O. K. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 3655/2024, 27/2/2026
print
Τίτλος:
O. K. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 3655/2024, 27/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 3655/2024 

 

27 Φεβρουαρίου 2026 

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ: 

O. K., από Σιέρα Λεόνε

Αιτητής 

-και- 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Χ. Ζηντίλη (κα) για Μ. Παπαλοίζου (κος), για τον Αιτητή

Ε. Ιωάννου (κα) για Ρ. Προδρόμου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση

Ο Αιτητής παρών  

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, κοινοποιηθείσα προς αυτόν μέσω επιστολής ημερομηνίας 22/08/2024, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε, και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, αναγνωρίζοντας αυτόν ως δικαιούχο διεθνούς προστασίας, ως η αιτούμενη θεραπεία Β στην αίτηση ακυρώσεως. 

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος της Σιέρρα Λεόνε, κάτοχος διαβατηρίου εκδιθέντος από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, ο οποίος στις 03/10/2021, σύμφωνα με δική του δήλωση, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και μέσω Μπουρκίνα Φάσο και Τουρκίας αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Ακολούθως εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 16/11/2021 αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 29/07/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και ακολούθησε σύνταξη εισηγητικής έκθεσης με την οποία γίνεται εισήγηση για απόρριψη του αιτήματός του Αιτητή. Στις 31/07/2024 συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και επιστροφή του στη Σιέρα Λεόνε.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 22/08/2024, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε δια χειρός από τον Αιτητή αυθημερόν, θέτοντας την υπογραφή του αφού προηγουμένως του επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της σε γλώσσα που πλήρως κατανοεί.

 

Εμπρόθεσμα ο Αιτητής καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλοντας σωρεία νομικών ισχυρισμών για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ωστόσο στο στάδιο των διευκρινήσεων, η συνήγορος του Αιτητή, εγκατέλειψε τους ισχυρισμούς της και περιορίστηκε στην προώθηση του ισχυρισμού περί ελλιπούς δέουσας έρευνας από πλευράς των Καθ’ ων η αιτηση. εστιάζοντας κυρίως στη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  

 

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της δικής τους γραπτής αγόρευσης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Ως περαιτέρω υποστηρίζουν, ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να αποδείξει βάσιμο λόγο δίωξης για ένα από τους λόγους που προνοεί το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε απεδείχθη ότι υφίσταται κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για να του παραχωρηθεί συμπληρωματική προστασία δυνάμει του άρθρου 19 (1) του ιδίου νόμου.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτός πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου και τους προωθούμενους από τον Αιτητή ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Με την αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής πρόβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω απειλών που δέχθηκε από την οικογένεια γυναίκας, η οποία έχασε τη ζωή της λόγω ατυχήματος κατά την αποκοπή δέντρου. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι δέχθηκε επίθεση από συμμορίες (gangs) από τις οποίες κατάφερε να διαφύγει.

 

Στα πλαίσια αξιολόγησης ευαλωτότητας, ο Αιτητής ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα κατέγραψε στην αίτηση διεθνούς προστασίας που συμπλήρωσε, προβάλλοντας παράλληλα σκέψεις αυτοτραυματισμού. Κατόπιν σχετικής ερώτησης εξέφρασε επιθυμία να δει ψυχολόγο, και ο λειτουργός τον αξιολόγησε ως άτομο μεσαίου κινδύνου. Κατά την έναρξη της προφορικής του συνέντευξης, ωστόσο, και ερωτηθείς σχετικά, ο Αιτητής δήλωσε ότι αισθάνεται καλά και δεν χρειάζεται ψυχολογική στήριξη.  

 

Στα πλαίσια της προφορικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε υπήκοος της Σιέρρα Λεόνε, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πρωτεύουσα Freetown. Κατά δήλωσή του άγαμος και άτεκνος, οι γονείς και τα αδέρφια του, εξακολουθούν να διαμένουν στη Σιέρρα Λεόνε και βρίσκεται σε επικοινωνία μαζί τους. Δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και απασχολείτο με την πώληση υποδημάτων από το 2015 μέχρι το 2018.       

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής αναφέρθηκε σε ένα ατύχημα που έλαβε χώρα στην χώρα του το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του σε περίπτωση επιστροφής του. Ειδικότερα, δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια εργασιών κοπής δέντρου προκλήθηκε ατύχημα, συνεπεία του οποίου το δέντρο κατέπεσε και τραυμάτισε θανάσιμα την κόρη γειτονικής οικογένειας, ο ίδιος δε υπέστη τραυματισμούς και μετέβη για νοσηλεία σε νοσοκομείο στην Kuma.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής υποστήριξε ότι μετά το περιστατικό η οικογένεια της θανούσας προέβη σε απειλές εναντίον του, οι οποίες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, διαβιβάστηκαν μέσω φιλικών του προσώπων. Επιπλέον, ο Αιτητής ανέφερε ότι υπήρξε θύμα επίθεσης από άτομα τα οποία φέρονται να ανήκουν σε συμμορίες, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η εν λόγω επίθεσης ενδεχομένως συνδέεται με ενέργειες της μητέρας της εκλιπούσας. Αποτελεί θέση του πως σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του υφίσταται κίνδυνος για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός στην εισηγητική του έκθεση διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς από τις δηλώσεις του Αιτητή. Πρώτον, ως προς την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, και δεύτερο ως προς τις απειλές που έλαβε από την οικογένεια της γυναίκας που σκότωσε κατά λάθος.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή έγινε αποδεκτός καθότι δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου, ενώ οι σχετικές δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν από το επίσημο διαβατήριο και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός του περί απειλών που δέχθηκε, απορρίφθηκε λόγω έλλειψης επαρκών πληροφοριών, λεπτομερειών και ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του, ούτε παρέθεσε την ακριβή αλληλουχία των γεγονότων που έθεσαν σε κίνδυνο την ζωή του παρόλο που του ζητήθηκε. Οι δηλώσεις του κρίθηκαν ως γενικές και αόριστες, χωρίς να παραθέτει βασικές πληροφορίες αναφορικά με το ατύχημα, την γυναίκα που απεβίωσε, τις απειλές που δέχθηκε και τα γεγονότα που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα του. Επιπρόσθετα, εντοπίστηκαν ασυνέπειες και αντιφάσεις στις δηλώσεις του, καθώς στην αίτηση διεθνούς προστασίας που συμπλήρωσε αναφέρθηκε σε επίθεση από συμμορία, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αναφέρθηκε σε λεκτικές απειλές και απειλητικά μηνύματα που δέχθηκε από την οικογένεια της συγκεκριμένης γυναίκας μέσω φίλων του. Κληθείς να διευκρινίσει, ο Αιτητής απάντησε απλά ότι δέχθηκε επίθεση και τραυματίστηκε χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη.   

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα, απορρίπτοντας τον εν λόγω ισχυρισμό λόγω μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, έκρινε ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα στην πόλη Freetown, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο λειτουργός έκρινε ότι, επί τη βάσει των δηλώσεων του Αιτητή, του προσωπικού του προφίλ και την ανάλυση κινδύνου, δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε προκύπτει στην περίπτωσή του πραγματικός κίνδυνος σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19, εδάφια (1) και (2), του περί Προσφύγων Νόμου, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Ειδικά ως προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, σημειώθηκε ότι, λαμβανομένων υπόψη σχετικών πληροφοριών για την κατάσταση ασφαλείας, καθώς και του προσωπικού προφίλ του Αιτητή, σε περίπτωση επιστροφής του δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα η πόλη Freetown, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, με σκοπό να εξεταστεί ο ισχυρισμός του Αιτητή περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, κρίνει ορθά τα συμπεράσματα των Καθ’ ων η αίτηση, αρχικά σε σχέση με τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ, καθώς και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του στη Σιέρρα Λεόνε, καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία, ενώ σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του λειτουργού οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές και από το προσκομισθέν διαβατήριο του.

 

Ομοίως ορθές κρίνονται και οι διαπιστώσεις των Καθ’ ων η αίτηση σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, εφόσον διαπιστώνεται ότι πράγματι οι δηλώσεις του ήταν λακωνικές, ανεπαρκείς και συγκεχυμένες. Όντως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει με συνοχή και συνέπεια την αλληλουχία των γεγονότων που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του, ενώ αρκετές απαντήσεις του δηλώνουν άγνοια, στηρίζονται σε εικασίες, και χαρακτηρίζονται από υπεκφυγές και ασάφεια. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, λόγω της προσωπικής φύσεώς του παρέλκει οποιαδήποτε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Επισημαίνεται περαιτέρω ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αφορά ιδιωτικής φύσεως διαφορές, χωρίς κανένα στοιχείο που να δεικνύει «δίωξη» στο πρόσωπο του Αιτητή «λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ειδικής κοινωνικής ομάδας». Συνεπώς, ακόμα και αληθείς να είναι οι ισχυρισμοί του Αιτητή, και πάλι αυτοί δεν αρκούν για να τον εντάξει στην έννοια του «πρόσφυγα». Τέλος, είναι πλέον νομολογημένο ότι «δεν είναι επαρκές για αιτητή διεθνούς προστασίας, προς ευόδωση της αίτησής του, να επικαλείται φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του προκαλούμενο από ιδιωτικούς φορείς, χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιοδήποτε γεγονός προς τούτο και αναμένοντας από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές να διεξάγουν εξ ιδίων έρευνα ώστε να εξιχνιάσουν τα γεγονότα επαλήθευσης ή μη του ισχυρισμού του» (βλ. M.M.R. v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΑΑΠ, Έφεση κατά απόφασης ΔΔΔΠ αρ. 5/2019, ημερομηνίας 04/10/2023).

 

Συνεπώς, από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, έχοντας κατά νου τα δεδομένα που προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, προκύπτει ότι ο Αιτητής δε στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δύναται να παραχωρηθεί σε οποιοδήποτε Αιτητή σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής υπό τα άρθρα 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψη προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση στη Σιέρρα Λεόνε, σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης της Γερμανίας (Federal Ministry for Economic Cooperation and Development), η Σιέρρα Λεόνε είναι μια από τις φτωχότερες χώρες της Δυτικής Αφρικής και μία από τις δέκα λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες στον κόσμο. Η επισιτιστική ανασφάλεια είναι υψηλή, ενώ οι φτωχές υποδομές, οι αδύναμες θεσμικές δομές, οι ελλείψεις διακυβέρνησης και οι αυταρχικές τάσεις εμποδίζουν την ανάπτυξη της χώρας. Οι συνέπειες του εμφυλίου πολέμου εξακολουθούν να είναι εμφανείς, και οι πολιτικές εντάσεις στη χώρα δεν έχουν υποχωρήσει. Το εξαιρετικά δύσκολο κοινωνικό πλαίσιο, το υψηλό επίπεδο φτώχειας και η επισφαλής επισιτιστική κατάσταση εξακολουθούν να απειλούν την πολιτική σταθερότητα και την κοινωνική ειρήνη.[1]

 

Ως προς τα αριθμητικά δεδομένα, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από τη βάση δεδομένων ACLED (Armed Conflict Location and Εvent Data Project), στη Σιέρρα Λεόνε, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 13/02/2026), καταγράφηκαν 9 περιστατικά πολιτικής βίας[2] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 3 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[3] Ειδικότερα, στην Δυτική περιφέρεια (Western) όπου βρίσκεται η πρωτεύουσα Freetown, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, το ανωτέρω χρονικό διάστημα καταγράφηκαν στην εν λόγω βάση δεδομένων, 3 περιστατικά πολιτικής βίας – εκ των οποίων το 1 περιστατικό έλαβε χώρα στην Freetown – τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 2 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[4] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός στην πόλη Freetown εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 1,428,520 (2026) κατοίκους.[5]

 

Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην συγκεκριμένη περιοχή που θα μπορούσαν να θέσουν υπό απειλή την ζωή ενός πολίτη από την παρουσία του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, υπό την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας ως προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου. Η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση κρίνεται ορθή και νόμιμη, πλήρως αιτιολογημένη. Άλλωστε ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια ώστε να αντικρούσει τα ευρήματα των Καθ’ ων η αίτηση περί αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του.  

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ

 

 



[1] Federal Ministry for Economic Cooperation and Development, https://www.bmz.de/en/countries/sierra-leone [Ημερομηνία Πρόσβασης: 18/02/2026]

[2] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).

[3] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Sierra Leone, Western, Freetown) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 19/02/2026]

[4] Ibid

[5] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/sierra-leone/freetown [Ημερομηνία Πρόσβασης: 19/02/2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο