ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
06 Φεβρουαρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J.K.,
από Δημοκρατία της Γουινέας
δια της Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ης η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτήτρια: Χ. Α. Αλεξάνδρου (κος) και Κ. Μάρκου (κος) για Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού
Δικηγόρος για Καθ' ης η αίτηση: Ε. Χατζηγιάννη (κα) για Π. Βρυωνίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 20.04.2022, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημα της για διεθνή προστασία καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν.6(I)/2000 (στο εξής αναφερόμενος ως «o περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Γουινέα, την οποία εγκατέλειψε νόμιμα, συνοδευόμενη από τον αδερφό της, στις 12.11.2021 και αφού εισήλθε παράνομα, μέσω κατεχομένων, στην Κυπριακή Δημοκρατία, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 15.02.2022.
Στις 24.02.2022, μετά από συνέντευξη αξιολόγησης ευαλωτότητας, διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια φέρει μέτρια πιθανότητα κινδύνου της προσωπικής ασφάλειας για λόγους που καταγράφονται στο Έντυπο Ευαλωτότητας (ερυθρά 27-18 δ.φ.), οπόταν αυθημερόν, αναγνωρίστηκε ως ευάλωτο πρόσωπο λόγω ανηλικότητας (ερυθρά 17-14 δ.φ.).
Στις 28.03.2022, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενη ως «η Λειτουργός»), παρουσία του κηδεμόνα της Αιτήτριας από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Στις 08.04.2022 η Λειτουργός υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενη την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου ενέκρινε στις 20.04.2022 την εισήγηση της Λειτουργού και αποφάσισε την επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της. Στις 21.04.2022 η Υπηρεσία Ασύλου συνέταξε απορριπτική επιστολή, την οποία η Αιτήτρια παρέλαβε προσωπικά την ίδια ημέρα. Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής.
Στις 23.06.2022, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγήθηκε την ανάκληση της απόφασης για επιστροφή της ανήλικης στη χώρα καταγωγής της, η οποία εγκρίθηκε από τον ασκών καθήκοντα Προϊστάμενου αυθημερόν. Στις 24.06.2022, με επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια ενημερώθηκε σχετικά με την ανάκληση της απόφασης επιστροφής (ερυθρά 53 και 56 δ.φ).
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, ο συνήγορός της Αιτήτριας προωθεί αρχικά τον ισχυρισμό περί του ότι η απόφαση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι τις προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα η ανάκλησή της από τους Καθ΄ων η αίτηση να συμπαρασύρει σε ακύρωση το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ακολούθως ο συνήγορος της Αιτήτριας εγείρει τους ισχυρισμούς περί έλλειψη δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και το Νόμο, και/ή ανύπαρκτης και/ή εσφαλμένης και/ή η ελλιπούς και/ή πεπλανημένης αιτιολογίας και/ή παραβίαση διαδικαστικών εγγυήσεων και/ή της αρχής της προστασίας του βέλτιστου συμφέροντος του ασυνόδευτου ανηλίκου. Συγκεκριμένα, ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι οι Καθ΄ων η αίτηση σε ουδεμία έρευνα προχώρησαν αναφορικά με την επιβλαβή πρακτική του ακρωτηριασμού γυναικείων γεννητικών οργάνων (γνωστό και ως ΑΓΓΟ και στην αγγλική ως FGM, στο εξής αναφερόμενο για λόγους συντομίας ως «FGM») στη Γουινέα, αποσιώπησαν το γεγονός ότι η Αιτήτρια έχει ήδη υποβληθεί στην εν λόγω πρακτική αφού δεν την υπέβαλαν σε ερωτήσεις σχετικά με την παρελθούσα δίωξη στην οποία υποβλήθηκε στη χώρα καταγωγής της και εγείρει ότι σε περίπτωση επιστροφής της εκεί, η Αιτήτρια κινδυνεύει να υποβληθεί σε άλλο είδος ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων από αυτόν στον οποίο υποβλήθηκε κατά το παρελθόν, με τις αρχές της Γουινέας να μην είναι σε θέση να την προστατεύσουν. Το εν λόγω γεγονός καταδεικνύει, κατά το συνήγορό της, το βάσιμο και δικαιολογημένο του φόβου δίωξης της Αιτήτριας, λόγω φύλου, σε περίπτωση επιστροφής της στη Γουινέα. Προωθεί επίσης ότι οι Καθ΄ων η αίτηση παρέλειψαν να διερευνήσουν τις δηλώσεις της Αιτήτριας περί οικογενειακών διενέξεων στη χώρα καταγωγής της, εκ των οποίων απορρέει ότι σε περίπτωση επιστροφή της εκεί, θα υποβληθεί βασανιστήρια και/ή απάνθρωπη και/ή εξευτελιστική μεταχείριση και/ή τιμωρία, ενώ ενδέχεται να κινδυνέψει ακόμα και η ζωή της.
Στη συνέχεια ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει πως παραβιάστηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις της Αιτήτριας ως ασυνόδευτη ανήλικη στη βάση του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς αρχικά τονίζει ότι η προφορική της συνέντευξη πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο ακατάλληλο για ένα παιδί, καθώς, αν και ανήλικη, βομβαρδίστηκε από την Λειτουργό με συνεχείς, κλειστού τύπου ερωτήσεις, γεγονός που καταδεικνύει ότι αγνοήθηκε η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου και οι προβλεπόμενες εκ του Νόμου διαδικαστικές εγγυήσεις για ευάλωτα πρόσωπα, καταλήγοντας ότι η Υπηρεσία Ασύλου αποσιώπησε το γεγονός ότι η Αιτήτρια αποτελεί θύμα FGM, με αποκλειστικό σκοπό την απόρριψη του αιτήματός της.
Στο ίδιο πνεύμα, περί παραβίασης των διαδικαστικών εγγυήσεων της Αιτήτριας, ο συνήγορός της προωθεί ότι αν και η Αιτήτρια κατά την καταγραφή της αίτησής της δήλωσε ότι μιλάει μόνο τη γαλλική γλώσσα, εν τούτοις κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης ως γλώσσα επικοινωνίας δηλώθηκε η αγγλική, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να ελεγχθεί από εκείνη η ορθότητα του περιεχομένου του πρακτικού της προφορικής της συνέντευξης. Παράλληλα, τονίζει ότι κατά τη διάρκεια της προφορικής συνέντευξης της Αιτήτριας παραβρέθηκε η κα Ν.Τ. χωρίς να εξηγηθεί ο λόγος της παρουσίας της στην Αιτήτρια και χωρίς να ζητηθεί η άδειά της, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι δε δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες και δεν διασφαλίστηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις της Αιτήτριας, έτσι ώστε εκείνη να νιώσει άνετα να εκφραστεί. Προσθέτει, ότι η Αιτήτρια δεν έτυχε προστασίας ως ευάλωτο πρόσωπο καθώς δεν της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της και συγκεκριμένα το δικαίωμα εκπροσώπησής της, ενώ το σύνολο της εξέτασης του αιτήματός της δεν έλαβε χώρα κατά τον τρόπο που να προστατεύθηκε το βέλτιστο συμφέρον της αφού ουσιαστικά στερήθηκε άμεσης εκπροσώπησης. Σημειώνει συναφώς ο συνήγορος της Αιτήτριας, ότι τα έντυπα αξιολόγησης της ευαλωτότητας και των ειδικών αναγκών της ανήλικης απεστάλησαν και/ή παραλήφθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου στις 17.03.2022, ήτοι ένα μήνα μετά την καταχώρισή της αίτησής της, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι την εν λόγω περίοδο ενός μηνός παραβιάστηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις που δικαιούτο η ανήλικη στη βάση του Ν.6(Ι)/2000, κατά παράβαση των άρθρων 10 και 9ΚΔ. Προωθεί επίσης ο συνήγορος της Αιτήτριας ότι η στέρηση άμεσης εκπροσώπησης της συνδυάστηκε με σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το πρόσωπο της εκπροσώπου/κηδεμόνα της, αφού η τελευταία ενεργούσε τόσο ως κηδεμόνας της Αιτήτριας αλλά ταυτόχρονα και ως αρμόδια αρχή για την παραχώρηση πρόσβασης της Αιτήτριας σε δικαιώματα που πηγάζουν από τις συνθήκες υποδοχής, καταλήγοντας ότι οι ΥΚΕ λειτούργησαν υποβοηθητικά προς τους Καθ΄ων η αίτηση και όχι προς την Αιτήτρια, ως ήταν υποχρεωμένοι.
Ακολούθως ο συνήγορος της Αιτήτριας τονίζει ότι η παραβίαση των διαδικαστικών εγγυήσεων της Αιτήτριας και της προάσπισης του βέλτιστου συμφέροντός της προκύπτει και από το γεγονός ότι αν και η Αιτήτρια δήλωσε ότι υποβλήθηκε σε FGM εκ του οποίου αντιμετωπίζει μέχρι σήμερα πόνους στο στομάχι και την κοιλιακή χώρα, ουδέποτε παραπέμφθηκε σε ιατρική εξέταση, πλην αιματολογικών εξετάσεων, κατά παραβίαση των άρθρων 9 ΚΔ(3) (β), 9ΚΣΤ και 15 του περί Προσφύγων Νόμου.
Στη συνέχεια της αγόρευσης του, ο συνήγορος της Αιτήτριας, προωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται δέουσας έρευνας, λόγω απουσίας παράθεσης εξωτερικών πηγών στην Έκθεση-Εισήγηση, εμπεριέχει πλάνη περί το νόμο και τα πράγματα, και εξαιτίας της μη παροχής του δικαιώματος ακρόασης στην Αιτήτρια, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται και αιτιολογίας.
Προσθέτει, ότι η απόφαση επιστροφής συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εκδόθηκε από άγνωστο μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από τον Υπουργό Εσωτερικών. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η Λειτουργός που διεξήγαγε τη συνέντευξη της Αιτήτριας και ακολούθως προέβη σε σύνταξη της Έκθεσης-Εισήγησης δεν ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον καθ’ ύλην αρμόδιο Υπουργό και δεν είναι δεόντως καταρτισμένη και δεν κατέχει τις απαραίτητες γνώσεις για τις ειδικές ανάγκες ενός ανήλικου.
Επιπρόσθετα, ο συνήγορος της Αιτήτριας προωθεί αρχικά τον ισχυρισμό περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης της Αιτήτριας, τον οποίο συνδέει με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης και ελλιπούς αιτιολογίας και εγείρει ότι οι Καθ΄ων η αίτηση όφειλαν να διεξάγουν προκαταρκτική συνέντευξη της ασυνόδευτης ανήλικης, γεγονός το οποίο ωστόσο παρέλειψαν, παραβιάζοντας το άρθρο 43(1) του Ν. 158(Ι)/99. Στη συνέχεια προωθεί τον ισχυρισμό περί κατάχρησης και/ή κακή και/ή πεπλανημένη άσκηση εξουσίας επικαλούμενος ότι ουδέποτε διασφάλισαν τις διαδικαστικές εγγυήσεις και το βέλτιστο συμφέρον της Αιτήτριας ως ασυνόδευτη ανήλικη, καθώς ουδέποτε προχώρησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, εκδίδοντας αναρμοδίως απόφαση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
Καταληκτικά, ο συνήγορος της Αιτήτριας προωθεί τον ισχυρισμό περί παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης και της εμπιστοσύνης του διοικούμενου προς τη διοίκηση, αφού προβάλει ότι από το σύνολο των ανωτέρω περιγραφόμενων πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης ανακύπτει η ασυνέπεια και η κακοπιστία των Καθ΄ων η αίτηση, οι οποίοι αγνόησαν τις δηλώσεις της Αιτήτριας περί υποβολής της σε FGM , παραβιάζοντας τα άρθρα 51 (1) και (3) του Ν. 158(Ι)/99.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση δια της γραπτής τους αγόρευσης υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, ισχυριζόμενοι ότι η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που φέρει στους ώμους της, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή της, όσο και προς τους λόγους για τους οποίους δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και φοβάται να επιστρέψει εκεί, τονίζοντας οι Καθ΄ων η αίτηση ότι τηρήθηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις για τα ασυνόδευτα ανήλικα όσο και η αρχή της προάσπισης του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου. Παρ΄ όλα αυτά, υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει ευλόγως πιθανολογούμενο κίνδυνο που να συνδέεται με τα άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, παραπέμποντας στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου οι Καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι τηρήθηκαν πλήρως οι προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις που δικαιούτο η Αιτήτρια ως ασυνόδευτη ανήλικη, καθώς αρχικά ορίστηκε λειτουργός των ΥΚΕ ως κηδεμόνας της, προς εξυπηρέτηση του βέλτιστου συμφέροντός της.
Σχετικά με την παρουσία τρίτου προσώπου, ήτοι της κας Ν.Τ., κατά τη διάρκεια της προφορικής συνέντευξης της Αιτήτριας, οι Καθ΄ων η αίτηση αντιτείνουν ότι το εν λόγω πρόσωπο παρευρισκόταν εκεί στα πλαίσια ένταξής της στο δυναμικό της Υπηρεσίας Ασύλου, καθιστώντας το, τον επίδικο χρόνο, λειτουργό υπό την έννοια του άρθρου 2 του περί Προσφύγων Νόμου και ουδέν μεμπτό προκύπτει από την παρουσία της κατά την προφορική συνέντευξη της Αιτήτριας.
Ως προς τη γλώσσα που διενεργήθηκε η προφορική συνέντευξη της Αιτήτριας, οι Καθ΄ων η αίτηση αντιτείνουν ότι η Λειτουργός υπέβαλε ερωτήσεις στο διερμηνέα στην αγγλική γλώσσα και εκείνος της μετέφραζε προς την Αιτήτρια στην γαλλική, στη δε συνέχεια μετέφερε στα αγγλικά της απαντήσεις της Αιτήτριας από τα γαλλικά, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει ότι κανέναν μεμπτό σημείο δεν προκύπτει από τον τρόπο διεξαγωγής της προφορικής συνέντευξης της Αιτήτριας. Στο τέλος άλλωστε του αντίστοιχου πρακτικού τόσο η Αιτήτρια όσο και η κηδεμόνας της επιβεβαίωσαν, δια των υπογραφών τους, την ορθότητα του περιεχομένου του, γεγονός που καταδεικνύει ότι κανένα πρόβλημα δεν ανέκυψε που να συνδέεται με τη γλώσσα στην οποία διεξήχθη η προφορική συνέντευξη της Αιτήτριας, καίτοι το πρακτικό είναι γραμμένο στην αγγλική γλώσσα.
Ακολούθως η συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση προωθεί ότι η ανηλικότητα της Αιτήτριας λήφθηκε δεόντως υπόψη, αφού η Λειτουργός όχι μόνο προετοιμάστηκε για να διεξάγει την προφορική συνέντευξη της Αιτήτριας, αλλά επιπρόσθετα υιοθέτησε την αρχή της ενεργητικής ακρόασης, θέτοντας με ένα παιδοκεντρικό τρόπο τις ερωτήσεις που απηύθυνε στην Αιτήτρια, δίνοντάς της, με ευαισθησία και σεβασμό, τη δυνατότητα να εξηγήσει τις θέσεις της, χωρίς να ανακύπτει ουδεμία παραβίαση του άρθρου 10 του περί Προσφύγων Νόμου, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί παραβίασης των διαδικαστικών εγγυήσεων να πρέπει να απορριφθούν.
Ως προς τα προσόντα της Λειτουργού, η συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζει το τεκμαρτό των απαραίτητων προσόντων της υποστηρίζοντας ότι υποβλήθηκε σε εκπαίδευση από την Υπηρεσία Ασύλου, ενώ προβάλει ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης του συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως. Αναφορικά με τη σύγκρουση συμφερόντων της εκπροσώπου και κηδεμόνα της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση προβάλουν ότι η Υπηρεσία Ασύλου λειτουργεί με βάση το Νόμο και τυχόν τροποποίηση του Νόμου εμπίπτει στη δικαιοδοσία της Νομοθετικής Εξουσίας, τονίζοντας ότι δε θα μπορούσε το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση επειδή η Υπηρεσία Ασύλου εφάρμοσε το Νόμο.
Σχετικά με την υποβολή της Αιτήτριας σε FGM, οι Καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια δεν ανέφερε την υποβολή της στην εν λόγω πρακτική ως λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, αλλά ούτε και προέβαλε κάποιο μελλοντοστραφή φόβο που να συνδέεται με αυτήν, αφού ερωτηθείσα τι φοβάται ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στη Γουινέα, εκείνη απάντησε ότι δε θα υπάρχει κάποιο πρόβλημα, καθώς θα δει τη μητέρα της, τα αδέρφια της και θα προσπαθήσει να τους βοηθήσει με τις ανάγκες τους.
Στη βάση λοιπόν των ανωτέρω, οι Καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι θα πρέπει συνακόλουθα να απορριφθούν και οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί κατάχρησης και/ή υπέρβαση εξουσίας, παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης και παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης εκ μέρους τους.
Καλούν τέλος οι Καθ΄ων η αίτηση το παρόν Δικαστήριο, όπως ακυρώσει την παρούσα προσφυγή και επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Δια της απαντητική του αγόρευσης, ο συνήγορος της Αιτήτριας υπεραμύνεται των λόγων ακυρώσεως που προωθεί δια της γραπτής του αγόρευσης και υποστηρίζει ότι οι Καθ΄ων η αίτηση προχώρησαν σε μία αυτοματοποιημένη, μη εξατομικευμένη εξέταση του αιτήματος της Αιτήτριας, παραγνωρίζοντας ακόμα και το γεγονός ότι αποτελούσε ανήλικο κορίτσι, ήδη υποβληθέν σε ακρωτηριασμό των γεννητικών της οργάνων στη χώρα καταγωγής της. Προβάλει συναφώς ότι λόγω της ευαλωτότητας της Αιτήτριας τον υπό κρίση χρόνο, θα έπρεπε να της παρασχεθούν αυξημένες διαδικαστικές εγγυήσεις και οι Καθ΄ων η αίτηση όφειλαν να έχουν αναλάβει μεγαλύτερο μέρος του βάρους αποδείξεως στην υπόθεσή της, λόγω της ανηλικότητάς της. Προσθέτοντας ότι τα κριτήρια αξιολόγησης της αξιοπιστίας της Αιτήτριας θα έπρεπε να είναι πιο ελαστικά σε σχέση με ενήλικες αιτητές, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί επειδή δεν έλαβε ουδόλως υπόψη την ανηλικότητα και ευαλωτότητα της Αιτήτριας. Και προωθεί ότι λόγω της ενηλικίωσής της, η Αιτήτρια ανήκει πλέον στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των νεαρών γυναικών που έχουν υποβληθεί σε ακρωτηριασμό των γεννητικών τους οργάνων, κατά το άρθρο 3Δ του ανωτέρω Νόμου.
Στη συνέχεια ο συνήγορος της Αιτήτριας, σχετικά με τον ισχυρισμό περί παραβίασης των διαδικαστικών εγγυήσεων της τελευταίας ως ευάλωτο πρόσωπο, τονίζει ότι αν και στην συνέντευξη προς αξιολόγησης της ευαλωτότητάς της οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι αυτή φέρει μεσαίο κίνδυνο για τη σωματική της ασφάλεια και χρήζει επαναξιολόγησης μετά από 4-6 εβδομάδες (βλ. ερ. 27), ωστόσο σε ουδεμία αντίστοιχη πράξη προέβησαν, σημειώνοντας ότι η Αιτήτρια είναι θύμα FGM και ανήλικο παιδί, χωρίς ωστόσο να την καταγράφουν ως ασυνόδευτο ανήλικο, γεγονός το οποίο τους έθεσε σε κατάστασης πλάνης περί τα πράγματα και ακολούθως το Νόμο, αφού η ευαλωτότητα της Αιτήτριας ενδέχεται να επηρέασε τη δυνατότητά της να παράσχει ποιοτικές πληροφορίες. Συνοψίζοντας, ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι οι ανωτέρω παραλείψεις των Καθ΄ων η αίτηση συνιστούν ουσιώδεις παραβιάσεις της διαδικασίας και κατ’ επέκταση του τύπου, σε αντίθεση με τις επιταγές του άρθρου 13 του Ν.158(Ι)/1999.
Ακολούθως ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι λόγω των ανωτέρω πλημμέλειών της Υπηρεσίας Ασύλου δεν ανέκυψε κάποια ουσιαστική κρίση επί του συνόλου των πτυχών του αιτήματος της Αιτήτριας, ειδικά αυτών σε σχέση με την υποβολή της σε FGM και τον κίνδυνο που ενδεχομένως θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Ως εκ τούτου, αποτελεί θέση του ότι το Δικαστήριο δεν έχει δυνατότητα να ασκήσει έλεγχο ουσίας υποκαθιστώντας το αρμόδιο διοικητικό όργανο, καθώς σε τέτοια περίπτωση η Αιτήτρια θα στερηθεί ένα βαθμό εξέτασης του αιτήματός της και ο δικαστικός έλεγχος θα μετατραπεί σε υποκατάσταση της διοικητικής εκτιμήσεως. Αιτείται συνεπώς από το Δικαστήριο, όπως ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και αναπεμφθεί η υπόθεση στη διοικητική αρχή, ούτως ώστε αυτή να επιλύσει και/ή θεραπεύσει τις εν λόγω καταλυτικές για τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης πλημμέλειες.
Ακόμα όμως και σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να προχωρήσει σε κατ΄ουσίαν εξέταση της υπόθεσης της Αιτήτριας, ο συνήγορός της επιχειρηματολογεί υπέρ του ότι ο ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων συνιστά πράξη δίωξης, τονίζει την παρελθούσα δίωξη στην οποία υποβλήθηκε η Αιτήτρια στη χώρα καταγωγής της και καταλήγει ότι πλέον αποτελεί μια νεαρή γυναίκα, χωρίς καμία επαγγελματική κατάρτιση, ήδη θύμα FGM, το οποίο διατρέχει τον κίνδυνο να υποβληθεί εκ νέου σε άλλη μορφή ακρωτηριασμού, με τις αρχές της χώρας καταγωγής της να μην είναι σε θέση να της παράσχουν μόνιμη και αποτελεσματική προστασία.
Ακολούθως, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του περί έλλειψης απαραίτητων προσόντων από τη λειτουργό που διεξήγαγε την προφορική συνέντευξη της Αιτήτριας και συνέταξε την έκθεση εισήγηση και ως προς τη διερμηνέα που μετέφρασε τη συνέντευξη της Αιτήτριας, κα Ρ.Γ., ο συνήγορος της Αιτήτριας προωθεί ότι το όνομά της δεν συγκαταλέγεται στον κατάλογο ορκωτών μεταφραστών του βρίσκεται δημοσιευμένος στην ιστοσελίδα του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραβιάζοντας έτσι τα άρθρα 12 και 17 του περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου του 2019 (Ν. 45(Ι)/2019).
Επισημαίνεται ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, εκδικάστηκε προδικαστικώς το ζήτημα της ανάκλησης της απόφασης επιστροφής της Αιτήτριας και κατά πόσο συμπαρασύρει σε ακύρωση την απόφαση για απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας για παροχή διεθνούς προστασίας. Οι δυο πλευρές, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, προχώρησαν σε καταχώρηση των γραπτών τους αγορεύσεων επί του προδικαστικού ζητήματος και στις 17.08.2023 εκδόθηκε απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε πως η απορριπτική απόφαση της αίτησης ασύλου, ως προηγηθείσα πράξη της απόφασης επιστροφής δεν επηρεάζεται από την ανάκληση της απόφασης επιστροφής και ως εκ τούτου η προσφυγή δεν έχει απωλέσει το αντικείμενο της.
Κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι των δύο πλευρών υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών τους αγορεύσεων και επανέλαβαν ουσιώδη νομικά σημεία.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Παρατηρώ λοιπόν ότι κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της διότι μετά το θάνατο του πατέρα της, η μητέρα της πώλησε την κληρονομηθείσα έκταση γης και με τα χρήματα που εισέπραξε έστειλε την Αιτήτρια και το μεγαλύτερο αδερφό της στην Κύπρο (ερυθρά 1 και 29 δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης σχετικά με τη διαπίστωση της ευαλωτότητάς της στις 24.02.2022 (ερυθρά 27 – 18 δ.φ.), η Αιτήτρια δήλωσε πως εισήλθε στη Κύπρο με τον ενήλικα αδελφό της, ο οποίος εξήλθε του Κέντρου Υποδοχής και δεν έχει επικοινωνία μαζί του. Ερωτηθείσα τους λόγους για τους οποίους δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της δήλωσε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα της απέκτησαν ως κληρονομία ένα ακίνητο και η οικογένεια του πατέρα της ήθελε να το αποκτήσει. Ερωτηθείσα αν αντιμετώπισε βίαιη συμπεριφορά στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι ήταν μάρτυρας βίαιων συζητήσεων που είχε η μητέρα της με άλλα μέλη της οικογένειάς, επαναλαμβάνοντας ότι η ίδια δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα καθώς την προστάτευε η μητέρα της, με τη συναίνεση της οποίας εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής της. Ερωτηθείσα εάν έχει υποβληθεί σε ακρωτηριασμό των γεννητικών της οργάνων (FGM) στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά. Ως προς το εάν αντιμετωπίζει σήμερα προβλήματα που να συνδέονται με την υποβολή της σε FGM, η Αιτήτρια δήλωσε ότι νιώθει πόνους στο στομάχι και την κοιλιακή χώρα.
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της προφορικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια, σε σχέση με τα προσωπικά της στοιχεία, δήλωσε ως τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της τη πόλη Conakry. Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο, δήλωσε ότι φοίτησε σε σχολείο για 13 χρόνια στη χώρα καταγωγής της, ωστόσο διέκοψε τη φοίτησή της τον Ιούνιο του 2021. Η Αιτήτρια δήλωσε πως ο πατέρας της απεβίωσε στις 08.05.2019, η μητέρα της και δυο αδέλφια της διαμένουν στη πόλη Conakry ενώ έχει και ένα αδελφό, με τον οποίο ταξίδεψε στη Κύπρο.
Ως προς την ουσία του αιτήματος της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αντιμετώπισε κληρονομικά προβλήματα επειδή μετά το θάνατο του πατέρα της, ο πατρικός της θείος αποφάσισε να μοιράσει την περιουσία, η οποία όμως δεν ήταν αρκετή. Δήλωσε πως ο πατέρας της είχε χρήματα στη Τράπεζα, όμως οι συγγενείς του άρχισαν να παίρνουν αυτά τα χρήματα, με αποτέλεσμα να αφήσουν μόνο ένα αυτοκίνητο και ένα οικόπεδο. Ως αποτέλεσμα άρχισαν οι διαμάχες μεταξύ τους και η μητέρα της αποφάσισε να πωλήσει το οικόπεδο έτσι ώστε η Αιτήτρια και ο αδερφός της να μπορέσουν να ταξιδέψουν. Η Αιτήτρια πρόσθεσε πως 2 χρόνια μετά το θάνατό του πατέρα της, η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη για την οικογένειά της, πολλές φορές δεν είχαν φαγητό και η μητέρα της πωλούσε αντικείμενα στο δρόμο προκειμένου να σιτίσει την ίδια και τα αδέρφια της( ερυθρά 34/Χ2 και 33/Χ1 του δ.φ.).
Κληθείσα να περιγράψει το περιστατικό που την ανάγκασε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν υπήρχε κατανόηση, η μητέρα της διαπληκτιζόταν με τους συγγενείς της καθώς δεν διέθετε τα μέσα προκειμένου να καλύψει τα έξοδα της εκπαίδευσής τους και έτσι αποφάσισε ότι η Αιτήτρια και ο αδερφός της θα πρέπει να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ερωτηθείσα εάν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή η μητέρα της ήθελε για εκείνη και τον αδερφό της ένα καλύτερο μέλλον στο εξωτερικό, η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά.
Ως προς το εάν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα η ίδια προσωπικά, η Αιτήτρια προέβαλε ότι κατά τη διάρκεια ενός διαπληκτισμού με ένα μέλος της οικογένειάς της, η ίδια έπεσε και χτύπησε το πόδι της.
Στη συνέχεια υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια ερωτήσεις σχετικά με την υποβολή της σε ακρωτηριασμό των γεννητικών της οργάνων και αποσαφήνισε ότι υποβλήθηκε στην εν λόγω πρακτική σε μικρή ηλικία, χωρίς να θυμάται πότε, πως το άτομο που αποφάσισε την υποβολή της στην ανωτέρω πρακτική ήταν η αδελφή του πατέρα της και ως προς το άτομο που την υπέβαλε σε FGM, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ήταν μία άγνωστη γυναίκα. Ερωτηθείσα εάν υπάρχει περίπτωση να υποβληθεί εκ νέου σε FGM σε περίπτωση επιστροφή της στη Γουινέα, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά, επικαλούμενη ότι η εν λόγω πρακτική γίνεται μόνο μία φορά. Σχετικά με την άποψή της για την ανωτέρω πρακτική, η Αιτήτρια προέβαλε ότι αυτό που συνέβη ανήκει στο παρελθόν και ότι δε μπορούσε να αρνηθεί επειδή ήταν απόφαση των γονέων της (ερυθρά 33 -32 του δ.φ.).
Κληθείσα να εξηγήσει τι φοβάται ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δε θα αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα, καθώς θα συναντήσει και πάλι τη μητέρα της και τα αδέρφια της και θα προσπαθήσει να τους βοηθήσει να καλύψουν τις ανάγκες τους (ερυθρό 32-χ1 του δ.φ.).
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι η Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ισχυρισμούς: ο πρώτος αφορά την υπηκοότητα της, περιοχή καταγωγής και διαμονής της Αιτήτριας, ενώ ο δεύτερος αφορά την αναζήτηση για ένα καλύτερο μέλλον. Αμφότεροι οι ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου, η Λειτουργός έκρινε πως στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών της Αιτήτριας, δεν ανακύπτουν εύλογοι λόγοι εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι κατά την επιστροφή της στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, θα έρθει αντιμέτωπη με δίωξη ή κίνδυνο έκθεσης σε σοβαρή βλάβη.
Κατά τη νομική ανάλυση, η Λειτουργός έκρινε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου για αναγνώρισή της ως πρόσφυγα, ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τη συμπληρωματική προστασία. Καταληκτικά, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι κανένα κίνδυνο δεν θα αντιμετωπίσει η Αιτήτρια στη χώρα καταγωγής της, καθώς η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη Γουινέα καθ’ υπόδειξη της μητέρας της και χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, είναι υγιής και δεν παρουσιάζει καμία ευαλωτότητα πέραν της ανηλικότητάς της, η οποία όμως βρισκόταν στο όριο της ενηλικίωσης.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Έχοντας παραθέσει το πιο πάνω ιστορικό, θεωρώ ότι το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά προτεραιότητα τον λόγο ακυρώσεως που αφορά στην παραβίαση των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων οι οποίες προβλέπονται για ασυνόδευτους ανηλίκους αιτητές διεθνούς προστασίας και, συνακόλουθα, την έλλειψη παιδοκεντρικής διεξαγωγής της προσωπικής συνέντευξης και της ουσιαστικής εκπροσώπησης της Αιτήτριας κατά το στάδιο της πρωτοβάθμιας εξέτασης της αίτησής της. Ο λόγος αυτός προέχει έναντι των λοιπών, καθότι συναρτάται άμεσα με θεμελιώδη δικαιώματα της Αιτήτριας και με υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών που απορρέουν εκ του νόμου λόγω της ανηλικότητάς της, ιδίως δε με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και το δικαίωμα ουσιαστικής ακρόασης. Η εξέταση του κατά πόσον τηρήθηκαν οι εν λόγω εγγυήσεις αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αξιολόγηση κάθε άλλου προβαλλόμενου λόγου, δεδομένου ότι επηρεάζει άμεσα τη νομιμότητα και την αξιοπιστία της διαδικασίας συλλογής και καταγραφής των πραγματικών στοιχείων της υπόθεσης, επί των οποίων στηρίζονται τόσο η προσβαλλόμενη απόφαση όσο και οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως. Εφόσον διαπιστωθεί ότι η Αιτήτρια, ως ασυνόδευτη ανήλικη, δεν έτυχε της προβλεπόμενης από το νόμο προστασίας, καθίσταται δευτερεύουσα η εξέταση των υπολοίπων ισχυρισμών, καθώς το ουσιαστικό υπόβαθρο της διοικητικής κρίσης θα έχει διαμορφωθεί -σε μία τέτοια περίπτωση- κατά παράβαση κανόνων που διασφαλίζουν την ισότιμη, ελεύθερη και αποτελεσματική συμμετοχή του ανηλίκου στη διαδικασία.
Έχοντας λοιπόν εξετάσει τον προβαλλόμενο λόγο ακυρώσεως από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας, φρονώ πως αυτός ευσταθεί.
Και εξηγώ.
Από τη συνολική ανάγνωση του πρακτικού της προσωπικής συνέντευξης προκύπτει ότι η διαδικασία διεξήχθη κατά τρόπο τυποποιημένο και προσανατολισμένο σε ενήλικο αιτητή, χωρίς να ενσωματώνει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά μιας παιδοκεντρικής προσέγγισης, όπως αυτή επιβάλλεται όταν ο αιτητής είναι ασυνόδευτος ανήλικος. Τούτο είναι ιδιαιτέρως κρίσιμο, καθότι, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, ο ασυνόδευτος ανήλικος εμπίπτει ρητώς στον ορισμό των «ευάλωτων προσώπων» κατά το άρθρο 9ΚΓ του περί Προσφύγων Νόμου, γεγονός που συνεπάγεται εκ του νόμου ενισχυμένες διαδικαστικές εγγυήσεις και ειδική μεταχείριση πριν από την τελική απόφαση επί της ουσίας της αίτησης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9ΚΕ, η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού «πρέπει να αποτελεί το βασικό κριτήριο» κατά την εφαρμογή του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ η εκτίμησή του δεν είναι αφηρημένη αλλά οφείλει να λαμβάνει δεόντως υπόψη συγκεκριμένους παράγοντες, περιλαμβανομένων των δυνατοτήτων οικογενειακής επανένωσης, της ποιότητας ζωής και της κοινωνικής ανάπτυξης του ανηλίκου, ζητημάτων ασφάλειας και προστασίας, καθώς και των απόψεων του ανηλίκου ανάλογα με την ηλικία και ωριμότητά του.
Έχοντας διεξέλθει το πρακτικό της συνέντευξης της Αιτήτριας, παρατηρώ ότι η έλλειψη παιδοκεντρικότητας δεν εντοπίζεται σε ένα μεμονωμένο σημείο, αλλά διατρέχει ολόκληρη τη συνέντευξη, τόσο ως προς τη δομή της όσο και ως προς τον τρόπο υποβολής και επεξεργασίας των απαντήσεων, κατά τρόπο που δεν συνάδει με τις εν λόγω ενισχυμένες εγγυήσεις.
Κατ’ αρχάς, η συνέντευξη ξεκινά και εξελίσσεται με τρόπο απολύτως τυποποιημένο, με εκτενή σειρά ερωτήσεων κλειστού χαρακτήρα, που αποσκοπούν κυρίως στη συλλογή διοικητικών πληροφοριών και όχι στη δημιουργία ενός ασφαλούς και υποστηρικτικού πλαισίου για ανήλικο. Πλην όμως, το άρθρο 13Α(9) του περί Προσφύγων Νόμου επιβάλλει στην Υπηρεσία Ασύλου να λαμβάνει «τα κατάλληλα μέτρα» ώστε οι προσωπικές συνεντεύξεις να διεξάγονται σε συνθήκες που επιτρέπουν στον αιτητή να εκθέσει διεξοδικά τους λόγους της αίτησής του, και μάλιστα στο άρθρο 13Α(9)(ε) προβλέπεται ρητώς ότι «οι συνεντεύξεις με ανήλικους διεξάγονται με τρόπο κατάλληλο για παιδιά». Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι η Λειτουργός προσαρμόζει τη ροή ή το ύφος της διαδικασίας στην ηλικία της Αιτήτριας, ούτε ότι λαμβάνει υπόψη ότι ένα παιδί ενδέχεται να δυσκολεύεται να αφηγηθεί αυθόρμητα γεγονότα που συνδέονται με τραύμα, οικογενειακή βία ή πρακτικές όπως το FGM. Η συνέντευξη διεξάγεται με τη λογική ότι η Αιτήτρια μπορεί να κατανοήσει πλήρως το νόημα και τις νομικές συνέπειες των απαντήσεών της, παραδοχή που δεν συμβιβάζεται με το ειδικό καθεστώς ανηλίκου και την υποχρέωση εφαρμογής της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, η οποία, κατά το άρθρο 10(1Α) του περί Προσφύγων Νόμου, αποτελεί «πρωταρχικό μέλημα» κατά την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου που αφορούν τη διεθνή προστασία και τους ανηλίκους.
Περαιτέρω, από το πρακτικό δεν προκύπτει ότι η Λειτουργός επιχείρησε να εξηγήσει με τρόπο απλό, κατανοητό και προσαρμοσμένο στην ηλικία της Αιτήτριας τον σκοπό των κρίσιμων ερωτήσεων, ούτε ότι επανέλαβε ή αναδιατύπωσε ερωτήματα όταν οι απαντήσεις ήταν σύντομες, ασαφείς ή ενδεικτικές δυσκολίας κατανόησης. Η παράλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει του άρθρου 10(1Γ), το οποίο επιβάλλει στην Υπηρεσία Ασύλου να μεριμνά ώστε να παρέχεται στον εκπρόσωπο η ευκαιρία να ενημερώνει τον ασυνόδευτο ανήλικο «σχετικά με το νόημα και τις πιθανές συνέπειες της προσωπικής συνέντευξης» και, εφόσον ενδείκνυται, «σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο ασυνόδευτος ανήλικος πρέπει να προετοιμαστεί» για αυτήν. Όταν δε η ανήλικη Αιτήτρια δηλώνει ότι «δεν θυμάται» ή απαντά μονολεκτικά, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση των αιτίων ή χωρίς προσαρμογή της τεχνικής των ερωτήσεων ώστε να καταστεί εφικτή η ουσιαστική έκθεσή της, δεν διασφαλίζεται στην πράξη η δυνατότητα του ανηλίκου να «εκθέσει διεξοδικά τους λόγους» της αίτησής του κατά το άρθρο 13Α(9), ούτε εφαρμόζεται η παιδοκατάλληλη μεθοδολογία που απαιτεί το άρθρο 13Α(9)(ε).
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι, σε κρίσιμα σημεία, η Λειτουργός φαίνεται να αναπλαισιώνει η ίδια την αφήγηση της Αιτήτριας, μετατρέποντάς την σε απλουστευμένα συμπεράσματα, τα οποία στη συνέχεια ζητεί από την ανήλικη Αιτήτρια να επιβεβαιώσει. Τέτοια καθοδηγητική τεχνική, ιδίως όταν απευθύνεται σε παιδί, περιορίζει τη δυνατότητα έκφρασης σύνθετων εμπειριών φόβου, πίεσης, έλλειψης προστασίας ή βίας και λειτουργεί αντιστρόφως προς τον σκοπό μιας συνέντευξης «κατάλληλης για παιδιά» κατά το άρθρο 13Α(9)(ε). Σε μια παιδοκεντρική συνέντευξη, η οποία αποτελεί βασικό μέσο για την ουσιαστική εφαρμογή της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, όπως αυτή κατοχυρώνεται στα άρθρα 9ΚΕ και 10(1Α) του περί Προσφύγων Νόμου, ο ρόλος του λειτουργού δεν είναι να αποδίδει στην αφήγηση του ανηλίκου προκαθορισμένα ή απλουστευμένα συμπεράσματα με βάση τα ίδια κριτήρια αξιολόγησης που εφαρμόζονται σε ενήλικες, αλλά να διαμορφώνει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε το παιδί να μπορεί να εκφράσει, με τρόπο και ρυθμό που ανταποκρίνονται στην ηλικία και την ωριμότητά του, όσα το ίδιο θεωρεί ουσιώδη για την υπόθεσή του.
Περαιτέρω, η διερεύνηση ζητημάτων που άπτονται της σωματικής ακεραιότητας και της βίας λόγω φύλου, και ειδικότερα του FGM, γίνεται με τρόπο εξαιρετικά περιορισμένο και αποσπασματικό. Το ζήτημα εισάγεται όψιμα και αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον, χωρίς να προηγηθεί καμία ουσιαστική προσπάθεια δημιουργίας κατάλληλου κλίματος εμπιστοσύνης, παρότι η Αιτήτρια, ως ασυνόδευτη ανήλικη και άρα ως ευάλωτο πρόσωπο κατά το άρθρο 9ΚΓ, δικαιούται ενισχυμένες εγγυήσεις ακριβώς για να μπορεί να εκθέσει στοιχεία τέτοιου χαρακτήρα. Η αδυναμία σταδιακής, προσαρμοσμένης και μη πιεστικής διερεύνησης σε θέματα όπως το FGM υπονομεύει στην πράξη την υποχρέωση του άρθρου 13Α(9) να διασφαλισθούν συνθήκες που επιτρέπουν διεξοδική έκθεση των λόγων της αίτησης και παραβιάζει την ειδική επιταγή του άρθρου 13Α(9)(ε) περί παιδοκατάλληλου τρόπου συνέντευξης. Επιπλέον, στο πλαίσιο της προστασίας ασυνόδευτων ανηλίκων, ο νόμος προνοεί ότι η συνέντευξη πρέπει να διεξάγεται από λειτουργό με τις απαραίτητες γνώσεις για τις ειδικές ανάγκες των ανηλίκων και ότι ο λειτουργός αυτός προπαρασκευάζει την απόφαση, κατά το άρθρο 10(1ΣΤ)(α) και (β). Εντούτοις, από τον τρόπο χειρισμού των κρίσιμων θεμάτων ευαλωτότητας και φύλου δεν προκύπτει στην πράξη ανταπόκριση στην ειδική αυτή απαίτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, όπως ο νόμος την καθιστά υποχρεωτική.
Φρονώ λοιπόν ότι η Λειτουργός δεν άσκησε το καθήκον συνεργασίας που η ίδια φέρει στο πλαίσιο της εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας, αλλά περιορίστηκε σε μια παθητική και τυπική καταγραφή των απαντήσεων της Αιτήτριας, χωρίς να προβεί σε ουσιαστική αυτεπάγγελτη διερεύνηση αντικειμενικά υπαρχόντων κινδύνων που απορρέουν από το προσωπικό της προφίλ και τη χώρα καταγωγής της, ιδιαιτέρως σε σχέση με το FGM.
Eξίσου ενδεικτική της έλλειψης παιδοκεντρικής προσέγγισης είναι η απουσία ουσιαστικής διερεύνησης των συναισθημάτων, των φόβων και της αντίληψης κινδύνου της Αιτήτριας. Η συνέντευξη εστιάζει κυρίως σε αντικειμενικά γεγονότα και χρονολογίες, ενώ παραλείπεται σχεδόν πλήρως η διερεύνηση του πώς η ίδια, ως παιδί, αντιλαμβάνεται την κατάσταση στην οποία βρισκόταν και την προοπτική επιστροφής, παρότι, κατά το άρθρο 9ΚΕ, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να λαμβάνουν δεόντως υπόψη και τις απόψεις του ανηλίκου, ανάλογα με την ηλικία και ωριμότητά του. Η απάντηση της Αιτήτριας ότι «αν επιστρέψω δεν θα έχω προβλήματα» καταγράφεται χωρίς περαιτέρω ανάλυση, χωρίς να εξεταστεί αν η δήλωση αυτή αντανακλά πραγματική απουσία κινδύνου ή παιδική αδυναμία κατανόησης των συνεπειών ή τάση συμμόρφωσης προς την κατεύθυνση της ερώτησης, γεγονός που αντιστρατεύεται τη μεθοδολογία συνέντευξης «κατάλληλης για παιδιά» και καθιστά επισφαλή κάθε συμπέρασμα που στηρίζεται σε τέτοια ανεπεξέργαστη δήλωση.
Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν από την αδελφή μου Δικαστή, Κ. Κλεάνθους στην πρόσφατη απόφαση της T.B.[1], με τα οποία και συμφωνώ (-έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):
«26. Ο ανωτέρω κίνδυνος, μολονότι δεν είχε ρητώς προβληθεί από τους Αιτητές κατά τη διοικητική διαδικασία, όφειλε να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από τους Καθ' ων η αίτηση, καθότι η κατανομή της ευθύνης μεταξύ αιτητή και διοίκησης επιβάλλει τη διερεύνηση και αξιολόγηση όλων των ενδεχόμενων κινδύνων που αντιμετωπίζει ο αιτητής, ακόμη και στη βάση των ενώπιον της διοίκησης υφιστάμενων στοιχείων και ανεξαρτήτως του κατά πόσον έχει εκφράσει σχετικό υποκειμενικό φόβο. Να σημειωθεί ότι, παρά το περί του αντιθέτου επιχείρημα των Καθ' ων η αίτηση, ήτοι ότι η Αιτήτρια δεν προέβαλε κατά τη μεταγενέστερη αίτησή της τον κίνδυνο από την πρακτική FGM , η παράλειψη αυτή δεν απαλλάσσει την αρμόδια αρχή από την αυτεπάγγελτη υποχρέωσή της να εξετάσει όλους τους αντικειμενικά υπάρχοντες κινδύνους που απορρέουν από το προσωπικό προφίλ του αιτητή. Ιδίως στην παρούσα περίπτωση, όπου προκύπτει ότι η εν λόγω πρακτική είναι τόσο ευρέως διαδεδομένη και βαθιά ριζωμένη στην παράδοση της χώρας καταγωγής, είναι εύλογο ότι οι Αιτήτριες δεν διαθέτουν τα νομικά ή αξιολογικά κριτήρια για να εκτιμήσουν τη σοβαρότητα και την επικινδυνότητά της, αντιλαμβανόμενες την πρακτική αυτή ως φυσιολογική ή κοινωνικά αναμενόμενη στη χώρα τους και, συνεπώς, μη άξια ιδιαίτερης μνείας».
Τέλος, μολονότι από το πρακτικό προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης παρευρέθηκε λειτουργός των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας υπό την ιδιότητα της εκπροσώπου/κηδεμόνα της Αιτήτριας, δεν καταδεικνύεται ότι η παρουσία αυτή συνοδεύτηκε από ενεργό και ουσιαστική άσκηση των καθηκόντων που ο περί Προσφύγων Νόμος αποδίδει στον εκπρόσωπο ασυνόδευτου ανηλίκου. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι η εκπρόσωπος παρενέβη ή ενήργησε κατά τρόπο που να διασφαλίζει ότι η Αιτήτρια κατανοούσε το νόημα και τις πιθανές συνέπειες της προσωπικής συνέντευξης, ούτε ότι της παρασχέθηκε ουσιαστική υποστήριξη ώστε να εκθέσει διεξοδικά και με ασφάλεια τους λόγους της αίτησής της.
Τούτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει του άρθρου 10(1Β) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προβλέπει ότι ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού, ενεργεί ως «εκπρόσωπος και συνδρομητής» του ασυνόδευτου ανηλίκου στις διαδικασίες του Νόμου, με σκοπό τη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, καθώς και του άρθρου 10(2), το οποίο καθιστά σαφές ότι ο εκπρόσωπος οφείλει να ενεργεί ώστε ο ανήλικος να επωφελείται ουσιαστικά των δικαιωμάτων του και να ενημερώνεται καταλλήλως για τη διαδικασία. Η δε υποχρέωση αυτή ενισχύεται περαιτέρω από το άρθρο 10(1Γ), σύμφωνα με το οποίο η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε να παρέχεται στον εκπρόσωπο η δυνατότητα να ενημερώνει τον ασυνόδευτο ανήλικο για το νόημα και τις συνέπειες της συνέντευξης και, εφόσον ενδείκνυται, για την προετοιμασία του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η απλή φυσική παρουσία της εκπροσώπου κατά τη συνέντευξη δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι τηρήθηκαν οι ως άνω διατάξεις, εφόσον από το πρακτικό δεν προκύπτει ουσιαστική άσκηση των καθηκόντων εκπροσώπησης και συνδρομής που ο νόμος επιβάλλει, ούτε ενεργή μέριμνα για τη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος της ανήλικης, κατά παράβαση των άρθρων 10(1Β), 10(1Γ), 10(2) και 13Α(9)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου.
Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, είναι η κατάληξη μου ότι η συνέντευξη, όπως διεξήχθη, δεν πληροί τα ουσιώδη χαρακτηριστικά μιας παιδοκεντρικής διαδικασίας, όπως ρητώς απαιτείται από το άρθρο 13Α(9)(ε) και όπως επιβάλλεται από το ειδικό καθεστώς ευαλωτότητας του ασυνόδευτου ανηλίκου κατά το άρθρο 9ΚΓ, την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού κατά το άρθρο 9ΚΕ και το άρθρο 10(1Α), και τις ειδικές ρυθμίσεις εκπροσώπησης και προετοιμασίας της συνέντευξης κατά το άρθρο 10(1Β), 10(1Γ), 10(1ΣΤ) και 10(2). Η έλλειψη αυτή δεν είναι τυπική ή δευτερεύουσα, αλλά επηρεάζει την ίδια τη δυνατότητα της Αιτήτριας να παρουσιάσει ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσής της και, κατ’ επέκταση, τη νομιμότητα και την πληρότητα της διοικητικής κρίσης που στηρίχθηκε στο περιεχόμενο της συνέντευξης.
Συνεπώς ο λόγος ακυρώσεως που προβάλλει ο ευπαίδευτος συνήγος της Αιτήτριας επί αυτού ακριβώς του ζητήματος, επιτυγχάνει.
Η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου
Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, το Δικαστήριο καλείται να τοποθετηθεί ως προς την έκταση και τον τρόπο άσκησης της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του, υπό το φως της πρόσφατης και παγιωμένης νομολογίας του Διοικητικού Εφετείου. Το ζήτημα που ανακύπτει δεν είναι αν το παρόν Δικαστήριο διαθέτει, κατ’ αρχήν, την εξουσία να προβεί σε ουσιαστικό έλεγχο της αίτησης διεθνούς προστασίας, αλλά αν, υπό τις συγκεκριμένες δικονομικές και πραγματικές συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, είναι εφικτό και θεσμικά επιτρεπτό να το πράξει χωρίς να υποκαταστήσει τη Διοίκηση.
Έχει ήδη διαπιστωθεί ότι η πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας διεξήχθη κατά παράβαση ουσιωδών διαδικαστικών εγγυήσεων που ο νόμος προβλέπει ειδικά για ασυνόδευτους ανηλίκους. Οι πλημμέλειες αυτές αφορούν τον τρόπο διεξαγωγής της προσωπικής συνέντευξης, την απουσία παιδοκεντρικής προσέγγισης, καθώς και την έλλειψη ουσιαστικής άσκησης του ρόλου του εκπροσώπου/κηδεμόνα. Πρόκειται για ελλείμματα που δεν περιορίζονται σε επιμέρους ή τυπικά στάδια της διαδικασίας, αλλά διαπερνούν το κρίσιμο στάδιο συγκρότησης του πραγματικού υποβάθρου της υπόθεσης και επηρεάζουν την αξιοπιστία των στοιχείων επί των οποίων στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ανακύπτει, συνεπώς, το ερώτημα κατά πόσον το παρόν Δικαστήριο δύναται, ασκώντας την πλήρη και ex nunc δικαιοδοσία του, να «θεραπεύσει» τις εν λόγω πλημμέλειες προχωρώντας το ίδιο σε ουσιαστική αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας, λαμβάνοντας υπόψη εκ των υστέρων την ανηλικότητα και την ευαλωτότητα της Αιτήτριας.
Καθοριστική ερμηνευτική καθοδήγηση ως προς το πλαίσιο άσκησης της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου παρέχουν οι πολύ πρόσφατες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου στις υποθέσεις B.A.[2], M.A.L.[3] M.Y.A.L.[4]. Από τη μελέτη της εν λόγω νομολογίας προκύπτει ότι η πλήρης και ex nunc εξέταση δεν συνιστά υποχρέωση του πρωτόδικου δικαστηρίου να αποφαίνεται σε κάθε περίπτωση επί της ουσίας των αναγκών διεθνούς προστασίας, αλλά κατοχύρωση της δυνατότητας να προβεί σε τέτοια εξέταση, εφόσον αυτό είναι δικονομικά και θεσμικά εφικτό υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης..
Ειδικότερα, το Διοικητικό Εφετείο έχει αναγνωρίσει ότι, σε περίπτωση διαπίστωσης παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης στο πρωτογενές διοικητικό στάδιο, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαθέτει διακριτές δικονομικές επιλογές, οι οποίες δεν εφαρμόζονται μηχανιστικά αλλά συναρτώνται με τη φύση, τη βαρύτητα και την έκταση της πλημμέλειας, καθώς και με το κατά πόσον η θεραπεία αυτής μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να διακυβευθούν ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις. Ειδικότερα, το Εφετείο έχει ρητώς αναγνωρίσει στην M.A.L. ότι:
«Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου, αν το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνει ότι το δικαίωμα ακρόασης του αιτητή παραβιάστηκε από την εκ της Υπηρεσίας Ασύλου πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, έχει -στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειάς του -τις ακόλουθες επιλογές:
(α) μεσούσης της δίκης, να διατάξει την Υπηρεσία Ασύλου να παράσχει στον αιτητή το δικαίωμα ακρόασης και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα συναφή πορίσματά της, δηλαδή το πρακτικό ή/και την απομαγνηματοφώνηση της συνέντευξης ή/και τις θέσεις της Υπηρεσίας Ασύλου επί των διαλαμβανόμενων κατά τη συνέντευξη·
(β) να υποβάλει το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο τον αιτητή, αν το κρίνει αναγκαίο (βλ. Β. Α. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω), σε προσωπική συνέντευξη, τηρώντας τις προς τούτο διαδικαστικές εγγυήσεις τις οποίες θέτει η Οδηγία 2013/32/ΕΕ·
(γ) αν κρίνει ότι η επιλογή (β) δεν είναι εφικτή, τότε απόκειται σε αυτό να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και να αναπέμψει την υπόθεση σε αυτήν ώστε η τελευταία να προβεί σε επανεξέταση, χορηγώντας το δικαίωμα ακρόασης και τηρώντας τις διαδικαστικές εγγυήσεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ».
Από τη συλλογιστική του Εφετείου προκύπτει ότι οι δυνατότητες αυτές δεν εφαρμόζονται μηχανιστικά, αλλά συναρτώνται με τη φύση, τη βαρύτητα και την έκταση της διαπιστωθείσας πλημμέλειας, καθώς και με το εάν η θεραπεία αυτής μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να διακυβευθεί η παροχή ουσιωδών διαδικαστικών εγγυήσεων.
Υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας του Διοικητικού Εφετείου, το παρόν Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσον οι διαπιστωθείσες πλημμέλειες θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να θεραπευθούν εντός της δικαστικής διαδικασίας, είτε μέσω παροχής συμπληρωματικής ακρόασης είτε μέσω διενέργειας προσωπικής συνέντευξης από το ίδιο το Δικαστήριο. Εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και την έκταση των πλημμελειών που εντοπίζονται στην παρούσα υπόθεση, και ιδίως το γεγονός ότι αυτές αφορούν τον συνολικό τρόπο και τη μεθοδολογία της πρωτοβάθμιας εξέτασης ασυνόδευτης ανήλικης, την απουσία παιδοκεντρικής προσέγγισης, καθώς και τη μη ενεργοποίηση των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων που όφειλαν να προηγηθούν της λήψης απόφασης, το Δικαστήριο κρίνει ότι τέτοια θεραπεία δεν είναι θεσμικά πρόσφορη.
Και τούτο διότι η εκ των υστέρων δικαστική αναπλήρωση των εν λόγω εγγυήσεων δεν θα συνιστούσε ουσιαστική αποκατάσταση της παραβίασής τους, αλλά θα αναιρούσε τον προστατευτικό σκοπό τους και θα οδηγούσε, στην πράξη, σε μετατόπιση του πρωτογενούς διοικητικού ρόλου εξέτασης της αίτησης στο δικαστικό στάδιο, κατά τρόπο ασύμβατο τόσο με τη φύση της διαδικασίας όσο και με τις ειδικές απαιτήσεις προστασίας που επιβάλλονται όταν πρόκειται για ασυνόδευτο ανήλικο.
Η αδυναμία αυτή δεν ερείδεται σε έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αλλά στις συγκεκριμένες συνθήκες της υπόθεσης. Οι ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται για ασυνόδευτους ανηλίκους – και ιδίως η παιδοκεντρική διεξαγωγή της συνέντευξης, η προσαρμογή της μεθοδολογίας στην ηλικία και την ωριμότητα του παιδιού και η ουσιαστική εκπροσώπησή του – όφειλαν να είχαν ενεργοποιηθεί πριν και κατά το πρωτογενές διοικητικό στάδιο. Οι εγγυήσεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν εκ των υστέρων στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας, χωρίς να αλλοιωθεί ο θεσμικός ρόλος του Δικαστηρίου.
Η προσέγγιση αυτή συνάδει πλήρως με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία, μολονότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να έχουν την εξουσία πλήρους και ex nunc εξέτασης, δεν υποχρεούνται σε κάθε περίπτωση να διεξάγουν τα ίδια την επί της ουσίας εκτίμηση των αναγκών διεθνούς προστασίας, ιδίως όταν, βάσει των στοιχείων του φακέλου, κρίνουν ότι η αποφαινόμενη αρχή είναι καταλληλότερη για τον σκοπό αυτό ή όταν δεν μπορούν να διασφαλιστούν, στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας, οι θεμελιώδεις δικονομικές εγγυήσεις.
Ως εκ τούτου, και δεδομένου ότι το ελάττωμα στην παρούσα υπόθεση αφορά τη θεμελιώδη διοικητική διαδικασία μέσω της οποίας όφειλαν να εξακριβωθούν κρίσιμα πραγματικά δεδομένα και να διασφαλιστεί η παροχή των αναγκαίων διαδικαστικών εγγυήσεων, φρονώ πως η μόνη θεσμικά επιτρεπτή και νομικά ορθή συνέπεια είναι η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναπομπή της υπόθεσης στη Διοίκηση.
Σχετικά είναι και τα όσα έχει ήδη αναλύσει το παρόν Δικαστήριο με την πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση A.N.I.[5] τα οποία τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής. Όπως εκεί επισημάνθηκε, ο ρόλος του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, ακόμη και υπό το πρίσμα της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του, παραμένει κατ’ ουσίαν ρόλος ελέγχου της διοικητικής δράσης ως προς τη νομιμότητα και την επάρκεια της διαδικασίας και δεν εκτείνεται σε υποκατάσταση της Διοίκησης μέσω διεξαγωγής εκ νέου και εξ υπαρχής της διαδικασίας ασύλου. Η αρχή της μη υποκατάστασης διατηρεί ιδιαίτερη σημασία όταν η πλημμέλεια αφορά θεμελιώδη στάδια της πρωτογενούς διοικητικής διαδικασίας, όπως είναι, εν προκειμένω, η αξιολόγηση της ευαλωτότητας ασυνόδευτου ανηλίκου και η ενεργοποίηση των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων που όφειλαν να προηγηθούν της λήψης απόφασης.
Όπως επεξήγησα και στην A.N.I. η προσέγγιση αυτή συνάδει πλήρως με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε ιδίως στις αποφάσεις Alheto, Addis και CV, από τις οποίες προκύπτει ότι η πλήρης και ex nunc εξέταση του άρθρου 46 παρ. 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ δεν συνεπάγεται υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να εξετάζει πάντοτε την ουσία των αναγκών διεθνούς προστασίας. Αντιθέτως, η εν λόγω εξέταση μπορεί, κατά περίπτωση, να περιορίζεται στις διαδικαστικές πτυχές της αίτησης, ιδίως όταν το δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αποφαινόμενη αρχή είναι καταλληλότερη να προβεί στην απαιτούμενη εξειδικευμένη αξιολόγηση ή όταν δεν έχουν διασφαλιστεί οι θεμελιώδεις δικονομικές εγγυήσεις στο πρωτογενές στάδιο. Η δε πρόσφατη απόφαση Barouk[6] δεν αναιρεί την πιο πάνω προσέγγιση, αλλά την επιβεβαιώνει, καθόσον αναγνωρίζει μεν τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διαθέτει πρόσθετα δικονομικά εργαλεία για την ουσιαστική εκτίμηση μιας αίτησης, πλην όμως δεν επιβάλλει την υποκατάσταση της Διοίκησης ούτε τη θεραπεία συνολικά θεμελιωδώς ελαττωματικών διοικητικών διαδικασιών. Η δυνατότητα συμπλήρωσης του φακέλου λειτουργεί επικουρικά και προϋποθέτει μια κατά τα λοιπά νόμιμη, αντικειμενική και διεξοδική διοικητική έρευνα.
Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο δεν στερείται των αναγκαίων στοιχείων λόγω απλής ελλιπούς διερεύνησης, αλλά εξαιτίας θεμελιώδους διοικητικής παράλειψης που αφορά την αξιολόγηση της ευαλωτότητας της Αιτήτριας ως ασυνόδευτης ανήλικης και την ενεργοποίηση των προβλεπόμενων ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων. Υπό τα δεδομένα αυτά, η άσκηση ουσιαστικού ex nunc ελέγχου δεν είναι θεσμικά εφικτή και η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης με αναπομπή της υπόθεσης στη Διοίκηση συνιστά τη μόνη λύση συμβατή με το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο και με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Εν προκειμένω, η διαπιστωθείσα πλημμέλεια αφορά θεμελιώδη στάδια της πρωτογενούς διοικητικής διαδικασίας, τα οποία όφειλαν να προηγηθούν της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και να διαμορφώσουν το ουσιαστικό και πραγματικό της υπόβαθρο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι η θεραπεία της πλημμέλειας εντός της δικαστικής διαδικασίας δεν είναι θεσμικά πρόσφορη, καθότι θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της Διοίκησης αλλά και κυρίως σε υπονόμευση των διαδικαστικών εγγυήσεων που όφειλαν να παρασχεθούν στην Αιτήτρια λόγω της ανηλικότητάς της. Συνεπώς, οι επιλογές (α) και (β), όπως αυτές προσδιορίζονται από το Διοικητικό Εφετείο, δεν κρίνονται εν προκειμένω πρόσφορες.
Υπό το πρίσμα αυτό, και λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα πραγματικά και νομικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφυγή στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης δεν συνιστά άρνηση ή περιορισμό της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του, αλλά εφαρμογή αυτής εντός των θεσμικών ορίων που απορρέουν από την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, και ενόψει της φύσης και της έκτασης των διαπιστωθεισών διαδικαστικών πλημμελειών, το παρόν Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν υφίσταται άλλη θεσμικά επιτρεπτή και δικονομικώς πρόσφορη επιλογή, ικανή να διασφαλίσει αποτελεσματικά τις ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις της Αιτήτριας, πέραν της ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης.
Υπό το φως του συνόλου των πιο πάνω διαπιστώσεων, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ν. 73(Ι)/2018. Η υπόθεση αναπέμπεται στους Καθ’ ων η αίτηση προς επανεξέταση, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα διά της παρούσας απόφασης και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας. Νοείται ότι, κατά την επανεξέταση της επίδικης υπόθεσης, οι Καθ’ ων η αίτηση δεσμεύονται από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου που αποτυπώνονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης και οφείλουν να συμμορφωθούν πλήρως προς το παραγόμενο δεδικασμένο, διασφαλίζοντας την τήρηση των ουσιωδών διαδικαστικών εγγυήσεων της Αιτήτριας και την εφαρμογή της προβλεπόμενης από τον νόμο διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας.
Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση οφείλουν να προβούν τάχιστα στις επιβαλλόμενες ενέργειες, ούτως ώστε το αίτημα διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας να εξεταστεί άμεσα και χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση.
Δεδομένου ότι η εκπροσώπηση της Αιτήτριας στην παρούσα διαδικασία ασκήθηκε από την Επίτροπο Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού, ακόμη και μετά την ενηλικίωσή της, και λαμβανομένου υπόψη του Κανονισμού 6 του περί Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού (Διορισμός Επιτρόπου από το Δικαστήριο ως Αντιπρόσωπος Παιδιού) Διαδικαστικού Κανονισμού (3/2014), ο οποίος ρητώς προβλέπει ότι «εκτός εάν το Δικαστήριο, για εξαιρετικούς λόγους, αποφασίσει διαφορετικά, ουδέν δικαστικό έξοδο επιδικάζεται από το Δικαστήριο υπέρ ή εις βάρος του Επιτρόπου», το Δικαστήριο δεν επιδικάζει δικαστικά έξοδα.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
|
[1] |
[2] Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ν. B.A., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 12/2025, 18.12.2025.
[3] Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ν. M.A.L., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 19/2025, 18.12.2025.
[4] Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ν. M.Y.A.L., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 13/2025, 18.12.2025.
[6] C-283/24, Barouk.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο