ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.Τ357/25
19 Φεβρουαρίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
W. N. J.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Αιτήτρια εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Κος Ρ. Ευαγγέλου – μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Αγγλικά και αντίστροφα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε στις 22/07/25 με επιστολή ημ.14/07/25, η οποία και συνάπτεται στην προσφυγή.
Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου, η αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 11/07/23 και υπέβαλε 1η αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 24/07/23 (ερ.1-3, 41).
Στις 11/04/24 έγινε συνέντευξη στην αιτήτρια από τους καθ’ ων η αίτηση, προς εξέταση της αιτήσεως ασύλου, όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.32-41), μετά δε τη συνέντευξη, ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση-Εισήγηση και στις 25/04/24 η 1η αίτηση διεθνούς προστασίας, απορρίφθηκε (ερ.91-105).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε δια χειρός στις 07/06/24, στην αγγλική, που είναι η μητρική της γλώσσα (ερ.3, 106).
Κατά της ων άνω απόφασης των καθ’ ων η αίτηση η αιτήτρια καταχώρησε στο Δικαστήριο την υπ. αρ.2420/24, που απορρίφθηκε στις 13/09/24, λόγω μη επίδοσης (ερ.113-121).
Στις 05/11/24 η αιτήτρια υπέβαλε 1η μεταγενέστερη αίτηση, η οποία και απορρίφθηκε την ίδια μέρα ως απαράδεκτη, στη βάση των αρ.16 (Δ) και 12Β Τετράκις του Νόμου (ερ.132-135, 140-144). Έπειτα ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας, που της δόθηκε δια χειρός στις 05/11/24, στην αγγλική γλώσσα (ερ.145).
Κατά της ων άνω απόφασης των καθ’ ων η αίτηση η αιτήτρια καταχώρησε στο Δικαστήριο την υπ. αρ.Τ1129/24, που αποσύρθηκε στις 19/02/25 (ερ.156-161).
Στις 21/03/25 η αιτήτρια υπέβαλε την επίδικη 2η μεταγενέστερη αίτηση, που απορρίφθηκε στις 14/07/25 ως απαράδεκτη, στη βάση των αρ.16 (Δ) και 12Β Τετράκις του Νόμου (ερ.18-192, 198-206). Έπειτα ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας, που της δόθηκε δια χειρός στις 05/11/24, στην αγγλική γλώσσα (ερ.207-208).
Επί του περιεχομένου των ως άνω αιτήσεων σημειώνω τα εξής.
Επί της 1ης αιτήσεως ασύλου η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής λόγω της ψυχολογικής της κατάστασης και του τραύματος. Εργαζόταν σε κυβερνητικό πρόγραμμα σε περιοχή όπου δρούσαν οι αυτονομιστές. Της ζητήθηκε να τους στηρίξει και να τους φροντίσει ως νοσοκόμα, ωστόσο δεν μπορούσε να το κάνει γιατί στήριζε την κυβέρνηση. Οι αυτονομιστές, ως ανέφερε, επιθυμούν το κλείσιμο των σχολείων και είναι εναντίον οποιουδήποτε κυβερνητικού προγράμματος. Στράφηκαν κατά της ίδιας και του πατέρα της και τους ζήτησαν χρήματα. Εγκατέλειψε την περιοχή και εργάστηκε σε άλλο πρόγραμμα σε περιοχή όπου δεν υπήρχαν συγκρούσεις. Πήραν τον πατέρα της και τον σκότωσαν, και της έστειλαν φωτογραφίες και απειλές. Στη συνέχεια σκότωσαν τη δίδυμη αδερφή της. Η ίδια ήταν αγχωμένη και συγχυσμένη. Ως ανέφερε, αν εργαστείς για την κυβέρνηση θεωρείσαι προδότης από τους αυτονομιστές, αν δε είσαι με το μέρος των αυτονομιστών η κυβέρνηση είναι εναντίον σου. Μετά τον θάνατο της αδερφής της δεν είχε άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψει τη χώρα, ενώ βοήθησε στη μετεγκατάσταση της μητέρας και των παιδιών της καθώς όλα καταστράφηκαν και κάηκαν εκεί, ως ανέφερε.
Στη συνέντευξη η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της καθώς το 2016 που ξεκίνησε η κρίση στην χώρα της η ίδια ήταν φοιτήτρια. Η κυβέρνηση εγκαινίασε πρόγραμμα ανοσοποίησης (immunization) σε διάφορες κοινότητες. Η ομάδα της, στην κοινότητα Dienyi, η οποία αποτελείτο από 5 φοιτητές ενημέρωσε τον επικεφαλής της κοινότητας για τον λόγο της παρουσίας τους, ο οποίος τους ανέφερε ότι οι Ambazonians έδωσαν διαταγή να μην λειτουργούν σχολεία και κυβερνητικά προγράμματα στην κοινότητα. Καθότι ήταν απεσταλμένοι της κυβέρνησης έπρεπε να ακολουθήσουν τις οδηγίες. Την πρώτη μέρα δεν προέκυψαν παρεμβάσεις, την δεύτερη μέρα όμως υπήρξε αντιπαράθεση με τους Ambazonians, οι οποίοι τους πήραν στο δάσος, τους χτύπησαν και τους άφησαν χωρίς νερό και φαγητό για τρεις μέρες, και στη συνέχεια τους ζήτησαν χρήματα. Ο καθένας από τους φοιτητές έπρεπε να πληρώσει 500,000 CFA και τους είπαν ότι δεν μπορούν να δώσουν τα χρήματα στο δάσος. Καθώς η αιτήτρια ήταν η μόνη από τους πέντε με καταγωγή από την συγκεκριμένη κοινότητα, δεσμεύτηκε στους Ambazonians ότι θα μάζευε και θα παρέδιδε τα χρήματα εκ μέρους όλων. Της λέχθηκε ότι αν δεν δώσει τα χρήματα θα κυνηγήσουν την ίδια και την οικογένεια της, και τους άφησαν ελεύθερους. Τότε επέστρεψαν πίσω στο σχολείο στην Buea και ενημέρωσαν τι συνέβη. Τους ζητήθηκε από την αστυνομία να δώσουν οδηγίες ως προς το μέρος που κρατήθηκαν στο δάσος. Η ίδια έλαβε απειλητικά μηνύματα από τους Ambazonians ότι εφόσον έστειλε τον στρατό θα κυνηγήσουν την οικογένεια της. Το 2017 βρήκαν τον πατέρα της στο χωριό και τον σκότωσαν και τον Απρίλιο του 2023 σκότωσαν την αδερφή της. Καθώς έφερε ευθύνη για τον θάνατο της αδερφής της αποφάσισε να φύγει από την χώρα.
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με την κράτηση της από τους Ambazonians, η Αιτήτρια ανέφερε ότι τον Ιούνιο του 2017, πραγματοποιούσαν εκστρατεία στην κοινότητα και οι Ambazonians οπλισμένοι με όπλα και μαχαίρια τους συνέλαβαν και τους μετέφεραν στο δάσος. Η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν τραυματικό (“I was traumatized”).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, η αιτήτρια προσκόμισε αντίγραφα κάρτας μέλους από OPMS/AMSP, στο Καμερούν, Ανώτερο Εθνικό Δίπλωμα (Higher National Diploma) στη νοσηλευτική και βεβαίωση εγγραφής στον σύνδεσμο (Attestation of enrollment in the association).
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα της αιτήτριας σχημάτισαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Προφίλ, τόπος διαμονής και χώρα καταγωγής της αιτήτριας
2. Η αιτήτρια είναι νοσοκόμα
3. Δολοφονία του πατέρα και της αδελφής της αιτήτριας λόγω της ιδιότητας της ως νοσοκόμα
Εκ των ως άνω ισχυρισμών έγινε αποδεκτός ο 1ος ισχυρισμός, απορρίφθηκαν όμως ο 2ος και 3ος ουσιώδεις ισχυρισμοί, ως αναξιόπιστοι.
Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, κρίθηκε ότι οι σχετικές δηλώσεις της αιτητή δεν ήταν συγκεκριμένες και στερούνταν αναμενόμενων λεπτομερειών. Στα πλαίσια της εκτίμησης της αξιοπιστίας του ισχυρισμού διαπιστώθηκε ότι τα έγγραφα που προσκόμισε η αιτήτρια έφεραν διαφορές ως προς ίδρυμα από το οποίο αποφοίτησε και τα στοιχεία του διευθυντή του, δεν έφεραν αναμενόμενες πληροφορίες, όπως τα στοιχεία επικοινωνίας με το ίδρυμα που φέρεται να τα εξέδωσε, κανένα δε εκ των δύο ονομάτων των ιδρυμάτων που στα εν λόγω έγγραφα καταγράφονται δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας. Σχετικά δε με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό, δεδομένου και του ότι ο ισχυρισμός ότι η αιτήτρια υπήρξε νοσοκόμα δεν έγινε αποδεκτός, το οποίο αποτελούσε και τη βάση των ισχυρισμών της περί της δολοφονίας του πατέρα και της αδελφής της, τελικά ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Ακολούθως, ανατρέχοντας σε αξιόπιστες πηγές και αξιολογώντας το προφίλ της αιτήτριας σε συνάρτηση με πληροφορίες (ΠΧΚ) για τη γενική κατάσταση ασφαλείας στα πλαίσια των συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στις αγγλόφωνες περιοχές αλλά και τον τόπο διαμονής της (χωριό Dienyi, Southwest), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίστανται ανάγκες διεθνούς προστασίας και γι’ αυτό απέρριψαν την 1η αίτηση ασύλου ως αβάσιμη και εξέδωσαν απόφαση επιστροφής.
Στα πλαίσια της 1ης μεταγενέστερης αίτησης η αιτήτρια επανέλαβε κατ’ ουσία τα όσα είχε αναφέρει στην 1η αίτηση της, προσκομίζοντας και πάλι αντίγραφα των εγγράφων τα οποία είχε προσκομίσει στα πλαίσια της 1ης αίτησης της.
Δεδομένων των ως άνω οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας την 1η μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας κατέληξαν ότι, δεδομένου ότι ουδείς νέος ισχυρισμός και ουδέν νέο στοιχείο ή έγγραφο προσκομίστηκε από την αιτήτρια, λαμβανομένου υπόψη ότι τα όσα ανέφερε και προσκόμισε είχαν ήδη αναφερθεί και προσκομιστεί στα πλαίσια της 1ης αίτησης, όπου και εξετάστηκαν, η αίτηση της θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως και έγινε.
Στα πλαίσια της επίδικης 2ης μεταγενέστερης αίτησης η αιτήτρια καταγράφει ότι δεν θέλει να έχει επανειλημμένες σεξουαλικές επιθέσεις και απειλές από τους Ambazonians, που, ως αναφέρει, συνεχίζουν να την απειλούν για λύτρα, αφού απήγαγαν την μητέρα της και θέλουν να απαγάγουν την ίδια για να τους περιθάλπει, εκ του όποιου θα αντιμετωπίσει κίνδυνο και από την κυβέρνηση. Περαιτέρω αναφέρει ότι υπόκειται συνεχιζόμενα ιατρικά επεισόδια στις ωοθήκες της λόγω βιασμού που υπέστη και ψυχολογικής της αστάθειας, η οποία της προκαλεί παράνοια και γι’ αυτό επισκέπτεται το νοσοκομείο. Προσκόμισε δε φερόμενο πιστοποιητικό θανάτου της αδελφής της, του πατέρα της, αριθμό φερόμενων ένορκων δηλώσεων, φερόμενη ιατρική αναφορά από το Καμερούν και ιατρικό σημείωμα από το Μακάρειο Νοσοκομείο.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας την επίδικη 2η μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας, ως στη σχετική έκθεση αναφέρεται, κατέληξαν ότι, δεδομένου ότι η αιτήτρια δεν είχε κατά τις δύο προηγούμενες αιτήσεις της αναφέρει ότι υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από τους Ambazonians και ούτε έγινε αναφορά σε ψυχική της αστάθεια, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τούτο γιατί, ως εξηγούν, είναι εξ υπαιτιότητας της ιδίας που δεν είχαν αναφερθεί οι ισχυρισμοί αυτοί προηγουμένως (παρότι η αιτήτρια προσέφυγε στο μεταξύ δις στο Δικαστήριο) και – ομοίως – τα όσα προσκόμισε δεν είχαν προσκομιστεί προηγουμένως και πάλι εξ υπαιτιότητας της. Σημειώνεται ότι έγινε εκτεταμένη εξέταση των εγγράφων που προσκόμισε η αιτήτρια, με αναφορά στα τυπικά τους γνωρίσματα και το περιεχόμενο τους, στα πλαίσια της οποίας και καταγράφηκαν επιφυλάξεις ως προς τη γνησιότητα τους. Επί τούτου θα επανέλθω πιο κάτω.
Προέχει η καταγραφή του νομικού πλαισίου επί μεταγενέστερων αιτήσεων.
Στη βάση της οικείας νομοθεσίας, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης ερευνάται κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, εξετάζεται κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και κατά πόσο «ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i) του Νόμου και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].
Στην απόφαση στην υπ. C-921/19, LH ν. Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ημ.10/06/21, του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) λέχθηκαν τα εξής:
«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
38. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. C-18/20, XY v. Bundesamt f?r Fremdenwesen und Asyl, ημ.09/09/21, λέχθηκαν τα εξής:
«52. Όπως δε αναφέρει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 68 των προτάσεών του, η πρώτη από τις ως άνω προϋποθέσεις αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν στη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, κατά την οποία τα νέα στοιχεία ή πορίσματα πρέπει να «αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95 , ενώ η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 69 του AVG αντιστοιχεί στη δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη με το άρθρο 40, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής «να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του […] άρθρου [40] κατά την προηγούμενη διαδικασία». »
Σημειώνεται ότι η Δημοκρατία – ως είχε δικαίωμα στη βάση του αρ.40 (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ («[τα] κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου κατά την προηγούμενη διαδικασία») – συμπεριέλαβε στην οικεία νομοθεσία το αρ.16Δ (3) (β) (ii), βάσει του οποίου, προκειμένου μεταγενέστερη αίτηση να θεωρηθεί παραδεκτή και να προχωρήσει σε επί της ουσίας εξέταση της, θα πρέπει να «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος». Είναι δε σαφές εκ της χρήσης στο αρ.40 (4) της Οδηγίας του λεκτικού «η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν», ότι η εξέταση του κατά πόσο ο αιτών φέρει υπαιτιότητα για την μη προηγούμενη επίκληση ή προσαγωγή των νέων στοιχείων εντάσσεται στα πλαίσια του δεύτερου σταδίου (βλ. C-921/19, ανωτέρω) προκαταρτικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης. Άλλωστε και στην σκέψη 38 της ως άνω απόφασης γίνεται αναφορά στις «δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού».
Σκοπός λοιπόν της εξέτασης μεταγενέστερης αιτήσεως επί του παραδεκτού, η οποία συνίσταται σε δύο διακριτά στάδια, το 1ο, όπου εξετάζεται κατά πόσο έχουν προσκομισθεί νέα στοιχεία ή έγγραφα, και το 2ο, όπου εξετάζεται τυχόν υπαιτιότητα του αιτούντος για την μη προηγούμενη επίκληση τους αλλά και το αν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, είναι η εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω (επί της ουσίας) εξέταση της απορριφθείσας μεταγενέστερης αίτησης και όχι η επί της ουσίας έρευνα των νεών αυτών ισχυρισμών, ως να επρόκειτο για 1η αίτηση ασύλου.
Πέραν των ως άνω θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι στο αρ.16Δ (2) & (3) (α), στο οποίο ρυθμίζεται ειδικώς η διαδικασία προκαταρτικής εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης, αναφέρεται ρητώς ότι «[ο] Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη» και, περαιτέρω, ότι, «[…] σε περίπτωση που […] ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.». Στο δε αμέσως επόμενο εδάφιο [αρ.16Δ (3) (β)] αναφέρεται ότι ο Προϊστάμενος «προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή [των νέων στοιχείων], αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον» ικανοποιηθεί ότι, πέραν της διαπίστωσης ότι δια της εκάστοτε υπό κρίση μεταγενέστερης αιτήσεως προσκομίζονται νέα στοιχεία ή έγγραφα ή ισχυρισμοί, πληρούνται – σωρευτικά πάντοτε - και οι προϋποθέσεις που εξετάζονται στα πλαίσια του 2ου σταδίου της προκαταρτικής εξέτασης, ως αμέσως πιο πάνω αναλύεται.
Από τα ενώπιον μου στοιχειά, ως ανωτέρω αναφέρονται, θα συμφωνήσω με την επί της επίδικης μεταγενέστερης αιτήσεως κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του παραδεκτού, ως αυτή καταγράφεται στην επίδικη έκθεση.
Εξηγώ επί των ως άνω.
Εν προκειμένω η αιτήτρια είχε κάθε δυνατότητα να προσφύγει κατά των αποφάσεων επί της 1ης αιτήσεως ασύλου και της 1ης μεταγενέστερης αίτησης της στο Δικαστήριο, πράγμα που έπραξε, οι δε προσφυγές της, η μεν πρώτη απορρίφθηκε η δε δεύτερη αποσύρθηκε από την ίδια. Είχε λοιπόν δυνατότητα, άλλωστε ουδείς ισχυρισμός περί του αντιθέτου αναφέρεται από την ίδια (βλ. σημείο 10, ερ.190), να αναφέρει τους για πρώτη φορά στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης αναφερόμενους ισχυρισμούς που αφορούν την κατ’ ισχυρισμό σεξουαλική της κακοποίηση από τους Ambazonians. Ακόμα και τότε – περί τα 3 έτη αφότου ήρθε στη Δημοκρατία (στα πλαίσια της επίδικης αίτησης) και κατόπιν προηγούμενων διαβημάτων (1η αίτηση ασύλου και προσφυγή επί της απόφασης αυτής, 1η μεταγενέστερη αίτηση και προσφυγή επί της απόφασης αυτής) προς τους καθ’ ων η αίτηση και στο Δικαστήριο - ουδέν αναφέρει για την καθυστέρηση της να αναφερθεί στον ισχυρισμό της αυτό. Ομοίως, ουδέν αναφέρει σχετικά με την καθυστέρηση στην υποβολή των εγγράφων που προσκόμισε στα πλαίσια της επίδικης 2ης μεταγενέστερης αίτησης. Ορθώς λοιπόν θεωρώ ότι απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση ως απαράδεκτη, στη βάση της οικείας νομοθεσίας ως και πιο πάνω καταγράφεται. Σημειώνω δε ότι η όποια ενασχόληση των καθ’ ων η αίτηση με τα έγγραφα που προσκόμισε, δεδομένου ότι ουδέν αναφέρθηκε που θα αιτιολογούσε την καθυστέρηση της στην προσκόμιση τους και το πως, πότε και με ποιο τρόπο τελικά ήρθαν τα έγγραφα αυτά στην κατοχή της, ήταν εκ του περισσού και ουδεμία ανάγκη υπήρχε προς τούτο, δεδομένου ότι δεν ικανοποιείται η εκ του Νόμου τιθέμενη προϋπόθεση η μη προηγούμενη προσκόμιση να μην οφείλεται σε υπαιτιότητα της αιτήτριας.
Ουδέν λοιπόν ετέθη ενώπιον μου που να καθιστά τρωτή την επίδικη απόφαση.
Απομένει μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Kumba, SW) σε επικαιροποιημένη βάση. Σημειώνω εδώ ότι, παρότι στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ασύλου της αιτήτριας καθορίστηκε το χωριό Dienyi, το οποίο βρίσκεται κι’ αυτό στη Νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν, εντούτοις, ως ρητά καταγράφεται στο ερ.36, αυτή διέμενε για αρκετά χρόνια, μέχρι που έφυγε από τη χώρα, στην Kumba.
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Νοτιοδυτική Επαρχία, όπου βρίσκεται τόσο η Kumba, όπου – ως η ίδια δήλωσε - διέμενε περί αρκετά χρόνια προτού φύγει από το Καμερούν, καταγράφηκαν 450 περιστατικά πολιτικής βίας (περιλαμβάνει βία κατά αμάχων, απομακρυσμένη βία εκρήξεις, μάχες, εξεγέρσεις, διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 327 θάνατοι. [1] Κατά το ίδιο διάστημα σημειώθηκαν στην Kumba, σημειώθηκαν 11 περιστατικά πολιτικής βίας, χωρίς ανθρώπινη απώλεια. Ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας ανέρχεται περί το 1 ½ εκατομμύριο κατοίκων[2], της δε πόλης Kumba περί τις 150.000. [3]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις, δεδομένης της απόρριψης των ισχυρισμών της ήδη από την 1η αίτηση που είχε υποβάλει και την απόρριψη ως απαράδεκτης της επίδικης εδώ 2ης μεταγενέστερης αίτησης της, που να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[4] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Θα πρέπει δε τέλος να σημειωθεί ότι η αιτήτρια είναι περί των 33 ετών, με εργασιακή εμπειρία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας (δεδομένης της απόρριψης του αφηγήματος της) και οικογενειακό δίκτυο (η μητέρα και τα παιδιά της αιτήτριας διαμένουν στη Νοτιοδυτική περιοχή και διατηρούν επικοινωνία). Θεωρώ ότι τα στοιχεία αυτά δεικνύουν ότι η αιτήτρια δεν αναμένεται ευλόγως να στερηθεί της απαραίτητης στήριξης κατά την επιστροφή και επανένταξη της στην τοπική κοινωνία, μέχρι τουλάχιστον να είναι σε θέση να βιοποριστεί.
Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €500 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest (Sud-Ouest) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025).
[2] City Population, Cameroon, Sud-Ouest Region, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ [ημ. πρόσβασης 14/05/25]
[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο