ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή Αρ. 122/25
10 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΑΥΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003, ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ
ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 2002 ΜΕΧΡΙ 2019
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
Ι. Κ.
Αιτητής
......................
Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά
Α. Δημητριάδου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(Μυροφόρα Σταυρινού (κα), για μετάφραση από Αγγλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την αίτησή της ημερομηνίας 09/07/2025, αιτείται την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, προκειμένου να χειριστεί την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρίσει δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, εναντίον της απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 05/06/2025, η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 02/07/2025, και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από το γραπτό σημείωμα που καταχώρισε η ευπαίδευτη συνήγορος που εμφανίζεται εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτό, έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος του Ισραήλ και της Νότιας Αφρικής. Γεννήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ και μετέβη στο Ισραήλ μετά το διαζύγιο των γονέων του. Στις 13/02/2025 υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας. Στις 19/05/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.
Στις 05/06/2025, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη του Αιτητή. Την ίδια ημέρα, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εν λόγω Εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.
Ακολούθως, στις 02/07/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή αναφορικά με το αίτημά του, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή την ίδια ημέρα.
Στις 09/07/2025 ο Αιτητής καταχώρισε την προσφυγή υπ’ αριθμόν 1696/2025 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Την ίδια ημέρα καταχωρίστηκε και η παρούσα υπό εξέταση αίτηση για παροχή νομικής αρωγής υπ’ αριθμόν 122/2025.
Νομικό Πλαίσιο
Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στους περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2003 και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν. 165(Ι)/2002 και συγκεκριμένα στις διατάξεις του άρθρου 6Β(2)(α) και 6Β(2)(ββ) του σχετικού Νόμου, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα:
«6Β.(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος - (α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο και
(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάω νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση της Αιτήτριας διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»
Σε περιπτώσεις ως η παρούσα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το δικαίωμα του Αιτητή να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη, όμως το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιον του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας.
Κατά την εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως να αποφασίζεται οριστικά η τύχη της προσφυγής που καταχώρησε ο Αιτητής. Το αποτέλεσμα δε της παρούσας δεν επηρεάζει κατ' ουδένα λόγο την τελική έκβαση της προσφυγής της (βλέπε μεταξύ άλλων Durgo Man ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημ. 15/07/2009, καθώς και Baghour και Roud Gad, υπόθ. αρ.7/11 και 8/11, ημ.28/03/2011 ).
Ιδιαίτερα σχετικό με την φύση της παρούσας διαδικασίας είναι το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση επί της Αιτήσεως από KAUR, Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 17/2019, ημ.27/02/19, όπου ο τότε Δικαστής Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ ανέφερε ότι «Η περί Νομικής Αρωγής νομοθεσία θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως τόσο της φιλοσοφίας αυτής, όσο και υπό το φως των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου και τη νομοθεσία περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης.». Λαμβάνεται υπόψη δε ότι το Δικαστήριο τούτο έχει εξουσία να εξετάσει τυχόν προσφυγή κατά απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και επί της ουσίας και από τούδε και στο εξής (ex nunc) και όχι μόνο επί της νομιμότητας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρ. 11 (5) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, το παρόν Δικαστήριο «[...] λαμβάνει υπόψη και σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς του προσφεύγοντος που δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης, είτε αυτά είναι προγενέστερα είτε είναι μεταγενέστερα αυτής.»
Στην απόφαση επί της αιτήσεως Νομικής Αρωγής αρ.31/2013, SΙNGH KHUSHWANT του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Λιάτσου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Κατ' ακολουθία του άρθρου 6Β(2) του Νόμου, παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή ασύλου, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, μεταξύ άλλων, κατά δυσμενούς απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων επί διοικητικής προσφυγής, την οποία η Αιτήτρια ασύλου άσκησε ενώπιον της, και η οποία προσφυγή αφορούσε δυσμενή απόφαση.
Πρέπει να συνυπάρχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το πιο πάνω άρθρο του Νόμου, προκειμένου να γίνει αποδεκτό αίτημα για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, μεταξύ των οποίων, η πιθανότητα να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας εκδίκασης της προσφυγής. Όπως νομολογιακά έχει αποφασιστεί, ο Νόμος δίνει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει, κατά πόσον «είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση». Είναι, επίσης, πάγια γραμμή της Νομολογίας, ότι η Αιτήτρια δεν πρέπει να στερείται, χωρίς επαρκή λόγο, του δικαιώματος του να ακουστεί η προσφυγή του από το Ανώτατο Δικαστήριο, έχοντας τη βοήθεια συνηγόρου. Από την άλλη, όμως, δεν είναι επιτρεπτή η παροχή νομικής αρωγής ανεξέλεγκτα, με συνακόλουθο την σπατάλη δημοσίου χρήματος με την καταχώρηση προσφυγών, οι οποίες δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας.
Το όλο ζήτημα, στην προσπάθεια του Δικαστηρίου να καταλήξει στη βασιμότητα αιτήματος παροχής νομικής αρωγής, εξετάζεται στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, βεβαίως, δεν έχει καταχωρηθεί ακόμη προσφυγή, θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση της ίδιας της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερομηνίας 31/10/2013, η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου και, έχοντας πάντα κατά νου τις νομικές αρχές που καλύπτουν το ζήτημα και τις τοποθετήσεις των δύο πλευρών. Παρεμβάλλω ότι είναι βασική αρχή πως το Δικαστήριο, εξετάζοντας αιτήσεις αυτής της μορφής και ασκώντας την ευρεία διακριτική του εξουσία, δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το αποτέλεσμα της ίδιας της προσφυγής, αλλά παραμένει στην πιθανολόγηση έκδοσης θετικής απόφασης. Η λέξη «πιθανό» που χρησιμοποιείται στην υποπαράγραφο (ββ) του άρθρου 6Β του Νόμου, αντικρίζεται σε αποκλειστική συνάρτηση προς τα διαλαμβανόμενα στο διοικητικό δίκαιο και υπό το φως του αντικειμένου μιας προσφυγής, η εξέταση της οποίας δεν οδηγεί σε απόφαση επί της ουσίας, αλλά αναθεωρείται μόνο η διοικητική πράξη, σύμφωνα με τις αρχές του διοικητικού δικαίου, χωρίς να εκτείνεται στην υποκατάσταση της διοικητικής απόφασης. Όπως έχει τονιστεί στην Υπόθεση Αρ. Αίτησης Νομικής Αρωγής 12/2010, Mohammad Ismail ημερομηνίας 13/5/2010: «με άλλα λόγια, για να είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση θα πρέπει από μια πρώτη θεώρηση της προσφυγής, με αναφορά στα γεγονότα και το νομικό υπόβαθρό της, να διαφαίνεται η ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων εκ των λόγων για τους οποίους το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δικαιούται να ακυρώσει διοικητική πράξη.» Τελικό, λοιπόν, κριτήριο είναι η πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης και, κατά την εξέταση μιας τέτοιας πιθανότητας, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει για την οριστική τύχη της προσφυγής, αλλά, όπως είναι καθήκον του, σταθμίζει τα ενώπιον του στοιχεία, προκειμένου να κρίνει κατά πόσον οι απαραίτητες προϋποθέσεις του Νόμου ικανοποιούνται, για να συνεκτιμήσει την πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης στην αναμενόμενη να καταχωρηθεί προσφυγή»
Στον Αιτητή παραδόθηκε το σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα, του δόθηκε η ευκαιρία να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμεί, και του εξηγήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει η οικεία νομοθεσία επί αιτήσεως ως η παρούσα.
Κατά την υποβολή της αίτησής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η χώρα καταγωγής του, το Ισραήλ, ευρίσκεται εν μέσω πολέμου, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει οικονομικά και στεγαστικά προβλήματα.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε το Ισραήλ επειδή, κατά τον ισχυρισμό του, αντιμετώπισε ψευδείς κατηγορίες για κακοποίηση στο πλαίσιο της διαδικασίας διαζυγίου του. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη και κρατήθηκε λόγω παραβίασης ασφαλιστικών μέτρων, ενώ αντιμετώπισε, όπως ανέφερε, νομική και οικονομική πίεση να καταβάλλει διατροφή για τα τέκνα του, η οποία ήταν δυσανάλογη με τα εισοδήματά του, χωρίς να του επιτρέπεται παράλληλα η επικοινωνία μαζί τους. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι δεν ήταν πλέον σε θέση να διαμένει στη χώρα.
Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι η πρώην σύζυγός του προέβη, περί το έτος 2023, σε ψευδείς καταγγελίες εναντίον του αναφορικά με σωματική και σεξουαλική κακοποίηση τόσο της ίδιας όσο και των τέκνων τους. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εν λόγω καταγγελίες υποβλήθηκαν λόγω ζήλιας που εκείνη ένιωθε προς τη μητέρα του Αιτητή, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν ευκατάστατη και διέθετε ποιοτικό επίπεδο διαβίωσης.
Σε σχέση με τις συλλήψεις του, ο Αιτητής ανέφερε ότι συνελήφθη δύο φορές, παραμένοντας υπό κράτηση για περίπου μία εβδομάδα κάθε φορά, λόγω παραβίασης των ασφαλιστικών μέτρων, καθότι επέστρεψε ο ίδιος τα τέκνα στην οικία, παρά το γεγονός ότι αυτό δεν του επιτρεπόταν δυνάμει σχετικής δικαστικής απόφασης.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτό που τελικώς τον ώθησε να αναχωρήσει από τη χώρα του ήταν το ατύχημα του πατέρα του στη Νότια Αφρική, όπου μετέβη προκειμένου να τον βοηθήσει, χωρίς στη συνέχεια να επιστρέψει στο Ισραήλ.
Περαιτέρω, ο Αιτητής εξέφρασε φόβο ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του, ενδέχεται να οδηγηθεί σε αυτοχειρία, όπως, κατά τους ισχυρισμούς του, συμβαίνει και με άλλους άνδρες εκεί, λόγω του ότι του στερείται το δικαίωμα επικοινωνίας με τα τέκνα του.
Ερωτηθείς σχετικά με τους ισχυρισμούς που κατέγραψε στην αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος δεν έχει επηρεαστεί προσωπικά από τον πόλεμο στη χώρα του. Πρόσθεσε, επίσης, ότι στη χώρα του δραστηριοποιούνται μη κυβερνητικές οργανώσεις οι οποίες, παρότι δεν μπορούν να του προσφέρουν βοήθεια άνευ όρων, δύνανται να του παρέχουν κάποια μορφή στήριξης.
Τέλος, αναφορικά με το ενδεχόμενο μετεγκατάστασής του εντός του Ισραήλ, ο Αιτητής επανέλαβε ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα.
Ο αρμόδιος λειτουργός, στην Εισηγητική Έκθεση, διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) ισχυρισμό που αφορούσε τα στοιχεία ταυτότητας, το γενικό προφίλ, καθώς και τη χώρα καταγωγής και υπηκοότητας του Αιτητή, και (β) ισχυρισμό σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με τη σύζυγό του σε σχέση με τη διαδικασία έκδοσης διαζυγίου, την επιμέλεια και τη διατροφή των τέκνων.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος. Ομοίως, ο δεύτερος ισχυρισμός έγινε επίσης αποδεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε επαρκείς, συνεκτικές και βιωματικού χαρακτήρα δηλώσεις, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν και από τις αντληθείσες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Εν συνεχεία, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ουσιωδών στοιχείων, ήτοι των δύο προαναφερθέντων ουσιωδών ισχυρισμών που προέκυψαν κατά τη συνέντευξη του Αιτητή. Κατόπιν εξειδικευμένης εξέτασης του αιτήματος, σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα:
(α) η περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, η πόλη Ashdod, δεν επηρεάζεται από τον πόλεμο, καθότι σύμφωνα με τις παρατεθείσες πηγές η ένταση εντοπίζεται κυρίως στη Λωρίδα της Γάζας και στη Δυτική Όχθη,
(β) λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές του περιστάσεις, ο Αιτητής χαρακτηρίστηκε ως νέος, ενήλικος άνδρας, χωρίς προβλήματα υγείας, υπήκοος του Ισραήλ και της Νότιας Αφρικής, με ικανοποιητικό μορφωτικό υπόβαθρο, ικανός προς εργασία και σε θέση να διαβιεί αυτόνομα, καθώς και με ισχυρό οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο και στις δύο χώρες υπηκοότητάς του, και
(γ) ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν συνιστά λόγο που εμπίπτει στους λόγους παροχής διεθνούς προστασίας βάσει του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ δεν προκύπτει οποιοσδήποτε απορρέων κίνδυνος από τις εν λόγω περιστάσεις.
Επομένως, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του, ήτοι το Ισραήλ, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι, βάσει των ουσιωδών πραγματικών στοιχείων που αξιολογήθηκαν, δεν προκύπτουν βάσιμοι λόγοι δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ούτε εντοπίζεται φορέας δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή δεν σχετίζονται με υφιστάμενο ή μελλοντικό φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Κατά τη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται φόβος δίωξης λόγω εθνικότητας, φυλής, θρησκείας, συμμετοχής σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων, όπως προβλέπονται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Όσον αφορά τη δυνατότητα χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρουσίας του στην πόλη Ashdod του Ισραήλ, όπου είχε την τελευταία συνήθη διαμονή του. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, δεν παρατηρείται να επηρεάζεται η εν λόγω πόλη από τον εν εξελίξει πόλεμο, ο οποίος επικεντρώνεται στη Λωρίδα της Γάζας και τη Δυτική Όχθη, ώστε να στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας που θα δικαιολογούσαν τη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εισηγήθηκε, μέσω του Γραπτού της Σημειώματος, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο περί Νομικής Αρωγής Νόμος για την παραχώρηση του ευεργετήματος της νομικής αρωγής στον Αιτητή.
Το εν λόγω Σημείωμα μεταφράστηκε στον Αιτητή. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής επανέλαβε τους ισχυρισμούς του, ήτοι ότι αντιμετωπίζει προβλήματα σε σχέση με τη διαδικασία διαζυγίου με τη σύζυγό του, καθώς και με ζητήματα που αφορούν τη διατροφή και την επιμέλεια των τέκνων του.
Έχω μελετήσει προσεκτικά το Γραπτό Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα, τη συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού, την εισηγητική έκθεση του λειτουργού, την απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και, γενικότερα, το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου.
Από τα δεδομένα που έχω ενώπιόν μου, διαπιστώνω ότι, εκ πρώτης όψεως, ο Αιτητής πράγματι κατάφερε να τεκμηριώσει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του. Ωστόσο, κρίνεται ως ορθή η μετέπειτα κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία, κατόπιν αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών και σχετικής έρευνας, εξέτασε τον κίνδυνο στον οποίο ενδέχεται να εκτεθεί ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία δικαιολογημένου φόβου δίωξης, στοιχείο το οποίο υπήρξε καθοριστικό για την έκβαση του αιτήματός του (Jafar Kalash v Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων κ.α., Υποθ. 626/2010, ημερ. 08/10/2013).
Οι ισχυρισμοί του, όπως προκύπτει και από την έκθεση-εισήγηση που ετοίμασε ο αρμόδιος λειτουργός, έτυχαν ενδελεχούς εξέτασης από την Υπηρεσία Ασύλου, τόσο υπό το πρίσμα της εσωτερικής αξιοπιστίας και συνοχής τους όσο και υπό το πρίσμα της εξωτερικής αξιοπιστίας. Παρά την αποδοχή τους, κατά το στάδιο της αξιολόγησης κινδύνου κρίθηκε ότι δεν συγκεντρώνουν τέτοια χαρακτηριστικά και δεδομένα ώστε να στοιχειοθετείται φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης για τον ίδιο.
Οι ισχυρισμοί του Αιτητή, όπως διαφαίνεται και από την έκθεση-εισήγηση που ετοίμασε ο αρμόδιος λειτουργός, ορθώς σχηματίστηκαν και αποτυπώθηκαν εκ πρώτης όψεως, ενώ έτυχαν ενδελεχούς αξιολόγησης από την Υπηρεσία Ασύλου με βάση τους δείκτες αξιοπιστίας[1] ενώ ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών, λήφθηκαν υπόψη αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Περαιτέρω, διακρίνω από το πρακτικό της συνέντευξης ότι, εκ πρώτης όψεως, τέθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό επαρκείς ερωτήσεις, τόσο ανοικτού όσο και κλειστού τύπου, προκειμένου ο Αιτητής να αναπτύξει τον πυρήνα του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Επιπλέον, δεν προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιόν μου ότι ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση στον Αιτητή. Μετά το τέλος της συνέντευξης, ο αρμόδιος λειτουργός, ο μεταφραστής και ο Αιτητής υπέγραψαν δεόντως τα πρακτικά της συνέντευξης.
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της αναθεωρητικής έφεσης Mohammad Amiri v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων κ.α. (2009) 3 ΑΑΔ 358 λέχθηκε ότι «[α]πό τη στιγμή που ο εφεσείων κρίθηκε ως αναξιόπιστος δεν είχε νόημα η εφαρμογή της παραγράφου 196 του Εγχειριδίου για τους αιτητές πολιτικού ασύλου. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας παρέχεται στον αιτούντα όταν δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσει τους κατά τα άλλα βάσιμους και αξιόπιστα προβαλλόμενους ισχυρισμούς με έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων κρίθηκε γενικά ως αναξιόπιστος. Η άρνηση των εφεσιβλήτων να χορηγήσουν στον εφεσείοντα πολιτικό άσυλο δεν στηρίχθηκε σε αμφιβολίες αναφορικά με το βάσιμο ή μη των ισχυρισμών του αλλά στην εύλογη διαπίστωση περί αναξιοπιστίας του ίδιου και των στοιχείων που παρουσίασε.»
Ούτε διακρίνω πλημμέλειες στην ανάλυση του μελλοντικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης του Αιτητή, στον οποίο ενδέχεται να εκτεθεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής και συνήθους διαμονής του. Αντιθέτως, διαπιστώνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός, κατά το στάδιο της αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης, εξέτασε επαρκώς τα ουσιώδη και αποδεκτά στοιχεία των ισχυρισμών του Αιτητή, από τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, και ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τέτοιος κίνδυνος δεν συντρέχει.
Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε λεπτομερώς τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και, στο πλαίσιο της αξιολόγησης αυτής, έλαβε υπόψη αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης από τη χώρα καταγωγής του, βάσει των οποίων κατέληξε στην εισήγησή του για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, καθότι δεν διαπιστώθηκε φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πρόσωπό του.
Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει λόγος χορήγησης διεθνούς προστασίας, καθώς δεν διαπιστώθηκε πραγματικός κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης ούτε εντοπίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο ευαλωτότητας στο πρόσωπο του Αιτητή.
Ομοίως, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε, εκ πρώτης όψεως ορθώς, και ως προς τη μη υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναλύοντας εκτενώς – και σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης – το ενδεχόμενο υπαγωγής του στις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ο Αιτητής φέρει το βάρος να καταδείξει ότι υφίστανται πραγματικές πιθανότητες έκδοσης δικαστικής απόφασης υπέρ του, χωρίς ωστόσο στο παρόν στάδιο να αποφασίζεται οριστικά το αποτέλεσμα της προσφυγής που έχει καταχωρίσει (Αποφάσεις στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 1/2009, Tamaga Durja Man v. Δημοκρατίας, ημερ. 15/07/2009, και στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 10/12, Nacira Baghour και Maged Ahmad Odeh, ημερ. 28/03/2012).
Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν προκύπτουν εκ πρώτης όψεως πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής που έχει καταχωρίσει ο Αιτητής, καθότι δεν αναδεικνύονται διαδικαστικές πλημμέλειες ούτε ζητήματα που να μην διερευνήθηκαν δεόντως. Ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε επαρκώς τους ισχυρισμούς του Αιτητή τόσο κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης όσο και κατά την ετοιμασία της σχετικής εισήγησης.
Εξετάζοντας τη συνέντευξη που διεξήχθη, την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, τις απαντήσεις που έδωσε ο Αιτητής στις διευκρινιστικές ερωτήσεις του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιόν μου, κρίνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε επαρκή έρευνα όλων των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, και στο βαθμό που απαιτείται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας — η οποία δεν προϋποθέτει εις βάθος εξέταση της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας — καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας εξετάστηκε επιμελώς και ερευνήθηκε δεόντως από την Υπηρεσία Ασύλου.
Για τους λόγους που έχουν εκτεθεί ανωτέρω, καταλήγω ότι, βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και λαμβανομένων υπόψη των ενώπιόν μου στοιχείων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφυγή εναντίον της επίδικης απόφασης έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Ο Αιτητής διατηρεί, βεβαίως, κάθε δικαίωμα να καταχωρίσει προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου με δικά του έξοδα (κάτι το οποίο ήδη έπραξε), παρά την απόρριψη της παρούσας αίτησης. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας ουδόλως προδικάζει την έκβαση της εν λόγω προσφυγής.
Ενόψει των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα της μεταφράστριας, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο