A.A.R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ463/2025, 4/2/2026
print
Τίτλος:
A.A.R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ463/2025, 4/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: Τ463/2025

04 Φεβρουαρίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

A.A.R.,

Παλαιστίνιος του Λιβάνου

                                 Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως.

Η παρουσία των Καθ’ ων η αίτηση δεν κρίθηκε απαραίτητη και συνεπώς δεν κλήθηκαν να παραστούν στη διαδικασία[1]

[ALQAROUT Shahd, Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αραβική στην ελληνική και αντίστροφα]

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερ. 11.09.2025, με την οποία απορρίφθηκε η τρίτη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, καθώς αυτή κρίθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ(3)(δ) και 12Βτετράκις(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «o περί Προσφύγων Νόμος»).

 

Η παρούσα εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν προσφάτως τροποποιηθεί[2] και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπει το εδάφιο (ε) του άρθρου 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο. Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του άρθρου 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ’ ων η αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία του Αιτητή.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης ως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο έχουν ως ακολούθως:

 

Ο Αιτητής ο οποίος είναι Παλαιστινιακής καταγωγής, γεννήθηκε στον Λίβανο,  τον οποίο εγκατέλειψε στις 03.09.2015 και αφίχθηκε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές στις 06.09.2015. Αίτηση ασύλου υπέβαλε στις 14.09.2015 στο πλαίσιο της οποίας προσήλθε σε συνέντευξη στις 18.11.2015 στην Υπηρεσία Ασύλου και ακολούθως, κατόπιν εξέτασης της ουσίας της υπόθεσής του, η αίτησή του απορρίφθηκε στις 31.03.2016. Προσφυγή  εναντίον της απόφασης αυτής την οποία καταχώρισε ο Αιτητής ενώπιόν της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων απορρίφθηκε στις 24.11.2020. Ακολούθως, ο Αιτητής καταχώρισε στις 08.12.2020 πρώτη μεταγενέστερη αίτηση η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 22.02.2021. Εναντίον της απόφασης αυτής ο Αιτητής καταχώρισε προσφυγή στο παρόν Δικαστήριο η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του  Δ.Δ.Δ.Π. στις 01.02.2022. Ακολούθως, ο Αιτητής προχώρησε στις 24.03.2022 με την καταχώριση δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 12.06.2023. Εναντίον της απόφασης αυτής ο Αιτητής καταχώρισε προσφυγή στο παρόν Δικαστήριο, η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με απόφαση του  Δ.Δ.Δ.Π. στις 14.07.2023.

 

Ακολούθως, ο Αιτητής προχώρησε στις 25.11.2024 με την καταχώριση της υπό κρίση (τρίτης) μεταγενέστερης αίτησης, η οποία αφού εξετάστηκε, υποβλήθηκε από τον λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου  Σημείωμα/Εισήγηση ημερ. 08.09.2025 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με το οποίο εισηγείτο όπως η μεταγενέστερη αίτηση κριθεί απαράδεκτη. Στις 11.09.2025 ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου υπάλληλος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή. Την απόφαση αυτή αμφισβητεί ο Αιτητής με την υπό κρίση προσφυγή.

 

Ο Αιτητής, ο οποίος εμφανίζεται αυτοπροσώπως, στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας δεν παραθέτει έκθεση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση του αλλά ούτε και εξειδικεύει οποιονδήποτε λόγο ακυρώσεως της επίδικης απόφασης. Καταγράφει δε, στο χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ. 1[3], την ένσταση του εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης ισχυριζόμενος ότι επιθυμεί να προσφύγει κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, διότι αντιμετωπίζει προβλήματα στην χώρα καταγωγής του, ειδικά στο Shatila Camp και ότι εάν επιστρέψει θα κινδυνεύσει η ζωή του. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι δέκα (10) χρόνια στην Κύπρο και δεν μπορεί να επιστρέψει.

 

Δεδομένου του γεγονότος ότι ο Αιτητής εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου προσωπικά, ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Διαδικαστικός Κανονισμός») τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καθορισμού των νομικών σημείων, εφόσον δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο.

 

Επισημαίνω βεβαίως ότι ανάλογη χαλάρωση δεν προβλέπεται αναφορικά με την υποχρέωση για συμμόρφωση με την πρόνοια του Κανονισμού 4 του Διαδικαστικού Κανονισμού και ειδικότερα την υποχρέωση του Αιτητή να καταγράψει κατά συνοπτικό τρόπο όλα τα ουσιώδη γεγονότα, επί των οποίων βασίζεται η προσφυγή του, καθώς είναι ο Αιτητής που έχει ιδιάζουσα γνώση τόσο των γεγονότων της υπόθεσής του όσο και των λόγων για τους οποίους η προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση θίγει τα συμφέροντα του.

 

Ενόψει της μη συμπερίληψης οιουδήποτε νομικού ισχυρισμού, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της παρούσας αιτήσεως αφού η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατόπιν αίτησης η οποία υποβλήθηκε στην αρμόδια διοικητική αρχή μετά την 20ή Ιουλίου 2015[4] και συνεπώς το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να εξετάσει και επί της ορθότητάς της την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Επισημαίνεται ότι αυτό που εν προκειμένω εξετάζεται είναι η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση για απόρριψη μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου η οποία διαβάζεται σε συνάρτηση με τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 16Δ(3)(α) και (β). Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[5], διατάξεις οι οποίες μεταφέρονται στο ημεδαπό δίκαιο με το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου καθώς και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται  σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων[6]. Ειδικότερα, το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) παρέχει τη δυνατότητα  στην Υπηρεσία Ασύλου να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.

 

Το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) συμπληρώνεται από τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ. Ειδικότερα, το πρώτο αυτό στάδιο του παραδεκτού συνεχίζεται σε περαιτέρω στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού, ως αυτές παρατίθενται στα εδάφια  (3) (α) και (β)  του  άρθρου  16Δ  του  περί Προσφύγων  Νόμου  τα  οποία  διαλαμβάνουν  τα  ακόλουθα  (- έμφαση  και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

 

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον: -

 

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

 

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».

 

Οι προϋποθέσεις λοιπόν του παραδεκτού μίας μεταγενέστερης αίτησης, ως αυτές έχουν καθοριστεί νομοθετικά και ερμηνευθεί νομολογιακά από το ΔΕΕ αλλά και από τα εθνικά μας Δικαστήρια, διαμορφώνονται ως ακολούθως:

 

Πρώτον, διαπιστώνεται, μέσω  προκαταρτικής εξέτασης, κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή  νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του (επί της αρχικής αίτησης ασύλου),  σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την αρχική αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά δεύτερον: (α) αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας  και (β) εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω τα νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.

 

Οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς[7].

 

Σκοπός λοιπόν της προκαταρκτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας αιτήσεως ασύλου και όχι η εις βάθος επί της ουσίας έρευνα των νέων ισχυρισμών ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου. Αυτή είναι άλλωστε και η σκοπιμότητα των διατάξεων του αρ. 40 (2), (3) και (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ως αυτές έχουν ερμηνευθεί στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt f?r Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710 (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΧΥ»).

 

Εν προκειμένω, παρατηρώ ότι ο Αιτητής, κατά την αρχική του αίτηση για διεθνή προστασία, ανέφερε ότι είναι παλαιστινιακής καταγωγής και ότι στον Λίβανο δεν απολαμβάνει κανένα δικαίωμα. Ειδικότερα, δήλωσε ότι δεν έχουν δικαίωμα εργασίας, αγοράς περιουσίας και πρόσβασης στην εκπαίδευση. Ανέφερε ότι εγκατέλειψε τον καταυλισμό με σκοπό την αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, δεδομένου ότι εκεί επικρατούν έμποροι ναρκωτικών, ένοπλες ομάδες και  σημειώνονται θάνατοι (βλ. ερυθ. 3 – 1 και 10 - 8 δ.φ.). Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ρητά ότι ήλθε στη Δημοκρατία λόγω του δυσκολιών διαβίωσης που αντιμετώπιζε στον προσφυγικό καταυλισμό Shatila στην Βηρυτό, στον οποίο διέμενε (βλ. ερυθ. 14 δ.φ.). Ειδικότερα, ο Αιτητής δήλωσε ότι στον τόπο όπου διέμενε τον έλεγχο ασκούσαν ένοπλοι και πολιτοφυλακές και ότι δεν υπήρχε ασφάλεια. Όπως ανέφερε, οι Παλαιστίνιοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα και περιέγραψε την κατάσταση ως ισοδύναμη με συνθήκες πολέμου. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι είχε δεχθεί πιέσεις από ένοπλη ομάδα, η οποία πρόσκειται στη Hezbollah, προκειμένου να ενταχθεί στις τάξεις της. Αναφορικά με τις συνθήκες που θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στον Λίβανο, ο Αιτητής ανέφερε ότι θα βρεθεί σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς αυτούς του Αιτητή, οι Καθ' ων η Αίτηση έκριναν ότι, ο λόγος που εγκατέλειψε τον Λίβανο, αφορά στις δυσκολίες διαβίωσης που αντιμετώπιζε. Ο ίδιος δεν εξέφρασε οποιονδήποτε προσωπικό φόβο δίωξης ως λόγο αναχώρησής του από τον Λίβανο.  Οι Καθ’ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι ο Αιτητής, ανιθαγενής Παλαιστινιακής καταγωγής, είναι εγγεγραμμένος στον οργανισμό UNRWA, και εγκατέλειψε το πεδίο ασφάλειας του οργανισμού, λόγω δικής του υπαιτιότητας και βούλησης και όχι λόγω του ότι η παροχή προστασίας που λάμβανε έπαυσε να ισχύει για λόγους που αφορούν συνθήκες βίας και δίωξης προς το πρόσωπό του, έτσι ώστε να τεκμηριώνεται ότι η προσωπική ασφάλεια του Αιτητή θα βρισκόταν σε πραγματικό κίνδυνο εάν παρέμενε ή επέστρεφε στον Λίβανο. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων κατά την εξέταση της διοικητικής του προσφυγής (βλ. ερυθ. 66 δ.φ.)

 

Στο πλαίσιο της πρώτης μεταγενέστερης αίτησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ζητεί την επανεξέταση του φακέλου του λόγω δίωξης και κακομεταχείρισης που υφίσταται από το κράτος, λόγω της παλαιστινιακής του καταγωγής. Ανέφερε ότι του ζητήθηκε να συνεργαστεί με ορισμένες ομάδες, πλην όμως αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να ενοχοποιηθεί. Περαιτέρω, δήλωσε ότι υπέστη χρήση βίας και δίωξη και ότι αντιμετωπίζει έλλειψη ασφάλειας και σταθερότητας. Ανέφερε ότι δεν αισθάνεται ηρεμία εντός της οικίας του λόγω συνεχούς παρακολούθησης και καταδίωξης. Δήλωσε ότι του ζητήθηκε να εργαστεί με συγκεκριμένες ομάδες, αίτημα το οποίο αρνήθηκε, γεγονός που είχε, αρνητικές συνέπειες σε βάρος του. Τέλος, δήλωσε ότι ισλαμικές ομάδες, καθώς και πολιτοφυλακές της Hezbollah, προβαίνουν σε διώξεις εις βάρος του και ζήτησε βοήθεια προκειμένου να μπορέσει να παραμείνει και να ζήσει με ασφάλεια και αξιοπρέπεια σε χώρα απαλλαγμένη από βία και διώξεις (βλ. ερυθρά 74 - 71). Εξετάζοντας την αίτηση του αυτή, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν αυτή ως απαράδεκτη καθώς δεν παρουσίασε νέα στοιχεία ή πορίσματα, διότι τα όσα ανέφερε στην αίτησή του, τα έχει ήδη αναφέρει κατά την διάρκεια της προηγούμενης συνέντευξης.

 

Στα πλαίσια της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι δέχτηκε παρενόχληση από τις αρχές του Λιβάνου, ότι ως παλαιστίνιος δεν έχει δικαιώματα στον Λίβανο, ότι αντιμετωπίζει ρατσισμό και ότι μετά το 2005 δέχθηκε παρενόχληση από την ομάδα Hezbollah λόγω της θρησκείας του (σουνίτης). Πρόσθεσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε, δεν έχει έθνος, και ότι το διαβατήριο του δεν έχει εθνικό αριθμό εγγραφής. Περαιτέρω, στο πλαίσιο αυτό ο Αιτητής προσκόμισε έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με τον θάνατο του πατέρα του, και πιστοποιητικό θανάτου του πατέρα του. (βλ. ερυθρά 110 - 104).

 

Εξετάζοντας την αίτηση του αυτή, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν αυτή ως απαράδεκτη καθώς τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν νέα στοιχεία. Ως προς το πιστοποιητικό θανάτου του πατέρα του, κρίθηκε ότι αυτό δεν αυξάνει τις πιθανότητες χορήγησης του διεθνή προστασία, ενώ σημειώνεται ότι τα στοιχεία αυτά προσκόμισε και στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και συνεπώς δεν αποτελούν νέα στοιχεία. Τέλος, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στον Λίβανο, θα διατρέχει τον κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.

 

Στα πλαίσια της υπό κρίση τρίτης μεταγενέστερης αίτησής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα στον Λίβανο, ότι ως παλαιστίνιος δεν έχει δικαιώματα, ότι πλέον εκεί υπάρχει πόλεμος και δεν μπορεί να επιστρέψει. Ως επίσης κατέγραψε, βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία από το έτος 2015 (βλ. ερυθρά 139 -136). Πρόσθεσε δε ότι ο αδελφός του είναι αναγνωρισμένος πρόσφυγας και θέλει να επανεξεταστεί ο φάκελός του και να αποκτήσει το καθεστώς του πρόσφυγα.

 

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης αυτής, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι με την μεταγενέστερη αίτηση ο Αιτητής δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς αλλά επανέλαβε τους ίδιους, οι οποίοι εξετάστηκαν κατ’ ουσία και απορρίφθηκαν κατ’ επανάληψη.  Επιπλέον, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στον Λίβανο, θα διατρέχει τον κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.

 

Απέρριψαν συνεπώς την υπό εξέταση αίτηση ως απαράδεκτη. Στην κατάληξή τους αυτή, οδηγήθηκαν αφού έλαβαν υπόψη τα όσα ο ίδιος ανέφερε σε όλα τα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας.

 

Η εκτίμηση του Δικαστήριου

 

Από το σύνολο των πραγματικών περιστατικών και του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει τη νομιμότητα και την ορθότητα της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η τρίτη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία. Το αντικείμενο της παρούσας κρίσης δεν είναι η εκ νέου, εις βάθος, εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή ως εάν επρόκειτο για πρώτη αίτηση, αλλά ο έλεγχος του κατά πόσον πληρούνται οι αυστηρές και σωρευτικές προϋποθέσεις παραδεκτού που τίθενται από το άρθρο 12Βτετράκις(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 16Δ(3)(α) και (β) του ίδιου νόμου, διατάξεις που ενσωματώνουν στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.

 

Το νομοθετικό αυτό πλαίσιο, ως ήδη αναφέρθηκε, καθιερώνει σαφώς μια διφασική διαδικασία για τις μεταγενέστερες αιτήσεις διεθνούς προστασίας. Στο πρώτο, προκαταρκτικό στάδιο, η αρμόδια αρχή εξετάζει αποκλειστικά το παραδεκτό της αίτησης, ήτοι αν ο αιτητής έχει υποβάλει ή αν έχουν προκύψει νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την προηγούμενη εξέταση και τα οποία σχετίζονται ουσιωδώς με την εκτίμηση του αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας. Μόνον εφόσον τέτοια νέα στοιχεία διαπιστωθούν, η εξέταση δύναται να προχωρήσει στο δεύτερο στάδιο, δηλαδή στην ουσιαστική αξιολόγησή τους, υπό τις περαιτέρω προϋποθέσεις ότι αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας και ότι ο αιτητής αδυνατούσε, χωρίς δική του υπαιτιότητα, να τα επικαλεστεί κατά τις προηγούμενες διαδικασίες.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή έχουν ήδη εξεταστεί επανειλημμένως, τόσο κατά την αρχική αίτηση ασύλου όσο και στο πλαίσιο δύο προηγούμενων μεταγενέστερων αιτήσεων, οι οποίες απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες. Οι απορριπτικές αυτές αποφάσεις έχουν καταστεί τελεσίδικες και παράγουν δεδικασμένο ως προς τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που κρίθηκαν. Το δεδικασμένο αυτό δεσμεύει τόσο τη Διοίκηση όσο και το Δικαστήριο και περιορίζει τη δυνατότητα επανεξέτασης της υπόθεσης αποκλειστικά στα όρια που θέτει ο νόμος για τις μεταγενέστερες αιτήσεις.

 

Κατά την τρίτη μεταγενέστερη -και επίδικη - αίτησή του, ο Αιτητής δεν προέβαλε ουσιωδώς νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε τις ίδιες γενικές αναφορές περί έλλειψης δικαιωμάτων των Παλαιστινίων στον Λίβανο, περί ανασφάλειας στον καταυλισμό Shatila και περί κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής, προσθέτοντας γενικόλογη επίκληση πολεμικών συνθηκών και το γεγονός ότι ο αδελφός του έχει αναγνωριστεί ως πρόσφυγας. Τα στοιχεία αυτά είτε είχαν ήδη προβληθεί και αξιολογηθεί σε προηγούμενα στάδια είτε, ως γενικές διαπιστώσεις, δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του νόμου.

 

Ιδίως ως προς την αναγνώριση του αδελφού του Αιτητή ως πρόσφυγα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η εν λόγω επίκληση δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε συγκεκριμένη αιτιώδη σύνδεση με τον προσωπικό κίνδυνο του ίδιου του Αιτητή, ούτε από νέα πραγματικά δεδομένα που να διαφοροποιούν ουσιωδώς την αξιολόγηση της περίπτωσής του. Η προσφυγική ιδιότητα συγγενικού προσώπου δεν γεννά αυτοδικαίως δικαίωμα διεθνούς προστασίας και δεν αρκεί, ελλείψει περαιτέρω στοιχείων, για να θεμελιώσει το παραδεκτό μεταγενέστερης αίτησης.

 

Επισημαίνεται ότι το βάρος επίκλησης και θεμελίωσης νέων στοιχείων φέρει αποκλειστικά ο Αιτητής και δεν μετακυλίεται στο Δικαστήριο ή στη Διοίκηση.

 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν υφίσταται υποχρέωση αυτεπάγγελτης αναζήτησης λόγων παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης. Ο κατ’ εξαίρεση χαρακτήρας της διαδικασίας αυτής και η αρχή του δεδικασμένου αποκλείουν τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αναζητεί, χωρίς σχετική επίκληση από τον αιτητή, ενδεχόμενες νέες πραγματικές ή νομικές βάσεις που θα μπορούσαν υποθετικά να στηρίξουν την αίτηση.

 

Τέλος, ως προς τον έλεγχο υπό το πρίσμα του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της αρχής της μη επαναπροώθησης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν στη δέουσα αξιολόγηση των σχετικών παραμέτρων και ορθώς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν τους και περιλαμβάνονται στον φάκελο της υπόθεσης, δεν προκύπτουν συγκεκριμένες, σοβαρές και εξατομικευμένες ενδείξεις πραγματικού κινδύνου βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στον Λίβανο. Ο Αιτητής δεν προσκόμισε ούτε επικαλέστηκε οποιαδήποτε πραγματικά δεδομένα, πέραν γενικών και επαναλαμβανόμενων αναφορών σε δυσχέρειες διαβίωσης και ανασφάλεια, τα οποία να διαφοροποιούν ουσιωδώς την ήδη κριθείσα κατάσταση ή να παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να προβεί σε διαφορετική αξιολόγηση. Ελλείψει τέτοιων στοιχείων, δεν υφίσταται βάση για απόκλιση από το συμπέρασμα στο οποίο νομίμως κατέληξαν οι Καθ’ ων η αίτηση.

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση για απόρριψη της τρίτης μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης ερείδεται σε ορθή εφαρμογή του νόμου, είναι επαρκώς αιτιολογημένη, σέβεται την αρχή του δεδικασμένου και δεν παραβιάζει τις διεθνείς ή ενωσιακές υποχρεώσεις της Δημοκρατίας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Από τα ενώπιόν μου δεδομένα διαπιστώνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε τους ισχυρισμούς του Αιτητή στο μέτρο που αυτοί ήταν κρίσιμοι για τον έλεγχο του παραδεκτού της υπό κρίση, τρίτης μεταγενέστερης αίτησής του. Από τον διοικητικό φάκελο δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής υπέβαλε ή ότι ανέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά την έννοια του άρθρου 12Βτετράκις(2)(δ) σε συνδυασμό με το άρθρο 16Δ(3)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, τα οποία να διαφοροποιούν ουσιωδώς τη βάση της υπόθεσής του ή να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Οι ισχυρισμοί του επαναλαμβάνουν, κατά τον πυρήνα τους, όσα ήδη εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν κατ’ επανάληψη, ενώ δεσμευτικό ρόλο διαδραματίζει και η αρχή του δεδικασμένου, η οποία αποκλείει την εκ νέου αξιολόγηση ήδη κριθέντων ζητημάτων ελλείψει νέων στοιχείων. Υπό τις συνθήκες αυτές, ορθώς οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν την υπό κρίση μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, χωρίς διενέργεια συνέντευξης, σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 16Δ(3)(α).

 

Οποιαδήποτε διαφορετική προσέγγιση, χωρίς την ύπαρξη νέων στοιχείων ή πορισμάτων, θα αναιρούσε τον εξαιρετικό χαρακτήρα των μεταγενέστερων αιτήσεων και θα ματαίωνε τη λειτουργία των σχετικών διατάξεων του εθνικού και ενωσιακού δικαίου, οι οποίες αποβλέπουν στην οριστικοποίηση των κριθέντων και στην αποτροπή επανειλημμένης επαναφοράς της ίδιας υπόθεσης. Υπό το πρίσμα αυτό, διαφορετική αντιμετώπιση θα καθιστούσε τη διαδικασία ατέρμονη και καταχρηστική και, ως εκ τούτου, αντίθετη με τους σκοπούς του περί Προσφύγων Νόμου και της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.

 

Ως εκ όσων έχουν αναπτυχθεί ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €500 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

  

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Δυνάμει του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019).

[3] Προβλεπόμενος τύπος στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 (3/2019).

[4] Άρθ. 11(3)(β)(α) του Νόμου 73(I)/2018.

[5] ΟΔΗΓΙΑ 2013/32/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)

[6] Σχετική επίσης και η απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο