ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 1014/2025
26 Μαρτίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
P.S.N. από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό,
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Δ. Κακουλλής (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Μ. Βασιλείου (κα) για Θ. Βασιλάκη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής Παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επιστολής ημερομηνίας 04/04/25 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή ζητά την έκδοση νέας απόφασης για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθώς και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαια υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 03/02/22, στις 21/01/25 πραγματοποιήθηκε η προσωπική του συνέντευξη και συντάχθηκε έκθεση/εισήγηση στις 21/02/25. Αυθημερόν, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής υποστηρίζει μέσω Γραπτής Αγόρευσης του δικηγόρου του ότι υπήρξε καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης ασύλου του, που πρέπει να οδηγήσει σε ακυρότητα της διοικητικής απόφασης παραπέμποντας σχετικά στην C‑662/23 Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid v. X, ημερομηνίας 08/05/25. Τονίζει ότι δεν ενημερώθηκε ο Αιτητής για την πορεία της αίτησης ασύλου του, λόγω της καθυστέρησης επηρεάστηκαν οι δηλώσεις του και/ή η μνήμη του εξασθένησε με αποτέλεσμα το περιεχόμενο των δηλώσεων του να αμφισβητηθεί και/ή τον εμπόδισε να συγκεντρώσει την αναγκαία μαρτυρία για να υποστηρίξει την αίτηση του. Λόγω δε της καθυστέρησης υποδεικνύει ο Αιτητής στερήθηκε των δικαιωμάτων του, το καθεστώτος του, υγείας και εργασίας του, πρόσβασης του στην αγορά εργασίας κτλ. Επίσης, είναι η θέση του ότι η κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση είναι αυθαίρετη και αδικαιολόγητη, καθώς δεν συνάδει και/ή σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται με το περιεχόμενο της συνέντευξής του. Υποστηρίζει δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε σφάλματα αναγόμενα σε λανθασμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των δεδομένων της υπόθεσης. Διατείνεται πως θα έπρεπε να του δοθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας και προβάλλει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις πρόσφυγα λόγω των ισχυρισμών του, και/ή τουλάχιστον δικαιούται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της έκθεσης/εισήγησης και υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ως υποστήριξαν, το τεκμήριο της νομιμότητας και της κανονικότητας της πράξης δεν έχει ανατραπεί από τον Αιτητή παρόλο που έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του και κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης δεν ευσταθεί.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Αρχικά θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή, αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων νόμων και κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, που εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 (3/2019)), επιβάλλεται η υποχρέωση σε αιτητή που εκπροσωπείται δια μέσω συνηγόρου όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης (Βλέπε σχετικά, Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης – Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος). Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί.
Αναφορικά με την καθυστέρηση εξέτασης ασύλου του Αιτητή, το σχετικό Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) προνοεί, μεταξύ άλλων και στην έκταση που μας ενδιαφέρει επί αυτού του σημείου, τα ακόλουθα:
«Κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων
13.-(1) Κατά την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων, ο αρμόδιος λειτουργός εξετάζει την αίτηση και προβαίνει σε προσωπική συνέντευξη του αιτητή, εκτός στις περιπτώσεις όπου τέτοια συνέντευξη δυνατό να έχει ήδη πραγματοποιηθεί δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 12Δ.
[.]
(5) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά για την ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της κανονικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων, με την επιφύλαξη της διασφάλισης της κατάλληλης και πλήρους εξέτασης.
(6)(α) Με την επιφύλαξη των παραγράφων (β) και (γ) του παρόντος εδαφίου, η Υπηρεσία Ασύλου εξασφαλίζει ότι η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ολοκληρώνεται εντός έξι (6) μηνών από την κατάθεση της αίτησης, είτε ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο είτε ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12Δ. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος δεν μπορεί να λάβει απόφαση εντός εξαμήνου από την κατάθεση της αίτησης, η Υπηρεσία Ασύλου έχει υποχρέωση-
(i) Να ενημερώνει τον αιτητή σχετικά με την καθυστέρηση∙ και
(ii) να του παρέχει, κατόπιν αιτήματός του, πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης και το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο αναμένεται η απόφαση επί της αίτησής του.
[.]
(7) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (6), ο Προϊστάμενος δύναται να παρατείνει την προθεσμία των έξι (6) μηνών που ορίζεται στο εν λόγω εδάφιο, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από εννέα (9) επιπλέον μήνες, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Όταν ανακύπτουν περίπλοκα ουσιαστικά ή/και νομικά ζητήματα·
(β) μεγάλος αριθμός υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών αιτούνται ταυτόχρονα διεθνή προστασία, γεγονός που καθιστά στην πράξη πολύ δύσκολη την ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός της προθεσμίας των έξι (6) μηνών·
[.]
(8) Κατ' εξαίρεση, η Υπηρεσία Ασύλου, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, δύναται να υπερβαίνει την προθεσμία που ορίζεται στο εδάφιο (7) κατά τρεις (3) μήνες το πολύ, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο από τον Προϊστάμενο για την κατάλληλη και πλήρη εξέταση της αίτησης. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].
(9) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 18Α και με την επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 19, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει την αναβολή της ολοκλήρωσης της διαδικασίας εξέτασης αίτησης, στην περίπτωση που δεν μπορεί εύλογα να αναμένεται από την Υπηρεσία Ασύλου να λάβει απόφαση επί αίτησης εντός των χρονικών πλαισίων που αναφέρονται στα εδάφια (6), (7) και
[.]
(10) Σε κάθε περίπτωση, η Υπηρεσία Ασύλου ολοκληρώνει τη διαδικασία εξέτασης αίτησης το αργότερο εντός εικοσιένα (21) μηνών από την κατάθεση της αίτησης. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].»
[ο τονισμός δικός μου]
Όπως έχει αποφασιστεί, από το Δικαστήριο σε άλλες υποθέσεις επί παρόμοιου ισχυρισμού, οι προθεσμίες που ορίζονται στο πιο πάνω άρθρο του Νόμου δεν είναι ανατρεπτικές, αλλά ενδεικτικές. Ο Νόμος δεν ορίζει ρητά ότι οι προθεσμίες του 6μήνου, 9μηνού με ολόκληρο χρονικό πλαίσιο ολοκλήρωσης της εξέτασης της αίτησης εντός 21 μηνών είναι ανατρεπτικές, ότι δηλαδή συνεπάγεται σε ακυρότητα της όλης διοικητικής ενέργειας και διοικητικής πράξης η οποία εκδίδεται μετά την εκπνοή της. Οπότε η παραβίαση της δεν οδηγεί αυτόματα σε ακυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο νομοθέτης αν ήθελε να είναι η προθεσμία ανατρεπτική, θα το όριζε ρητά. Όμως λόγω της φύσης των υποθέσεων αυτών, ο νομοθέτης θέλησε να περιορίσει το χρόνο, χωρίς όμως να καθιστά προθεσμία ανατρεπτική, αυτό ενισχύεται και από την τελευταία παράγραφο του άρθρου που ορίζει ότι «Σε κάθε περίπτωση, η Υπηρεσία Ασύλου ολοκληρώνει τη διαδικασία εξέτασης αίτησης το αργότερο εντός εικοσιένα (21) μηνών από την κατάθεση της αίτησης.» (Βλέπε σχετικά Α.Ε. 67/08 Δημοκρατία ν. Pharmanet Ltd, ημερ.10/01/2011). Στην προκειμένη περίπτωση αν και υπάρχει καθυστέρηση, εντούτοις ο χρόνος αυτός δεν είναι υπέρμετρος καθότι δεν φαίνεται να επίδρασε αυτή η καθυστέρηση στις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις της έκδοσης της πράξης (Βλέπε σχετικά Άρθρο 11 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 έως 2020 (Ν.158(I)/1999). Ούτε έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο έχουν επηρεαστεί τα συνταγματικά δικαιώματα του Αιτητή και/ή τα δικαιώματα του που απορρέουν από την σχετική νομοθεσία από την έστω καθυστερημένη έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης (Βλέπε Υπόθ. Αρ. 1458/2009 Postolachi Konstantin ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ.25/02/2011). Τα όσα αναφέρει ο συνήγορος του Αιτητή μέσω Γραπτής Αγόρευσης ως γεγονότα (σε σχέση με τους ισχυρισμούς διεθνούς προστασίας και/ή εξασθένισης της μνήμης του ενδιαφερόμενου) αποτελούν μαρτυρία που δεν είναι δικονομικά η νενομισμένη διαδικασία προσκόμισης τους – ούτε δε οι ισχυρισμοί για ανασφάλεια του καθεστώτος παραμονής και εργασίας του σχετίζονται με το άσυλο. Πέραν τούτου στο ίδιο το άρθρο αναφέρεται ότι και ο ίδιος ο αιτών κατόπιν αιτήματός του στον Προϊστάμενο μπορεί να του παρασχεθούν πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης και το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο αναμένεται η απόφαση επί της αίτησής του. Χωρίς να μεταφέρεται βέβαια το βάρος ενημέρωσης σχετικά με την πορεία της αίτησης στον Αιτητή είναι προφανές ότι ούτε ο ίδιος ενδιαφέρθηκε για την πορεία της αίτησης του. Ούτε η παράλειψη ενημέρωσης του για την πορεία της αίτησης έχει επιφέρει και/ή έχει υποδείξει να επέφερε οποιαδήποτε συνέπεια στα δικαιώματα του, καθότι έχει δικαίωμα παραμονής και παροχής σε αυτόν υλικές συνθήκες και δικαιώματα υποδοχής και/ή όλων των δικαιωμάτων που ορίζονται στο Νόμο μέχρι την ημερομηνία που εξετάστηκε το αίτημα του και/ή μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Η όποια παράλειψη της διοίκησης επί αυτού του σημείου δεν αποτελεί παραβίαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, ούτε μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης καθότι αυτή δεν επιδρά ουσιαστικά στο περιεχόμενο της πράξης (Βλέπε σχετικά Άρθρο 13 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 έως 2020 (Ν.158(I)/1999), επίσης Σ. Δεληκωστόπουλου: «Η παράβασις ουσιώδους Τύπου ως Λόγος Ακυρώσεως Διοικητικών Πράξεων» (1970), επίσης, Ιωάννης Πρέζας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 2533 και Ζησίμου Χατζηττοφή ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 1851, περαιτέρω, το όλο θέμα πραγματεύεται στο σύγγραμμα του ο Μ. Δ. Στασινόπουλος: «Δίκαιο των Διοικητικών Διαφορών» 3η έκδ. σελ. 212-219.) Σύμφωνα δε και με την Ανδρέας Τρύφωνος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Εφόρου Επίσημου Παραλήπτη, (2009) 4 Α.Α.Δ. 1137:
« [...]
Έχει όμως νομολογηθεί ότι η παράβαση τύπου διακρίνεται σε ουσιώδη και μη, η δε κρίση κατά πόσο είναι ουσιώδης ή μη ανήκει στο Δικαστήριο, τα δε λαμβανόμενα κριτήρια για το σχηματισμό αυτής της κρίσης σχετίζονται με τη σημασία που έχει η διαδικαστική ενέργεια ή η παράλειψη αναφορικά με την προστασία του διοικούμενου, την καλή λειτουργία της ίδιας της διοίκησης και το δικαστικό έλεγχο της πράξης (δέστε το σύγγραμμα του Ε. Σπηλιωτόπουλου: «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Τόμος ΙΙ, 12η έκδ. σελ. 125-127, παρ. 499-500). Στην υπόθεση Παπαλούκας ν. Επιτροπής Σιτηρών Κύπρου (1998) 3 Α.Α.Δ. 656, σελ. 663-665, αναφέρεται ότι η γενική αρχή του διοικητικού δικαίου είναι ότι:
«... η παράβαση διατεταγμένου τύπου (ή τυπικής διατάξεως) επάγεται την ακυρότητα της πράξεως μόνο εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι, στην υπό εξέταση συγκεκριμένη περίπτωση, ο τύπος ο οποίος δεν τηρήθηκε ήταν ουσιώδης. Αν δεν ήταν ουσιώδης, η πράξη δεν υπόκειται σε ακύρωση, παρά την παράβαση. Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από το εξ αντικειμένου ουσιώδες του τύπου, αν διαπιστωθεί ότι η παράβαση του δεν είχε δυσμενείς επιπτώσεις για το διοικούμενο, τότε, για τους σκοπούς της συγκεκριμένης περίπτωσης αυτός θεωρείται επουσιώδης με αποτέλεσμα η παράβαση του να μην επάγεται την ακυρότητα της πράξεως.».
Ούτε η C‑662/23 Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid v. X, ημερομηνίας 08/05/25 βοηθά την περίπτωση του Αιτητή καθότι![]()
(α) Βάση των στοιχείων που υπάρχουν στο αρχείο της Υπηρεσίας Ασύλου και αποτελούν και δικαστική γνώση
καταδεικνύεται βάσει συγκριτικής ανάλυσης αριθμητικών στοιχείων, σημαντική και/ή ανοδική αύξηση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, του αριθμού αιτήσεων ασύλου σε σύγκριση με τη συνήθη και προβλέψιμη τάση στην Κυπριακή Δημοκρατία όπως αυτή είναι δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα της αρμόδιας αρχής[1] και/ή ειδικά το 2022 όπου οι νέες αιτήσεις ασύλου έφθασαν στο αριθμό των 21565, συνεπώς ως και η απόφαση:
«1)Το άρθρο 31, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας,
έχει την έννοια ότι:
η αποφαινόμενη αρχή μπορεί να παρατείνει κατά εννέα μήνες την προθεσμία των έξι μηνών η οποία προβλέπεται από την εν λόγω διάταξη για την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, σε περίπτωση σημαντικής αυξήσεως, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, του αριθμού των αιτήσεων σε σύγκριση με τη συνήθη και προβλέψιμη τάση εντός του οικείου κράτους μέλους, όχι όμως και στην περίπτωση η οποία χαρακτηρίζεται από σταδιακή αύξηση του αριθμού των αιτήσεων διεθνούς προστασίας επί μακρό χρονικό διάστημα.
2)Το άρθρο 31, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας,
έχει την έννοια ότι:
η δυσχέρεια, στην πράξη, να ολοκληρωθεί η διαδικασία εξετάσεως των αιτήσεων διεθνούς προστασίας εντός της προθεσμίας των έξι μηνών μπορεί να δικαιολογείται μόνον από τον μεγάλο αριθμό αιτήσεων που υποβάλλονται ταυτόχρονα και όχι από άλλες περιστάσεις, όπως είναι η ύπαρξη σημαντικού όγκου αιτήσεων που έχουν υποβληθεί προγενέστερα και των οποίων εκκρεμεί η εξέταση ή η έλλειψη προσωπικού της αποφαινόμενης αρχής.»
(β) Το ζητούμενο στο εκεί αίτημα προδικαστικής παραπομπής ήτο η επιστολή/όχληση του ενδιαφερόμενου στην αρμόδια αρχή για παράταση της προθεσμίας εξέτασης των αιτήσεων άδειας προσωρινής διαμονής λόγω ασύλου, στοιχείο που δεν υφίσταται στην παρούσα αφού καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα ο Αιτητής είχε δικαίωμα παραμονής ως αιτούντας άσυλο χωρίς ο ίδιος να ενδιαφερθεί για την πορεία της αίτησης του. Σημαντικό επίσης στοιχείο είναι ότι εκεί κλήθηκε ο Υφυπουργός Δικαιοσύνης και Ασφάλειας της χώρας υποδοχής όπως αποφανθεί επί της αίτησης του που ακόμα εκκρεμούσε – πράγμα που εδώ δεν συμβαίνει. Ο ισχυρισμός του και/ή επίκληση της καθυστέρησης εξέτασης της αίτησης ασύλου του Αιτητή, γίνεται τώρα μέσω της προσφυγής του αφού η αίτηση ασύλου του εξετάστηκε και/ή απορρίφθηκε και/ή δεν εκκρεμεί οτιδήποτε ενώπιον της αρμόδιας αρχής - που καθιστά ταυτόχρονα αλυσιτελή και τον λόγο ακύρωσης καθώς το Δικαστήριο εξετάζει και την ουσία της υπόθεσης. Σχετική απόφαση επί τούτου είναι η ΕΔΔΠ 36/21, S.M. v Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 16/09/25, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«O (υποχρεωτικός) έλεγχος όχι μόνο νομιμότητας, αλλά και ορθότητας, ο οποίος διενεργείται στο πλαίσιο εξέτασης προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας συνίσταται στην προβλεπόμενη -στο Άρθρο 46.3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ- πλήρη και ex nunc εξέταση της συγκεκριμένης ενώπιον του περίπτωσης. Ορίζεται, συγκεκριμένα, στο εν λόγω Άρθρο (με δική μας υπογράμμιση):
«Προκειμένου να τηρούν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ, τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες άσκησης ένδικου μέσου ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.»
Προς τούτο, το αρμόδιο Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που του παρέχουν τη δυνατότητα να προβεί σε επικαιροποιημένη εκτίμηση της ενώπιον του περίπτωσης Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση του ΔΕΕ ημερ. 13.6.2024 στην Υπόθεση C-563/22 SN κ.ά., σκέψη 76, με δικές μας υπογραμμίσεις:
«76. Πράγματι, το ζήτημα αν η παρεχόμενη από την UNRWA προστασία ή συνδρομή έχει παύσει ως προς τον ανιθαγενή παλαιστινιακής καταγωγής πρέπει να εκτιμάται από την αρμόδια διοικητική αρχή βάσει εξατομικευμένης αξιολογήσεως όλων των κρίσιμων στοιχείων, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95. Από το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2011/95 προκύπτει ότι για την έκδοση αποφάσεως επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα συναφή στοιχεία που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής «κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτηση». Αφετέρου, βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διαμορφώνουν το εθνικό τους δίκαιο κατά τρόπον ώστε η εκδίκαση των ενδίκων βοηθημάτων τα οποία αφορά η εν λόγω διάταξη να περιλαμβάνει «πλήρη και ex nunc» εξέταση, στοιχείο που προϋποθέτει ότι το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που του παρέχουν τη δυνατότητα να προβεί σε επικαιροποιημένη εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως [πρβλ. απόφαση της 3ης Μαρτίου 2022, Secretary of State for the Home Department (Καθεστώς πρόσφυγα ανιθαγενούς παλαιστινιακής καταγωγής), C‑349/20, EU:C:2022:151, σκέψεις 54, 55 και 61.»
Η πιο πάνω επικαιροποίηση των δεδομένων (και των πραγματικών) της περίπτωσης δεν αφορά και δεν περιορίζεται, a priori τουλάχιστον, μόνο στα στοιχεία που θα ήταν τυχόν επωφελή για την αίτηση του προσφεύγοντα, αλλά άπτεται όλων των σχετικών παραμέτρων (και των προσωπικών δεδομένων του αιτούντος), ακόμα και αν τέτοια επικαιροποίηση θα οδηγούσε στην απόρριψη της αίτησης ασύλου. Εάν, επί παραδείγματι, κατά το στάδιο της διοικητικής εξέτασης η χώρα καταγωγής του αιτούντος δεν ήταν ασφαλής, αλλά κατέστη ασφαλής στο στάδιο της επί της ουσίας δικαστικής εξέτασης, αυτό το στοιχείο δεν δύναται να αγνοηθεί. Όπως, βεβαίως, ούτε η αντίστροφη περίπτωση. Το ζητούμενο είναι πάντα η διαπίστωση εφεξής ανάγκης παροχής διεθνούς προστασίας λόγω κινδύνου δίωξης (μελλοντοστραφούς, βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 17.7.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 3/2024 KASUMILAMBU HENRY MULENDA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 31.3.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 153/2023 RAAFAT ALFY NOUH KHALIL κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ) και σε αυτό αποσκοπεί η ex nunc δικαστική εξέταση και η απαίτηση επικαιροποίησης των δεδομένων.»
Ανεξάρτητα, των πιο πάνω, αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του διοικητικού φακέλου (στο εξής «Δ.Φ.»), των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λοιπούς λόγους ακύρωσης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή της θεραπείας που ζητείται από το Δικαστήριο για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, πρόκειται για υπήκοο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ»), χωρίς προβλήματα υγείας (ερυθρό 47 Δ.Φ.), Χριστιανό Καθολικό ως προς το θρήσκευμα, που ανήκει στη φυλή Yansi (ερυθρό 49 Δ.Φ.) και ομιλεί Lingala και γαλλικά (ερυθρό 46/2Χ Δ.Φ.). Είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα του (ερυθρό 46/1Χ Δ.Φ.) και βοηθούσε την αδερφή του στο κατάστημα που διατηρούσε (ερυθρό 45/9Χ Δ.Φ.). Ως τόπο καταγωγής του δήλωσε την πόλη Matadi και συνήθους/τελευταίας διαμονής του την κοινότητα Masina στην πρωτεύουσα Kinshasa (ερυθρό 44/5Χ Δ.Φ.). Ως προς το οικογενειακό του πλαίσιο, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι γονείς του απεβίωσαν, η μητέρα του το 2018 και ο πατέρας του το 2016, έχει δύο αδερφές, εκ των οποίων η μία σκοτώθηκε από τους Kuluna[2] το 2020, ενώ αγνοεί που βρίσκεται η δεύτερη. Ως περαιτέρω δήλωσε έχει έξι ετεροθαλή αδέρφια από την δεύτερη σύζυγο του πατέρα του, με τα οποία ωστόσο δεν έχει καμία επικοινωνία (ερυθρό 46/3Χ Δ.Φ.). Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του νόμιμα στις 14/10/2021 με τη χρήση επίσημου διαβατηρίου που εκδόθηκε από τις αρχές της χώρας του, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδο του από τη ΛΔΚ, ούτε και συνέβη οτιδήποτε αξιοσημείωτο κατά το ταξίδι του στην Κύπρο (ερυθρά 44/7Χ και 8Χ, 43/8Χ και 14Χ Δ.Φ.).
Στην αίτησή του για διεθνή προστασία, δήλωσε πως εγκατέλειψε την χώρα του λόγω κληρονομικών προβλημάτων με μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του, καθώς αντιτάχθηκε στο σχέδιο που διαμόρφωσαν με αποτέλεσμα να δεχθεί απειλές κατά της ζωής του (ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 12 Δ.Φ.). Ακολούθως κατά τη συνέντευξή του, ανέφερε ότι ανέκαθεν υπήρχε διένεξη στην οικογένεια αναφορικά με την περιουσία του πατέρα του. Ως ισχυρίστηκε, διέμεναν όλοι σε ένα μεγάλο σπίτι που ανήκε στον πατέρα του, όπου διέμενε και η πρώτη σύζυγος και τα αδέρφια του τελευταίου. Ο θείος Β.[3] κατηγορούσε την μητέρα του (Αιτητή) για τη διάλυση της οικογένειας, με απειλές ότι θα την διώξει από το σπίτι. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 2016, εκδιώχθηκαν από το σπίτι από την πρώτη σύζυγο του πατέρα του και την οικογένειά της. Πώλησαν (η υπόλοιπη οικογένεια) το σπίτι και την φάρμα και διαμοίρασαν τα χρήματα μεταξύ τους. Η οικογένεια του Αιτητή άρχισε να παραπονιέται. Το 2017 η μητέρα του αρρώστησε και απεβίωσε το 2018. Η αδερφή του εξακολουθούσε να διεκδικεί το δικαίωμα της στην περιουσία του πατέρα τους. Την συγκεκριμένη περίοδο διέμεναν στην Masina. Μια μέρα η αδερφή του ενώ βρισκόταν στην αγορά δέχθηκε επίθεση από τους Kuluna και απεβίωσε, γεγονός το οποίο δεν θεωρείται τυχαίο αλλά στοχευμένο από κάποιο. Μετά τον θάνατο της αδερφής του εξακολουθούσε να ζητά το μερίδιο που του αναλογεί, και ικέτευε για φαγητό, αλλά η πρώτη σύζυγος δεν τους έδωσε κάτι. Ακολούθως, η μικρή του αδερφή μετακόμισε στην Lemba για να μείνει μαζί τους, λάμβανε απειλές μέχρι που εξαφανίστηκε. Ένα βράδυ δέχθηκε επίσκεψη από άγνωστα πρόσωπα με μάσκες, τα οποία απείλησαν να τον σκοτώσουν την επόμενη φορά, αν συνεχίσει να διεκδικεί μερίδιο από την κληρονομιά του πατέρα του. Τον Αύγουστο του 2021, επισκέφθηκε τον φίλο του πατέρα του ο οποίος είναι ιερέας που τον συμβούλευσε να εγκαταλείψει την χώρα (ερυθρό 42/1Χ Δ.Φ.). Ερωτηθείς για το τι πιστεύει ότι θα μπορούσε να του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι αν ενημερωθούν για την επιστροφή του θα προσπαθήσουν να τον βρουν για να τον βλάψουν (ερυθρό 38 Δ.Φ.). Σε ερωτήσεις αναφορικά με την κληρονομιά, ο Αιτητής ανέφερε ότι η περιουσία του πατέρα του αποτελείτο από το σπίτι και την φάρμα στην περιοχή Banza-Ngungu (στην οποία ήταν συνιδιοκτήτης με τον αδερφό του, ερυθρό 41/12Χ Δ.Φ.), το σπίτι στην Lemba, και τον μισθό του πατέρα του από το δημόσιο (ερυθρό 41/6Χ Δ.Φ.). Το σπίτι και η φάρμα στην περιοχή Banza-Ngungu πωλήθηκαν, ενώ το κτίριο στην Lemba, το οποίο αποτελείται από το κυρίως σπίτι, 5 διαμερίσματα, 3 στούντιο, και 2 διαμερίσματα ενός υπνοδωματίου είναι υπό τη διαχείριση της πρώτης συζύγου του πατέρα του και διαμένουν όλοι εκεί (ερυθρό 40/4Χ-7Χ Δ.Φ.). Σε ερωτήσεις αναφορικά με τις απειλές που δέχθηκε, ο Αιτητής πρόβαλε ότι τον Αύγουστο του 2021 γύρω στις 9 το βράδυ, τον επισκέφθηκαν 3 άτομα με μαύρα ρούχα και μάσκες, τον ανάγκασαν να καθίσει στο πάτωμα, και άρχισαν να τον απειλούν ότι θα τον σκοτώσουν αν συνεχίσει να διεκδικεί το μερίδιο του στην κληρονομιά (ερυθρό 39/1Χ, 4Χ και 5Χ Δ.Φ.). Ως υποστήριξε, δέχθηκε απειλές τρεις φορές, με την πρώτη να λαμβάνει χώρα τον Αύγουστο του 2021, την δεύτερη τον Οκτώβριο του 2021 όπου τον απείλησε ένας από τους συγγενείς του πατέρα του, και την τρίτη τον Νοέμβριο του 2021 (είχε ήδη φύγει από την χώρα) όπου ο ετεροθαλής αδερφός του μέσω επικοινωνίας από εφαρμογή κοινωνικής δικτύωσης, τον απείλησε ότι όπου και να βρίσκεται θα τον βρουν και θα τον «τακτοποιήσουν» (ερυθρό 39/6Χ και 7Χ Δ.Φ.). Τέλος, ως υποστήριξε η μητέρα του απεβίωσε από ασθένεια η οποία προκλήθηκε από την μητριά του, ως τους ανέφερε η Αφρικανική εκκλησία (ερυθρό 38/6Χ Δ.Φ.).
Ο λειτουργός στο πλαίσιο της έκθεσης-εισήγησής του εντόπισε τρείς (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο μεν πρώτος σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, ο οποίος έγινε αποδεκτός στο σύνολό του εξετάζοντας παράλληλα και πληροφορίες σχετικά με τη χώρα καταγωγής του (ερυθρά 108-107 Δ.Φ.). Ο δεύτερος ως προς του λόγους βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσής του, επίσης έγινε αποδεκτός στο σύνολό του (ερυθρό 107 Δ.Φ.). Ωστόσο, ο τρίτος αναφορικά με τις ισχυριζόμενες κτηματικές διαφορές και απειλές που δέχθηκε ο Αιτητής από την οικογένεια του πατέρα του απορρίφθηκε λόγω μη τεκμηρίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας (ερυθρά 107-105 Δ.Φ.).
Ειδικότερα, παρατηρήθηκαν αντιφάσεις, έλλειψη επαρκών πληροφοριών και ασυνέχεια στις δηλώσεις του Αιτητή, ενώ κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής δεν αποσαφήνισε ποιος ακριβώς είχε τον έλεγχο της περιουσίας μετά τον θάνατο του πατέρα του, εφόσον υποστήριξε ότι νομικά ανήκε στον πατέρα του, εντούτοις μετά τον θάνατό του την διαχειριζόταν η μητριά του, ενώ επιπλέον η περιουσία στην περιοχή Banza-Ngungu ήταν στο όνομα του πατέρα και του θείου του. Επιπρόσθετα, οι δηλώσεις του αναφορικά με τις απειλές που κατ’ ισχυρισμό δέχθηκε κρίθηκαν ανεπαρκείς και μη ευλογοφανείς, καθώς δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές πληροφορίες και να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του. Ως προς την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, κρίθηκε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του (μελλοντικού) κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης της περίπτωσης του και λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή, και εφόσον δεν διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής είχε υποστεί οιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρή βλάβη στη χώρα καταγωγής του, σύμφωνα με πηγές πληροφόρησης για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, παρατηρούνται ορισμένα περιστατικά βίας και αναταραχών στη χώρα, ωστόσο, οι ένοπλες δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα περιορίζονται στις ανατολικές επαρχίες της χώρας (ερυθρά 104-101 Δ.Φ.). Ειδικότερα, η Kinshasa, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν φαίνεται να επηρεάζεται από ένοπλες ομάδες ή συγκρούσεις, ως εκ τούτου, κρίθηκε από τον λειτουργό ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό πως σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (ερυθρό 101 Δ.Φ.)
Από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει ότι η έρευνα του λειτουργού ήτο ενδελεχής και επεκτάθηκε σε όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς του συνηγόρου του, και επίσης, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος του Αιτητή σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, όπου αυτό κρίθηκε αναγκαίο και ήταν εφικτό. Από συνολική δε, αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του και των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων και αποδεικτικών στοιχείων, διαπιστώνω ότι η συνολική αξιοπιστία του Αιτητή επί των εν λόγω σημείων του αιτήματός του (ήτοι τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός), δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[4], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Εξάλλου, ο Αιτητής σε ορισμένες περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του δήλωσε ότι επιπλέον λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα του είναι για να σπουδάσει και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσής του. Πράγματι διαπιστώνεται ότι δεν ήταν σε θέση να προσφέρει λεπτομερή περιγραφή των όσων του είχαν συμβεί αναφορικά με τα οικογενειακά ζητήματα και τις κληρονομικές διενέξεις που προέκυψαν αναφορικά με την περιουσία του πατέρα του, υπήρχαν ασάφειες και δεν μπορούσε να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις. Όπως επιπλέον διαπιστώνεται, οι διαφορές που ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπιζε στη χώρα καταγωγής του είναι ιδιωτικής φύσεως και θα μπορούσε να αναζητήσει την συνδρομή των αρχών της χώρας του. Το αφήγημα του Αιτητή εμπεριέχει δηλώσεις που στερούνται ιδιαίτερων βιωματικών στοιχείων καθώς και ευλογοφάνειας, ώστε να τεκμηριώνεται (ενδεχομένη) προσωπική εμπλοκή του ιδίου στα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα και δίωξή του στη χώρα καταγωγής. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια, ενώ υπήρξε αντιφατικός και ασυνεπής στις δηλώσεις του σε αρκετά σημεία ουσίας και που σχετίζονται με το αίτημά του (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της EASO: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112 και 120-131, βλέπε επίσης §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Ούτε δε, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις και λεπτομερείς εξηγήσεις[5], αλλά ούτε και θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Θα αναμενόταν δε, από τον Αιτητή, για τέτοια ουσιώδη ζητήματα που αφορούν σημαντικά γεγονότα και περιστατικά, στα οποία και στηρίζεται ο πυρήνας του αιτήματος του, να είναι σταθερός στις απαντήσεις του, να είναι σε θέση να παρουσιάσει το αίτημά του με συνέπεια, συνάφεια και επαρκή περιγραφή του αφηγήματος του, καθώς και να είναι σε θέση να δώσει ευλογοφανείς εξηγήσεις στις περιπτώσεις όπου τα λεγόμενά του παρουσιάζουν ασυνέπεια και αντιφάσεις. Η μη ύπαρξη βιωματικών στοιχείων, καθώς και οι αντιφατικές πληροφορίες, αποδυναμώνουν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας του στο σύνολό τους. Υπάρχουν δε, επί της έκθεσης-εισήγησης καταγραφές του λειτουργού ως προς τα ευρήματα αναξιοπιστίας του Αιτητή με παραπομπές και σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου κρίθηκε σκόπιμο/εφικτό. Ούτε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και/ή μέσω της Γραπτής Αγόρευσης υποδείχθηκαν σημεία επί της συνέντευξης ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής ή που να ανατρέπουν το τεκμήριο εσωτερικής αναξιοπιστίας του Αιτητή κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του. Ούτε πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις για παραχώρηση σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα καθότι δεν πληρούνται τα κριτήρια μορφής δίωξης, του φορέα δίωξης αλλά ούτε τεκμηρίωσε ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής του που να αντιμετωπίζει δίωξη (Βλέπε Άρθρα 3, 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις του Αιτητή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
Ως προς το εάν η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν. 6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίστατο (ερυθρά 99-98 Δ.Φ.). Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηρίωνε την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να θεωρείτο ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβαλλόταν σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ειδικά δε, ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημείωσε ότι, στην περιοχή επιστροφής του Αιτητή (ήτοι στην Kinshasa της ΛΔΚ) δεν παρατηρούνταν συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων (ερυθρό 99 Δ.Φ.). Σημειώνεται δε, ότι ο Αιτητής σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής του, δεν ανέφερε (ενδεχομένως) ότι κινδύνευε λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα καταγωγής του. Από σχετική έρευνα του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa της ΛΔΚ, παρατηρείται ότι σύμφωνα με σχετική έκθεση του Φεβρουαρίου 2025 από την Cedoca του Βελγίου, [μετάφραση] «όσον αφορά την Kinshasa, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, ένα [περιστατικό] απόδρασης από τη φυλακή Makala και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe».[6] Στην ίδια πηγή, αναφέρεται ότι το United Nations Joint Human Rights Office ‘θεωρεί’ ότι η επαρχία της Kinshasa ‘δεν επηρεάστηκε από ένοπλη σύγκρουση’, καθώς επίσης καταγράφεται ότι [μετάφραση] «από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από διαδηλώσεις εναντίον Δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa».[7] Γενικότερα δε, από τις μηνιαίες εκθέσεις του ACLED σχετικά με την περιφερειακή ανασκόπηση για την Αφρική, που αφορούν στους μήνες μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου 2025, καταγράφονται όσον αφορά τη ΛΔΚ, οι (συνεχιζόμενες) ένοπλες συγκρούσεις που υφίστανται στις ανατολικές (κυρίως) επαρχίες της χώρας, μεταξύ της οργάνωσης M23 και της Rwandan Defense Force (RDF) από τη μία πλευρά και των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας και των Allied Democratic Forces (ADF) από την άλλη πλευρά, καθώς επίσης, αναφέρονται και περιστατικά βίας εναντίον πολιτών από την M23 και την ADF στις εν λόγω ανατολικές επαρχίες της ΛΔΚ (που βρίσκονται σε κατάσταση ένοπλης σύρραξης), χωρίς (ωστόσο) να υπάρχουν οποιεσδήποτε αναφορές σε επέκταση (ενδεχομένως) των εν λόγω συγκρούσεων και βιαιοπραγιών, ειδικότερα και συγκεκριμένα, στην επαρχία της Kinshasa.[8] Από επικαιροποιημένη έρευνα του Δικαστηρίου από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project) στην πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 06/03/26), καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας[9] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 49 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[10] Συνεπώς, επιβεβαιώνονται τα παραπάνω ευρήματα του λειτουργού καθότι, με βάση τις πιο πάνω παρατεθείσες πληροφορίες σε συνδυασμό με τον συνολικό πληθυσμό της Kinshasa (εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 [2026] κατοίκους[11]), τα περιστατικά βίας στην εν λόγω επαρχία δεν φτάνουν σε τέτοιο βαθμό/επίπεδο ώστε να προκύπτει ότι από την παρουσία του και μόνο στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει στη ΛΔΚ, ο Αιτητής θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής. Ούτε προκύπτει ότι στην περιοχή τελευταίας διαμονής του Αιτητή στη ΛΔΚ (ήτοι, επαρχία Kinshasa) λαμβάνει χώρα διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας, και ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών του περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)[12]. Εξάλλου, ούτε τα ατομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία του Αιτητή, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του στη ΛΔΚ, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.
Όλα τα στοιχεία ανωτέρω, όπως αυτά προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης του Αιτητή καταδεικνύουν ότι η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου του διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις των Άρθρων 13, 13Α και 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή τις προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ο Αιτητής ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και κατά τη συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Δεν εντοπίζεται οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στη διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου, όπως επίσης και διευκρινιστικές ερωτήσεις για να μπορεί ο Αιτητής να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες του, ωστόσο, ο ίδιος δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με τις απαντήσεις του επαρκώς το αίτημά του.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Βλέπε Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1]https://www.mip.gov.cy/mip/asylum/asylumservice.nsf/asylumservice18_gr/asylumservice18_gr?OpenDocument
[2] Οι Kulunas αποτελούν νεανική συμμορία (gang) η οποία δραστηριοποιείται στην πρωτεύουσα Kinshasa, Global Initiative Against Transnational Organized Crime, Criminals or Vigilantes, The Kuluna Gangs of the Democratic Republic of the Congo, https://globalinitiative.net/analysis/kuluna-gangs-democratic-republic-congo/
[3] Ανωνυμοποιημένο πρόσωπο
[4] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/2009, σκέψη 11.
[5] Βλέπε EUAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System - Judicial Analysis, 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123.
[6] COMMISSARIAT GÉNÉRAL AUX RÉFUGIÉS ET AUX APATRIDES (Belgium), Cedoca, COI Focus: REPUBLIQUE DEMOCRATIQUE DU CONGO - Situation sécuritaire, 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf, σελ. 2
[7] COMMISSARIAT GÉNÉRAL AUX RÉFUGIÉS ET AUX APATRIDES (Belgium), Cedoca, COI Focus: REPUBLIQUE DEMOCRATIQUE DU CONGO - Situation sécuritaire, 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf, σελ. 2
[8] ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: February 2025, 10 February 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-february-2025 [ημερ. πρόσβασης 18/08/2025] / ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: March 2025, 7 March 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-march-2025 [ημερ. πρόσβασης 18/08/2025] / ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: April 2025, 4 April 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-april-2025 [ημερ. πρόσβασης 18/08/2025] / ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: May 2025, 9 May 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-may-2025 [ημερ. πρόσβασης 18/08/2025] / ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: June 2025, 6 June 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-june-2025 [ημερ. πρόσβασης 18/08/2025] / ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: July 2025, 4 July 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-july-2025 [ημερ. πρόσβασης 18/08/2025] / ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: August 2025, 8 August 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-august-2025 [ημερ. πρόσβασης 23/03/2026]
[9] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[10] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 23/03/2026]
[11] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 23/03/2026]
[12] Βλέπε EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 (1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο