ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 3245/2023
25 Φεβρουαρίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.G.B.
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Γ. Ιωάννου (κος), για την Αιτήτρια
Μ. Αμπελώμο (κος) για Μ. Τρεμούρη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση
Η Αιτήτρια παρούσα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 28/08/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε, και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:
Η Αιτήτρια είναι ενήλικας, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ»), κάτοχος διαβατηρίου με ημερομηνία έκδοσης την 22/01/2021 και ημερομηνία λήξης την 21/01/2026, η οποία κατά δήλωσή της στις 23/02/2021 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και μέσω Τουρκίας αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, όπου διέμενε για περίοδο τεσσάρων μηνών με σκοπό να εγγραφεί στο πανεπιστήμιο, ωστόσο επέλεξε να εισέλθει παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Την 10/07/2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.
Ένεκα της μη εμφάνισής της κατά την προγραμματισμένη συνέντευξη, στις 09/05/2022 αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου μέσω σχετικής έκθεσης εισηγήθηκε το κλείσιμο του φακέλου και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της Αιτήτριας λόγω σιωπηρής απόσυρσης, εισήγηση η οποία εγκρίθηκε στις 26/05/2022. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια μέσω επιστολής ημερομηνίας 11/07/2022. Ακολούθως η Αιτήτρια στις 14/07/2022 υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου της, το οποίο κρίθηκε παραδεκτό δυνάμει του άρθρου 16 Ε του περί Προσφύγων Νόμου και προγραμματίστηκε συνέντευξη της Αιτήτριας.
Στις 06/06/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), και στις 12/06/2023 ο λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματός της. Στις 16/06/2023 συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας και την επιστροφή της στη ΛΔΚ.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 28/08/2023, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε δια χειρός από την Αιτήτρια στις 29/08/2023, θέτοντας την υπογραφή της αφού προηγουμένως της επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της σε γλώσσα που πλήρως κατανοεί.
Εμπρόθεσμα η Αιτήτρια καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλοντας σωρεία νομικών ισχυρισμών για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.
Στο στάδιο των διευκρινήσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, ο συνήγορος της Αιτήτριας περιόρισε τους νομικούς του ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης στην θέση του περί έλλειψης δέουσας έρευνας από πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση στην αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας.
Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτή πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τον προωθούμενο από την Αιτήτρια ισχυρισμό προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατά την καταγραφή της αίτησης της η Αιτήτρια δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω απειλών κατά της ζωής της. Δήλωσε πως επιθυμούσαν να την παντρέψουν με έναν ξάδερφό της και πως εκείνη αρνήθηκε και αναγκάστηκε να διαφύγει διότι θέλανε να την κάψουν ζωντανή. Πρόσθεσε πως αυτό συνέβη στη μεγαλύτερη αδερφή της, η οποία αρνήθηκε να παντρευτεί έναν ξάδερφό της και την έκαψαν ζωντανή.
Στα πλαίσια της προφορικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια δήλωσε υπήκοος της ΛΔΚ, γεννηθείσα στο χωριό Molili της επαρχίας Kwilu, περιοχή η οποία προσδιορίστηκε και ως ο συνήθης τόπος διαμονής της. Κατά δήλωσή της άγαμη και άτεκνη, ο πατέρας της απεβίωσε το 2018, και η μητέρα της με τα επτά (7) αδέρφια της εξακολουθούν να διαμένουν στο χωριό στην ύπαιθρο, ωστόσο δεν έχει επικοινωνία μαζί τους. Απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και απασχολείτο με γεωργικές δραστηριότητες στον τόπο καταγωγής της.
Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια προέβαλε έθιμο που επικρατεί στην περιοχή όπου μεγάλωσε (Bayangi), εξηγώντας πως οι κοπέλες παντρεύονταν κατόπιν επιβολής του συζύγου, ο οποίος ήταν συγγενής, κυρίως ξάδερφος. Σε περίπτωση άρνησης ακολουθεί θανάτωση. Αν παντρευόταν κάποιο άλλο άντρα τα παιδιά από αυτό τον γάμο θα πέθαιναν. Στην ίδια προξένεψαν τον γιο της μικρότερης αδερφής της μητέρας της, ο οποίος έπρεπε να δέσει σχοινί στο μπράτσο της ως σημάδι ότι δεν μπορεί να σχετιστεί με άλλο άντρα. Στις τρεις (3) μεγαλύτερες αδερφές της, επέβαλαν ως συζύγους ξαδέρφια. Οι δύο (2) από αυτές απέκτησαν παιδιά τα οποία δεν μπορούν να μιλήσουν. Επίσης, γέννησαν δύο (2) παιδιά με παραμορφώσεις (deformed) λόγω της αιμομιξίας. Η μία από τις τρεις (3) αδερφές της αρνήθηκε να παντρευτεί, και εντοπίστηκε νεκρή.
Κατά το αφήγημά της, η Αιτήτρια συμφώνησε στον γάμο, λόγω φόβου, αναφέροντας παράλληλα πως το άτομο που θα παντρευόταν έφυγε για ταξίδι για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν επέστρεψε το 2021 φοβήθηκε ότι θα της ζητούσε να μείνει στο ίδιο σπίτι μαζί του και με τα λεφτά που αποκόμιζε από τις γεωργικές δραστηριότητες αποφάσισε να μετακινηθεί προς την Kinshasa. Καθότι δεν είχε μέρος να μείνει στην Kinshasa, διέμενε στο σπίτι του οδηγού που την μετέφερε, ωστόσο από κάποια στιγμή και μετά άρχισε να την προσεγγίζει ερωτικά. Ισχυρίστηκε πως εγκατέλειψε την χώρα της λόγω των απειλών που δεχόταν για να παντρευτεί υποχρεωτικά τον ξάδελφό της, προσθέτοντας επιπλέον ως δεύτερο λόγο τις απειλές που δέχτηκε από τον άνδρα που υποτίθεται θα την βοηθούσε να φύγει από τη χώρα, καθώς προσπαθούσε να τη στείλει πίσω στους συγγενείς της οι οποίοι την αναζητούσαν.
Κατά δήλωσή της η Αιτήτρια φοβάται πως σε περίπτωση που επιστρέψει στην ΛΔΚ, θα είναι ανασφαλής και πως θα την σκοτώσει ο ξάδελφός της ο οποίος την αναζητεί. Ως προς τον εξαναγκασμό της σε γάμο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αποτελεί εθιμοτυπική πρακτική, η οποία ονομάζεται Kintswidi και είναι διαδεδομένη στη φυλή Bayanzi. Σύμφωνα με το έθιμο τα αρσενικά τέκνα πρέπει παντρευτούν μέλη της οικογένειάς τους. Αν μια γυναίκα αρνηθεί να παντρευτεί τον άντρα που θα της υποδείξουν, τότε η συνέπεια είναι είτε να σκοτώσουν εκείνη είτε τον όποιο άλλο σύζυγο και τα τέκνα τους. Ως υποστήριξε, συγκεκριμένο άτομο από την οικογένεια του πατέρα της με το όνομα Τ.[1] και συγκεκριμένο άτομο από την οικογένεια της μητέρας με το όνομα Β.[2] προχώρησαν σε συνοικέσιο με συγκεκριμένο άντρα αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα της το 2018.
Κληθείσα να περιγράψει τις ενέργειες εξαναγκασμού στις οποίες προέβησαν τα εν λόγω άτομα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι συνήθιζαν (οι Τ. και Β.) να στέλνουν άτομα τα οποία την πίεζαν να μείνει στο ίδιο σπίτι με τον συγκεκριμένο άντρα, ενώ απείλησαν να σκοτώσουν και την μητέρα της. Ως προς τις απειλές που δέχθηκε, η Αιτήτρια προέβαλε ότι έστειλαν άντρες να την βιάσουν, ενώ άλλοι την επισκέπτονταν με μαχαίρια, υποστηρίζοντας ότι γνωρίζει ότι είναι απεσταλμένοι των παππούδων της (Τ. και Β.) καθότι αυτό της είχε λεχθεί. Προέβαλε περαιτέρω ότι οι απειλές έλαβαν χώρα στο χωριό που διέμενε σε χρονική περίοδο που καθορίζει από τον θάνατο του πατέρα της μέχρι την στιγμή που εγκατέλειψε τον τόπο της, τον Ιανουάριο του 2021.
Κληθείσα στη συνέχεια να περιγράψει συγκεκριμένο περιστατικό απειλών που δέχθηκε, η Αιτήτρια δήλωσε ότι τον Δεκέμβριο του 2020, οι παππούδες της, έστειλε μασκοφόρους άνδρες να την βιάσουν ενόσω εκείνη βρισκόταν στο χωριό Molili, σε θαμνώδη περιοχή, ισχυριζόμενη κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων, ότι επρόκειτο για πάνω από δέκα άτομα, εκ των οποίων τα έξι εξ αυτών ήταν ψηλοί άνδρες και οι τέσσερις μυώδεις αλλά όχι τόσοι ψηλοί. Η Αιτήτρια ανέφερε το περιστατικό στη μητέρα της και μαζί προέβησαν σε καταγγελία στον επικεφαλή του χωριού ο οποίος ήταν ο πατρικός παππούς της και υπεύθυνος για τα έθιμα και τις παραδοσιακές πρακτικές του χωριού, ωστόσο ο τελευταίος δεν προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες αναφορικά με την καταγγελία. Διευκρίνισε ότι δεν προέβη σε περαιτέρω καταγγελία στις αρμόδιες αρχές, καθότι ο επικεφαλής του χωριού είθισται να στέλνει επιστολή στην αστυνομία, ενώ επιπρόσθετα υποστήριξε ότι δεν είχε τα χρήματα να πάει στην αστυνομία.
Ερωτηθείσα, ακολούθως, ως προς τους λόγους που προέβη σε καταγγελία στο πρόσωπο που ήταν άμεσα εμπλεκόμενο με την σεξουαλική κακοποίηση την οποία υπέστη, η Αιτήτρια απάντησε ότι μόνο αυτοί βρίσκονται στο χωριό, και όποιος τολμήσει να πάει στην αστυνομία έχει προβλήματα μαζί τους καθώς παρακάμπτει τα άτομα του χωριού καλώντας «ξένους» να παρέμβουν. Ενώ ως προς την άρνηση που προέβαλε στον γάμο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια και δεν ήθελε να εμπλακεί διότι είχε δει τι συνέβη με τις αδελφές της, οι οποίες γέννησαν παιδιά που πέθαναν και απλά προσευχόταν. Κληθείσα να αποσαφηνίσει τις δηλώσεις περί άρνησης, σε συνάρτηση με την δήλωση ότι ουδέν έπραξε, η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν έγινε κάτι με τον άντρα που θα παντρευόταν, ωστόσο υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από απεσταλμένους των παππούδων της.
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το θάνατο της αδερφής της, η Αιτήτρια εξήγησε ότι τον Δεκέμβριο του 2019 οι παππούδες την σκότωσαν στον ύπνο της με μάγια διότι απέρριψε το γάμο που της είχαν προτείνει. Πρόσθεσε πως δε γνωρίζει τον τρόπο που την σκότωσαν ακριβώς, μόνο ότι ένα πρωί δε ξύπνησε ποτέ, πως δεν πήγαν ποτέ στο νοσοκομείο για να ερευνήσουν τα αίτια του θανάτου και πως ένας παραδοσιακός γιατρός του είπε πως τη σκότωσαν εξαιτίας του θέματος με το γάμο.
Όταν της ζητήθηκε να περιγράψει με λεπτομέρειες το περιστατικό κατά το οποίο της σύστησαν τον ξάδερφο και μελλοντικό σύζυγό της, η Αιτήτρια δήλωσε πως οι παππούδες της πήγαν να τη βρουν και της παρουσίασαν τον ξάδερφό της, αναφέροντάς της πως αυτόν επέλεξαν για σύζυγό της, πως θα δέσει ένα κόκκινο κομμάτι ύφασμα στο χέρι της, όπως και έπραξε, και πως θα πρέπει να τον περιμένει να γυρίσει από το ταξίδι στο οποίο θα πάει για να παντρευτούν. Πρόσθεσε πως αναγκάστηκε να υποκριθεί ότι συμφωνεί διότι έπρεπε να προστατεύσει τη ζωή της και πως τίποτε άλλο δε συνέβη την ημέρα εκείνη.
Σχετικά με την παραμονή της στην Kinshasa, η Αιτήτρια δήλωσε πως έφτασε την 23/02/2021 και πως παρέμεινε εκεί για ένα μήνα. Εξήγησε πως ο οδηγός, στο σπίτι του οποίου διέμενε, την απείλησε με μαχαίρι, την εκβίασε να συνευρεθεί μαζί του και την κακοποίησε σεξουαλικά δύο φορές στο σπίτι του, πρώτη φορά στις 8/1/2021 και δεύτερη στις 15/1/2021. Εξήγησε πως πριν τη δεύτερη κακοποίηση ο οδηγός την απείλησε ότι θα την στείλει πίσω, πως η σύζυγος του οδηγού τους είδε και την έδιωξε από το σπίτι και πως δεν κατήγγειλε την κακοποίηση στην αστυνομία διότι δε γνώριζε κανέναν και δεν είχε χρήματα.. Φεύγοντας από εκεί, η Αιτήτρια γνώρισε έναν άντρα ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του τη βοήθησαν να φύγει από τη χώρα.
Τέλος η Αιτήτρια δήλωσε πως οι δύο παππούδες της απεβίωσαν όσο εκείνη βρίσκεται στη Κύπρο και πως δεν έχει επικοινωνήσει με τον ξάδερφό της από την ημέρα που τον είδε στις 28/12/2020.
Σε ερώτηση του λειτουργού σχετικά με το αν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί με ασφάλεια σε κάποια άλλη περιοχή της ΛΔΚ όπως η Κινσάσα, η Αιτήτρια αποκρίθηκε πως δεν υπάρχει τρόπος να γυρίσει πίσω και πως η απόσταση μεταξύ Bandundu και Κινσάσα είναι μικρή και πως είχαν στείλει κόσμο για να την ψάξει όσο βρισκόταν στην Κινσάσα. Ο λειτουργός υπενθύμισε στην Αιτήτρια πως νωρίτερα στη συνέντευξη είχε δηλώσει πως δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα στην Κινσάσα ενώ τώρα ισχυρίζεται πως την αναζητούσαν και της ζήτησε να εξηγήσει την ασυνέπεια στις δηλώσεις της. Η Αιτήτρια αποκρίθηκε πως όσο βρισκόταν στο σπίτι του οδηγού εκείνος την απειλούσε, ενώ ο δεύτερος άντρας ο οποίος τη βοήθησε είχε πληροφορίες, άγνωστο πως, ότι την αναζητούσαν.
Ο αρμόδιος λειτουργός στην εισηγητική του έκθεση διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς από τις δηλώσεις της Αιτήτριας. Πρώτον, ως προς την ταυτότητα, το προφίλ, την χώρα καταγωγής, και δεύτερο ως προς τον εξαναγκασμό της από τους παππούδες της σε γάμο με τον ξάδερφο της σύμφωνα με την παραδοσιακή πρακτική kintuidi.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθότι κρίθηκε ότι τεκμηριώθηκε η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της Αιτήτριας.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας στερούντο συνοχής, συνεκτικότητας και επάρκειας πληροφοριών αλλά και εξειδίκευσης που παραπέμπει σε γνήσια προσωπική εμπειρία. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια και λεπτομέρεια την γνωριμία με τον υποψήφιο σύζυγό της, ενώ δεν υπάρχει συνεκτική και ξεκάθαρη εικόνα άρνησης εκ μέρους της. Επιπρόσθετα, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με την σεξουαλική της κακοποίηση, λόγω της άρνησης της να προβεί σε γάμο και να στοιχειοθετήσει το αφήγημά της. Ομοίως ανεπαρκείς κρίθηκαν και οι αναφορές της σε σεξουαλική κακοποίηση από τον οδηγό που την μετέφερε στην πρωτεύουσα Kinshasa, ο οποίος την απείλησε ότι θα ενημερώσει την οικογένειά της για τις μετακινήσεις της.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, ο λειτουργός διεξήγαγε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και εντόπισε πληροφορίες σχετικά με το έθιμο Kintuwidi τις οποίες και παρέθεσε. Ο λειτουργός κατέληξε πως παρόλο που οι δηλώσεις της Αιτήτριας σχετικά με το έθιμο επιβεβαιώνονται εν μέρει από τα αποτελέσματα της έρευνας, ενόψει της μη θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας του υπό κρίση ισχυρισμού, αυτός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολο του.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει του μόνου αποδεδειγμένου ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της, και ειδικά στην επαρχία Kwilu η οποία αποτελεί τον συνήθη τόπο διαμονής της, θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξης της Αιτήτριας στο άρθρο 19 (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς και εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα η επαρχία Kwilu δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, με σκοπό να εξεταστεί ο ισχυρισμός της περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό της Αιτήτριας αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της, καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία και σύμφωνα με την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, η Αιτήτρια προσκόμισε διαβατήριο της χώρας καταγωγής της, και οι δηλώσεις της επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές.
Ομοίως, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης του αρμόδιου λειτουργού όσον αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, αναφορικά με τον φερόμενο εξαναγκασμό της σε γάμο με τον ξάδερφο της σύμφωνα με την εθιμοτυπική πρακτική kintwidi. Η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει με σαφή, συνοπτικό και περιγραφικό τρόπο το αφήγημα της. Διαπιστώνω από ανάγνωση των πρακτικών της συνέντευξής της ότι από το αφήγημά της προκύπτουν σημαντικές αντιφάσεις και ασάφειες που επηρεάζουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών της. Καταρχάς, δεν παρουσιάζεται με σαφήνεια η στάση της ως προς τον επιβαλλόμενο γάμο, ο οποίος αποτελεί τον βασικό λόγο φυγής της, καθώς αρχικά δηλώνει ότι αρνήθηκε τον γάμο, στη συνέχεια αναφέρει ότι συμφώνησε λόγω φόβου, ενώ αργότερα ισχυρίζεται ότι δεν προέβη σε κάποια ενέργεια αλλά απλώς προσευχόταν, δημιουργώντας ασάφεια ως προς το αν υπήρξε πραγματική άρνηση ή αποδοχή. Παράλληλα, ενώ υποστηρίζει ότι η άρνηση τέτοιου γάμου επιφέρει άμεση θανάτωση, η ίδια παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στον τόπο διαμονής της χωρίς να περιγράφει συγκεκριμένη άμεση απόπειρα θανάτωσης, γεγονός που δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί άμεσου και βέβαιου κινδύνου. Επιπλέον, παρατηρείται σημαντική ανακολουθία ως προς τον θάνατο της αδερφής της, καθώς αρχικά αναφέρεται ότι αυτή κάηκε λόγω άρνησης γάμου, αργότερα δηλώνεται ότι πέθανε στον ύπνο της και ότι η δολοφονία της διαπιστώθηκε από παραδοσιακό θεραπευτή, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία για τις συνθήκες θανάτου. Ως προς τα περιστατικά απειλών και σεξουαλικής βίας, οι περιγραφές είναι γενικές και ελλιπώς εξατομικευμένες, ιδίως σε σχέση με την επίθεση από μεγάλο αριθμό αγνώστων δραστών, τους οποίους φέρεται να συνέδεσε με συγγενικά της πρόσωπα χωρίς σαφή αιτιολόγηση. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν προέβη σε αναζήτηση κρατικής προστασίας, επικαλούμενη οικονομικούς λόγους και την επιρροή των τοπικών αρχών, χωρίς να τεκμηριώνεται επαρκώς αντικειμενική αδυναμία πρόσβασης στις αρμόδιες αρχές της Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Επιπλέον, η μετακίνησή της στην Kinshasa υποδηλώνει πιθανή δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης, δεδομένου ότι τα μεταγενέστερα προβλήματα που επικαλέστηκε εκεί συνδέονται με διαφορετικό πρόσωπο και όχι με τον αρχικό φορέα δίωξης. Πέραν τούτων, διαπιστώνω ότι το έθιμο που επικαλείται παρουσιάζεται με αόριστο τρόπο, χωρίς σαφή περιγραφή της εφαρμογής και των συνεπειών του, ενώ ο ρόλος των συγγενικών της προσώπων εμφανίζεται αντιφατικός, καθώς τα ίδια πρόσωπα παρουσιάζονται τόσο ως διώκτες όσο και ως αρμόδιοι για την επίλυση καταγγελιών, γεγονός που δημιουργεί περαιτέρω ζητήματα λογικής συνοχής του αφηγήματος.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, το παρόν Δικαστήριο προέβη σε έρευνα αναφορικά με τους εξαναγκαστικούς γάμους και την παραδοσιακή πρακτική kintuidi στη ΛΔΚ με τα ακόλουθα ευρήματα:
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα Girls Not Brides, το ποσοστό γάμων με παιδιά κάτω των 15 ετών ανέρχεται σε ποσοστό 8% στη ΛΔΚ.[3] Η ΛΔΚ έχει δεσμευτεί να τερματίσει τον παιδικό (child), πρόωρο (early) και εξαναγκαστικό (forced) γάμο έως το 2030, σύμφωνα με τον στόχο 5.3 των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης. Η κυβέρνηση υπέβαλε μια Εθελοντική Εθνική Ανασκόπηση (Voluntary National Review) στο High Level Political Forum 2023, όπου σημείωσε ότι το 2016, ο Οικογενειακός Κώδικας (Family Code) αναθεωρήθηκε προκειμένου να τροποποιηθούν τυχόν διατάξεις που εισήγαγαν διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, των παιδικών γάμων και της βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών.[4] Επιπρόσθετα, το Υπουργείο Ισότητας των Φύλων, Γυναικών και Παιδιών (Ministry of Gender, Women and Children) της ΛΔΚ διαμόρφωσε και υλοποιεί, με την στήριξη της UNICEF, Σχέδιο Δράσης για των Τερματισμό των Παιδικών Γάμων το οποίο ανανεώθηκε το 2019.[5]
Επιπρόσθετα, έκθεση του Συμβουλίου Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά (Immigration and Refugee Board of Canada) για την περίοδο 2019 – Μάρτιος 2021, κάνει αναφορά στο νομοθετικό πλαίσιο της ΛΔΚ όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Το άρθρο 334 του νόμου αριθ. 16/008 της 15ης Ιουλίου 2016 για την τροποποίηση και συμπλήρωση του νόμου αριθ. 87-010 της 1ης Αυγούστου 1987 του Οικογενειακού Κώδικα (νόμος αριθ. 16/008 της 15ης Ιουλίου 2016, τροποποιητικός και συμπληρωτικός του νόμου αριθ. 87-010 της 1ης Αυγούστου 1987) ορίζει ότι «κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να παντρευτεί το πρόσωπο της επιλογής του, του αντίθετου φύλου, και να δημιουργήσει οικογένεια.
Τα άρθρα 351, 352 και 357 του ίδιου νόμου ορίζουν τα εξής:
Άρθρο 351
Οι μελλοντικοί σύζυγοι πρέπει να συναινέσουν προσωπικά στον γάμο. […].
Άρθρο 352
Άνδρες και γυναίκες κάτω των δεκαοκτώ ετών δεν μπορούν να συνάψουν γάμο.
Άρθρο 357
Τα παιδιά, ακόμη και αν είναι χειραφετημένα, δεν μπορούν να συνάψουν γάμο.
Όσον αφορά την ακύρωση των αναγκαστικών γάμων, ο Οικογενειακός Κώδικας ορίζει τα εξής:
Άρθρο 402
Όταν ο γάμος συνήφθη χωρίς τη συγκατάθεση και των δύο συζύγων, για οποιονδήποτε λόγο, κηρύσσεται άκυρος.
Η ενέργεια μπορεί να αναληφθεί από τους ίδιους τους συζύγους, από οποιοδήποτε πρόσωπο έχει συμφέρον προς τούτο, και από τον εισαγγελέα κατά τη διάρκεια της διαβίωσης των δύο συζύγων.
Άρθρο 403
Κάθε πρόσωπο που συνήψε γάμο υπό την επήρεια βίας μπορεί να ζητήσει την ακύρωσή του».[6]
Τέλος, σύμφωνα με έκθεση (2024) της EUAA, «Η πρακτική των Kintwidi[7] [που γράφεται επίσης ως Kintuidi, Kinzud, Kitshul, Kintshui, Kinsudi, Kitiuli] ‘αφορά τις συζυγικές σχέσεις από την μητρική καταγωγή’ στην εθνοτική ομάδα Yansi, που ζει κυρίως στην επαρχία Kwilu, και ακολουθούσε μια μητρογραμμική (matrilineal) δομή. Πηγές δείχνουν ότι αυτή η πρακτική λαμβάνει χώρα και στις εθνοτικές ομάδες Mbala και Mbun. Αυτή η πρακτική συνίσταται στο να παντρεύεται ένα κορίτσι ή μια γυναίκα Yansi τον θείο της από την πλευρά της μητέρας της, αλλά αν ο θείος είναι σε προχωρημένη ηλικία, θα μπορούσε να αποφασίσει να «παραχωρήσει τα συζυγικά του δικαιώματα» στον γιο του ή σε έναν ανιψιό του».[8]
Με βάση τις ανωτέρω πληροφορίες και το νομοθετικό και κοινωνικό πλαίσιο στην ΛΔΚ, επιβεβαιώνεται ότι ο παιδικός, πρόωρος και αναγκαστικός γάμος αποτελεί υπαρκτό κοινωνικό φαινόμενο στη χώρα και παράλληλα, αναγνωρίζεται η ύπαρξη παραδοσιακών πρακτικών γάμου σε ορισμένες εθνοτικές ομάδες της επαρχίας Kwilu, όπως η πρακτική Kintwidi, η οποία συνδέεται με μητρογραμμικές δομές συγγένειας.
Περαιτέρω, καταδεικνύεται ότι το νομικό πλαίσιο της χώρας απαγορεύει ρητά τον εξαναγκαστικό γάμο, απαιτεί τη συναίνεση των συζύγων, προβλέπει ελάχιστο όριο ηλικίας τα 18 έτη και παρέχει δυνατότητα ακύρωσης γάμου που συνήφθη υπό βία. Επιπλέον, η κυβέρνηση της χώρας έχει λάβει νομοθετικά και πολιτικά μέτρα για την καταπολέμηση τέτοιων πρακτικών και έχει υιοθετήσει σχετικές πολιτικές προστασίας των γυναικών. Επομένως, από τις αντικειμενικές πληροφορίες δεν προκύπτει ότι ο εξαναγκαστικός γάμος δεν συνιστά γενικευμένη πρακτική που επιβάλεται με θανάτωση σε περίπτωση άρνησης, όπως υποστήριξε η Αιτήτρια.
Περαιτέρω, η περιγραφή της Αιτήτριας ως προς το συγκεκριμένο έθιμο εμφανίζεται υπερβολικά ακραία σε σχέση με τις διαθέσιμες πληροφορίες, καθώς η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η άρνηση οδηγεί σε θάνατο ή υπερφυσικές συνέπειες, στοιχείο που δεν επιβεβαιώνεται από τις πηγές. Οι πληροφορίες από την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας αναφέρουν την ύπαρξη παραδοσιακών μορφών συγγενικού γάμου, αλλά δεν τεκμηριώνουν θανάτωση γυναικών λόγω άρνησης ή πρακτικές εκτεταμένης βίαιης επιβολής με τον τρόπο που περιγράφεται.
Από τα πιο πάνω διαπιστώνω πως η ύπαρξη παραδοσιακών πρακτικών γάμου και κοινωνικών πιέσεων επιβεβαιώνονται σε ορισμένες περιοχές, γεγονός που προσδίδει έναν βαθμό γενικής αξιοπιστίας στο πλαίσιο των ισχυρισμών της Αιτήτριας. Ωστόσο, δεν επιβεβαιώνεται η ένταση, η συστηματικότητα και οι ακραίες συνέπειες που η ίδια η Αιτήτρια περιγράφει, ούτε τεκμηριώνουν αδυναμία κρατικής προστασίας σε εθνικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, οι αντικειμενικές πληροφορίες δεν φαίνεται να υποστηρίζουν πλήρως τους ισχυρισμούς της ως προς την ύπαρξη προσωπικού και αναπόφευκτου κινδύνου δίωξης, ενώ σε συνδυασμό με τις εσωτερικές ασάφειες του αφηγήματός της η αξιοπιστία των ισχυρισμών της πλήττεται. Τούτων λεχθέντων δεν μπορώ να δεχτώ τον ισχυρισμό της Αιτήτριας τον οποίο και απορρίπτω λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας.
Επιπλέον, παρατηρώ, ότι οι Kαθ' ων η αίτηση όφειλαν να έχουν προχωρήσει σε σχηματισμό ξεχωριστού ουσιώδους ισχυρισμού ως προς την κατ' ισχυρισμό σεξουαλική κακοποίηση της Αιτήτριας από τον οδηγό που την μετέφερε στην πρωτεύουσα Kinshasa.
Καθότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προβαίνει σε έλεγχο και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, πέραν της νομιμότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και εξ υπαρχής τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν, προχωρώ σε αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού της Αιτήτριας.
Πιο συγκεκριμένα, η Αιτήτρια, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της πρόβαλε σεξουαλική κακοποίηση, σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες, από τον οδηγό που την μετέφερε στην Kinshasa και της παρείχε στέγη. Ως υποστήριξε εγκατέλειψε την Kinshasa λόγω απειλών που έλαβε από το εν λόγω άτομο ότι θα την πάρει πίσω στο χωριό της ή θα την σκοτώσει, ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της υπέστη σεξουαλική κακοποίηση.
Διαπιστώνω ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας είναι γενικές και επιγραμματικές, χωρίς επαρκή στοιχεία και πληροφορίες. Σε σχετικές ερωτήσεις, η Αιτήτρια περιορίστηκε να δηλώσει ότι δέχθηκε απειλές περί επιστροφής της στο χωριό της, και υπό την απειλή μαχαιριού κακοποιήθηκε. Λαμβάνεται υπόψη η τραυματική και ιδιαίτερα δύσκολη ανάκληση των συγκεκριμένων εμπειριών, ωστόσο, η άμεση απόκριση στερούμενη εξειδίκευσης και περιγραφικότητας δεν αναδεικνύει βιωματικό στοιχείο ικανό να τεκμηριώσει τον εν λόγω ισχυρισμό. Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, λόγω της προσωπικής φύσεως του δεν παρέχει ευχέρεια για περαιτέρω έρευνα από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Συνεπώς, από το ιστορικό της Αιτήτριας όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, έχοντας κατά νου τα δεδομένα που προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών της, προκύπτει ότι η Αιτήτρια δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Τα όσα ανέφερε δεν θα μπορούσαν να την εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δύναται να παραχωρηθεί σε οποιοδήποτε αιτητή/τρια σε σχέση με τον/την οποίο/α υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του/της θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην επαρχία Kwilu, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψη προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην επαρχία Kwilu της ΛΔΚ, τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας.
Αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Global Conflict Tracker, o στρατός της ΛΔΚ και οι κάτοικοι της ανατολικής περιφέρειας της χώρας συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξανόμενες επιθέσεις από τις Συμμαχικές Δημοκρατικές Δυνάμεις (ADF) που συνδέονται με το Ισλαμικό Κράτος. Οι ανταλλαγές πυρών, οι επιθέσεις με πυραύλους και οι αψιμαχίες μεταξύ της M23, στρατευμάτων της Ρουάντα, δυνάμεων της ΛΔΚ και άλλων ομάδων πολιτοφυλακής παραμένουν συνήθεις ενέργειες.[9]
Αναφορικά δε με την κατάσταση ασφαλείας στην επαρχία Kwilu κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην συγκεκριμένη περιοχή της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 09/01/2026), καταγράφηκαν 6 περιστατικά πολιτικής βίας[10] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 23 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[11] Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις ο πληθυσμός της επαρχίας Kwilu ανέρχεται στα 3,500,000 κατοίκους.[12]
Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της επαρχίας Kwilu (3,500,000 κατοίκους)[13], καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Δεδομένου ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στην επαρχία Kwilu, η κατάσταση ασφαλείας καταγράφεται ως σταθερή, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.
Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω υπό τις περιστάσεις, ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός της για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας ως προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση, αντίθετα στους ισχυρισμούς της συνηγόρου του Αιτητή είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.
Ως εκ τούτου η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1.000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ
[1], 2 Ανωνυμοποιημένα ονόματα τα οποία πρόβαλε η Αιτήτρια.
[3] Girls Not Brides, Democratic Republic of the Congo, https://www.girlsnotbrides.org/learning-resources/child-marriage-atlas/regions-and-countries/democratic-republic-of-the-congo/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/07/2025]
[4] Ibid
[5] Ibid
[6] Immigration and Refugee Board of Canada, Responses to Information Requests, Democratic Republic of the Congo: Early or forced marriages, including among women and girls; prevalence, related legislation, and the ability to refuse such a marriage; state protection and support services (2019–March 2021), σελ. 6, cod200506.fe_.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/07/2025]
[7] Η αίτητρια έκανε αναφορά στην εν λόγω πρακτική (ερυθρό 42 Δ.Φ.).
[8] EUAA, Forced marriage, including the Kintwidi practice; prevalence; legislation; possibility to refuse such a marriage; state protection; and support services, Reference Period: 1 April 2021 to 14 February 2024, 19 February 2024, σελ. 4, 240221352_COIQuery.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/07/2025]
[9] Global Conflict Tracker, Conflict in the Democratic Republic of Congo, 16/12/2025, https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/01/2026]
[10] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[11] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 21/01/2026]
[12] City Facts, https://www.city-facts.com/kwilu/population [Ημερομηνία Πρόσβασης: 22/01/2026]
[13] Ibid
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο