ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 874/2025
06 Φεβρουαρίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.M.M. από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτητή
- και -
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Γ. Π. Ουστάς (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Λ. Βελίκοβα (κα), Δικηγόροι για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επιστολής ημερομηνίας 11/03/25, του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή ζητείται απόφαση του Δικαστηρίου για αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχο προστασίας από επαναπροώθηση και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 09/11/22, στις 11/12/24 διεξήχθη συνέντευξη και στις 08/01/25 ετοιμάστηκε εισήγηση/έκθεση. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης στις 31/01/25, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο δικηγόρος για τον Αιτητή μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης σημειώνει ότι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό δεν είναι ασφαλής χώρα σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, Διεθνείς Οργανισμούς, τον κατάλογο ασφαλών χωρών ιθαγένειας του Υπουργού Εσωτερικών και σειρά πηγών πληροφόρησης. Καλεί δε το Δικαστήριο ενόψει των εξουσιών του για διευρυμένο έλεγχο ουσίας να προβεί το ίδιο σε εξέταση πηγών πληροφόρησης λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή – παραπέμπει σε αριθμό πηγών[1] για να καταδειχθεί ομοφοβική βία, παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε άτομα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό από κρατικές αρχές και από την κοινωνία.
Προσθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα εσφαλμένης εφαρμογής της νομοθεσίας, κανονισμών, διαδικασίας και/ή η απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη, κατάχρηση εξουσίας και/ή κατά παράβαση σχετικών καθοδηγητικών εγχειριδίων και νομολογίας και/ή δεν έγινε εξατομικευμένη αξιολόγηση του αιτούντος άσυλο. Πάσχει η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, ορθής αξιολόγησης των περιστατικών που αφηγήθηκε ο Αιτητής – καταγράφοντας ένα προς ένα τα σημεία που αφορούν το μοντέλο (αξιολόγησης) Difference, Stigma, Shame, Harm[2] - Διαφορετικότητα, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη (στο εξής «DSSH»). Θα έπρεπε λόγω των λεπτομερειών που παρουσίασε ο Αιτητής να του δοθεί το ευεργέτημα αμφιβολίας, καθότι τοποθετήθηκε επανειλημμένα για το πότε και πώς συνειδητοποίησε την διαφορετικότητα του, υπέδειξε συναισθήματα φόβου/ντροπής/στίγματος όπως επίσης την κακομεταχείριση που έχει υποστεί και/ή κινδυνεύει να υποστεί. Καταλήγει ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή επιβεβαιώνονται μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, ότι ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα που θα υποστεί δίωξη/σοβαρή βλάβη εάν επιστρέψει επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας. Παρέλειψε η αρμόδια αρχή να εξετάσει και κατά πόσο είναι δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας και ειδικά σε σχέση με την επισφαλή κατάσταση που επικρατεί στην χώρα καταγωγής (σύμφωνα με πηγές πληροφόρησης[3]). Σημειώνεται ότι οι ισχυρισμοί περί αρμοδιότητας οργάνου αποσύρθηκαν κατά την ακροαματική δικαστική διαδικασία.
Οι Καθ' ων η αίτηση υιοθέτησαν την ένσταση τους και έκθεση/εισήγηση, υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η απορριπτική απόφαση επί της αίτησης ασύλου του Αιτητή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν εξετάζονται λόγοι ακύρωσης, οι οποίοι δεν αναπτύσσονται μέσω Γραπτών Αγορεύσεων και/ή δεν υποστηρίζονται με οποιαδήποτε επιχειρήματα, αλλά απορρίπτονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί (Βλέπε Α.Ε. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, (2000) 3 Α.Α.Δ. 21, Υπόθ. Αρ. 1073/2004, Γεώργιος Αντωνίου κ.α. v. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φ.Π.Α., ημερ. 06/02/07). Ούτε μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που εγείρονται για πρώτη φορά στην Γραπτή Αγόρευση που δεν έχουν καταγραφεί στο δικόγραφο της προσφυγής (Βλέπε σχετικά Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636). Επιπλέον, λόγοι ακύρωσης που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται δεν μπορούν να τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο διότι παρόλο που η εξέταση της υπόθεσης εκτείνεται και σε έλεγχο ουσίας, αυτή θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης (Βλέπε Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο - Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), και των λεχθέντων στη Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924).
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω που εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση και αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν. 73(Ι)/2018), προχωρώ να εξετάσω μόνο τους λόγους ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Οι λόγοι αυτοί συναρτώνται άμεσα με ζητήματα ουσίας του αιτήματος του Αιτητή και με ισχυρισμούς που αφορούν έλλειψη δέουσας έρευνας, μη εξατομικευμένης αξιολόγησης της περίπτωσης του, καθώς και λόγων που αφορούν αιτιολογία και πλάνη κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης πράξης. Αξιολογούνται δεόντως οι ισχυρισμοί του δικηγόρου του Αιτητή σε συνάρτηση με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για μη παροχή προσφυγικού καθεστώτος σε αυτόν λαμβάνοντας υπόψη, όπως αναφέρει, της σαφήνειας και επάρκειας των απαντήσεων του επί των ερωτημάτων του λειτουργού-εξεταστή της υπόθεσης και/ή ανάλυσης και αξιολόγησης των απαντήσεων του κατά την εφαρμογή του μοντέλου DSSH.
Ως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή κατά την υποβολή της αίτησής του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθώς η ζωή του ευρισκόταν σε κίνδυνο και δεχόταν απειλές (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου, στο εξής «ΔΦ»). Κατά τη συνέντευξη δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κινσάσα όπου διέμενε έως την αναχώρησή του (ερυθρά 38,37 ΔΦ). Είναι άγαμος και άτεκνος, οι γονείς του και τα τέσσερα αδέλφια του διαμένουν στη κοινότητα Nsele της Kinshasa (ερυθρό 40 ΔΦ). Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς επίσης έχει παρακολουθήσει εκπαιδευτικό πρόγραμμα ως βοηθός τοπογράφου (ερυθρό 40 3χ ΔΦ). Ομιλεί λινγκάλα και γαλλικά (ερυθρό 40 ΔΦ) και αναφορικά με το επαγγελματικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι εργάστηκε από το 2020 ως βοηθός τοπογράφου (ερυθρό 39 5χ ΔΦ). Εγκατέλειψε τη χώρα νόμιμα με χρήση διαβατηρίου (ερυθρά 40, 37 7χ, 8χ, 9χ ΔΦ).
Αναφορικά με το λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά την ελεύθερη αφήγησή του κατά την διάρκεια της συνέντευξής του, ανέφερε κακομεταχείριση από την οικογένεια του συντρόφου του και την οικογένεια του εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Ειδικότερα, δήλωσε ότι το 2020 διατηρούσε ερωτική σχέση με έναν άνδρα τον T. Στις 24/06/22, ενώ συναντήθηκαν στο υπό κατασκευή σπίτι της οικογένειας του T., συνελήφθησαν επ’ αυτοφώρω από αστυνομικό (security) κατά τη διάρκεια σεξουαλικής πράξης. Ο Αιτητής και ο T. τον παρακάλεσαν να μην αποκαλύψει σε κανέναν το γεγονός, ενώ ο T. του προσέφερε χρηματικό ποσό προκειμένου να μην μιλήσει. Παρά την δωροδοκία του, ενημέρωσε τη μητέρα του T. για το συμβάν. Εκείνη, με τη σειρά της, τού ζήτησε να τους παρακολουθεί διακριτικά και να την ειδοποιήσει άμεσα σε περίπτωση που τους εντόπιζε ξανά. Την 01/07/22 ο Αιτητής μετέβη στη γειτονιά Bahumbu, όπου ο T. επέβλεπε κατασκευαστικές εργασίες στο Kinkole. Εκεί, ο αστυνομικός τούς εντόπισε και ενημέρωσε τη μητέρα του T., η οποία προσήλθε στο σημείο μαζί με τα αδέλφια του. Οι τελευταίοι βρήκαν τον Αιτητή και τον T. να επιδίδονται σε σεξουαλικές πράξεις με αποτέλεσμα να τον χτυπήσουν, ενώ κλήθηκαν και άτομα από τη γειτονιά, τα οποία τον εξύβριζαν. Το περιστατικό βιντεοσκοπήθηκε και στη συνέχεια ο Αιτητής μεταφέρθηκε στο πατρικό του σπίτι, όπου δέχθηκε ξυλοδαρμό από τον πατέρα του. Κατόπιν επικοινώνησαν με τον πατέρα του T., ο οποίος πρότεινε την εμπλοκή της αστυνομίας. Ο Αιτητής οδηγήθηκε στη φυλακή, ωστόσο ο πατέρας του ζήτησε να αναλάβει ο ίδιος τη «διαχείριση» της υπόθεσης και έτσι τον έκλεισε στην καθολική εκκλησία όπου τον μεταχειρίστηκαν ωσάν να έχει καταληφθεί από δαίμονα και του αποστέρησαν το νερό και τη τροφή για ένα μήνα (ερυθρό 29 8χ, 9χ ΔΦ). Ο Αιτητής δήλωσε ότι, όταν βγήκε από την εκκλησία στις 02/08, μετέβη στο σπίτι της οικογένειάς του, όπου ενημερώθηκε από γείτονα ότι ο T. τον αναζητούσε. Παρά την απαγόρευση να συναντηθούν, κανονίστηκε συνάντηση μεταξύ τους σε μπαρ, όπου ο τελευταίος τον ανέμενε. Κατά τη συνάντηση αυτή, ο Αιτητής συνελήφθη από δύο άνδρες που παρουσιάστηκαν ως πράκτορες της ANR, τους οποίους είχε βάλει ο πατέρας του T. προκειμένου να τον παρακολουθούν και να αποτρέψουν οποιαδήποτε προσέγγιση προς τον γιο του. Το περιστατικό έλαβε χώρα στις 15/08/22 και ο Αιτητής μεταφέρθηκε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα, όπου ενημερώθηκε ότι η σύλληψή του πραγματοποιήθηκε βάσει εντολής δικαστή. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ο Τ. επιχείρησε να παρέμβει χωρίς να τον αφήσουν. Τη νύχτα της ίδιας ημέρας, ο Αιτητής απομακρύνθηκε από το αστυνομικό τμήμα και μεταφέρθηκε σε κατοικία στην περιοχή Kasavubu, όπου παρέμεινε μέσα στο σπίτι μέχρι να βρεθεί λύση. Εκεί έμεινε έως τις 19/09. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο της Κινσάσα «Mama Yemo» για τη διενέργεια τεστ COVID και, στις 21/09/22, αναχώρησε για την Κύπρο, με τη διαδικασία εξόδου από τη χώρα να έχει οργανωθεί από τον T. (ερυθρά 36 5χ, 35 ΔΦ). Κληθείς να αποκριθεί τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του δήλωσε ότι θα συλληφθεί και θα φυλακισθεί. Ούτε θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή εντός της χώρας καταγωγής του καθότι ο νόμος εφαρμόζεται σε όλη την χώρα (ερυθρά 27 5χ- 6χ ΔΦ).
Ακολούθως, τέθηκαν διευκρινιστικού τύπου ερωτήματα στη βάση του μοντέλου DSSH. Στα πλαίσια των ερωτήσεων που του τέθηκαν, δήλωσε ότι αυτοπροσδιορίζεται ως ομοφυλόφιλος, ότι συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό όταν συνάντησε τον σύντροφο του και όταν ολοκλήρωσε τη σχέση μαζί του, μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με κορίτσια, τις οποίες δεν απολάμβανε και δεν βίωνε συναισθηματική ικανοποίηση (ερυθρό 34 ΔΦ). Οι σχέσεις αυτές προέκυπταν μέσω κοινωνικών δικτύων, φίλων ή τυχαίων γνωριμιών, και παρότι οι σύντροφοί του τον αποδέχονταν, οι σχέσεις δεν εξελίσσονταν, καθώς ο ίδιος δεν ένιωθε ενδιαφέρον για τις συντρόφους του. Η πρώτη του σεξουαλική εμπειρία με άτομο του ίδιου φύλου συνέβη το 2015, μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, κατά τη διάρκεια μιας βραδιάς μετά από πάρτι, ενώ ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ. Μετά την εμπειρία αυτή ένιωσε άσχημα, καθώς θεωρούσε ότι δεν είχε πλήρη επίγνωση λόγω μέθης. Αναφορικά με τον σύντροφό του, δήλωσε ότι τον γνώρισε όταν ο τελευταίος μετακόμισε στην γειτονιά του και πρώτη φορά τον προσέγγισε όταν του ζήτησε να γίνει μέλος της ομάδας ποδοσφαίρου στην οποία συμμετείχε (ερυθρά 32-31 ΔΦ). Δεν διατηρεί πλέον επικοινωνία με τον σύντροφό του λόγω απώλειας του τηλεφώνου του. Η σχέση τους διήρκεσε περίπου δύο έτη (2020-2022), οπότε και αναχώρησε. Δήλωσε ότι συναντιούνταν κρυφά σε εργοτάξιο και περνούσαν χρόνο μαζί τα απογεύματα. Περιέγραψε τον σύντροφό του ως έξυπνο, κοινωνικό και καλοσυνάτο άτομο (ερυθρά 32-31 ΔΦ). Τέλος, ανέφερε ότι ζώντας ως ομοφυλόφιλος στη χώρα καταγωγής του ένιωθε σε διαρκή κίνδυνο. Αρχικά μόνο ένα άτομο γνώριζε για τη σχέση τους, ωστόσο αργότερα έγινε γνωστή τόσο στις οικογένειές τους όσο και στη γειτονιά, ενώ στην Κύπρο δεν έχει αποκαλύψει ακόμα την σεξουαλική του ταυτότητα. Εν συνεχεία, δήλωσε ότι αισθάνεται άνετα με τη σεξουαλικότητά του, την οποία θεωρεί προσωπική του επιλογή που δεν βλάπτει κανέναν. Σε σχέση με την αντίδραση της οικογένειας του, δήλωσε ότι έχει αποκοπεί πλήρως από την οικογένειά του, η οποία τον θεωρεί ντροπή λόγω της σεξουαλικότητάς του. Ανέφερε ότι δεν διαθέτει κανένα υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του και ότι δεν γνωρίζει οργανώσεις που να υποστηρίζουν ομοφυλόφιλα άτομα (ερυθρά 30-29 ΔΦ). Ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής του η ομοφυλοφιλία θεωρείται κοινωνικά απορριπτέα και πολιτισμικά μη αποδεκτή(ερυθρά 30 ΔΦ)
Αφού ο λειτουργός αξιολόγησε τα όσα καταγράφηκαν κατά την συνέντευξη αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως προς τα προσωπικά στοιχεία και το εν γένει προφίλ του (πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός). Απέρριψε, όμως, ως εσωτερικά αναξιόπιστο τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του, για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ως ομοφυλόφιλου και τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του περί των επιθέσεων που δέχθηκε από την οικογένεια του και την οικογένεια του συντρόφου του ένεκα του σεξουαλικού του προσανατολισμού.
Σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό του, ο λειτουργός αφού παρουσίασε το μοντέλο DSSH, προέβη σε αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, μέσα από σειρά ερωτήσεων (ανοικτού και κλειστού τύπου), προκειμένου να διαπιστωθεί η εσωτερική αξιοπιστία του, που αφορούσαν:
(α) Διαφορετικότητα: Αξιολογώντας τις απαντήσεις του Αιτητή που του τέθηκαν υπό το σκέλος της διαφορετικότητας, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν παρουσίασε με επαρκή σαφήνεια και επάρκεια πληροφοριών τον τρόπο με τον οποίο συνειδητοποίησε και βίωσε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Κρίθηκε ότι αντιλαμβάνεται την ομοφυλοφιλία κυρίως μέσα από τη σεξουαλική πράξη, χωρίς να αναγνωρίζει τη συναισθηματική της διάσταση. Ανέφερε πως συνειδητοποίησε την έλξη του προς άνδρες όταν γνώρισε τον T., παρότι προηγουμένως έβγαινε με κορίτσια, όμως δεν μπόρεσε να εξηγήσει με σαφήνεια πώς βίωσε αυτή τη μετάβαση. Οι απαντήσεις του κρίθηκαν επαναλαμβανόμενες, ασαφείς και με έλλειψη εσωτερικής συνέπειας. Δεν παρείχε λεπτομέρειες για τα συναισθήματά του προς τους άνδρες ούτε για τη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Ούτε κατάφερε να περιγράψει με επαρκή τρόπο τις σκέψεις και τα συναισθήματά του κατά το στάδιο της συνειδητοποίησης της έλξης του προς άτομα του ιδίου φύλου, ενώ, λαμβανομένου υπόψη του νομικού και κοινωνικού πλαισίου που διέπει τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα (συντομογραφία για Λεσβίες, Ομοφυλόφιλους, Αμφιφυλόφιλους, Τρανς και Ίντερσεξ άτομα - LGBTI = lesbian, gay, bisexual, transgender, intersex) στη χώρα καταγωγής του, θα αναμενόταν να είναι σε θέση να αποδώσει με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτομέρεια τις εσωτερικές του διεργασίες κατά το χρονικό διάστημα τόσο της συνειδητοποίησης όσο και της αποδοχής της σεξουαλικής του ταυτότητας. Περαιτέρω, οι απαντήσεις του κρίθηκαν ελλιπείς και ως προς την περιγραφή του συντρόφου του T., καθώς δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο τον προσέγγισε, τα στοιχεία που του προκάλεσαν έλξη ούτε τα συναισθήματά του προς αυτόν, δεδομένου ότι επρόκειτο για την πρώτη του σχέση και ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο Αιτητής συνειδητοποίησε τη σεξουαλική του ταυτότητα μετά την ολοκλήρωση της σχολικής του εκπαίδευσης.
(β) Στίγμα/Ντροπή: Αξιολογώντας τις απαντήσεις του Αιτητή που του τέθηκαν υπό το σκέλος του στίγματος και της ντροπής, καταγράφεται ότι ο Αιτητής δεν έδειξε αισθήματα ντροπής, απομόνωσης ή δυσκολίας λόγω της σεξουαλικότητας του. Ανέφερε ότι ένιωθε άνετα με την σεξουαλικότητα του σε μια χώρα όπου η ομοφυλοφιλία είναι κοινωνικά αποδοκιμαστέα. Παρόλο που διαθέτει μια γενική εικόνα της επικρατούσας κατάστασης στη χώρα καταγωγής του αναφορικά με την αντίληψη της κοινωνίας και της κυβέρνησης για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, εντοπίστηκαν ανακρίβειες και ελλείψεις στις δηλώσεις του, καθώς ανέφερε εσφαλμένα ότι η ομοφυλοφιλία είναι παράνομη, χωρίς να αποτυπώνει με σαφήνεια τη στάση της κοινωνίας, των αρχών και της θρησκείας, ενώ παράλληλα δεν ήταν σε θέση να εκφράσει με επάρκεια τα προσωπικά του συναισθήματα ή βιώματα φόβου και καταπίεσης. Τέλος, όταν ερωτήθηκε για τη ζωή του στην Κύπρο, περιορίστηκε σε γενική αναφορά ότι νιώθει ασφαλής, χωρίς περαιτέρω πληροφορίες.
(γ) Βλάβη: Αξιολογώντας τις απαντήσεις του ως προς το στοιχείο της βλάβης, καταγράφηκε ότι ο Αιτητής είχε μια μερική εικόνα για τη στάση της θρησκείας απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, ωστόσο δεν είχε επαρκή γνώση και εικόνα για τη συνολική αντιμετώπιση των ομοφυλόφιλων ατόμων από την κοινωνία και την κυβέρνηση στη χώρα καταγωγής του. Παράλληλα, κρίθηκε ότι οι απαντήσεις του ήταν ελλιπείς, καθώς, αν και ανέφερε ότι αισθάνεται μη αποδεκτός από τη θρησκεία, δεν εξέφρασε επαρκώς τα συναισθήματά του ούτε ανέπτυξε με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο βιώνει αυτή την απόρριψη. Επίσης, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το πώς προστάτευε τον εαυτό του κατά τις κοινωνικές του επαφές σε ένα περιβάλλον όπου η ομοφυλοφιλία είναι κοινωνικά και θρησκευτικά αποδοκιμαστέα. Οι απαντήσεις του περιορίστηκαν σε γενικές αναφορές περί μυστικότητας και αποφυγής υποψιών, χωρίς παραδείγματα ή ανάλυση των τρόπων και μεθόδων αυτοπροστασίας του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από την χώρα του Αιτητή από τις οποίες προκύπτει πως παρόλο που η ομοφυλοφιλία δεν ποινικοποιείται στην χώρα, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα συχνά υπόκεινται σε εκφοβισμό, παρενοχλήσεις και άλλης μορφής λεκτική ή σωματική βία. Ενόψει της μη θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας του υπό κρίση ισχυρισμού, αυτός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολο του.
Απορρίφθηκε ως ατεκμηρίωτος και ο τρίτος ισχυρισμός του Αιτητή περί των επιθέσεων που δέχθηκε από την οικογένεια του και την οικογένεια του συντρόφου του ένεκα του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Αρχικά, επισημάνθηκε ότι, εφόσον ο ισχυρισμός του περί ομοφυλοφιλίας απορρίφθηκε, θα έπρεπε να απορριφθεί και ο ισχυρισμός περί δίωξης, καθώς αυτός συνδέεται άμεσα και αιτιωδώς με τη σεξουαλική του ταυτότητα. Ωστόσο, κρίθηκε ότι δεν κατάφερε να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα με τον πατέρα του συντρόφου του και κατά τη σύλληψη του. Ως ελλιπείς κρίνονται και οι αποκρίσεις του όταν κλήθηκε να περιγράψει με περισσότερες πληροφορίες τον ξυλοδαρμό του, και τα γεγονότα που επακολούθησαν με τη μητέρα του συντρόφου, με τον Αιτητή να επαναλαμβάνει όσα ανέφερε στο στάδιο της ελεύθερης αφήγησης του. Ως ατεκμηρίωτος κρίθηκε και ο ισχυρισμός του περί του εξαναγκαστικού του εγκλεισμού στην εκκλησία. Δεν κατάφερε να περιγράψει με λεπτομέρειες τι συνέβη όταν ο αστυνομικός τον έπιασε επ’ αυτοφώρω με τον σύντροφό του και υπέπεσε σε αντιφάσεις σε σχέση με το περιστατικό κακοποίησης από τη μητέρα του συντρόφου του, ενώ όταν κλήθηκε να επεξηγήσει αυτές μετέβαλε τους ισχυρισμούς του χωρίς να παρέχει επαρκείς διευκρινίσεις. Διαπιστώθηκαν ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ της συνέντευξης του Αιτητή και της αίτησης ασύλου του, καθώς στη συνέντευξη δήλωσε ότι είναι ομοφυλόφιλος και ότι υπέστη κακοποίηση λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ενώ στην αίτηση περιορίστηκε σε γενικές αναφορές περί απειλών κατά της ζωής του χωρίς μνεία της ομοφυλοφιλίας. Διαπιστώθηκαν, επίσης, αντιφάσεις στα λεγόμενα του ως προς το αν κρατήθηκε από την αστυνομία με τον Αιτητή όταν ρωτήθηκε σχετικά να μεταβάλει τους ισχυρισμούς του. Περαιτέρω, παρουσίασε αντιφατικές δηλώσεις σχετικά με την καθημερινότητά του τους τελευταίους μήνες πριν την αναχώρησή του από τη χώρα, καθώς αρχικά ανέφερε ότι εργαζόταν και κυκλοφορούσε κανονικά, ενώ αργότερα δήλωσε ότι κακοποιούνταν και καταδιωκόταν, δίνοντας στη συνέχεια νέα εκδοχή περί του ότι συνέχισε να εργάζεται ως υπάλληλος αλλά δεν πήγαινε στην εργασία του. Τέλος, οι εξηγήσεις του για τον τρόπο νόμιμης αναχώρησής του από τη χώρα, παρά το γεγονός ότι υποστήριξε πως καταζητείτο, κρίθηκαν ασαφείς και μη πειστικές. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οιανδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ενόψει της μη θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας του υπό κρίση ισχυρισμού, αυτός απορρίφθηκε στο σύνολο του.
Από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων[4] διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία του επί του συνόλου του αιτήματός του, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[5], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Το αφήγημά του εμπεριείχε δηλώσεις που δεν θεωρούνταν αληθοφανείς. Οι συνθήκες δίωξής του, οι περιγραφές των πρωταγωνιστών του αφηγήματός του, οι ελλιπείς πληροφορίες και λεπτομέρειες, η μη ύπαρξη βιωματικών στοιχείων αποδυνάμωναν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας του στο σύνολό τους. Ούτε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων απάντησε με επαρκή λεπτομέρεια (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, βλέπε επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του Αιτητή (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Αιτητή για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ούτε ο ισχυρισμός του δίωξη του από μέλη της οικογενείας του. Δεδομένων των γεγονότων της περίπτωσής του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του, δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ο Αιτητής απέτυχε να εξηγήσει με λεπτομέρειες την διαφορετικότητα του όσον αφορά τον σεξουαλικό προσανατολισμό του αλλά ούτε και ήταν σε θέση να τεκμηριώσει επαρκώς εμπειρίες που να παραπέμπουν σε βιωματικό γεγονός κατά το οποίο ένιωθε στιγματισμένος ή ντροπιασμένος από τον περίγυρό του και/ή την οικογένεια του. Ούτε ήταν σε θέση να αναφερθεί εκτενέστερα στα βιώματα και τις εμπειρίες του σχετικά με τη διαφορετικότητα του. Οι απαντήσεις του αναφορικά με τις σκέψεις, τα συναισθήματά και εν γένει τον εσωτερικό του κόσμο σχετικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ήταν γενικές και αόριστες επιδεικνύοντας επιπολαιότητα και απουσία βιωματικού χαρακτήρα σε όσα ανέφερε. Το δε αφήγημα του για την σχέση του με τον Τ., οι περιστάσεις για παρακολούθηση αυτού και του συντρόφου του από πρόσωπο που καθοδηγήθηκε από την οικογένεια του τελευταίου, τα περιστατικά ξυλοδαρμού του, η εμπλοκή των αρχών ασφαλείας και με παραίνεση μελών οικογενείας και/ή του συνόλου του αφηγήματος του στερούνται ουσιωδών στοιχείων και ευλογοφάνειας ενδεικτικών μιας γνήσιας προσωπικής εμπειρίας. Αποτελεί δε ουσιώδη παράλειψη, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου η μη αναφορά του Αιτητή επί του κατ΄ ισχυρισμού σεξουαλικού του προσανατολισμού ή δίωξης του επί αυτού στην αίτηση διεθνούς προστασίας. Σημειώνεται δε ότι, όταν παρουσιάζονται πληροφορίες που δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των ισχυρισμών ενός αιτούντος άσυλο, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση των προβαλλόμενων ανακριβειών των ισχυρισμών του.[6]
Αναφορικά, τώρα, με τις συνθήκες που επικρατούν για τα ΛΟΑΤΚΙ/LGBTQ άτομα στην χώρα του Αιτητή σημειώνεται ότι δεν υφίσταται συγκεκριμένη νομοθεσία η οποία να ποινικοποιεί τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις.[7] Ωστόσο, πηγές αναφέρουν ότι ο ποινικός κώδικας έχει χρησιμοποιηθεί για την ποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων βάσει διατάξεων περί της «προσβολής των ηθών» και «προσβολής της ευπρέπειας/σεμνότητας».[8] Το άρθρο 176 του ποινικού κώδικα της χώρας αναφέρει πως «όποιος έχει προσβάλει τα δημόσια τα ήθη με πράξεις που βλάπτουν τη σεμνότητα, θα τιμωρούνται με ποινή από 8 ημέρες έως 3 χρόνια και ή μόνο μία από αυτές τις ποινές».[9] Παρατηρήθηκε από την τοπική οργάνωση Rainbow Sunrise Mapambazuko, η οποία έχει ως στόχο την προώθηση των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στη χώρα και γενικά στην Αφρική [10], καθώς και από το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών (Committee on Economic, Social and Cultural Rights) ότι το Άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα χρησιμοποιείται συχνά προς τον σκοπό της ποινικοποίησης των ομόφυλων σχέσεων.[11] Αυτό επιβεβαιώνεται από έκθεση της Διεθνούς Ένωσης Λεσβιών, Ομοφυλοφίλων, Αμφιφυλόφιλων, Τρανς και Διαφυλικών (ILGA World) σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ατόμων LGBTIQ, η οποία αναφέρει ότι το άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα που ποινικοποιεί δραστηριότητες κατά της «δημόσιας αξιοπρέπειας έχει χρησιμοποιηθεί ως νόμιμη βάση για την ποινικοποίηση των LGBT ατόμων».[12] Την ίδια ανησυχία εξέφρασε και η ομάδα εργασίας του Συμβουλίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα του ΟΗΕ σε περιοδική έκθεση της για την προώθηση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία αναφέρει τη συχνή χρήση του άρθρου 176 του Ποινικού Κώδικα με σκοπό την ποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων.[13] Σε σχέση με την μεταχείριση από τις κρατικές αρχές, έκθεση του US DOS η οποία καλύπτει το έτος 2023 αναφέρει πως «τα LGBTQI+ άτομα υπέστησαν παρενόχληση, στιγματισμό και βία, συμπεριλαμβανομένου του λεγόμενου διορθωτικού βιασμού, τόσο από κρατικούς όσο και από μη κρατικούς φορείς. Η ανωτέρω έκθεση επικαλείται, επίσης, αναφορές οι οποίες καταγράφουν ότι αστυνομικοί ή άλλοι κυβερνητικοί πράκτορες υποκίνησαν, διέπραξαν, συγχώρησαν ή ανέχτηκαν βία ή παρενόχληση κατά ατόμων LGBTQI+ ή κατά όσων κατήγγειλαν τέτοια κακοποίηση. Περαιτέρω, στην ανωτέρω έκθεση καταγράφεται πως τοπικές ΜΚΟ ανέφεραν ότι σπάνια υπήρξε καταδίκη σε περιπτώσεις επιθέσεων κατά ατόμων LGBTQI+». Κανένας νόμος στην χώρα δεν απαγορεύει ρητά τις διακρίσεις από κρατικούς ή μη φορείς με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα ή έκφραση φύλου ή τα χαρακτηριστικά του φύλου, αλλά ο νόμος προέβλεπε δικαίωμα στην απασχόληση, την υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση για όλα τα άτομα.[14] Άλλες πηγές επιβεβαιώνουν ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα δέχθηκαν στίγμα και διακριτική μεταχείριση στην πρόσβαση τους στην εργασία, στην στέγαση, στην εκπαίδευση και στο σύστημα υγείας.[15] Πληροφορίες που παρουσιάστηκαν ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών τον Αύγουστο του 2024 από τοπικούς μη – κυβερνητικούς οργανισμούς, αναφέρεται ότι, «αν και δεν υπήρχε ρητή ποινικοποίηση των σχέσεων του ίδιου φύλου, το 75% των λεσβιών, γκέι, αμφιφυλόφιλων, τρανς και διαφυλικών ατόμων στη χώρα δεν είχαν πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση, η εργασία, η στέγαση, η υγειονομική περίθαλψη και η κοινωνική ασφάλιση, λόγω συστηματικής στιγματοποίησης και διάκρισης. Οι θρησκευτικοί ηγέτες και οι διαδεδομένες πολιτισμικές πεποιθήσεις για την μαγεία συνέβαλαν στη στιγματοποίηση και περιθωριοποίηση αυτών των ατόμων. Επιπλέον, τα μέσα ενημέρωσης και οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης είχαν χρησιμοποιηθεί για να προωθήσουν βία και διάκριση εναντίον τους».[16] Άλλη πηγή σημειώνει ότι η εργασία των LGBTI ατόμων καταγράφεται κυρίως στον ανεπίσημο τομέα καθότι αυτό γίνεται ανεκτό σε γενικές γραμμές από την κοινωνία, ωστόσο, στον επίσημο τομέα οι LGBTI προτιμούν να μην αποκαλύπτουν τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό καθότι φοβούνται τις συνέπειες απόλυσης, εξευτελισμού και περιθωριοποίησης.[17] Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα άτομα LGBTQI+ αναγκάστηκαν υπό την απειλή βίας να αποσυρθούν από τα σχολεία και άλλα δημόσια και κοινοτικά ιδρύματα.[18] Ως προς τις κοινωνικές αντιλήψεις που επικρατούν, πηγές ανέφεραν πως ο προσδιορισμός/ταυτοποίηση ως LGBTIQ+ άτομο θεωρείται «πολιτιστικό ταμπού»[19] και ότι τα LGBTIQ+ άτομα «περιθωριοποιούνται και αναγκάζονται να κρύψουν τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό».[20] Εκθέσεις του US DOS για την χώρα οι οποίες καλύπτουν τόσο το έτος 2022 όσο και το 2023 ανέφεραν πως σύμφωνα με τοπικές ΜΚΟ που προάγουν τα δικαιώματα των LGBTIQ+ ατόμων, υπήρξαν πολυάριθμες περιπτώσεις όπου άτομα LGBTIQ+ υποβλήθηκαν αναγκαστικά σε ψυχιατρική θεραπεία ή θρησκευτικά τελετουργικά με σκοπό την «αλλαγή» του σεξουαλικού τους προσανατολισμού ή της ταυτότητας/έκφρασης φύλου τους. Κατά καιρούς, τα LGBTIQ+ άτομα υπέστησαν σωματική βία κατά τη διάρκεια αυτών των τελετουργικών ή των συνεδριών.[21] Επίσης και μη κρατικοί φορείς επιχείρησαν να εξαναγκάσουν άτομα LGBTIQ+ να «αλλάξουν» τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό μέσω βίας. Επίσης, κατά την διάρκεια της πανδημίας COVID, τα LGBTIQ+ άτομα αντιμετώπισαν βία, απειλές και διακρίσεις καθότι ορισμένοι θρησκευτικοί ηγέτες προώθησαν την ιδέα ότι η πανδημία ήταν η τιμωρία του Θεού στην κοινωνία για την συμπεριφορά των LGBTIQ+ ατόμων.[22] Σε σχέση με την κρατική προστασία, πηγές που παραπέμπουν σε τοπικές οργανώσεις αναφέρουν ότι οι αρχές σπανίως προέβαιναν στην διερεύνηση, δίωξη ή τιμωρία οργάνων του κράτους που πραγματοποιούσαν παραβιάσεις δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων.[23] Ακόμη δε, σύμφωνα με συλλογή πληροφοριών της ACCORD, 23 ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα συνελήφθησαν αφότου αναζήτησαν προστασία από την αστυνομία, ενώ 4 ομοφυλόφιλοι άνδρες συνελήφθησαν επειδή ‘έμοιαζαν’ ομοφυλόφιλοι.[24] Έκθεση της CEDOCA αναφέρει ότι, σύμφωνα με εκπρόσωπο της MKO Si Jeunesse Savait (SJS), όταν ένα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο προσφεύγει στην αστυνομία για να υποβάλει καταγγελία, οι αστυνομικοί αρχίζουν να τον ανακρίνουν σχετικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και του δηλώνουν ότι οι σχέσεις μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου απαγορεύονται στη χώρα.[25] Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, σε έκθεση του USDOS τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αποτέλεσαν στόχο συγκεκριμένων μορφών έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένου του λεγόμενου «διορθωτικού» βιασμού. Γενικά, οι περισσότεροι/ες επιζώντες/επιζώσες βιασμού δεν προχώρησαν σε επίσημες νομικές ενέργειες λόγω έλλειψης πόρων, έλλειψης εμπιστοσύνης στο δικαστικό σύστημα, πίεσης από την οικογένεια και φόβου εξευτελισμού, αντιποίνων ή και των δύο.[26]
Δεν θα μπορούσε, όμως, η αρμόδια αρχή λόγω μόνο της επικρατούσας κατάστασης για τα ΛΟΑΤKΙ+ άτομα στη χώρα καταγωγής του Αιτητή (ως ανωτέρω) ή των δηλώσεων του περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού, να θεωρήσουν εξ υπαρχής ότι έχει τον συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό. Συγκεκριμένα, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑148/13 έως C‑150/13, Α, Β και C κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημερ.02/12/2014, σκέψη 49, αναφέρθηκε ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Συναφώς, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες των κύριων δικών, κατά τους οποίους οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εξέταση αιτήσεως ασύλου στηριζόμενης σε φόβο διώξεως λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του αιτούντος άσυλο οφείλουν να θεωρήσουν τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό ως πραγματικό γεγονός που έχει αποδειχθεί αποκλειστικά και μόνον βάσει των δηλώσεων του ενδιαφερόμενου αιτούντος, οι οικείες δηλώσεις δεν μπορούν, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου πλαισίου στο οποίο εντάσσονται οι αιτήσεις ασύλου, παρά να συνιστούν απλώς το σημείο αφετηρίας της διαδικασίας εξετάσεως των κρίσιμων γεγονότων και περιστάσεων την οποία προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/83.»
Κατά τα πιο πάνω, το ΔΕΕ απέρριψε το επιχείρημα των αιτούντων ότι οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εξέταση αιτήσεως ασύλου στηριζόμενης σε φόβο διώξεως λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του αιτούντος άσυλο οφείλουν να θεωρήσουν τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό ως πραγματικό γεγονός που μπορεί να αποδειχθεί αποκλειστικά και μόνο βάσει των δηλώσεων του ενδιαφερόμενου αιτούντος.[27] Σε αυτά τα πλαίσια, θεωρείται δεδομένο ότι στη χώρα καταγωγής του Αιτητή υφίστανται διώξεις τα πρόσωπα που ανήκουν στην ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Παρά ταύτα, οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή ως μη εσωτερικά αξιόπιστες δεν μπορούν να οδηγήσουν σε τεκμηρίωση ότι ανήκει στην συγκεκριμένη ομάδα, ούτε δε τεκμηριώνεται μέσω των δηλώσεων του ότι καταζητείται και σε περίπτωση επιστροφής του θα διωχθεί, συλληφθεί ή καταδικασθεί λόγω του ότι ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Με βάση τα ανωτέρω κρίνεται ότι δεν τεκμηρίωσε ο Αιτητής με τους ισχυρισμούς του και/ή κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστος ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής του, ούτε ότι καταζητείται και σε περίπτωση επιστροφής του θα διωχθεί, συλληφθεί ή καταδικασθεί λόγω του ότι ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις του Αιτητή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο ο Αιτητής θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, βάσει του Άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν. 6(Ι)/2000). Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός κατέληξε ότι με την επιστροφή του Αιτητή στη χώρα του δεν θα αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη στην Κινσάσα καθότι δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων, ενώ σημειώνεται ότι ο ίδιος σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησης του ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα του. Σύμφωνα με το portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, «η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό είναι αναμεμειγμένη σε διάφορες μη- διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στην επικράτειά της εναντίον αριθμού μη κρατικών ένοπλων ομάδων».[28] To δε International Crisis Group, σε έκθεση για τη χώρα το 2024 αναφέρει ότι ένοπλες συγκρούσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται στις ανατολικές περιοχές όπως το Nord-Kivu, το Sud-Kivu και το Ituri, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά είτε στην πόλη Kinshasa ή στην ομώνυμη περιφέρεια.[29] Έκθεση του Amnesty International η οποία καλύπτει το έτος 2023 επιβεβαιώνει πως δεκάδες ένοπλες ομάδες παρέμειναν ενεργές, κυρίως στις ανατολικές επαρχίες Ituri, Nord-Kivu και Sud-Kivu.[30] Στο ίδιο πλαίσιο και έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών του Ιουνίου 2024 αναφέρει πως η κατάσταση ασφαλείας και η ανθρωπιστική κατάσταση στο ανατολικό Κονγκό συνέχισε να χειροτερεύει. Αναφορικά με την Κινσάσα, έκθεση της Cedoca (2ος/2025) εστιασμένη στην κατάσταση ασφαλείας, καταγράφει πως κατά το έτος 2024 αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας, όπως διαδηλώσεις, μια απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τις φυλακές Makala, καθώς και ορισμένα επεισόδια στη αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku, εξαιτίας της σύγκρουσης που εκτυλίσσεται στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από τις διαδηλώσεις προς τις δυτικές πρεσβείες, δεν έχουν αναφερθεί μεγάλα περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα.[31] Στις 29/01/25, αγανακτισμένοι διαδηλωτές βανδάλισαν δυτικές πρεσβείες διαμαρτυρόμενοι για την αδράνειας της διεθνούς κοινότητας απέναντι στην διαμάχη που μαίνεται στην Goma.[32] Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος σημειώθηκαν στην επαρχία Kinshasa συνολικά 154 περιστατικά ασφαλείας (ήτοι διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία, καταστολή, βιαιότητες, εμπλοκή ξένων δυνάμεων) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 57 απώλειες.[33] O συνολικός πληθυσμός της επαρχίας της Kinshasa ανέρχεται στους 17.032.300 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2024.[34] Από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου, λοιπόν, επιβεβαιώνεται τα συμπεράσματα της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι παρόλο που στην περιοχή του Αιτητή λαμβάνουν χώρα κάποια περιστατικά ασφαλείας, ο αριθμός των επεισοδίων αυτών είναι χαμηλός σε συνάρτηση με τον πληθυσμό – επομένως ο βαθμός αδιάκριτης βίας δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία του Αιτητή στο έδαφος της περιοχής τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης.
Απορρίπτονται και οι ισχυρισμοί επί της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης ασύλου του Αιτητή, αφού αυτή διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ο Αιτητής ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και κατά τη συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου όπως επίσης και διευκρινιστικές για να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες του, ωστόσο, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με τις απαντήσεις του επαρκώς το αίτημα του. Ούτε διαπιστώνω από τα ενώπιον μου στοιχεία ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αποτελεί δε βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503). Η δε επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] όπως Amnesty International, Human Rights Watch, Freedom House κτλ
[2] https://euaa.europa.eu/sites/default/files/EASO Evidence and Credibility Assesment_JA_EN.pdf, p.180.
[3] The Armed Conflict Location & Event Data Project, Human Rights Watch, Immigration and Refugee Board of Canada κτλ
[4] Βλέπε Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν6(Ι)/2000)
[5] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/2009,
[6] Απόφαση ΕΔΔΑ της 23ης Αυγούστου 2016, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 59166/12, σκέψη 93
[7] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf/ σελ.50 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026)
[8] Freedom House (Author): Freedom in the World 2023 - Democratic Republic of the Congo, 2023, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2023; Freedom House (Author): Freedom in the World 2024 - Democratic Republic of the Congo, 2024, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024; USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf/ σελ.50
[9] Democratic Republic of the Congo, Penal Code, 30 November 2004, Article 176, https://www.wipo.int/wipolex/en/text/194348 , σελ.47
[10] ACCORD, Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022, https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/04/2025)
[11] UN - CESCR, Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo, https://digitallibrary.un.org/record/3969917?ln=en&v=pdf, παρ. 28 – 29, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026)
[12] ILGA – International Lesbian, Gay, Bisexual, Trans and Intersex Association (Author): Our Identities Under Arrest; A global overview on the enforcemnt of laws criminalising consensual same-sex sexual acts between adults and diverse gender expression; 2021 First Edition, December 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2094645/Our_Identities_Under_Arrest_2021.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026)
[13] HRC - UN Human Rights Council (formerly UN Commission on Human Rights): Democratic Republic of the Congo; Compilation of information prepared by the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights [A/HRC/WG.6/47/COD/2], 29 August 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2115949/g2414164.pdf, σελ.9 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026)
[14] Ibid 8, σελ.51
[15] HRC - UN Human Rights Council (formerly UN Commission on Human Rights): Democratic Republic of the Congo; Compilation of information prepared by the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights [A/HRC/WG.6/47/COD/2], 29 August 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2115949/g2414164.pdf σελ.9; USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ 44,51 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026)
[16] United Nations General Assembly, Summary of stakeholders’ submissions on the Democratic Republic of the Congo, 30 August 2024, https://digitallibrary.un.org/record/4062154?ln=en&v=pdf , παρα.13, σελ.3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026)
[17] UNDP, Inclusive Governance Initiative: Democratic Republic of the Congo Baseline Report, 2022, UNDP-CD- igi-drc-baseline-report.pdf, σελ. 15
[19] USDOS, 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_CONGO-DEM-REP-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , σελ.43, UNDP, Inclusive Governance Initiative: Democratic Republic of the Congo Baseline Report, 2022, https://www.undp.org/sites/g/files/zskgke326/files/2022-07/UNDP-CD-%20igi-drc-baseline-report.pdf , σελ.8
[20] Freedom House (Author): Freedom in the World 2024 - Democratic Republic of the Congo, 2024,
https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024; (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026)
[21] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ.52, USDOS, 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023, σελ.44, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_CONGO-DEM-REP-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf
[22] Ibid 8 σελ.43
[23] Ibid 8 σελ.51
[24] ACCORD, Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022, , https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026)
[25] Belgium, CEDOCA, Republique Democratique du Congo: Minorités sexuelles et de genre, 15 December 2023, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._les_minorites_sexuelles_et_de_genre_20231215.pdf , σελ. 13
[26] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ.40-41; Bertelsmann Stiftung: BTI 2024 Country Report 19/03/24
[27] EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System – Judicial analysis (Second edition), February 2023, ενότητα 4.4. Methods for assessing the credibility of the applicant’s statements and documentary and/or other evidence, σελ. 116-117
[28] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Last updated: Tuesday 14th February 2023, available at: https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.01.2026)
[29]International Crisis Group's Crisis Watch, Conflict in focus, DRC, January 2024, διαθέσιμο σε https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/february-alerts-and-january-trends-2024#democratic-republic-of-congo
[30] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2023, 24 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107871.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.01.2026)
[31] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Republique Democratique du Congo; Situation sécuritaire, 25 February 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_0.pdf σελ.2
[32] Aljazeera, Tyres burned, embassies attacked in DR Congo’s Kinshasa protests, 29/01/2025, https://www.aljazeera.com/gallery/2025/1/29/tyres-burned-embassies-attacked-in-dr-congos-kinshasa-protests (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.01.2026)
[33] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Democratic Republic of Congo, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.01.2026)
[34] https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/01/2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο