ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 1144/2025
10 Μαρτίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
F.K.A.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Ρ. Καλογήρου (κα) για ΕΛΙΝΑ ΜΑΧΤΑΒΗ ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή
Ε. Ιωάννου (κα) για Χ. Καστάνα (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 22/04/25 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου για την παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος πρόσφυγα ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει το Δικαστήριο κατάλληλη υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 20/02/23, στις 10/03/25 διενεργήθηκε η συνέντευξή του και ο λειτουργός ετοίμασε σχετική εισηγητική έκθεση ημερομηνίας 11/03/25 και εκδόθηκε απόφαση απόρριψης στις 17/03/25, που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η δικηγόρος για τον Αιτητή μέσω της Γραπτής Αγόρευσης υιοθετεί τον πυρήνα του αιτήματος του και τα προσωπικά του στοιχεία. Γίνεται αναφορά επί των προϋποθέσεων χορήγησης καθεστώτος πρόσφυγα τονίζοντας ότι ο Αιτητής στοχοποιήθηκε από τους Ταλιμπάν λόγω της ακτιβιστικής του δράσης υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών, των υπηρεσίων του στην LSOAW (Learning Services Organisation for Afghan Women), των απειλών που έλαβε/δέχθηκε, της σύνδεσης μελών της οικογενείας του και/ή συνεργασίας τους με αμερικανικές δυνάμεις πριν να αναλάβουν την εξουσία στη χώρα οι Ταλιμπάν και/ή των υπηρεσιών του στο κοινοβούλιο της χώρας και/ή ότι με την επιστροφή του κινδυνεύει να συλληφθεί ή να εκτελεστεί. Σημειώνει ότι η απόφαση των Καθ΄ ων η αίτηση να απορρίψουν το αίτημα του πάσχει λόγω ελλιπούς έρευνας, αιτιολογίας και/ή λήφθηκε κατά παράβαση της νομοθεσίας και/ή βασικών αρχών διοικητικού δικαίου και φυσικής δικαιοσύνης. Τονίζει ότι ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις πρόσφυγα λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, σημειώνει την ευαλωτότητα του λόγω σοβαρών προβλημάτων ψυχικής υγείας για το οποίο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και/ή προσθέτει ότι οι Ταλιμπάν πρόσωπα τα οποία συνεργάστηκαν με ξένες δυνάμεις θεωρούνται εθνικοί προδότες ενώ πηγές πληροφόρησης δεικνύουν ότι έχουν υπάρξει εξωδικαστικές εκτελέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις και βασανιστήρια, εξαφανίσεις, απειλές, παρενοχλήσεις και εκφοβισμός αυτών των προσώπων/πρώην αξιωματούχων και υπαλλήλων όπως και των οικογενειών τους λόγω της σύνδεσης τους με την προηγούμενη κυβέρνηση. Καταλήγει ότι λόγω των ισχυρισμών του Αιτητή, της ακτιβιστικής του δράσης και τις συνθήκες που επικρατούν στην χώρα του κινδυνεύει εάν επιστρέψει και/ή θα αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη ή βασανιστήρια.
Οι Καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποδεικνύουν ενδελεχώς δηλώσεις του Αιτητή βάση των οποίων κρίθηκε αναξιόπιστος, ενώ ως προς το αξιόπιστο του αφηγήματος του και/ή τον μελλοντοστραφή κίνδυνο υπερτονίστηκε η μη δίωξη του στο παρελθόν, ότι ουδέποτε αντιμετώπισε δίωξη και/ή ούτε τα έγγραφα που προσκομίστηκαν δεικνύουν κάτι τέτοιο. Υποστηρίζουν ότι οι λόγοι που επικαλείται η συνήγορος του δεν αιτιολογούνται επαρκώς κατά παράβαση της νομολογίας και των διαδικαστικών κανονισμών και θα πρέπει να απορριφθούν και/ή δεν κατάφερε ο Αιτητής να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο δίωξης, ούτε απέδειξε ότι μπορεί να υπαχθεί στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της συνηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Με βάση τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ») ο Αιτητής στην αίτησή του κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι εργαζόταν σε μία Μη Κυβερνητική Οργάνωση η οποία προστάτευε και προωθούσε τα δικαιώματα των γυναικών στο Αφγανιστάν, όταν οι Ταλιμπάν άρχισαν να αποκτούν έλεγχο της χώρας. Δήλωσε ότι έλαβε την πρώτη του γραπτή προειδοποίηση ενώ στη συνέχεια, όταν άρχισε να εργάζεται για την κυβέρνηση του πρότερου καθεστώτος με απόσπαση στο κοινοβούλιο της χώρας όπου εκτελούσε καθήκοντα διευθυντή ελέγχου, έλαβε και δεύτερη γραπτή προειδοποίηση. Ο Αιτητής δήλωσε πως όταν έλαβε, τόσο εκείνος όσο και άλλοι οι οποίοι εναντιώνοντας στην πολιτική ατζέντα και τους αυστηρούς τους κανόνες, την προειδοποίηση να σταματήσει να βοηθάει και να εκπαιδεύει τις γυναίκες και να υπακούει τους αυστηρούς κανόνες των Ταλιμπάν, έφυγε από την Καμπούλ και μετεγκαταστάθηκε αρχικά στην Kandahar και στη συνέχεια στη Herat για να αποφύγει τις απειλές και την απαγωγή, ενώ στη συνέχεια αποφάσισε να φύγει από τη χώρα καταγωγής και να αναζητήσει άσυλο (ερυθρό 1 ΔΦ – ελεύθερη μετάφραση).
Κατά τη συνέντευξη του ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Αφγανιστάν με τόπο καταγωγής το Maidan Wardak και τελευταίας συνήθους διαμονής την Καμπούλ, ότι είναι εθνοτικής καταγωγής Pashtun και σουνίτης μουσουλμάνος στο θρήσκευμα. Δήλωσε άγαμος και άτεκνος. Εγκατέλειψε δε τη χώρα του με νόμιμο τρόπο, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του και κατέληξε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Κατά την ελεύθερη αφήγησή του ανέφερε ότι το 2017 ξεκίνησε να αναπτύσσει ακτιβιστική δράση, στην αρχή ως εθελοντής και στη συνέχεια, από τον 10ο/2018, ως εργαζόμενος στον οργανισμό LSOAW ο οποίος προωθούσε τα δικαιώματα των γυναικών στο Αφγανιστάν. Πρόσθεσε, επιπλέον, ότι εργάστηκε στο Αφγανικό κοινοβούλιο με το προηγούμενο καθεστώς. Δήλωσε ότι τον 12ο/2018 έλαβε ένα απειλητικό γράμμα από τους Ταλιμπάν του Maidan Wardak και ότι στη συνέχεια 6 μήνες αφότου οι Ταλιμπάν ανέλαβαν την εξουσία τον 8ο/2021 δολοφόνησαν 300 πολιτικούς ακτιβιστές οι οποίοι προωθούσαν τα δικαιώματα των γυναικών. Κατόπιν τούτου, οι Ταλιμπάν άρχισαν να κάνουν έρευνες σε κατοικίες και ο ίδιος για να μην τον εντοπίσουν έφυγε από την οικία του (ερυθρό 74 2Χ-3Χ ΔΦ). Αναφορικά με την εργασία του στον οργανισμό, δήλωσε πως απασχολείτο στην οργάνωση μεταξύ 10/2018-11/2019 και πως ρόλος του ήταν η εποπτεία και η παρακολούθηση των δραστηριοτήτων της οργάνωσης. Δήλωσε πως σταμάτησε να εργάζεται για την οργάνωση, αφότου έλαβε την προειδοποιητική επιστολή, πρόσθεσε δε πως κατά τη διάρκεια της εργασίας του εκεί έλαβε δύο γραπτές απειλές και επιπλέον απειλήθηκε 4 με 5 φορές μέσω τηλεφώνου και μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με τις απειλές να αναφέρουν ότι προωθούσε τα δικαιώματα των γυναικών και ότι η συμπεριφορά αυτή εναντιωνόταν στα όσα προάγει το Ισλάμ στο Αφγανιστάν. Τέλος πρόσθεσε πως ουδέποτε αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα εξαιτίας της εργασίας του στον οργανισμό πέρα από τις προαναφερθείσες απειλές (ερυθρά 73-72 ΔΦ).
Αναφορικά με τις απειλές τις οποίες δήλωσε ότι έλαβε, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον 12ο/2018 οι Ταλιμπάν του απέστειλαν επιστολή με την οποία τον ενημέρωναν ότι γνωρίζουν για την ακτιβιστική του δράση υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών και τον προειδοποιούσαν να πάψει τις δραστηριότητες και να μείνει μακριά από την οργάνωση, ειδάλλως θα τον σκοτώσουν. Πρόσθεσε, ότι ο αδερφός του, ο οποίος ήταν διευθυντής του εγκληματολογικού τμήματος της αστυνομίας κατήγγειλε το περιστατικό και ότι ο διευθυντής της οργάνωσης έλαβε και αυτός παρόμοιες απειλές. Εξήγησε ότι μετά τη λήψη των απειλών έλαβε σχετικά μέτρα, περιορίζοντας τις δραστηριότητές του, μένοντας μακριά από την οργάνωση και αποφεύγοντας να πηγαίνει σε απομακρυσμένες περιοχές. Πρόσθεσε, πως μέχρι τον 11ο/2019 όταν και σταμάτησε εντελώς να εργάζεται για την οργάνωση, απειλήθηκε τρεις φορές τηλεφωνικά και ότι έως και την αναχώρηση του από τη χώρα το 2022 δεν του συνέβη κάτι άλλο αξιοσημείωτο (ερυθρά 71-69 ΔΦ). Αναφορικά με την εργασία του στο Αφγανικό κοινοβούλιο πριν την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, δήλωσε ότι εργάστηκε ως ελεγκτής των οικονομικών και των συμβάσεων του κοινοβουλίου. Ερωτώμενος σχετικά με την εργασία του και το κατά πόσο είχε σχετική εμπειρία ώστε να γίνει ελεγκτής οικονομικών ενώ οι σπουδές του ήταν στις γλώσσες και στη λογοτεχνία, εξήγησε ότι έλαβε σχετική εκπαίδευση στο κοινοβούλιο. Δήλωσε πως όταν ανέλαβαν την εξουσία οι Ταλιμπάν απέλυσαν όλους τους πρώην κυβερνητικούς υπαλλήλους και έκλεισαν το κοινοβούλιο, διευκρίνισε όμως ότι δεν απειλήθηκε ποτέ εξαιτίας αυτής του της εργασίας (ερυθρά 69-68 ΔΦ). Αναφορικά με τον αδερφό του ο οποίος συνεργαζόταν με τους Αμερικάνους στο Αφγανιστάν, δήλωσε ότι εργαζόταν ως πολιτικός μηχανικός στην κατασκευή των αμερικανικών βάσεων και ότι εργαζόταν και για τον Αφγανικό στρατό. Πρόσθεσε, ότι όταν ανέλαβαν οι Ταλιμπάν, φοβήθηκαν μεν όμως δεν του συνέβη κάτι προσωπικά ως επακόλουθο της εργασίας του αδερφού του (ερυθρά 68-67 ΔΦ). Ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι δε συνελήφθη ποτέ στο Αφγανιστάν και δήλωσε ότι φοβάται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα θα συλληφθεί και θα τον σκοτώσουν (ερυθρά 63 ΔΦ).
Ο εξεταστής-λειτουργός κατά τη συγγραφή της έκθεσης – εισήγησής του εντόπισε και εξέτασε πέντε (5) ισχυρισμούς του Αιτητή. Τα προσωπικά στοιχεία και προφίλ του έγιναν αποδεκτά από την Υπηρεσία Ασύλου (ερυθρά 101-100 ΔΦ), ομοίως και ο δεύτερος ισχυρισμός αναφορικά με την εργασία του Αιτητή στην οργάνωση προστασίας και προάσπισης των δικαιωμάτων των γυναικών στο Αφγανιστάν έγινε δεκτός καθώς τα όσα ανέφερε ο Αιτητής κρίθηκαν αξιόπιστα και υποστηρίχτηκαν από τα σχετικά έγγραφα τα οποία προσκόμισε ο Αιτητής (ερυθρά 100-99 ΔΦ).
Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό για την απειλητική επιστολή την οποία ισχυρίστηκε ότι έλαβε από τους Ταλιμπάν, ο λειτουργός έκρινε ότι ο ισχυρισμός πάσχει από έλλειψη ειδίκευσης και λεπτομέρειας και περιέχει αντιφάσεις τις οποίες ο Αιτητής δεν κατάφερε να εξηγήσει όταν του δόθηκε η ευκαιρία. Ειδικότερα κρίθηκε (α) ως μη αληθοφανής ο ισχυρισμός του ότι είχαν παραβιάσει τον λογαριασμό του στο Facebook καθότι ως παραδέχθηκε επρόκειτο για προσωπική εικασία και δεν υποστηρίχθηκε από πραγματικά περιστατικά, (β) δεν μπόρεσε να θεμελιώσει για το πώς εντόπισαν τον αριθμό τηλεφώνου του και τον απείλησαν, (γ) δεν του είχε συμβεί οτιδήποτε άλλο όταν εργαζόταν στον οργανισμό, (δ) συνέχιζε να εργάζεται για ένα έτος 2018-2019 ενώ είχε λάβει ως ισχυρίζεται απειλές από το 2018, (ε) το έγγραφο απειλητικού μηνύματος κρίθηκε μειωμένης αποδεικτικής αξίας, κακής ποιότητας αντίγραφο, οι σφραγίδες αυτού δεν ήτο ευκρινείς με αποτέλεσμα να κριθεί τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά αναξιόπιστος (ερυθρά 99-97 ΔΦ).
Ομοίως, απορρίφθηκε και ο τέταρτος ισχυρισμός του Αιτητή σχετικά με την απασχόληση του στο Αφγανικό κοινοβούλιο μεταξύ των ετών 2020-2021 καθότι κρίθηκε πως ο ισχυρισμός του πάσχει από αντιφάσεις και από έλλειψη εξειδίκευσης και λεπτομέρειας. Τα προσκομισθέντα έγγραφα προς επίρρωση του ισχυρισμού δεν έγιναν αποδεκτά καθώς δεν μπόρεσε να διαπιστωθεί η γνησιότητά τους. Ειδικότερα κρίθηκε (α) ασύμβατη η εκπαίδευση του με τις γενικές του αναφορές ως προς τα καθήκοντα του επί οικονομικών και/ή συμβολαίων, (β) δεν μπορούσε να συνδέσει την κατ΄ ισχυρισμό εμπειρία του στα οικονομικά στον οργανισμό LSOAW καθότι δεν γνώριζε περί των οικονομικών πόρων της τελευταίας, (γ) δεν θυμόταν το όνομα της συνεργαζόμενης εταιρίας με το Κοινοβούλιο – ενώ θα αναμενόταν να το ξέρει λαμβανομένου υπόψη ότι συνεργαζόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα, (δ) ως δε για τα προσκομισθέντα έγγραφα κρίθηκε ως συναφή αλλά απορρίφθηκαν καθότι επρόκειτο για αντίγραφα, δεν είχαν σφραγίδες, η γνησιότητα τους δεν μπορούσε να εξακριβωθεί και/ή κρίθηκε αναξιόπιστος ως προς τον τρόπο εξασφάλισης τους (ερυθρά 97-96 ΔΦ).
Ο πέμπτος ισχυρισμός, επίσης, απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ήτοι σχετικά με τον κίνδυνο στον οποίο εξετέθη ο Αιτητής λόγω της επαγγελματικής απασχόλησης του αδερφού του από τον στρατό των ΗΠΑ καθότι δεν εξήγησε επαρκώς το πώς ακριβώς στοχοποιήθηκε εξαιτίας αυτού. Ειδικότερα κρίθηκε (α) αποτελεί ισχυρισμό που δεν αναφέρθηκε κατά την καταγραφή, (β) σε ερώτηση για το πως στοχοποιήθηκε λόγω της ιδιότητας του αδελφού του απάντησε χωρίς συνοχή ότι φοβόταν χωρίς να παραθέτει κανένα σχετικό περιστατικό επί τούτου, (γ) ως δε για τα προσκομισθέντα έγγραφα κρίθηκε ως συναφή αλλά απορρίφθηκαν καθότι η γνησιότητα τους δεν μπορούσε να εξακριβωθεί, δεν μπορούσαν να αξιολογηθούν και/ή επιβεβαίωσης των προσώπων, του χώρου και/ή χρόνου – ούτε είχαν κάποια αποδεικτική αξία. Εξάλλου, κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστος ως προς τις δηλώσεις του και/ή ατεκμηρίωτος ως προς αυτό το σημείο του αιτήματος του (ερυθρά 96-94 ΔΦ) ενώ ο λειτουργός τόνισε πως ο Αιτητής, όταν ρωτήθηκε σχετικά, δήλωσε ότι δεν του συνέβη κάτι λόγω της εργασίας του αδερφού του.
Το Δικαστήριο αφού διεξήλθε των λεπτομερειών της συνέντευξης διαπιστώνει, όπως και η εισήγηση του λειτουργού, ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό αυτό το μέρος του αιτήματος του Αιτητή (ισχυρισμοί 3-5). Δεν τεκμηρίωσε αυτούς τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια (Βλέπε Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Το αφήγημα του Αιτητή ενέχει στοιχεία σοβαρών ελλείψεων, ενώ παρουσιάζονται λεπτομέρειες στις περιγραφές του που δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των δηλώσεών του και ο ίδιος δεν έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις των προβαλλόμενων ανακριβειών του. Οι συνθήκες απειλών, οι περιγραφές των πρωταγωνιστών του αφηγήματός του και γενικότερα οι ελλιπείς και αντιφατικές πληροφορίες που παρέθεσε, αποδυναμώνουν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας του στο σύνολό τους. Ούτε από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν έχει τεκμηριωθεί ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας του είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Σημειώνεται ότι τα σημεία που υποδεικνύει επί της συνέντευξης ή της έκθεσης/εισήγησης και/ή τα σχόλια μέσω της Γραπτής Αγόρευσης δεν είναι ικανά για να τεκμηριώσουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του. Σε αντίθεση με τις τοποθετήσεις της συνηγόρου του Αιτητή, ούτε έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι ο Αιτητής υφίστατο σε πράξεις δίωξης στη χώρα του οι οποίες «[…] κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης […] είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή (β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).»[1] Όλες οι αναφορές του Αιτητή μέσω των γραπτών προτάσεων (περί του βαθμού μεταχείρισης/δίωξης/βίας/βλάβης αυτού) παραμένουν σε γενικά υποκειμενικό/θεωρητικό επίπεδο και/ή δεν τεκμηριώνεται κανένας βαθμός δίωξης και/ή έντασης των περιστατικών που δήλωσε ο Αιτητής ότι βίωσε είτε μέσω της αίτησης διεθνούς προστασίας είτε μέσω της συνέντευξης του (λαμβανομένου υπόψη ότι κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστος σε σχέση με το περιγραφόμενο αφήγημα-που δεν έγινε αποδεκτό). Δεν θα μπορούσε, λοιπόν στη βάση όλων των ανωτέρω, να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του Αιτητή (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Διαφωνώ δε ότι υπάρχει επαρκής σύνδεση μεταξύ του αιτήματος του Αιτητή και αριθμού πληροφορίων που παρουσιάζονται μέσω της Γραπτής Αγόρευσης και/ή ούτε οι αναφορές κατά την αξιολόγηση εξωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή επηρεάζουν με θετικό πρόσημο το αίτημα ασύλου του. Από έρευνα του ιδίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι μετά την κατάληψη της εξουσίας το 2021, οι Ταλιμπάν εξέδωσαν γενική αμνηστία για άτομα που είχαν υπηρετήσει στην προηγούμενη κυβέρνηση. Παρ' όλα αυτά, από την κατάληψη της εξουσίας, έχουν καταγραφεί εξωδικαστικές δολοφονίες πρώην κυβερνητικών υπαλλήλων, καθώς και άλλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος αυτού του προφίλ[2]. Ακολούθησαν πολλά μηνύματα κατά τη διάρκεια του 2022 και του 2023, με τους Ταλιμπάν να καλούν τους πολιτικούς ηγέτες και αξιωματούχους της προηγούμενης κυβέρνησης, καθώς και επενδυτές, επιχειρηματίες και ακαδημαϊκούς που έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, να επιστρέψουν στο Αφγανιστάν.[3] Ο νεοδιορισμένος Υπουργός Ανώτατης Εκπαίδευσης των Ταλιμπάν απηύθυνε έκκληση τη 14/11/22 στους ακαδημαϊκούς και τους διανοούμενους να επιστρέψουν στο Αφγανιστάν, δηλώνοντας ότι μια ζωή στη φτώχεια στην πατρίδα είναι καλύτερη από τη ζωή σε ξένες χώρες. Ο αξιωματούχος των Ταλιμπάν, ζήτησε από τις αρμόδιες υπηρεσίες «να προσκαλέσουν ικανούς ανθρώπους εντός και εκτός της χώρας» προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έλλειψη καθηγητών στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας. Αυτό συμβαίνει επειδή, μετά την κατάληψη του Αφγανιστάν από τους Ταλιμπάν, ένα μεγάλο μέρος του αφγανικού πανεπιστημιακού και ακαδημαϊκού δυναμικού εγκατέλειψε τη χώρα, αφήνοντας τα εκπαιδευτικά ιδρύματα με κρίσιμη έλλειψη ακαδημαϊκού προσωπικού. Σύμφωνα με αναφορές, 229 καθηγητές από τα πανεπιστήμια της Καμπούλ, του Μπαλχ και της Χεράτ έχουν εγκαταλείψει το Αφγανιστάν. Λέγεται επίσης ότι μόνο το Πανεπιστήμιο της Καμπούλ χρειάζεται περισσότερους από 200 καθηγητές για την αναδιάρθρωση του προγράμματος σπουδών.[4] Ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο ανέφερε τον 5ο/2024 ότι: «Πηγές ανέφεραν περιπτώσεις αναγκαστικών εξαφανίσεων πολιτικού και στρατιωτικού προσωπικού, γυναικών διαδηλωτών και ύποπτων για σχέσεις με το ISKP, καθώς και μελών οικογενειών και ατόμων που συνδέονται με τέτοια άτομα. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τις αναφορές για Ταλιμπάν που απειλούν μέλη οικογενειών και άτομα που συνδέονται με εξαφανισμένο ή κρατούμενο πρώην πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό, για παράδειγμα, να μην απευθύνονται σε μέσα ενημέρωσης ή σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αναφέρθηκε ότι αυτό το φαινόμενο έχει «υποτιμηθεί εντελώς».[5] Ορισμένα θύματα, συμπεριλαμβανομένων πρώην κυβερνητικών υπαλλήλων και ατόμων που κατηγορούνται για συνεργασία με ομάδες της αντιπολίτευσης, συνελήφθησαν από τους Ταλιμπάν και αργότερα εκτελέστηκαν. Οι Ταλιμπάν δεν κοινοποιούν καμία δημόσια πληροφορία σχετικά με αυτές τις δολοφονίες και δεν αναφέρουν καμία νομική δίωξη και τιμωρία των δραστών στοχευμένων, μυστηριωδών και εξωδικαστικών δολοφονιών. Επιπλέον, οι αξιωματούχοι των Ταλιμπάν απαγορεύουν επίσης στις οικογένειες και τους επιζώντες να εκφράζουν τη γνώμη τους για τους δράστες ή να παρέχουν πληροφορίες. Το 2024, τουλάχιστον 91 πρώην κυβερνητικοί υπάλληλοι και τα μέλη των οικογενειών τους σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν σε στοχευμένες, μυστηριώδεις και εξωδικαστικές επιθέσεις. Το 2023, 83 πρώην κυβερνητικοί υπάλληλοι σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν ως αποτέλεσμα στοχευμένων επιθέσεων. Μια σύγκριση των δύο αριθμών δείχνει αύξηση 9,63% στον αριθμό των στοχευμένων δολοφονιών πρώην κυβερνητικών υπαλλήλων και των μελών των οικογενειών τους κατά αυτήν την περίοδο αναφοράς.[6] Το 2024, οι Ταλιμπάν επέβαλαν ακόμη αυστηρότερους περιορισμούς σε σύγκριση με το 2023 στο έργο των δημοσιογράφων και των τοπικών μέσων ενημέρωσης. Επί του παρόντος, τα τοπικά μέσα ενημέρωσης δεν μπορούν να δημοσιεύουν πληροφορίες χωρίς προηγούμενη έγκριση από τις Διευθύνσεις Πληροφόρησης και Πολιτισμού και το GDI. Επιτρέπεται να δημοσιεύουν μόνο ρεπορτάζ και πληροφορίες που οι Ταλιμπάν εγκρίνουν και επικυρώνουν.[7] Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση της Rawadari, στο πρώτο μισό του 2025, τουλάχιστον 20 πρώην κυβερνητικοί υπάλληλοι, συμπεριλαμβανομένων τόσο πολιτικών όσο και στρατιωτικών υπαλλήλων, σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν σε στοχευμένες εξωδικαστικές επιθέσεις. Μια σύγκριση των δεδομένων δείχνει ότι ο αριθμός των αυθαίρετων δολοφονιών και τραυματισμών πρώην κυβερνητικών υπαλλήλων μειώθηκε κατά 60% σε σύγκριση με το πρώτο μισό του 2024.[8] Ο Αιτητής, όμως, κρίθηκε τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά αναξιόπιστος σε σχέση με τα στοιχεία που παρουσίασε στην Υπηρεσία Ασύλου, ενώ από τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του δεν προκύπτει μελλοντοστραφής κίνδυνος επιστροφής του.
Προχωρώντας, λοιπόν, στο στάδιο της αξιολόγησης κινδύνου, σε σχέση με τους αποδεκτούς 1 και 2 ισχυρισμούς του προκύπτει ότι δεν έχει υποστεί στη χώρα καταγωγής τέτοιας μορφής δίωξης ή σοβαρής βλάβης και η απροθυμία του Αιτητή να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής κρίνεται ως αδικαιολόγητη. Σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της συνηγόρου του Αιτητή, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό. Υπάρχουν δε εκτεταμένες καταγραφές του λειτουργού ιδιαιτέρως σε σχέση με την κοινωνικοοικονομική και πολιτική κατάσταση στο Αφγανιστάν, την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται πως σε περίπτωση επιστροφής του θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε ζήτημα και/ή δεν υπάρχει βάσιμος φόβος και/ή μελλοντοστραφής κίνδυνος και/ή οιανδήποτε μορφή δίωξης ή βλάβης. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο EASO «Δικαστική Ανάλυση του (2018) Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)», σελίδα 92:
«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον[9]. Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)[10]] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης[11]. Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο. Το ΔΕΕ ενέκρινε αυτή την προσέγγιση δύο σταδίων: Στην πραγματικότητα, η «αξιολόγηση» αυτή γίνεται σε δύο αυτοτελή στάδια. Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας[12].»
Σύμφωνα με το ίδιο εγχειρίδιο[13]:
«Ο όρος «φόβος» αντικατοπτρίζει τη μελλοντοστραφή έμφαση των ορισμών της σύμβασης για τους πρόσφυγες και της ΟΕΑΑ. Η ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) επεκτείνει την προστασία όχι μόνο στα πρόσωπα που υπέστησαν πραγματικά δίωξη, αλλά και σε εκείνα που διατρέχουν κίνδυνο δίωξης[14]. Αντικατοπτρίζει επίσης την αποδοχή της ιδέας ότι η απειλή δίωξης αρκεί για να διαπιστωθεί ύπαρξη δίωξης. Επομένως, ένα πρόσωπο δεν χρειάζεται να περιμένει να υποστεί διώξεις για να υποβάλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, αλλά μπορεί να «φοβάται» μελλοντική δίωξη.»
Το ΔΕΕ τόνισε τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Y και Z, όπου αποφάνθηκε ότι:
«[ο]σάκις οι αρμόδιες αρχές καλούνται να εκτιμήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο γ) αυτής, αν ο αιτών διακατέχεται βασίμως από τον φόβο ότι θα διωχθεί, οφείλουν να διερευνήσουν αν οι στοιχειοθετημένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να φοβείται βασίμως, λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης καταστάσεώς του, ότι αποτελεί πράγματι αντικείμενο πράξεων διώξεως[15].»
(ο τονισμός δικός μου)
Ο λειτουργός εξέτασε και αξιολόγησε ότι με την αποδοχή των ισχυρισμών του Αιτητή λόγω της ιδιότητας του και έκρινε ότι δεν υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να αντιμετωπίσει δίωξη ή βλάβη και/ή εγκατέλειψε νόμιμα την χώρα του χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε προβλήματα (ερυθρό 94 ΔΦ). Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, είναι κρίση του Δικαστηρίου, ότι από τα στοιχεία που προσκόμισε ο Αιτητής δεν διαπιστώνεται προσωπική δίωξή και/ή δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Εξ ορισμού του Άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν6(Ι)/2000) και βάσει των προσωπικών περιστάσεων του δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του ορισμού δίωξης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
Παραμένει, όμως, το ζήτημα του κατά πόσο εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας βάσει του Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν. 6(Ι)/2000). Ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση και/ή κατά την υπαγωγή των προσωπικών του δεδομένων του Αιτητή εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός εξέτασε κατά την νομική ανάλυση σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή και έκρινε ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά λόγω ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Επί τούτου ο λειτουργός/εξεταστής παρέπεμψε ενδελεχώς μέσω της έκθεσης του σε αριθμό εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, κατέληξε δε πως τα περιστατικά που εντοπίζονται δεν μπορούν να θεωρηθούν ως περιστατικά υψηλής έντασης και συχνότητας, σε τέτοιο βαθμό που να τεκμαίρεται ότι επικρατούν συνθήκες αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερική ένοπλης σύρραξης, εφόσον αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά. Από έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές σε συνάρτηση με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή προκύπτει ότι μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν το 2021, τα επίπεδα ένοπλης βίας και οι βλάβες στους αμάχους μειώθηκαν σημαντικά σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη συγκρούσεων.[16] Πηγές του ΟΗΕ έχουν περιγράψει την επακόλουθη περίοδο ως χαρακτηριζόμενη από «σχετική απουσία ένοπλης σύγκρουσης»[17] και «ουσιαστική παύση της ενεργού σύγκρουσης»[18]. Το 2022, το UCDP εκτίμησε ότι η ένταση της σύγκρουσης στο Αφγανιστάν δεν πλησίαζε πλέον το όριο για να χαρακτηριστεί ως «πόλεμος»[19]. Το δε Ίδρυμα Bertelsmann ανέφερε το 2024 ότι «δεν υπήρχε καμία ένδειξη συστηματικής ή διάσπαρτης μάχης»[20].Ένοπλες ομάδες που αντιτίθενται στους Ταλιμπάν εμφανίστηκαν εν μέσω της κατάληψης της εξουσίας.[21] Μεταξύ αυτών των ομάδων, αναφέρθηκε ότι το Εθνικό Μέτωπο Αντίστασης του Αφγανιστάν (NRF) και το Μέτωπο Ελευθερίας του Αφγανιστάν (AFF) εξακολουθούσαν να είναι ενεργά το 2023 και το 2024.[22] Το Islamic State Khorasan Province (ISKP) αύξησε τις επιθέσεις μετά την κατάληψη της εξουσίας και συνέχισε να πραγματοποιεί επιθέσεις εναντίον πολιτικών στόχων και εναντίον των de facto αρχών.[23] Οι de facto δυνάμεις ασφαλείας έχουν επίσης συγκρούσεις με τις πακιστανικές συνοριακές δυνάμεις, προκαλώντας θύματα και από τις δύο πλευρές.[24] Οι Ταλιμπάν συνεχίζουν τις εχθροπραξίες με περιφερειακές τρομοκρατικές παρατάξεις, συμπεριλαμβανομένων των Tehrik-e Taliban Pakistan (TTP), οι οποίες έχουν χρησιμοποιήσει τις αφγανικές παραμεθόριες περιοχές ως επιχειρησιακές βάσεις, επιδεινώνοντας τις διασυνοριακές εντάσεις με το Πακιστάν[25]. Σύμφωνα με Αφγανό αναλυτή που επικαλείται η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο στον πιο πρόσφατο οδηγό της για την χώρα, από την 01/10/24, δεν υπάρχει μέρος στο Αφγανιστάν όπου ένοπλες ομάδες της αντιπολίτευσης να έχουν εμφανή παρουσία, ούτε καν σε πρώην αμφισβητούμενες περιοχές όπως η επαρχία Panjsher και η περιοχή Andarab, όπου έλαβαν χώρα αντάρτικες μάχες το 2022.[26] Το Αφγανιστάν εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ανθρωπιστική κρίση όπου εκατομμύρια Αφγανοί, αναμένεται να χρειαστούν ανθρωπιστική βοήθεια το 2025[27]. Σύμφωνα με ενημερωτικό δελτίο τύπου του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OHCHR) της 18/07/25, οι Αφγανοί που επιστρέφουν ή αναγκάζονται να επιστρέψουν στη χώρα τους αντιμετωπίζουν μια πολυεπίπεδη ανθρωπιστική και ανθρώπινη κρίση, με σοβαρούς κινδύνους δίωξης, αυθαίρετης κράτησης, βασανιστηρίων και γενικότερα παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων.[28] Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο δελτίο τύπου, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα σκληρή για τις γυναίκες και τα κορίτσια, που υφίστανται συστηματική διάκριση και αποκλεισμό από τη δημόσια ζωή και τις βασικές υπηρεσίες, ενώ οι δημοσιογράφοι, οι πρώην δημόσιοι υπάλληλοι και όσοι εργάστηκαν με την προηγούμενη κυβέρνηση κινδυνεύουν από αντίποινα. Λαμβάνοντας, όμως, τις ατομικές περιστάσεις του Αιτητή ως υγιούς, μορφωμένου ενήλικα, χωρίς προβλήματα υγείας, με εκπαιδευτικό υπόβαθρο και εργασιακή εμπειρία, χωρίς παρελθοντικά στοιχεία δίωξης κρίνεται ότι δεν προκύπτει ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Προχωρώντας σε διερεύνηση αναφορικά με την επαρχία της Καμπούλ (τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή), σημειώνεται συναφώς ότι κατά το τελευταίο έτος με βάση πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για την κατάσταση ασφαλείας στην Καμπούλ καταγράφηκαν συνολικά 227 περιστατικά (περιλαμβάνονται διαδηλώσεις, περιστατικά πολιτικής βίας, εξεγέρσεις, θηριωδίες, καταστολή, τρομοκρατική δραστηριότητα, ξένη στρατιωτική εμπλοκή) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 107 πολιτών[29]. Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της επαρχίας της Καμπούλ με βάση την εκτίμηση του 2020 εκτιμάται σε 5,204,700 κατοίκους[30]. Σημειώνεται ότι, υπάρχει γενικά μεγάλη μείωση των περιστατικών ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή. Συνεπώς, το Δικαστήριο εξετάζοντας το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης σε σχέση με την περιοχή γέννησης/καταγωγής του Αιτητή και σε συνάρτηση με τις ατομικές του περιστάσεις διαπιστώνει ότι δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις βάσει της έννοιας αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας[31] - που έχει προτείνει το ΔΕΕ στις αποφάσεις Elgafaji[32] και Diakité[33].
Απορρίπτονται και οι ισχυρισμοί επί της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης ασύλου του Αιτητή, αφού αυτή διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ο Αιτητής ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και κατά τη συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου όπως επίσης και διευκρινιστικές για να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες του, ωστόσο, με τις απαντήσεις του δεν αποδείχθηκε ή τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης ή βλάβης και με την αποδοχή των ισχυρισμών του. Η δε αξιολόγηση των προσκομισθέντων εγγράφων/στοιχείων του Αιτητή διενεργήθηκε από την αρμόδια αρχή με βάση τη νομολογία και τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (στο εξής «ΕΥΥΑ») τόσο σε συνάρτηση με τις δηλώσεις και την εσωτερική του αξιοπιστία όσο και στη βάση του περιεχόμενου/συμβατότητας τους με τις δηλώσεις του ιδίου και/ή των υπόλοιπων στοιχείων του φακέλου του - εξετάστηκαν δεόντως υπόψη (α) η συνάφειά τους με το αίτημα ασύλου, (β) η ύπαρξη του τύπου εγγράφων σύμφωνα με τις γενικές πληροφορίες της χώρας καταγωγής, (γ) ακρίβεια/λεπτομέρειες εγγράφων, (δ) εάν αποτελούν άμεση μαρτυρία ενός ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, (ε) τον τύπο/τυποποιημένη μορφή ως προς την αξιολόγηση της γνησιότητάς/αυθεντικότητας τους, (στ) τη φύση/μορφή τους, και (ζ) τον συντάκτη τους[34].
Ούτε προκύπτουν θέματα ιδιαίτερης ευαλωτότητας, ως ο ισχυρισμός της συνηγόρου του Αιτητή. Οι διατάξεις των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) για ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτούντα άσυλο αφορά στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν: «(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και (β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας.». Όπως δε προκύπτει στο έντυπο Referral Document for special needs for applicants of international protection» (ερυθρά 9 – 8 ΔΦ) δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, ούτε δε καταδείχθηκαν ειδικές ανάγκες υποδοχής. Στην παρούσα περίπτωση, ο λειτουργός μετά από αίτημα του ιδίου του Αιτητή εγκρίθηκε για παροχή ψυχολογικής υποστήριξης (ερυθρό 56 ΔΦ) την οποία όπως ο ίδιος δήλωσε δεν είχε λάβει ακόμα και/ή ήτο όμως σε θέση να παρακολουθήσει την συνέντευξη (ερυθρά 82-80 ΔΦ). Καταληκτικά δεν καθορίζεται ειδικά οποιαδήποτε σύσταση για παραπομπή και/ή ούτε η συνήγορος του Αιτητή υπέδειξε μέσω τεκμηριωμένων λόγων ακύρωσης και/ή μαρτυρίας κατά πόσο επηρεάστηκαν οι δηλώσεις του κατά την συνέντευξη λόγω δυσχερούς ψυχολογικής και/ή σωματικής κατάστασης και/ή ούτε υποδείχθηκαν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας και/ή οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο Αιτητής χρήζει ψυχολογικής ή ψυχιατρικής παρακολούθησης ή νοσηλείας ή λαμβάνει συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή που τυχόν να επηρέαζε την αξιολόγηση του αιτήματος του.
Ούτε διαπιστώνω από τα ενώπιον μου στοιχεία ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αποτελεί δε βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503). Η δε επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν6(Ι)/2000)
[2] European Union Agency for Asylum (EUAA), (May 2024) 2024 Country Focus Afghanistan, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_11_EUAA_COI_Report_Afghanistan_Country_Focus.pdf σελ. 44
[3] CGRS, Afghanistan. Migration movements of Afghans since the Taliban takeover of power, 14/ December 2023, https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI_Focus_Afghanistan_Migration_movements_of_Afghans_since_the_Taliban_takeover_of_power_20231214.pdf σελ. 31
[4] Khaama Press News Agency, Taliban Calls on Academics to Return, Says Life of Poverty at Home Is Better Than Life Abroad, 14 November 2022, https://www.khaama.com/taliban-calls-on-academics-to-return-says-life-of-poverty-at-home-is-better-than-life-abroad-34675/?utm_source=dlvr.it&utm_medium=twitter
[5] European Union Agency for Asylum (EUAA), (May 2024) 2024 Country Focus Afghanistan, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_11_EUAA_COI_Report_Afghanistan_Country_Focus.pdf σελ. 104
[6] Rawadari (March 2025) Afghanistan Human Rights Situation Report 2024, https://rawadari.org/wp-content/uploads/2025/04/RW_Annual_Report_Human_Rights_Report_2025_ENG.pdf σελ. 11
[7] Ibid 6, σελ. 7
[8] Rawadari (August 2025) Afghanistan Mid-Year Human Rights Situation Report: January-June 30, 2025, https://rawadari.org/wp-content/uploads/2025/08/RW_MidYear2025_Human_Rights_Report_ENG.pdf p.14
[9] Απόφαση του ΔΕΕ, Y και Z, ό.π., υποσημείωση 33, σκέψη 51· απόφαση του ΔΕΕ, Χ, Y και Z, ό.π., υποσημείωση 20, σκέψη 43.
[10] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)
[11] Ibid 9, υποσημείωση 20, σκέψη 43. Βλέπε επίσης υπόθεση Abdulla κ.λπ., ό.π., υποσημείωση 336, σκέψη 57 (χωρίς ρητή παραπομπή σε υπευθύνους δίωξης).
[12] Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση C-277/11, M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, EU:C:2012:744
[13] EASO (2018), Δικαστική Ανάλυση «Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)
[14] Ibid 2 υποσημείωση 33, σκέψη 74 και 75· και υποσημείωση 20, σκέψη 63 και 64. Βλέπε επίσης Εγχειρίδιο UNHCR, ό.π., υποσημείωση 107, σκέψη 45.
[15] Ibid 2 υποσημείωση 33, σκέψη 76. επίσης απόφαση του ΔΕΕ, Abdulla και λοιποίυποσημείωση 336, σκέψη 89· και απόφαση του ΔΕΕ, Χ, Y και Z, υποσημείωση 20, σκέψη 72.
[16] UN Security Council, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 28 January 2022, https://docs.un.org/en/A/76/667, para. 3; UNAMA, Human Rights in Afghanistan 15 August 2021–15 June 2022, July 2022, unama.unmissions.org/sites/default/files/unama_human_rights_in_afghanistan_report_-_june_2022_english.pdf, p. 3
[17] UN General Assembly and UN Security Council, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 20 June 2023, https://unama.unmissions.org/sites/default/files/230620_sg_report_on_afghanistan_s.2023.453.pdf , para. 1
[18] UN OCHA, Afghanistan Humanitarian Needs and Response Plan 2025 (December 2024), 19 December 2024,
[19] UCDP, Afghanistan, [2024], https://ucdp.uu.se/country/700
[20] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report, Afghanistan, 19/03/24, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_AFG.pdf , p. 5
[21]EUAA, Afghanistan – Country Focus, January 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf , p. 56
[22] UCDP, Afghanistan, 2024, https://ucdp.uu.se/country/700; UN Security Council, The Situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 28 February 2024, https://unama.unmissions.org/sites/default/files/sg_report_on_afghanistan_march_2024.pdf, para. 21, UN Security Council, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 13 June 2024, unama.unmissions.org/sites/default/files/sg_report_june_2024.pdf, para. 18; UN Security Council, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 9 September 2024, https://documents.un.org/doc/undoc/gen/n24/249/79/pdf/n2424979.pdf, para. 16
[23] HRW, World report 2024: Afghanistan, Events of 2023, 12 January 2024, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/afghanistan#260ac4; Stimson, Transcript – Afghanistan’s Evolving Terrorism Landscape under the Taliban, 21 August 2024, https://www.stimson.org/2024/transcript-afghanistans-evolving-terrorism-landscape-under-the-taliban/; UCDP, Afghanistan, [2024], https://ucdp.uu.se/country/700
[24] TOLOnews, Security Situation Considered at Three-Year Mark of Islamic Emirate Rule, 15 August 2024, https://tolonews.com/afghanistan-190236
[25] Security Council Report, 29.8.2025, September 2025 Monthly Forecast: Afghanistan, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2025-09/afghanistan-30.php
[26] EUAA, Country of Origin Information: Afghanistan – Country Focus, January 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf p. 57
[27] OCHA, 13 August 2025, Afghanistan: Humanitarian Needs and Response Plan 2025, Response Overview (1 January - 31 May 2025), https://www.unocha.org/publications/report/afghanistan/afghanistan-humanitarian-needs-and-response-plan-2025-response-overview-1-january-31-may-2025
[28] OHVHR, 18 July 2025, Afghanistan: Returns of Afghans creating multi-layered human rights crisis https://www.ohchr.org/en/press-briefing-notes/2025/07/afghanistan-returns-afghans-creating-multi-layered-human-rights-crisis
[29] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Afghanistan, Kabul, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
[30] City Population, Afghanistan: Kabul, https://citypopulation.de/en/afghanistan/cities/?admid=7401
[31]EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. Η έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)
[32]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/2009 στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji και Noor Elgafaji κατά Staatssecretaris van Justitie, σκέψεις 32 & 38
[33] Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/2014 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides, σκέψη 35
[34]EASO, Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.14-15
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο