Β. M. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1367/24, 31/3/2026
print
Τίτλος:
Β. M. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1367/24, 31/3/2026
Β. M. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1367/24, 31/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.1367/24

 

31 Μαρτίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

Β. M. M.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Κ. Κουπαρή, Δικηγόρος για αιτητή

Κα Π. Βρυωνίδου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.05/04/24, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής, ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό, εισήλθε ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές από τα κατεχόμενα στις 18/10/23 (μετά από διαμονή εκεί περί το 1 ½ έτος) και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 03/11/23 (ερ.1-3, 47).

Στις 30/01/24 και 02/02/24 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία, όπου δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στου οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.32-47, 52-56). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και, στις 07/02/24, η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.81-94).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 05/04/24 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.96, 3).

Στην επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας ο αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθώς είναι ομοφυλόφιλος και έχει δεχτεί απειλές κατά της ζωής του «από την οικογένεια και το περιβάλλον [του]».

Στη συνέντευξή ο αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε και διέμενε στην πόλη Κινσάσα, είναι άγαμος και άτεκνος, δεν εργαζόταν, κατέχει πτυχίο στη Φιλοσοφία, Λογοτεχνία και τη Λατινική γλώσσα, ομιλεί lingala και γαλλικά, έχει την μητέρα, 2 αδερφές και 3 αδερφούς, ο πατέρας του απεβίωσε στις 06/05/20 και ο ίδιος δεν διατηρεί επικοινωνία με τα λοιπά μέλη της οικογένειάς του.

Ερωτώμενος για τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ο αιτητής δήλωσε ότι είναι ομοφυλόφιλος, πράγμα το οποίο η οικογένειά του υποψιάστηκε λίγο καιρό πριν τον θάνατο του πατέρα του και γι’ αυτό εκδιώχθηκε από το σπίτι του, κρατήθηκε για τρεις ημέρες στη φυλακή Kalamu, κατόπιν καταγγελίας του πατρικού του θείου, και εν συνεχεία κατέφυγε στο σπίτι ενός φίλου του. Περί τις αρχές του 2019 γνώρισε τον Patrick Muyaya, τότε βουλευτή και νυν Υπουργό Μέσων και Επικοινωνίας, ως ανέφερε, ο οποίος τον συντηρούσε οικονομικά και με τον οποίον συναντιούνταν στα κρυφά. Περί το 2020 - 2021 η σχέση τους αποκαλύφθηκε από τη σύζυγο του Patrick Muyaya και ο αιτητής θέλησε να διακόψει τις επαφές του μαζί του, όμως επιθυμία που δεν έγινε σεβαστή από τον Patrick Muyaya, ο οποίος έβαλε ανθρώπους να τον παρακολουθούν στενά, να τον φυλακίσουν αυθαίρετα και να τον κακοποιήσουν σωματικά, την πρώτη φορά για ένα μήνα και τη δεύτερη φορά για δύο εβδομάδες. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης κράτησης διέφυγε και λίγο αργότερα εγκατέλειψε τη χώρα. Μέχρι και μία ημέρα πριν διαφύγει από τη χώρα ο Patrick Muyaya τον έψαχνε και τον απειλούσε προκειμένου να συνεχίσουν τη σχέση τους, ως ανέφερε ο αιτητής. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι αναζητείται και από ένα ισχυρό μέλος της οικογένειάς του συντρόφου του, Δικαστή, Σύμβουλο του Κράτους, ονόματι Leon Domba, ως υπαίτιος για τον ομόφυλο σεξουαλικό προσανατολισμό του υιού τους, με τον οποίο ο αιτητής διατήρησε δεσμό για έξι μήνες και ο οποίος, ως ανέφερε ο αιτητής, απεβίωσε στην Αγκόλα το 2020, χωρίς να γνωρίζει τον λόγο του θανάτου του, όμως πληροφορήθηκε το συμβάν μέσω πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης.

Κατόπιν ερωτήσεων που υποβλήθηκαν σύμφωνα με το μοντέλο αξιολόγησης ισχυρισμών που άπτονται του σεξουαλικού προσανατολισμου DSSH (Difference, Stigma, Shame, Harm), ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι αντιλήφθηκε ότι έλκεται από άντρες σε ηλικία 17 ετών, έχοντας βιώσει τους καβγάδες των γονιών του λόγω απιστίας, και ότι πριν από αυτές τις τραυματικές εμπειρίες ήταν ετεροφυλόφιλος. Ο αιτητής έχει αποδεχθεί τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, αισθάνεται άνετα με τον εαυτό του, όμως ένιωθε περιορισμένος στη ΛΔΚ. Εν συνεχεία, ισχυρίστηκε ότι είχε μόνο μία σεξουαλική εμπειρία με άτομο του ιδίου φύλου το 2019 και μόνο μία με άτομο του αντίθετου φύλου το 2017 και σε σχετική ερώτηση ανέφερε πως δεν γνωρίζει πλατφόρμες γνωριμιών ομοφυλόφιλων ατόμων και γνώριζε άτομα σε μπαρ και πάρτι και, σε ακόλουθη ερώτηση, ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής του δεν υπάρχουν μέρη για ομοφυλόφιλους. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι η Χριστιανική θρησκεία θεωρεί την ομοφυλοφιλία διαβολική και είναι ενάντια στις «αξίες της Αφρικής» και γι’ αυτό τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ διώκονται και δεν έχουν ίσα δικαιώματα με τους ετεροφυλόφιλους.

Ερωτώμενος σχετικά με τις απειλές που – ως ανέφερε - δεχόταν δήλωσε ότι δέχτηκε πνευματική, συναισθηματική και σωματική κακοποίηση, στερήθηκε την πρόσβαση στην εκπαίδευση, απειλήθηκε από τον Patrick και την οικογένειά του, αναζητήθηκε από την οικογένεια του συντρόφου του και ότι κινδύνευε με πολυετή φυλάκιση ή και θάνατο. Σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ο αιτητής διευκρίνισε ότι γνώρισε τον Patrick Muyuya το 2018 σε ένα πάρτι γενεθλίων, όταν ο ίδιος ήταν 19 ετών και ο Patrick 30 ετών και, ερωτώμενος σχετικά, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την ημερομηνία γέννησης, ούτε τον τόπο καταγωγής του Patrick ή το όνομα της συζύγου του.

Οι καθ’ ων η αίτηση κατά την εξέταση του αφηγήματος του αιτητή εντόπισαν και εξέτασαν τους κάτωθι ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής του αιτητή

2.    Σεξουαλικός προσανατολισμός του αιτητή ως ομοφυλόφιλο άτομο

3.    Ισχυριζόμενο φόβο του αιτητή ότι η ζωή του απειλείται από πρώην σύντροφο του

Επί των ως άνω έγινε αποδεκτός ο 1ος ουσιώδης ισχυρισμός, απορρίφθηκαν δε ο 2ος και 3ος ισχυρισμός, ως αναξιόπιστοι.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του αιτητή επί του σεξουαλικού του προσανατολισμού αλλά και οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σχετικά υπήρξαν ασαφείς, γενικόλογες, στερούμενες λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων, τόσο αναφορικά με τον προσανατολισμό του αλλά και τις εμπειρίες που αφηγήθηκε. Ειδικότερα κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες για τον τρόπο που ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον προσανατολισμό του, αφού, ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι κατ’ ουσία οδηγήθηκε στην ομοφυλοφιλία λόγω των συχνών καυγάδων των γονέων του, εκ των οποίων – ως ανέφερε – ανακάλυψε ότι οι γυναίκες είναι άπιστες και τραυματίστηκε ψυχικά, εξήγηση που κρίθηκε ότι δεν συνάδει με το ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι ζήτημα ταυτότητα ενός ατόμου και είναι έμφυτο. Ομοίως, αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του αιτητή, αυτός ήταν ετεροφυλόφιλος πριν την ηλικία των 17, αλλά και το ότι, παρότι ερωτήθηκε επί του ζητήματος επισταμένα, δεν φαίνεται να ήταν σε θέση να περιγράψει το πως βίωσε ο ίδιος τη σεξουαλική του ταυτότητα ως ομοφυλόφιλος, χωρίς να εξηγήσει τη σχέση του με τα δύο φύλα και δεν γνώριζε βασικές πληροφορίες άτομα ΛΟΑΤΚΙ. Ερωτώμενος για μια εκ των σχέσεων του ανέφερε ότι δεν γνώριζε πως το άτομο αυτό απεβίωσε, για το οποίο αναμενόταν, ως κρίθηκε, να γνώριζε περισσότερα. Ειδικότερα σημειώθηκε ότι σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν στη βάση του μοντέλου DSSH ο αιτητής απαντούσε εν πολλοίς γενικόλογα, χωρίς να είναι σε θέση να περιγράψει τις εσωτερικές διεργασίες του κατά τη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού του προσανατολισμού και τα βιώματα του σε σχέση μ’ αυτό και ούτε είχε γνώση για την αντιμετώπιση ΛΟΑΤΚΙ ατόμων από τις Αρχές και την κοινωνία της ΛΔΚ.

Στα πλαίσια αυτού του ισχυρισμού έγινε έρευνα σε διαθέσιμες πηγές για την αντιμετώπιση ατόμων ΛΟΑΤΚΙ από το κοινωνικό σύνολο και Αρχές, καθώς και τη διαθέσιμη προστασία οι οποίες συνάδουν ως προς την ύπαρξη φαινομένων διώξεως ατόμων ΛΟΑΤΚΙ γενικά, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, λαμβανομένης υπόψη της ελλείψεως εσωτερικής συνοχής, ως ανωτέρω καταγράφεται.

Αναφορικά με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό κρίθηκε ότι τα λεγόμενα του αιτητή σχετικά με τον φορέα δίωξης δεν ήταν επαρκή και συγκεκριμένα, καθώς δεν ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες για την κατ’ ισχυρισμό καταγγελία που έκανε εναντίον του η οικογένεια του, λόγω υποψιών, ως ανέφερε, για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και υπέπεσε σε αντιφάσεις, αφού ενώ αρχικά ανέφερε ότι η αστυνομία τον πήγε στο σπίτι του ακολούθως ανέφερε ότι τον μετέφεραν στη φυλακή. Δεν μπόρεσε δε να αναφέρει πως και πότε γνώρισε τον σύντροφο του, υπέπεσε σε αντιφάσεις ως προς την ηλικία του και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει που και γιατί κρατήθηκε.

Αναφορικά δε με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, παρότι που σύμφωνα με πληροφορίες που εντοπίστηκαν που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του Patric Muyaya, ο οποίος – ως και ο αιτητής ανέφερε – είναι πολιτικός που ήταν βουλευτής και μετά έγινε υπουργός επικοινωνίας, εντούτοις, δεδομένου ότι ο 2ος ισχυρισμός περί του σεξουαλικού προσανατολισμού του αιτητή είχε ήδη απορριφθεί και ήταν - ως κρίθηκε – η γενεσιουργός αιτία του 3ου ουσιώδους ισχυρισμού, αλλά και λόγω των ελλείψεων που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή του, αυτός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, οι καθ’ ων η αίτηση αναζήτησαν πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του αιτητή, στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, εκ των οποίων και κατέληξαν ότι η Κινσάσα δεν επηρεάζεται από ένοπλη σύρραξη και γι’ αυτό δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να υποβληθεί σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής.

Ενόψει των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

Στην προσφυγή καταγράφονται νομικά σημεία, τα οποία δεν συγκεκριμενοποιούνται.

Στις αγορεύσεις του ο αιτητής, εν μέσω πλούσιων αναφορών στο νομικό πλαίσιο, τη βιβλιογραφία και νομοθεσία, αλλά και παράθεση πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής (ΠΧΚ), αναφέρει ότι εν προκειμένω δεν έγινε δέουσα έρευνα των ισχυρισμών του αιτητή, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογείται επαρκώς και, δεδομένου ότι άτομα ΛΟΑΤΚΙ αντιμετωπίζουν κίνδυνο δίωξης στη ΛΔΚ, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο αιτητής χρήζει διεθνούς προστασίας, ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή απέσυρε τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας και ανέφερε ότι δεν ερευνήθηκαν οι ισχυρισμοί του αιτητή που αφορούν τον Leon Domba.

Οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή έχει δικογραφηθεί και αναπτυχθεί δεόντως και συνεπώς είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης, στη βάση σχετικής νομολογίας, την οποία παραθέτουν, και προσθέτουν ότι η επίδικη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, όπως και τα ευρήματα τους επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή.

Δεδομένου ότι οι άπαντες οι ισχυρισμοί συμπλέκονται με την ουσία προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος, αρ.11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25].

Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και επί της ουσίας εξέταση αυτών.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»

Στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.204, αναφέρονται, τα εξής:

«Όσον αφορά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, οι αιτήσεις που βασίζονται σε γενετήσιο προσανατολισμό ή ταυτότητα φύλου μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες στον χειρισμό, επειδή οι λόγοι της αίτησης συνδέονται με ευαίσθητες και προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής. Οι αιτούντες ενδέχεται να νιώθουν στιγματισμένοι, να ντρέπονται και/ή να αρνούνται την πραγματικότητα· ενδέχεται επίσης να έχουν υποστεί απόρριψη και/ή κακομεταχείριση από την οικογένεια και/ή την κοινότητά τους. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να καθιστούν δύσκολη για τους αιτούντες την αποκάλυψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών με σαφή και συνεκτικό τρόπο και, ως εκ τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζουν μπορεί να γνωστοποιούνται με καθυστέρηση, να είναι ελλιπή και να περιέχουν ανακολουθίες.

Ένα από τα μοντέλα που αναφέρονται στη βιβλιογραφία, το μοντέλο DSSH υπ’ αριθ. 2 [Difference, Stigma, Shame, Harm (Διαφορά, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη)], βασίζεται στην αντίληψη ότι υπάρχουν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία τα οποία είναι πιθανό να είναι κοινά σε άτομα που αναγνωρίζουν ένα φύλο ή μια σεξουαλική ταυτότητα που δεν συνάδει με τις ετεροκανονικές κοινωνίες στις οποίες ζουν (όπου ο κανόνας είναι η ταύτιση του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου και η ετεροφυλοφιλία). Το μοντέλο προτείνει μια διαρθρωμένη μεθοδολογία για την αξιολόγηση αιτήσεων, η οποία βασίζεται στο φύλο και στη σεξουαλική ταυτότητα και εξηγείται, με πρακτικά παραδείγματα, στον δεύτερο τόμο του εγχειριδίου με τίτλο Credibility assessment training manual της Ουγγρικής Επιτροπής του Ελσίνκι.

[…]

Η ύπαρξη ή μη ορισμένων στερεοτυπικών συμπεριφορών ή εμφανίσεων δεν θα πρέπει να αποτελεί βάση για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο αιτών έχει ή δεν έχει ορισμένο γενετήσιο προσανατολισμό και/ή ορισμένη ταυτότητα φύλου. Δεν υπάρχουν καθολικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που τυποποιούν τα άτομα ΛΟΑΔΜ (λεσβίες, ομοφυλόφιλοι αμφιφυλόφιλα, διεμφυλικά και μεσοφυλικά άτομα), όπως δεν υπάρχουν και για τα ετεροφυλόφιλα άτομα. Οι εμπειρίες της ζωής τους μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, ακόμη και αν προέρχονται από την ίδια χώρα.»

Σημειώνω βεβαίως κατ’ αρχή ότι στα πλαίσια της εξέτασης ισχυρισμών που αφορούν σεξουαλικό προσανατολισμό δεν χωρούν τυποποιημένες προσεγγίσεις και η αξιολόγηση αξιοπιστίας δεν μπορεί να βασίζεται σε στερεοτυπικά πρότυπα (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, C-148/13-C-150/13, A. B. C., ημ.02/12/14). Περαιτέρω δεν πρέπει να ζητείται από τον αιτητή να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες για σεξουαλικές εμπειρίες ή να προσφέρει σχετικά στοιχεία ή άλλης μορφής μαρτυρία. Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί επίσης ότι το μοντέλο DSSH, του οποίου έγινε χρήση στην εξέταση της επίδικης αίτησης, είναι αντικείμενο προβληματισμού [1], ως βασιζόμενο επί στερεοτυπικών αντιλήψεων, και γι’ αυτό θεωρώ ότι η χρήση του θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή.

Στην απόφαση Α. Β. C. του ΔΕΕ (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής κατατοπιστικά στις σκέψεις 61-65, επί του ζητήματος αξιολόγησης αξιοπιστίας στα πλαίσια υποθέσεων ως η παρούσα.

 «61. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να προβαίνουν στην αξιολόγησή τους συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος και ότι το άρθρο 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85 απαιτεί από τις ίδιες αυτές αρχές να διεξάγουν τη συνέντευξη συνεκτιμώντας τις προσωπικές ή γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση ασύλου.

62. Μολονότι η υποβολή ερωτήσεων που αφορούν στερεοτυπικές αντιλήψεις ενδέχεται να συνιστά χρήσιμο στοιχείο στη διάθεση των αρμόδιων αρχών προκειμένου να προβούν στη σχετική αξιολόγηση, εντούτοις η εκτίμηση των αιτήσεων για την παροχή του καθεστώτος πρόσφυγα η οποία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε στερεοτυπικές αντιλήψεις συνδεόμενες με τους ομοφυλόφιλους δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των διατάξεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, στο μέτρο που δεν παρέχει στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη την ατομική κατάσταση του οικείου αιτούντος άσυλο.

63. Επομένως, η αδυναμία ενός αιτούντος άσυλο να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήσεις δεν μπορεί να συνιστά αφ’ εαυτής επαρκή λόγο για να συναχθεί η αναξιοπιστία του αιτούντος, στο μέτρο που η προσέγγιση αυτή είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 καθώς και του άρθρου 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85.

64. Δεύτερον, μολονότι οι εθνικές αρχές βασίμως προβαίνουν, κατά περίπτωση, σε υποβολή ερωτήσεων προκειμένου να εκτιμήσουν τα γεγονότα και τις περιστάσεις σχετικά με τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό των αιτούντων άσυλο, εντούτοις οι ερωτήσεις που αφορούν τις λεπτομέρειες των σεξουαλικών πρακτικών του οικείου αιτούντος άσυλο προσβάλλουν τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει ο Χάρτης και, ειδικότερα, το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που προβλέπει το άρθρο του 7.

65. Όσον αφορά, τρίτον, τη δυνατότητα των εθνικών αρχών να κρίνουν παραδεκτή, όπως πρότειναν ορισμένοι αναιρεσείοντες των κύριων δικών, την τέλεση ομοφυλοφιλικών πράξεων, την ενδεχόμενη υποβολή τους σε «τεστ» προκειμένου να αποδείξουν την ομοφυλοφιλία τους ή ακόμη την οικειοθελή εκ μέρους τους προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων όπως είναι οι βιντεοσκοπημένες λήψεις των ερωτικών τους συνευρέσεων, υπογραμμίζεται ότι, πλην του ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν έχουν κατ’ ανάγκη αποδεικτική αξία, ενδέχεται περαιτέρω να συνεπάγονται και προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ο σεβασμός της οποίας κατοχυρώνεται από το άρθρο 1 του Χάρτη. »

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών θα συμφωνήσω εδώ με όλα τα ευρήματα και την τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου και 3ου ως άνω ισχυρισμού, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω.

Εν προκειμένω το αφήγημα του αιτητή παρουσιάζει καταφανή κενά, ελλείψεις σε εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και αοριστίες, ως και οι καθ’ ων η αίτηση έχουν εντοπίσει, οι οποίες πλήττουν μοιραία και αναπόφευκτα την εσωτερική συνοχή όλων ανεξαιρέτως των δηλώσεων του αναφορικά τόσο με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό όσο και τα όσα αναφέρει για τις εμπειρίες του στην πορεία του, τη σχέση του με πολιτικό, αλλά και τα όσα ακολούθησαν του χωρισμού τους και της δίωξης που κατ’ ισχυρισμό υπέστη από αυτό το πρόσωπο. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι το πρόσωπο στο οποίο αναφέρθηκε ο αιτητής είναι υπαρκτό, όμως εν προκειμένω ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει καμία λεπτομέρεια για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τη σχέση του με το άτομο αυτό, τις εμπειρίες του, τα βιώματα και τα συναισθήματα του μετά και τη συνειδητοποίηση της ταυτότητας του και τα όσα βίωσε όλα αυτά τα χρόνια στη ΛΔΚ. Επί όλων των δηλώσεων του αλλά και σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σχετικά παρέμεινε ασαφής, χωρίς να παραθέτει το παραμικρό ψήγμα βιωματικών στοιχείων.

Στην παρούσα, κατά την εξέταση της αξιοπιστίας έγινε χρήση των άνω κατευθυντήριων γραμμών από τους καθ’ ων η αίτηση και συμφωνώ με όλα τα συμπεράσματα τους, όπως καταγράφονται στην σχετική έκθεση που ετοίμασαν, ως και ανωτέρω καταγράφονται στα πλαίσια της παρούσης. Δεν μπορεί να αγνοηθεί εν προκειμένω ότι όλες οι απαντήσεις του αιτητή ήταν στερούμενες εύλογα αναμενόμενων λεπτομέρειών, χωρίς αναφορά σε κάποιο ιδιαίτερο γεγονός/εμπειρία, που εντυπώθηκε στη μνήμη του, έστω φωτογραφικά, είτε από τα βιώματα του είτε από την αντίδραση της οικογένειας του ή και των όσων αυτός βίωσε στα πλαίσια των σχέσεων στις οποίες αναφέρθηκε. Όλα αυτά θα ήταν απολύτως ευλόγως αναμενόμενο να είναι σε θέση να περιγράψει ο αιτητής στις πολλές επ’ αυτού ερωτήσεις που τέθηκαν και θα έδιναν την αναμενόμενη βιωματική διάσταση στο αφήγημα του.

Σχετικά με την εξωτερική συνοχή των ισχυρισμών του αιτητή παραθέτω τα κάτωθι, πέραν όσων οι καθ’ ων η αίτηση έχουν εντοπίσει και καταγράφουν στην επίδικη έκθεση.

Ο Ποινικός Κώδικας της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό δεν περιέχει διατάξεις περί ποινικοποίησης συναινετικών σεξουαλικών πράξεων μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, ωστόσο έχουν γίνει προσπάθειες προκειμένου να ποινικοποιηθεί. Το 2017, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών εξέφρασε την ανησυχία της σχετικά με αυτή την πρακτική[2]. Παρά τη μη ρητή ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας, άτομα ΛΟΑΤΚΙ περιθωριοποιούνται και αναγκάζονται να αποκρύψουν τον προσανατολισμό τους [3].  

Σύμφωνα με την έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό που αφορά στο έτος 2023, τα ομόφυλα άτομα υπόκειντο μερικές φορές σε δίωξη βάσει διατάξεων περί δημόσιας αιδούς. Υπήρξαν αναφορές ότι Αρχές σε ορισμένες περιπτώσεις υποκίνησαν, διέπραξαν ή ανέχθηκαν βία ή παρενόχληση εναντίον ατόμων ΛΟΑΤΚΙ ή εκείνων που ανέφεραν τέτοιου είδους κακοποίηση. Οι αρχές σπάνια έλαβαν μέτρα για να διερευνήσουν, να διώξουν ή να τιμωρήσουν αξιωματούχους που διέπραξαν κακοποιήσεις εναντίον ατόμων ΛΟΑΤΚΙ, είτε στις δυνάμεις ασφαλείας είτε αλλού στην κυβέρνηση. Τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ υφίσταντο παρενόχληση, στιγματισμό και βία, , τόσο από κρατικούς όσο και από μη κρατικούς φορείς. Δεν υπάρχει θεσμοθετημένη διαδικασία για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου και της αλλαγής του καταχωρημένου φύλου επί των ταυτοποιητικών εγγράφων. Τοπικές οργανώσεις για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ ανέφεραν ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα που συμμετείχαν στις δραστηριότητες του Pride Month υπέστησαν παρενόχληση, σωματική βία και απειλές, όπως και τα προηγούμενα χρόνια. Ορισμένες ομάδες ακτιβιστών ΛΟΑΤΚΙ ανέφεραν ότι η κυβέρνηση απέρριψε τις αιτήσεις εγγραφής τους ως «Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις»[4].

Όσον αφορά την πρόσβαση σε κρατική προστασία αυτή δεν φαίνεται να είναι διαθέσιμη και τα περισσότερα άτομα ΛΟΑΤΚΙ δεν υποβάλλουν καταγγελίες στις αρχές από φόβο για αντίποινα ή περαιτέρω στοχοποίηση[5].

Ενόψει των ως άνω ΠΧΚ δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι άτομα ΛΟΑΤΚΙ υφίστανται στη ΛΔΚ κίνδυνο δίωξης εξαιτίας του σεξουαλικού τους προσανατολισμού και ότι το άτομο που ο αιτητής ονομάζει ως σύντροφο του, εκ του οποίου υπέστη πράξεις διώξεως είναι υπαρκτό πρόσωπο και έχει ενεργό ρόλο στον πολιτικό βίο της χώρας [6]. Όμως αυτό από μόνο του, ενόψει της καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή δεν θα μπορούσε να υπερκεράσει τις ελλείψεις αυτές και ούτε βεβαίως να οδηγήσει σε αποδοχή κατά τα τ’ άλλα ελλιπών ισχυρισμών, οι οποίοι περιέχουν κενά, αντιφάσεις και ασάφειες. Στην απουσία δε περαιτέρω μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η κατάληξη μου ότι τα κενά παραμένουν και συνεπώς η αποδοχή των ισχυρισμών αυτών θα ήταν ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», 2018, σελ.97, αναφέρεται ότι «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.» Στη δε σελ.131 του ιδίου εγχειριδίου τονίζεται σχετικώς ότι «[η] γενικευμένη προσβασιμότητα πολλών πηγών ΠΧΚ, μέσω του διαδικτύου ή άλλων μέσων ενημέρωσης, συνεπάγεται την ανάγκη οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα ορισμένες αιτήσεις διεθνούς προστασίας να έχουν καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να είναι συνεπείς με τις συναφείς ΠΧΚ.»

Εν προκειμένω, στη βάση των ως άνω, είναι κατάληξη μου ότι τα όσα αναφέρει ο αιτητής, συνιστούν επινοήματα του ιδίου, προκειμένου να συνδέσει τον ίδιο με γνωστό υπαρκτό πρόσωπο της πολιτικής ζωής της ΛΔΚ, προκειμένου, κάνοντας περαιτέρω αναφορές στον (μη αποδεκτό εν προκειμένω) σεξουαλικό του προσανατολισμό, να στηρίξει (εδώ ανεπιτυχώς) την επίδικη αίτηση. Σημειώνω εδώ ότι η αναφορά της συνηγόρου του αιτητή περί μη έρευνας σχετικά με τον Leon Domba, δεδομένου ότι από έρευνα του Δικαστηρίου δεν προέκυψε κάποιο στοιχείο σε σχέση με το πρόσωπο αυτό, δεν θα μπορούσε να εξεταστεί περαιτέρω, στην απουσία σχετικών πληροφοριών που θα μπορούσε άλλωστε να προσφέρει ο ίδιος ο αιτητής περί τούτου.

Ενόψει των όσων πιο πάνω αναφέρω, απομένει αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα).

Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές  Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[7]

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[8]. Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [9]

Εκ των ως άνω δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί και δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις – δεδομένης της απόρριψης του συνόλου του αφηγήματος του, ως ανωτέρω εξηγείται - που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για γι’ αυτόν στη βάση και της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [10] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι ο αιτητής αναμένεται να αντιμετωπίσει προκλήσεις κατά την επιστροφή του στην Κινσάσα. Σχετικώς, σε έρευνα του DIS αναφέρεται ότι τα νεαρά άτομα αντιμετωπίζουν υψηλά ποσοστά ανεργίας και οικονομικής ανέχειας. [11] Οι όποιες όμως προκλήσεις ενδεχομένως αντιμετωπίσει ο αιτητής κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής δεν αναμένεται να υπερβούν το όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης, δεδομένου και του ότι, ως διαφαίνεται, δεν αναμένεται να στερηθεί την πρόσβαση του σε βιοπορισμό, ο οποίος θα του επέτρεπε μια διαβίωση, έστω με ιδιαίτερες ίσως στερήσεις, λαμβανομένου υπόψη του μορφωτικού επιπέδου (πανεπιστημιακό) του αιτητή, αλλά και της ύπαρξης στην Κινσάσα οικογενειακού δικτύου. Σημειώνω εδώ ότι, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός του αιτητή περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού απορρίφθηκε, δεν θεωρώ ότι θα είναι δύσκολο για τον αιτητή να επικοινωνήσει με την οικογένεια του και να λάβει την, έστω προσωρινή, στήριξη τους κατά την επιστροφή του στη ΛΔΚ.

Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εν προκειμένω βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του.

Για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Βλ. Zisakou S (2021) Credibility Assessment in Asylum Claims Based on Sexual Orientation by the Greek Asylum Service: A Deep-Rooted Culture of Disbelief. https://www.frontiersin.org/articles/10.3389/fhumd.2021.693308/full

[2] ILGA World Database, Democratic Republic of Congo, https://database.ilga.org/democratic-republic-of-congo-lgbti  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης) 12/02/2026.

[3] Freedom House, Freedom in the World 2023 – Democratic Republic of the Congo, March 2023, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2023 , τελευταία πρόσβαση 12/02/2026.

[4] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ , τελευταία πρόσβαση 12/02/2026. 

[5] Belgium, CEDOCA, Republique Democratique du Congo: Minorités sexuelles et de genre, 15 December 2023, σελ. 13, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._les_minorites_sexuelles_et_de_genre_20231215.pdf ,πρόσβαση 12/02/26.

[7] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)

[8] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (17/12/2025).

[9] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[10] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf

[11] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/07/2023)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο