J.J.K ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1048/2023, 30/3/2026
print
Τίτλος:
J.J.K ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1048/2023, 30/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ. 1048/2023

 

30 Μαρτίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ: 

 

                                                         J.J.K

                                                                                                                   Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας

μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

 

....................

 

Ο αιτητής παρουσιάζεται προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Αγγελική Πλιάκα για Διονυσία Κυριάκου Ζησιμοπούλου, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Μάσσιμο Αμπελώμος, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 28/02/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω:  Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 31/01/2023 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Την ίδια ημέρα, ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection) από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα. Στις 13/02/2023, πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη του Αιτητή στο εξεταστικό κέντρο Πουρνάρα. Στις 28/02/2023 αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση και εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη του Αιτητή.

 

Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου στις 28/02/2023 και αποφάσισε την επιστροφή του Αιτητή στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Στις 15/03/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απόφαση επί του αιτήματός της, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν.  Στη συνέχεια, καταχωρήθηκε εκ μέρους του αιτητή η υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, με την οποία αμφισβητεί την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, στα πλαίσια της Γραπτής της Αγόρευσης ισχυρίζεται πως έγινε λανθασμένη εφαρμογή της νομοθεσίας, πλάνη περί το νόμο και τα πράγματα, μη επαρκή και/ή δέουσα έρευνα και κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου.  Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, αντιτείνει πως η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης.  Πρόσθετα, αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Στην αίτηση που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου ο αιτητής δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή απειλείτο από την αστυνομία, γιατί έλαβε μέρος σε διαδήλωση εναντίον της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε στη χώρα καταγωγής του. Επιπλέον ανέφερε ότι η αστυνομία τον μετέφερε σε άγνωστο μέρος, τον συνέλαβε και τον χτύπησε, κατάφερε ωστόσο να διαφύγει και προσπάθησε να αναζητήσει κάποιο πρόσωπο για να τον βοηθήσει να κρυφτεί (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται από τη ΛΔΚ και συγκεκριμένα από την πόλη Kinshasa, η οποία αποτελεί τόπο γέννησης του και τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του (ερυθρό 34 του διοικητικού φακέλου).  Περαιτέρω, ως προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δήλωσε χριστιανός και ως προς την εθνοτική του καταγωγή Mungala (ερυθρό 38 του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι σπούδασε για δύο έτη στο Πανεπιστήμιο, ωστόσο δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του (ερυθρό36  του διοικητικού φακέλου), ενώ σε σχέση με το επαγγελματικό του προφίλ δήλωσε πως εργάστηκε περιστασιακά ως πωλητής τηλεφώνων για δύο έτη μέχρι το 2015 ενώ τον Μάϊο του 2021 μέχρι τον Οκτώβριο του 2021 εργάστηκε σε κατάστημα στοιχημάτων (ερυθρό 35 του διοικητικού φακέλου).  Ο αιτητής ανέφερε πως ομιλεί την τοπική διάλεκτο Lingala που είναι η μητρική του γλώσσα και την γαλλική γλώσσα. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε άγαμος και άτεκνος.

 

Ως προς την οικογένεια του, ο αιτητής δήλωσε ότι οι γονείς του είναι διαζευγμένοι, ο πατέρας του διαμένει στην κοινότητα Masina, ενώ η μητέρα του διαμένει με τις αδελφές του στην κοινότητα N’Djilι. Ανέφερε ότι είναι συνολικά έξι αδέλφια.  Όπως ισχυρίστηκε, διέμενε στη κοινότητα Kimanseke με τον αδελφό του και τη γιαγιά του.  Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής του έχει θείους και ξαδέλφια. Ο πατέρας του ασχολείτο με τις βαφές σπιτιών, η μητέρα του πωλούσε αντικείμενα, οι αδελφές του ήταν μαθήτριες και ο αδελφός του ήταν οδηγός. Η γιαγιά του ωστόσο δεν εργαζόταν καθώς είναι μεγάλη σε ηλικία. Ανέφερε ότι η τελευταία επικοινωνία που είχε με την οικογένεια του ήταν τον Δεκέμβριο του 2022 λίγο πριν την έναρξη της νέας χρονιάς, ωστόσο απώλεσε το τηλέφωνό του και δεν έχει επικοινωνήσει μαζί τους έκτοτε (ερυθρό 35 χ7-χ13 του διοικητικού φακέλου).

 

Εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές στις 20/01/2023 αφού προηγουμένως παρέμεινε στις κατεχόμενες περιοχές από τις 28/04/2022, με φοιτητική άδεια. Κατά τη παραμονή του στις κατεχόμενες περιοχές εργαζόταν στις φάρμες και στις οικοδομές μέχρι να συγκεντρώσει το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για να εισέλθει στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές (ερυθρό 33 του διοικητικού φακέλου).  Επιπλέον ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του νόμιμα, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιονδήποτε πρόβλημα ενώ για το ταξίδι του έλαβε χρηματική βοήθεια από μέλη της οικογένειάς του (ερυθρό 33 του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι κατά την 16η Οκτωβρίου του 2021, ημέρα Κυριακή έλαβε μέρος σε διαδήλωση με την CENI (Commission Electoral Nationale Independent). Η διαδήλωση είχε ως σημείο εκκίνησης τη κοινότητα N’djili με σκοπό να φθάσουν πεζοί στη κοινότητα Limete. Ωστόσο κατά τη διάρκεια της πορείας, συνάντησαν μπλόκα της αστυνομίας που προσπάθησαν να τερματίσουν την πορεία των διαδηλωτών. Οι διαδηλωτές, όπως ανέφερε ο Αιτητής, αντιστάθηκαν στην επέμβαση της αστυνομίας με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ένταση μεταξύ της αστυνομίας και των διαδηλωτών. Η αστυνομία για να διαλύσει το πλήθος των διαδηλωτών και την ένταση, έκανε χρήση δακρυγόνων. Ο Αιτητής ανέφερε πως εξαιτίας των δακρυγόνων δεν μπορούσε πλέον να δει καθαρά και συνελήφθη μαζί με άλλους διαδηλωτές, τους τοποθέτησαν σε αυτοκίνητο της αστυνομίας και τους μετέφεραν σε άγνωστο μέρος. Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, τους ξυλοκοπούσαν και τους έλεγαν ότι δεν θα επέστρεφαν ποτέ στα σπίτια τους. Ο ίδιος πίστεψε ότι επρόκειτο να τους σκοτώσουν ενώ ήταν με την εντύπωση ότι τους οδηγούσαν σε άγνωστο μέρος με σκοπό να τους εκτελέσουν και να τους θάψουν εκεί.

 

Όταν το όχημα έφτασε σε σημείο με κυκλοφοριακή συμφόρηση, ορισμένοι από τους συλληφθέντες άρχισαν να πηδούν έξω από το όχημα. Εκμεταλλευόμενος την κατάσταση, διέφυγε. Καθώς έτρεχε, βρέθηκε στην κοινότητα Ngaba. Στη συνέχεια, αποφάσισε να μεταβεί στην κοινότητα Ngaliema, όπου βρισκόταν η έδρα της εργασίας του (BET Job). Από εκεί επικοινώνησε τηλεφωνικά με φίλο του που διέμενε στη Mont-Ngafula, ο οποίος ήρθε και τον παρέλαβε.  Μετέβησαν στο σπίτι της οικογένειας του φίλου του, όπου τους ενημέρωσε για όσα είχαν συμβεί και ζήτησε να παραμείνει εκεί για να κρυφτεί. Ζήτησε επίσης τη βοήθεια του φίλου του για να επικοινωνήσει με την οικογένειά του. Αφού τους ενημέρωσε πλήρως για τα γεγονότα, αποφασίστηκε ότι έπρεπε να παραμείνει κρυμμένος, καθώς δεν ήταν πλέον ασφαλές να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής του.

 

Λόγω οικονομικών δυσκολιών, απαιτήθηκε χρόνος για τη συγκέντρωση των χρημάτων που ήταν απαραίτητα για την οργάνωση της αναχώρησής του από τη χώρα. Παρέμεινε κρυμμένος για διάστημα επτά μηνών, μέχρι που συγκέντρωσε τα απαιτούμενα χρήματα και τα έστειλαν σε πρακτορείο. Η διαδικασία προετοιμασίας και εγγραφής στο πανεπιστήμιο διήρκεσε περίπου δύο εβδομάδες και αφού έλαβε την επιστολή επιβεβαίωσης, προχώρησε στην κράτηση των αεροπορικών εισιτηρίων και αναχώρησε από τη χώρα του (ερυθρά 33 και 32 του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αιτητής επιβεβαίωσε, ότι πέραν την σύλληψής του στις 16/10/2021 δεν του συνέβη οποιοδήποτε προσωπικό περιστατικό δίωξης καθώς όπως ανέφερε, παρέμεινε κρυμμένος μετά το περιστατικό μέχρι και την αναχώρησή του.  Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει, εάν θα εγκατέλειπε τη χώρα καταγωγής του εάν δεν συνέβαινε το εν λόγω περιστατικό, ο Αιτητής δήλωσε πως θα έφευγε από τη χώρα του γιατί επιθυμούσε να σπουδάσει για να είναι χρήσιμος στη κοινωνία. 

 

Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει εάν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής του ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, καθώς όπως δήλωσε δεν διαμένει οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του σε άλλη περιοχή στην οποία να μπορεί να λάβει βοήθεια ή υποστήριξη. Επιπλέον, ανέφερε ότι δεν αισθανόταν ασφαλής καθώς τα εδάφη ελέγχονται από τη κυβέρνηση της χώρας του. Διευκρινίστηκε στον Αιτητή ότι διέμενε ασφαλής στη κοινότητα Ngafula από τον Οκτώβριο του 2021 όταν συνέβη η σύλληψή του μέχρι την ημερομηνία που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του δηλαδή στις 27/04/2022, ενώ δεν του συνέβη οποιοδήποτε προσωπικό περιστατικό δίωξης, κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος γεγονός που επιβεβαίωσε και ο ίδιος. Ωστόσο συμπλήρωσε ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής κρυβόταν.

 

Όσον αφορά τον προβαλλόμενο φόβο του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, σημειώνω ότι, όταν κλήθηκε να εξειδικεύσει τη φύση του κινδύνου, αυτός ανέφερε ότι φοβάται πως θα θανατωθεί, επικαλούμενος σχετικές δηλώσεις αστυνομικών κατά τη μεταφορά συλληφθέντων διαδηλωτών και του ιδίου, σε άγνωστη τοποθεσία. Πλην όμως, ερωτηθείς κατά πόσον διαθέτει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι καταζητείται από τις αρχές, απάντησε αρνητικά, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαίωσε ότι οι αρχές δεν κατέχουν τα προσωπικά του στοιχεία.  Πρόσθετα, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι ενδέχεται να αναγνωριστεί εκ των υστέρων βάσει των χαρακτηριστικών του προσώπου του.

 

Κληθείς να εξηγήσει πως κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του νόμιμα, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα ο Αιτητής ανέφερε ότι οι φοιτητές που πρόκειται να ταξιδέψουν στο εξωτερικό  παραδίδουν τα έγγραφά τους σε πρακτορείο το οποίο αναλαμβάνει όλες τις απαραίτητες διαδικασίες. Έτσι και με τον ίδιο, όλη η διαδικασία του ταξιδιού του διευθετήθηκε από τον πράκτορα ενώ το διαβατήριο του σφραγίστηκε την ώρα της επιβίβασης (ερυθρό 31, χ1 του διοικητικού φακέλου).  Κληθείς να εξηγήσει το γεγονός ότι ενώ αντιμετώπιζε προβλήματα με τις αρχές της χώρας του, η οικογένεια του διαμένει στη χώρα καταγωγής του έχοντας μια φυσιολογική ζωή ο Αιτητής ανέφερε ότι διέμεναν σε διαφορετικά σπίτια και δεν ήταν παρόντες όταν ο ίδιος συνελήφθη με αποτέλεσμα η αστυνομία να μη γνωρίζει την οικογένεια του (ερυθρό 30 του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε ο αιτητής κατά τη συνέντευξή του, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του τρείς ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του Αιτητή ως κατωτέρω:  (1)Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, (2) Ισχυριζόμενος φόβος δίωξης του Αιτητή από τις Αστυνομικές Αρχές της χώρας του εξαιτίας της συμμετοχής του σε διαμαρτυρία για τις εκλογές CENI  και (3) Για λόγους εκπαιδευτικού περιεχομένου.  Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, καθώς οι δηλώσεις του κρίθηκαν συνεκτικές ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αξιολογώντας τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξη του από τις Αστυνομικές Αρχές της χώρας του εξαιτίας της συμμετοχής του σε διαμαρτυρία για την εκλογική επιτροπή (CENI) ο λειτουργός κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή διέκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του. Επιπλέον, έκρινε ότι ο Αιτητής κατά το αφήγημά του υπέπεσε σε αντιφάσεις, ασάφειες, ασυνέπειες και έλλειψη ευλογοφάνειας. Συγκεκριμένα, ο λειτουργός σημειώνει ότι ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν έχει σκεφθεί το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης, καθώς όπως ανέφερε δεν έχει σε άλλη τοποθεσία συγγενικά του πρόσωπα που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν ή να τον στηρίξουν ενώ παράλληλα ανέφερε ότι αισθάνεται ανασφαλής καθώς η περιοχή βρίσκεται υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης.

 

Επιπρόσθετα δεν έχει αποδείξεις ότι διώκεται από τις Αστυνομικές αρχές, δήλωσε ότι δεν υπάρχει ένταλμα σύλληψης και σημείωσε- σύμφωνα με τον λειτουργό, με ασάφεια ότι φοβάται να επιστρέψει καθώς μπορεί να τον ψάχνουν μυστικά. Ο λειτουργός έκρινε ότι η απάντηση του Αιτητή ήταν  μη ικανοποιητική και οι εν λόγω ισχυρισμοί αντιφατικοί και ασυνεπείς, αφού ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν ικανός να διαμείνει με ασφάλεια στην περιοχή Mont-Ngafula από τις 16/10/2021 που σημειώθηκε η διαμαρτυρία και η σύλληψη του, μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, στις 27/04/2022, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε περιστατικό προσωπικής δίωξης ή βλάβης από οποιονδήποτε. Σε επιπλέον διευκρινιστική ερώτηση ισχυρίστηκε «ενδεχομένως να θυμούνται το πρόσωπό του και θα τον αναγνωρίσουν» ισχυρισμός που σύμφωνα με τον λειτουργός δεν παρουσιάζει καμία ευλογοφάνεια αφού με βάση εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, στη συγκεκριμένη διαμαρτυρία έλαβαν μέρος περίπου 10.000 άτομα.

 

Κληθείς να εξηγήσει πως ήταν ικανός να ταξιδέψει νόμιμα από τη χώρα του αεροπορικώς χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, παρά τον ισχυρισμό του περί δίωξης του από τις Αστυνομικές αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ο λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής απάντησε με ασάφεια και γενικότητα, αφού ισχυρίστηκε ότι όσον αφορά τους φοιτητές (εφόσον και αυτός αναχώρησε από τη χώρα του για να σπουδάσει) δίνουν όλα τα έγγραφα τους στο πρακτορείο και αυτό αναλαμβάνει τις ανάλογες διαδικασίες. Ο λειτουργός σημειώνει ότι δεν θα αναμενόταν από τον Αιτητή να είναι ικανός να ταξιδέψει νόμιμα και να εγκαταλείψει τη χώρα του χωρίς να αντιμετωπίσει το παραμικρό πρόβλημα, λαμβάνοντας υπόψιν ότι διώκετο από τις Αστυνομικές αρχές της χώρας καταγωγής του. Ο λειτουργός επιπλέον σημειώνει ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν υπέστη οποιαδήποτε σοβαρής μορφής δίωξη από τις αστυνομικές αρχές της χώρας του από τις 16/10/2021, όπου σημειώθηκε η διαμαρτυρία για το CENI μέχρι και που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.

 

Παράλληλα, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται για προσωπική δίωξη, αφού οι αστυνομικές αρχές δεν στόχευαν προσωπικά τον ίδιο αλλά όλους όσους συμμετείχαν στη διαμαρτυρία εκείνη τη μέρα και επιβεβαίωσε ότι δεν γνωρίζουν το όνομα του.  Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο λειτουργός σημειώνει ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.

 

Ωστόσο ο λειτουργός προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης κατά την οποία επιβεβαίωσε ότι στις 16/10/2021, σημειώθηκε διαμαρτυρία σχετικά με τις ανησυχίες που εκδηλώθηκαν σχετικά με την ανεξαρτησία και αμεροληψία της Ανεξάρτητης Εθνικής Εκλογικής επιτροπής (CENI) κατά την οποία η αστυνομία έκανε χρήση δακρυγόνων.  Ωστόσο, ο λειτουργός διαπιστώνει ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, ο ίδιος δεν υπέστη οποιαδήποτε μορφής σοβαρή δίωξη, ενώ επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό που μέχρι και την ημέρα της συνέντευξης του Αιτητή δεν είχε οποιαδήποτε εξέλιξη. Επιπλέον, ο λειτουργός σημειώνει ότι ο Αιτητής παρέμεινε με ασφάλεια στην περιοχή Mont-Ngafula για περίοδο περίπου επτά μηνών χωρίς ο ίδιος να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε περιστατικό προσωπικής δίωξης ή βλάβης από οποιονδήποτε. Καταληκτικά ο λειτουργός απέρριψε τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή στο σύνολό του.

 

Ο λειτουργός έκρινε αποδεκτό τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ότι δηλαδή εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για λόγους εκπαιδευτικού περιεχομένου, καθώς έκρινε ότι εγκατέλειψε τις σπουδές του με σκοπό να εξοικονομήσει  χρήματα προκειμένου να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του για να σπουδάσει στο εξωτερικό. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας ο λειτουργός σημειώνει ότι  οι αναφορές του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.

 

Υπό το φως των αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής του και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, αλλά και το ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για εκπαιδευτικούς λόγους, ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση μελλοντοστραφούς κινδύνου, αφού παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, ότι δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα, ο αιτητής να υποστεί μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.  Στη συνέχεια, διαπίστωσε πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου, καθότι με βάση έρευνα που διεξήγαγε ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση στον τόπο καταγωγής του, στην οποία βρίσκεται ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή και στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, δεν χαρακτηρίζεται από διεθνή ή εσωτερική ένοπλη σύγκρουση και ως εκ τούτου, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ. Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημά του ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό του με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός του.

 

Ο αιτητής δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για τον κίνδυνο που διέτρεχε και δεν περιέγραψε τα στοιχεία αυτά που κατά τον ισχυρισμό του θα τον έθεταν σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.  Το αφήγημα του δεν ήταν ευλογοφανές καθώς οι ισχυρισμοί του παρουσιάζονται ασύνδετοι.  Ο δε ισχυρισμός του ότι ενδέχεται να αναγνωριστεί εκ των υστέρων βάσει των χαρακτηριστικών του προσώπου του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, παραμένει υποθετικός και δεν εδράζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα.

 

Περαιτέρω, ως προς τις συνθήκες αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής ανέφερε ότι εξήλθε νομίμως, μέσω διαδικασίας που διευθετήθηκε από ταξιδιωτικό πράκτορα, στον οποίο παραδόθηκαν τα απαραίτητα έγγραφα, ενώ το διαβατήριό του σφραγίστηκε κατά την επιβίβαση. Η ως άνω εκδοχή δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί ύπαρξης ενεργού ενδιαφέροντος των αρχών στο πρόσωπό του, καθόσον δεν προκύπτει ότι αντιμετώπισε οποιοδήποτε κώλυμα ή έλεγχο κατά την έξοδό του από τη χώρα.  Επιπλέον, αναφορικά με την κατάσταση της οικογένειάς του, ο αιτητής ανέφερε ότι τα μέλη της συνεχίζουν να διαμένουν στη χώρα καταγωγής του υπό φυσιολογικές συνθήκες, αποδίδοντας τούτο στο γεγονός ότι δεν βρίσκονταν παρόντα κατά τη σύλληψή του και ως εκ τούτου, δεν είναι γνωστά στις αρχές. Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, δεν επαρκεί αφ’ εαυτού για να θεμελιώσει ύπαρξη εξατομικευμένου κινδύνου στο πρόσωπό του. 

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί του αιτητή περί κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης δεν υποστηρίζονται από επαρκή, συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία, αλλά εδράζονται κυρίως σε υποκειμενικούς φόβους και υποθετικές εκτιμήσεις, οι οποίες δεν επαρκούν για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης.  Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων διαπιστώνω πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του τεκμηριώθηκε, εφόσον στήριξε τον πυρήνα του αιτήματός του σε γενικές και αόριστες αναφορές.

 

Προκειμένου να διαπιστώσω την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή ανέτρεξα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αναφορικά με τα γεγονότα ημερομηνίας 16/10/2021 κατά τα οποία ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη εξαιτίας των επεισοδίων που έλαβαν χώρα με τις αστυνομικές αρχές της ΛΔΚ σε σχετική διαμαρτυρία. Το πρακτορείο Reuters αναφέρει σε άρθρο του ημερομηνίας 17/10/2021  «Το Σάββατο (16/10/2021), περίπου 10.000 υποστηρικτές του Fayulu πραγματοποίησαν πορεία στους δρόμους της Κινσάσα, διαμαρτυρόμενοι για διάφορα ζητήματα, μεταξύ των οποίων και η κατηγορία ότι η διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της CENI επηρεαζόταν από πολιτικούς παράγοντες.

 

Η αστυνομία έκανε χρήση δακρυγόνων για να διαλύσει τις συγκρούσεις στη συνοικία Limite μεταξύ των οπαδών του Fayulu και εκείνων του Tshisekedi, οι οποίοι εκτόξευσαν βόμβες μολότοφ εναντίον των διαδηλωτών, σύμφωνα με μάρτυρες του Reuters.  Μιλώντας από τον χώρο φόρτωσης (καρότσα) ενός φορτηγού, ο Fayulu δήλωσε σε μεγάλο πλήθος υποστηρικτών ότι το Κονγκό χρειάζεται μια ανεξάρτητη και διαφανή CENI, καθώς και έναν πρόεδρο της CENI που θα δημοσιεύσει «τα πραγματικά αποτελέσματα»[1].

 

Όπως επίσης αναφέρει το Al Jazeera σε άρθρο του ημερομηνίας 16/10/2021 «Η αστυνομία στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό έκανε χρήση δακρυγόνων, καθώς μέλη του κυβερνώντος κόμματος επιχείρησαν να εμποδίσουν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να πραγματοποιήσουν πορεία με αίτημα μια ουδέτερη εκλογική επιτροπή.  Περίπου 10.000 διαδηλωτές της αντιπολίτευσης πορεύτηκαν στους δρόμους της Kinshasa το Σάββατο και κατέβασαν άγαλμα του Προέδρου Felix Tshisekedi[2]».  Η ίδια πηγή αναφέρει ότι «Η αστυνομία έριξε δακρυγόνα για να διαλύσει τα επεισόδια και επέτρεψε τη συνέχιση της διαδήλωσης.  Οι διαμαρτυρίες προκλήθηκαν από την πρόταση έξι θρησκευτικών ομάδων να τοποθετηθεί ο Denis Kadima ως επικεφαλής της Independent National Electoral Commission (CENI).

 

Η CENI είναι οργανισμός ανεξάρτητου κονγκολέζικου δημοσίου δικαίου· είναι ουδέτερη και διαθέτει νομική προσωπικότητα. Έχει διοικητική και οικονομική αυτονομία, δικό της προϋπολογισμό και η στελέχωσή της μπορεί να ενισχύεται με εξωτερικές συνεισφορές. Η Ανεξάρτητη Εθνική Εκλογική Επιτροπή απολαμβάνει ανεξαρτησία δράσης σε σχέση με τα άλλα θεσμικά όργανα της Δημοκρατίας. Ωστόσο, κατά την άσκηση της αποστολής της, επωφελείται από τη συνεργασία των θεσμών αυτών[3].  Από τα πιο πάνω στοιχεία προκύπτει πως διασταυρώνονται οι ισχυρισμοί του αιτητή για την ημερομηνία της διαδήλωσης καθώς επίσης και για τη χρήση δακρυγόνων από την Αστυνομία.  Η εν μέρη διασταύρωση των πληροφοριών αυτών από τις πηγές πληροφόρησης, δεν είναι αρκετή για να κριθεί αξιόπιστος ο ουσιώδης ισχυρισμός ενόψει της μη τεκμηρίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του αιτητή.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Όσον αφορά τη Γενική κατάσταση Ασφαλείας στη ΛΔΚ, η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας που καλύπτει το 2024, αναφέρει ότι οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν καθώς κλιμακώθηκε η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων. Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από τις κυβερνητικές δυνάμεις και τις ένοπλες ομάδες. Οι κυβερνητικές δυνάμεις εκτέλεσαν εξωδικαστικά 250 άτομα. Υπήρξε ανησυχητική αύξηση των αναφερόμενων περιπτώσεων σεξουαλικής και έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας που σχετίζεται με τη σύγκρουση. Περισσότεροι από 7 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της χώρας - το 80% των οποίων είχε διαφύγει από τις ένοπλες συγκρούσεις - και ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Η επέκταση των έργων εξόρυξης οδήγησε σε μαζικές αναγκαστικές εξώσεις και στην άρνηση δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων για στέγαση, υγεία, νερό και άλλες βασικές υπηρεσίες.

 

Τον Ιανουάριο του 2024, ο πρόεδρος Tshisekedi ορκίστηκε για δεύτερη θητεία μετά τις προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές του Δεκεμβρίου 2023. Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε έξι μήνες μετά τις εκλογές, με πρωθυπουργό για πρώτη φορά μια γυναίκα.  Οι ένοπλες συγκρούσεις στα ανατολικά συνεχίστηκαν, καθώς οι πολιτικές διαδικασίες παρέμεναν στάσιμες. Τον Σεπτέμβριο, οι κυβερνητικές δυνάμεις πολέμησαν εναντίον των Δημοκρατικών Δυνάμεων για την Απελευθέρωση της Ρουάντα (FDLR), μιας ένοπλης ομάδας, στην επαρχία Nord-Kivu. Εν τω μεταξύ, οι δυνάμεις της Ουγκάντα και της κυβέρνησης συνέχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τους στις επαρχίες Nord-Kivu και Ituri κατά των Συμμαχικών Δημοκρατικών Δυνάμεων (ADF), μιας ένοπλης ομάδας της Ουγκάντα, και απελευθέρωσαν τουλάχιστον 500 άτομα που είχαν απαχθεί από τις ADF. Οι στρατιωτικές αυτές επιχειρήσεις είχαν ως αποτέλεσμα τον περαιτέρω εκτοπισμό του πληθυσμού και την επιδείνωση της ανθρωπιστικής κρίσης.

 

Όσον αφορά τη Κινσάσα, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, διεξήγαγα σχετική έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED (“Armed Conflict Location and Event Data Project”) όπου κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης το έτος 2026) έχουν καταγραφεί 48 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 57 θάνατοι[4].

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, ο οποίος εργαζόταν προτού αναχωρήσει από τη χώρα του, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

  

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).  Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση.  Συνεπώς, οι ισχυρισμοί των ευπαίδευτων συνηγόρων του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας των στοιχείων που σχετίζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, αλλά και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίπτονται στο σύνολό τους.

 

Από τους ισχυρισμούς που προωθήθηκαν δεν προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο υπέπεσε σε οποιαδήποτε πλάνη περί τα πράγματα ή πλάνη σε σχέση με τη νομοθεσία ούτε ενήργησε με κατάχρηση εξουσίας.  Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης, των στοιχείων που σχετίζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή. 

 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[2] Thousands protest in DR Congo to demand neutral poll body | Protests News | Al Jazeera διαθέσιμο σε https://www.aljazeera.com/news/2021/10/16/thousands-protest-in-dr-congo-to-demand-neutral-poll-body

 

 

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο