J.B.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. Τ478/25, 2/2/2026
print
Τίτλος:
J.B.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. Τ478/25, 2/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 

Υπόθεση Αρ. Τ478/25

 

2 Φεβρουαρίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

                                                          J.B.S.

 

Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η αίτηση

…………………….

 

 

Ο αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Ζωή Ποντίκη για Αλ Ταχερ, Μπενέτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Καμία εμφάνιση για τους καθ’ ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 18/8/2025, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή του ως απαράδεκτη και ζητά με το αιτητικό Α της αίτησης ακυρώσεως να κριθεί άκυρη και αντισυνταγματική.  Με το αιτητικό Β της αίτησης ακυρώσεως ζητά έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο, με την οποία να τροποποιεί την απόφαση της μεταγενέστερης αίτησης και/ή να ζητείται η επανεξέταση της αίτησης  του αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου.

 

Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα το οποίο συνοδεύεται από τον διοικητικό φάκελο που αφορά τον αιτητή και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019.  Από τη μελέτη του διοικητικού φακέλου προκύπτει πως ο αιτητής είναι υπήκοος Νεπάλ και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 20/3/2023, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.  Την ίδια ημέρα ο αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αιτήματος διεθνούς προστασίας.

 

Στις 27/03/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 29/03/2023, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εν λόγω έκθεση-εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και απέρριψε την αίτηση του αιτητή στις 29/3/2023. Στις 8/5/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση, η οποία παραλήφθηκε από τον αιτητή. Στη συνέχεια, ο αιτητής αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου υπέβαλε την προσφυγή υπ' αριθμόν Τ1523/23 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 8/12/2023.

 

Στις 18/8/2025 ο αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία με σκοπό το επανάνοιγμα του φακέλου του, σχετικά με το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Αυθημερόν ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή. Την ίδια ημέρα, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού εξέτασε την έκθεση-εισήγηση του λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησής του, ως απαράδεκτης και την επιστροφή του αιτητή στο Νεπάλ.  Ο αιτητής υπέβαλε την υπό εξέταση προσφυγή αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί του μεταγενέστερου αιτήματός του.

 

Η συνήγορος του αιτητή κατά την ακρόαση της αίτησης ακυρώσεως δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου πως προωθεί τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης και απέσυρε όλους τους υπόλοιπους νομικούς ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην αίτηση ακυρώσεως.

 

Στην υπό εξέταση υπόθεση, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (ε) του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019, δεν απαιτείται η παρουσία των καθ’ ων η αίτηση στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία.  Είναι χρήσιμο να παρατεθούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η Υπηρεσία Ασύλου έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση αφού διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και προκειμένου να εξεταστεί η ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, ο αιτητής στην αίτηση που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο αιτητης ήταν τριών ετών.  Όπως ανέφερε, επιθυμεί να υποστηρίξει την μητέρα του, την αδελφή του και τον αδελφό του και επεσήμανε πως είναι πολύ δύσκολο να βρει εργασία στο Νεπάλ (ερυθρό 1, του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο αιτητής δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της φτώχειας και ανέφερε ότι ήρθε στην Κυπριακή Δημοκρατία για να εργαστεί και να είναι ικανός να υποστηρίξει οικονομικά την οικογένειά του.  Ανέφερε πως ο πατέρας του απεβίωσε όταν ήταν 7 ετών, ότι έχει μία νεότερη αδελφή και αδελφό και επιθυμεί να βοηθήσει την οικογένειά του να έχει μια καλύτερη ζωή.  Ισχυρίστηκε πως επιθυμεί να φροντίσει την μητέρα του επειδή είναι άρρωστη. 

 

Πρόσθεσε πως αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες και δεν είναι ικανός να υποστηρίξει οικονομικά την οικογένειά του. Όπως ανέφερε έχει ένα μεγάλο δάνειο και σε περίπτωση επιστροφής του δεν θα μπορεί να το αποπληρώσει επειδή δεν θα έχει εργασία και θα βρεθεί σε μία δύσκολη κατάσταση.  Ο αιτητής ανέφερε πως ουδέποτε είχε κρατηθεί ή συλληφθεί στη χώρα καταγωγής του και πως οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την επιστροφή του.

 

Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην έκθεση-εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, ενώ ο δεύτερος αφορά τη δήλωση του αιτητή ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Τόσο ο πρώτος, όσο και ο δεύτερος ισχυρισμός έγιναν αποδεκτοί, καθότι ο λειτουργός έκρινε ότι πληρούνται τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των προβληθέντων ισχυρισμών,

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τον αποδεκτό ισχυρισμό έκρινε πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα σε περίπτωση που ο αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός, έκρινε ότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσε πως δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικά σε σχέση με το εδάφιο (γ) του άρθρου 19 (2) ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι στην πολιτεία Imo, από την οποία κατάγεται ο αιτητής, δεν υπάρχει διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Στη συνέχεια, ο αιτητής αμφισβήτησε την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρώντας την προσφυγή με αριθμό Τ1523/2023 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου στις 8/12/2023.  Στην απόφαση του Δικαστηρίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής, τα οποία είναι χρήσιμα για την ενώπιον μου διαδικασία: Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, ο Αιτητής ερωτήθηκε, εάν υπάρχουν λόγοι για τους οποίους η χώρα του να μη θεωρείται ασφαλής για τον ίδιο προσωπικά, ωστόσο δεν κατέστη δυνατό να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά για να δικαιολογήσει φόβο δίωξης, επικαλούμενος γενικά και αόριστα θρησκευτικά προβλήματα. Ο οψιγενής αυτός ισχυρισμός του περί της μεταστροφής του στον Χριστιανισμό στερείται βασιμότητας καθώς προβλήθηκε με αοριστία, χωρίς ο Αιτητής να είναι σε θέση να τεκμηριώσει αυτόν με επαρκή και συγκεκριμένο τρόπο. Ειδικότερα, ο Αιτητής ενώ ερωτήθηκε σχετικά δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει τους λόγους της μεταστροφής του στον Χριστιανισμό, αποκρινόμενος αόριστα και ασαφώς πως «του άρεσε και άλλαξε θρησκεία», αλλά και ούτε κατάφερε να παραθέσει πληροφορίες σχετικά με το τι πρεσβεύει ο Χριστιανισμός, η θρησκεία στην οποίαν επέλεξε ως δήλωσε να μεταστραφεί. Θα αναμένονταν, ευλόγως, από τον Αιτητή αφ'ης στιγμής επέλεξε συνειδητά να μεταστραφεί σε άλλη θρησκεία να είναι σε θέση να παραθέσει πληροφορίες σχετικά με τις αρχές αυτής και τους λόγους για τους οποίους οδηγήθηκε σε αυτήν την επιλογή. Ο Αιτητής με την άγνοιά του περί βασικών αρχών του Χριστιανισμού, δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει ότι διώκεται εξαιτίας αυτού.”

 

Ο αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση μέσω της οποίας ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή ισχυρίστηκε πως κινδυνεύει από την οικογένειά του επειδή ακολουθούσε τον Ινδουισμό και ενδιαφερόταν για τον χριστιανισμό και άλλαξε θρησκεία χωρίς να ενημερώσει την οικογένειά του.  Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ως απαράδεκτη .

 

Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή έχουν εξεταστεί στα πλαίσια της προηγούμενης προσφυγής και έχουν απορριφθεί από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας και υποστηρίζει πως τα όσα αναφέρει ο αιτητής δεν αποτελούν νέα στοιχεία.  Από την έκθεση που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και από την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας στα πλαίσια της προσφυγής υπ’αριθμόν Τ1523/2023, διαφαίνεται πως τα όσα τέθηκαν στην Υπηρεσία Ασύλου εξετάστηκαν με προσοχή και ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη του όλες τις διαδικασίες που προηγήθηκαν.  Προκύπτει πως ο αιτητής, τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στη μεταγενέστερη αίτηση, τους ανέφερε και στα πλαίσια της προσφυγής υπ’αριθμόν Τ1523/2023 και αυτοί εξετάστηκαν κατ’ουσίαν.  Συνεπώς, στα πλαίσια της μεταγενέστερης αίτησης δεν υποβλήθηκαν νέοι ισχυρισμοί.

 

Από τα άρθρα 16Δ και 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, μόνο εφόσον ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία κατά την διαδικασία που προηγήθηκε.  Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, διαφαίνεται πως το αρμόδιο όργανο εξέτασε εξατομικευμένα το αίτημα του αιτητή εφόσον αξιολόγησε το αίτημα του με δέουσα προσοχή.

 

Από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου συνάγεται πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα, αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή,  προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης.

 

Έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή όλα τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και διαφαίνεται πως δεν θα μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει κάτι άλλο πέραν από το ότι το μεταγενέστερο αίτημα του αιτητή είναι απαράδεκτο.  Ο αιτητής είχε την ευκαιρία και πρόβαλε τους ισχυρισμούς του σε προηγούμενα στάδια της εξέτασης της αίτησής του, όπου εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν.

 

Τα όσα αναφέρει ο αιτητής στη μεταγενέστερη του αίτηση δεν αυξάνουν την πιθανότητα χορήγησης του με καθεστώς διεθνούς προστασίας, εφόσον οι ισχυρισμοί του δεν συνεπικουρούνται εξ’ ουδενός αντικειμενικού στοιχείου, που μπορεί να καλύψει τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον οι ισχυρισμοί αυτοί υποβλήθηκαν και εξετάστηκαν προηγουμένως.  Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, οι ισχυρισμοί που προωθεί ο αιτητής στο μεταγενέστερό του αίτημα, δεν έχρηζαν περαιτέρω διερεύνησης, εφόσον δεν αποτελούν νέα στοιχεία και για το λόγο αυτό ορθά απορρίφθηκε το αίτημα του, ως απαράδεκτο.

 

 

 

Θα πρέπει να αναφερθεί πως από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν.  Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, εκδίδοντας με τον τρόπο αυτό πλήρως αιτιολογημένη απόφαση.  Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι το αρμόδιο όργανο διενήργησε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και αποφάσισε εντός των πλαισίων του Νόμου. Κατά συνέπεια, ο μοναδικός προβαλλόμενος ισχυρισμός της συνηγόρου του αιτητή, περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτεται στο σύνολο του.

 

Σε σχέση με την έκταση του ελέγχου του παρόντος Δικαστηρίου επί της μεταγενέστερης αίτησης, στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση υπ’αριθμόν C-651/19, JP v Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, ημερομηνίας 9/9/2020, αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«60  Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέ- τως της ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης της προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβα- νόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ’ ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του.».

 

Συνεπώς, προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα πως ο αιτήτης στην ενώπιον μου διαδικασία είναι αρκετό να αποδείξει πως το αρμόδιο όργανο είχε νέα στοιχεία τα οποία δεν εξέτασε ενώ όφειλε να τα εξετάσει και να τα αξιολογήσει πριν την έκδοση απόφασης επί μεταγενέστερου αιτήματος.  Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου αλλά και από την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου διαφαίνεται πως το αρμόδιο όργανο εξέτασε όλα τα στοιχεία που έθεσε ο αιτητής ενώπιον τους.  Πρόσθετα, πρέπει να αναφερθεί πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει τι τέθηκε ενώπιον του αρμόδιου οργάνου και αν το αρμόδιο όργανο αξιολόγησε επαρκώς τα στοιχεία αυτά.

 

Πρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη πως ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, με την ΚΔΠ 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής του αιτητή, ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιείται ότι δεν υφίστανται πράξεις δίωξης, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος του αιτητή ως απαράδεκτο, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με 1000€ έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

 

 

 

                                                                                Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο