήσω να εξετάσω τον λόγο ακύρωσης που διατήρησε ο συνήγορος του αιτητή ήτοι τον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση.

Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).

Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.

Στο πλαίσιο του έντυπου της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο αιτητής δήλωσε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, είναι εξαιτίας του θείου του, ο οποίος είναι στρατιωτικός και πολιτικός ακτιβιστής και ο οποίος τον καταδιώκει για να καταλάβει την οικογενειακή γη. Ο θείος του χρησιμοποίησε την επιρροή του για να σκοτώσει τους γονείς και τα αδέλφια του, και ο αιτητής είναι ο μόνος που επέζησε. Έφυγε από τη χώρα του επειδή η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. (βλ. ερυθρό 2 του δ.φ.). 

Κατά την διάρκεια της συνέντευξης του, δήλωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, με περιοχή καταγωγής την πολιτεία Abuja και τόπο διαμονής την κοινότητα Omo Eke στην τοπική αρχή Udi της πολιτείας Enugu, όπου ζούσε αρχικά με τη μητέρα του και στη συνέχεια με τη θεία του. Το 2017 ανέφερε ότι μετοίκησε στο Independent Layout, στην πόλη Enugu, της πολιτείας Enugu, προκειμένου να σπουδάσει, μέχρι και την μέρα που αποχώρησε από τη χώρα καταγωγής του. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση είναι άγαμος και άτεκνος. Ως προς τη πατρική του οικογένεια, οι γονείς του έχουν αποβιώσει, ενώ η θεία του, με την οποία διατηρεί επικοινωνία, διαμένει στη Νιγηρία. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και φοίτησε για δύο χρόνια σε πανεπιστήμιο, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Αναφορικά με την εργασιακή του εμπειρία, στη Νιγηρία εργαζόταν σε εταιρία κατασκευής επίπλων, ως υπάλληλος.

Κατά την ελεύθερη του αφήγηση και ως προς τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, ανέφερε ότι τα μέλη της οικογένειάς του είχαν σκοτωθεί, και φοβόταν ότι θα ήταν ο επόμενος. (βλ. ερ. 45 του δ.φ.). Ερωτώμενος εάν υπάρχει κάποιος άλλος λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε την χώρα του, πέραν των όσων έχει αναφέρει, δήλωσε ότι φοβάται τον θείο του, καθότι τον απειλούσε ενόσω βρισκόταν στην χώρα του.

Κληθείς να αναφέρει πότε άρχισαν οι απειλές από τον θείο του, ανέφερε μετά τον θάνατο του αδελφού του και πως ο θείος του, τού είπε ότι, αν συνέχιζε να διεκδικεί τα ακίνητα, θα «ακολουθούσε την υπόλοιπη οικογένειά του». (βλ. ερ. 45). Όταν ερωτήθηκε σε ποιον ανήκαν η γη και τα ακίνητα, απάντησε ότι ανήκαν στον πατέρα του. Στη συνέχεια, όταν ρωτήθηκε σε ποιον ανήκαν μετά τον θάνατο του πατέρα του, απάντησε αρχικά ότι ανήκαν ακόμη στον πατέρα του και στη συνέχεια ότι δεν γνωρίζει. Ερωτηθείς, εάν μετά τον θάνατο των γονιών του, ζήτησε την περιουσία από τον θείο του, απάντησε θετικά. Σε σχετική ερώτηση, πόσες φορές απειλήθηκε από τον θείο του, δήλωσε ότι δεν θυμάται, διευκρινίζοντας ότι οι απειλές ήταν μόνο τηλεφωνικές. Όταν ερωτήθηκε για το είδος της περιουσίας, ανέφερε ότι επρόκειτο για γη, χωρίς όμως να γνωρίζει πόσα οικόπεδα περιλάμβανε. Πρόσθεσε ότι η τελευταία φορά που επικοινώνησε με τον θείο του ήταν μετά τον θάνατο του αδελφού του. Αναφορικά με τον θείο του, γνώριζε μόνο το όνομά του και ότι υπηρετεί στον στρατό. Όταν ρωτήθηκε αν του συνέβη οτιδήποτε άλλο πέρα από τις τηλεφωνικές απειλές, απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία απάντησε πως δεν γνωρίζει. (βλ. ερ. 43  του δ.φ.).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, κατά το στάδιο της συνέντευξής του, σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: Α) Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής του Αιτητή, Β) Ισχυριζόμενος φόβος του αιτητή από τον θείο του υπό μορφή απειλών λόγω της γης του πατέρα του.

Αξιολογώντας τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας τον έκανε αποδεκτό ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο.

Ο δεύτερος ισχυρισμός έτυχε απόρριψης μιας και δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική του αξιοπιστία. Ειδικότερα, ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες και διαπιστώθηκαν ασυνέπειες μεταξύ των ισχυρισμών του και της γραπτής του αίτησης για διεθνή προστασία. Πιο συγκεκριμένα, ο αιτητής δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματος του. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε πως είχε δεχθεί απειλές από τον θείο του όσο βρισκόταν στη Νιγηρία. Όταν ρωτήθηκε πότε άρχισαν οι απειλές, είπε ότι μετά τον θάνατο του αδελφού του, τηλεφώνησε στον θείο του για να τον ρωτήσει γιατί ενεργεί με αυτόν τον τρόπο. Σχετικά με τις απειλές που δέχθηκε, ανέφερε ότι ο θείος του, του είπε πως αν συνεχίσει να διεκδικεί τα ακίνητα, θα ακολουθήσει την οικογένειά του. Ωστόσο, ο αιτητής δεν θυμόταν πόσες φορές δέχθηκε απειλές από τον θείο του και σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους τον απείλησε ανέφερε με πολλούς, χωρίς να δίνει περαιτέρω πληροφορίες. Ανέφερε ότι οι απειλές δεν ήταν πρόσωπο με πρόσωπο, αλλά μόνο τηλεφωνικές. Όταν ρωτήθηκε πώς ο θάνατος του αδελφού του σχετίζεται με τον θείο του, έδωσε μη επαρκή απάντηση, λέγοντας μόνο ότι ο τρόπος θανάτου του δίδυμου αδελφού του τον σόκαρε και ότι δεν μπορεί να πει ότι ο θείος του ευθύνεται γι΄αυτό. Ως επισημαίνεται από τον αρμόδιο λειτουργό, θα αναμενόταν από τον αιτητή να αναφέρει περισσότερες πληροφορίες για τις απειλές που δέχθηκε. Τονίστηκε επίσης ότι δεν κατάφερε να συσχετίσει τον θάνατο του αδελφού του με τον θείο του.

Περαιτέρω, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τη γη και τα ακίνητα. Αρχικά ανέφερε ότι ανήκουν στον πατέρα του, και όταν ρωτήθηκε ποιος τα απέκτησε μετά τον θάνατό του, απάντησε αρχικά ότι εξακολουθούν να ανήκουν στον πατέρα του, αλλά στη συνέχεια άλλαξε την απάντησή του λέγοντας ότι δεν γνωρίζει. Σε διευκρινιστική ερώτηση για το είδος της γης και των ακινήτων που κατείχε ο πατέρας του, απάντησε ότι είχε οικόπεδα, χωρίς όμως να γνωρίζει τον ακριβή αριθμό τους. Όταν ρωτήθηκε τον λόγο που είχε ο θείος του να σκοτώσει τον πατέρα του, απάντησε ενδεχομένως λόγω των ακινήτων. Επιπλέον, δεν γνώριζε αν ο θείος του είχε ποτέ διεκδικήσει τα ακίνητα του πατέρα του. Ως επισημάνθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, εύλογα θα αναμενόταν από τον αιτητή να γνωρίζει περισσότερες πληροφορίες, δεδομένου ότι οι διαφορές σχετικά με την περιουσία αποτέλεσαν την αιτία εγκατάλειψης της χώρας του και δεδομένου ότι μεγαλώνοντας, η θεία του τον ενημέρωσε για τα σχετικά κτηματικά ζητήματα μεταξύ του θείου και του πατέρα του.

Περαιτέρω, ο αιτητής δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις απειλές που δεχόταν από τον θείο του στη Νιγηρία. Ισχυρίστηκε ότι η τελευταία φορά που επικοινώνησε με τον θείο του ήταν γύρω στον Σεπτέμβριο του 2018, μετά τον θάνατο του αδελφού του, και ότι από τότε δεν υπήρξε καμία επαφή μεταξύ τους μέχρι τις 22/01/2021, που εγκατέλειψε τη χώρα του. Όταν ρωτήθηκε γιατί εγκατέλειψε τη χώρα του δύο χρόνια και λίγους μήνες μετά τον θάνατο του αδελφού του, απάντησε ότι φοβόταν λόγω του τρόπου με τον οποίο σκοτώθηκε η οικογένειά του και ήθελε να εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή για τον ίδιο και τα μελλοντικά του παιδιά. Πρόσθετα, ως καταγράφηκε, σε σχετική ερώτηση εάν του συνέβη οτιδήποτε άλλο πέραν των τηλεφωνικών απειλών, απάντησε αρνητικά.

Τέλος, ως τόνισε ο αρμόδιος λειτουργός, εντοπίζονται ασυνέπειες μεταξύ των ισχυρισμών του και της γραπτής του αίτησης για διεθνή προστασία. Όταν ρωτήθηκε σχετικά, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι κάποιος τον βοήθησε στη συμπλήρωση της αίτησης, γράφοντας του τις τελευταίες τρεις γραμμές και ότι η δήλωση περί καταδίωξης από την κοινότητα δεν ισχύει, χωρίς να σχολιάζει οτιδήποτε περαιτέρω για τις υπόλοιπες ασυνέπειες που εντοπίστηκαν.

Σε ό,τι αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του αιτητή ο λειτουργός δεν παρέθεσε πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής καθώς θεώρησε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Δεδομένου ότι ο αιτητής υπέπεσε σε ασυνέπειες, ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε τον υπό εξέταση ισχυρισμό ως μη αξιόπιστο.

Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο του δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου ήτοι την εθνικότητα την φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και το άρθρο 10 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Περαιτέρω, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή, καθότι δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 15(α) και (β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου). Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, μιας και στην πόλη και πολιτεία Enugu της Νιγηρίας, τόπο  προηγούμενης διαμονής του αιτητή, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, κρίνω ότι ουδεμία περαιτέρω έρευνα χρειαζόταν για την εξέταση της αίτησης του αιτητή.

 

Θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και διαμονής και το προφίλ του αιτητή δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός από τους Καθ' ων η αίτηση.  

Σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό του, περί του ισχυριζόμενου φόβου του αιτητή από τον θείο του, λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις του Αιτητή, ως αυτές προβλήθηκαν καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του και οι οποίες παρατέθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει αρκούντως τους ισχυρισμούς του γύρω από τις ισχυριζόμενες απειλές από τον θείο του.  

 

Ορθώς, λοιπόν, θεωρώ κρίθηκε από τους καθ' ων η αίτηση ότι, τα όσα προβλήθηκαν στη συνέντευξη του αιτητή, ως ανωτέρω καταγράφονται, έθεταν εύλογα εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των λεγομένων του αναφορικά με τα όσα ισχυρίστηκε, καθότι δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης του, ενώ οι απαντήσεις του στερούνταν εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και περιείχαν αρκετές ελλείψεις, χρονικές ασυνέπειες και αντιφάσεις όσον αφορά  τον κίνδυνο που ισχυρίστηκε ότι διατρέχει από τον θείο του. Θα συμφωνήσω με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην Έκθεση - Εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας του αιτητή  και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.

 

Επομένως, καταλήγω ότι το εν λόγω αφήγημα του αιτητή δεν παρουσιάζει ευλογοφάνεια, στερείται χρονικής συνοχής και περιέχει ουσιώδεις αντιφάσεις. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εκ του αιτητή εξιστορισθέντα δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικά περιστατικά. Επομένως, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίνεται ως εσωτερικά μη αξιόπιστος.

 

Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία των ανωτέρω δηλώσεών του, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκ των όσων αυτός δήλωσε, λόγω της απολύτου προσωπικής φύσεως τους, δεν προκύπτουν στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω έρευνας σε εξωτερικές πηγές. Στη βάση, λοιπόν, της αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών του αιτητή, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος στο σύνολό του.

 

Υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του αιτητή ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό του, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Συνακόλουθα, ο αιτητής δεν επικαλέστηκε κανέναν ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων, εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης ή τιμωρίας, για να του δοθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, ο αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής  στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στην πόλη και πολιτεία Enugu η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του.

Σύμφωνα δε, με το WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), που αποτελεί διαδικτυακή πληροφοριακή πύλη της Ακαδημίας της Γενεύης (Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights) για την καταγραφή και ανάλυση ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά την περίοδο (αναφοράς) μεταξύ Ιουλίου 2024 και Ιουνίου 2025, η Νιγηρία εμπλέκεται από το 2009 στις βορειοανατολικές περιοχές της χώρας, σε δύο μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και του Ισλαμικού Κράτους στην επαρχία της Δυτικής Αφρικής (ISWAP), καθώς επίσης, στη Νιγηρία υπάρχει και μια μη-διεθνής ένοπλη σύρραξη μεταξύ του ISWAP και της Boko Haram.[1]

Περαιτέρω, σε σχετική αναφορά του ACLED (Armed Conflict Location & Event Data) του Δεκεμβρίου του 2025, καταγράφονται περιστατικά βίας/ασφαλείας σε περιοχές πλησίον των βορειοδυτικών και δυτικών συνόρων της Νιγηρίας (πολιτείες Sokoto και Kebbi), από ‘ηνωμένες’ επιχειρήσεις παραστρατιωτικών ομάδων της ISWAP, όπως οι JNIM και ISSP (οι οποίες δρουν κυρίως σε χώρες της ευρύτερης περιοχής της Ζώνης του Sahel).[2]

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLEDhe Armed Conflict Location  & Event Data Project), παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην πολιτεία Enugu της Νιγηρίας, της οποίας η πρωτεύουσα Enugu αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω πολιτεία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 13/02/2026), καταγράφηκαν 84 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 59 θάνατοι.[3] Ειδικότερα, ως προς την πόλη Enugu όπου διέμενε ο Αιτητής πριν αναχωρήσει από την Νιγηρία, κατά το τελευταίο έτος σημειώθηκαν 13 περιστατικά ασφαλείας από τα οποία προκλήθηκαν 7 θάνατοι.[4]

Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της πολιτείας Enugu εκτιμήθηκε για το έτος 2022 στους 4,690,100 κατοίκους.[5] Ειδικότερα, αναφορικά με τον πληθυσμό της πόλης Enugu που αποτελεί την πρωτεύουσα της ομώνυμης πολιτείας, εκτιμάται πως ο πληθυσμός της για το έτος 2026 ανέρχεται στους 939,642 κατοίκους.[6] Ενόψει τούτων, καθίσταται σαφές ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων από περιστατικά ασφαλείας στην πολιτεία Enugu και συνακόλουθα στην πόλη Enugu που αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό των περιοχών, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι στην πόλη Enugu και στην πολιτεία Enugu επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων στα πλαίσια οιασδήποτε εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.

Κατά συνέπεια, η πόλη Enugu στην πολιτεία Enugu της Νιγηρίας, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakit? του ΔΕΕ[7]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ του αιτητή, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν οι ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι ο αιτητής συνιστά ενήλικα, υγιή, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και με εργασιακή πείρα. Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πόλη Enugu.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση του. Κρίνω ότι η επίδικη πράξη είναι ορθή.

Εν τέλει, σημειώνεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, ασκώντας την εξουσία που του παρέχει το άρθρο12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, έκδωσε την Κ.Δ.Π 145/2025, δυνάμει της οποίας η Νιγηρία περιλαμβάνεται στον κατάλογο των χωρών με τις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας. Ο αιτητής στην παρούσα δεν έχει προβάλει οποιοδήποτε λόγο για να θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας, στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6).

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με € 1000 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.

 

  

                                                                                 Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, 'Non-International Armed Conflicts in Nigeria' (Reporting period: July 2024 - June 2025), διαθέσιμο σεhttps://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ 

[2] ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), ‘Economic warfare escalates as militants expand beyond the Sahel’, 11 December 2025, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/report/economic-warfare-escalates-militants-expand-beyond-sahel

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer   (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/02/2026).

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Enugu, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer   (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/02/2026).

[5] City Population, Nigeria, διαθέσιμος σε: https://citypopulation.de/en/nigeria/cities/  [ ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/02/2026]

[6] World Population Review, Enugu, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/nigeria/enugu [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/02/2026]

[7] Βλ.  Απόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakit? ν. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο