ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
10 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S. N.
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
J. Solomou (κα) για τους Έλενα Μάλα & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος του Αιτητή
Λ. Νικολάου (κος) για Σ. Πιτσιλλίδου (κα), Δικηγόρος για τους Kαθ’ ων η αίτηση.
Ο Αιτητής παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 28/03/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 08/04/2024 μέσω σχετικής επιστολής, με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Γεγονότα
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαιδεύτου συνηγόρου που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας την 01/10/2020. Στις 28/02/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 15/03/2024 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή. Ακολούθως, στις 28/03/2024, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Στις 08/04/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η συνήγορος του Αιτητή, στην προσφυγή την οποία κατέθεσε, προέβαλε πλήθος λόγων ακύρωσης, τους οποίους ωστόσο δεν ανέπτυξε δια της γραπτής της αγόρευσης. Στο πλαίσιο της γραπτής της αγόρευσης υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε με κατάχρηση εξουσίας, στερείται επαρκούς αιτιολογίας, δεν διεξήχθη η δέουσα έρευνα από τους Καθ’ ων η αίτηση και ότι αυτοί ενήργησαν υπό πλάνη περί τα πράγματα.
Κατά τη δικάσιμο διευκρινίσεων της παρούσας, ημερομηνίας 29/10/2025, η συνήγορος του Αιτητή διατήρησε ως μοναδικούς λόγους ακύρωσης την έλλειψη δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας. Ως εκ τούτου, οι λοιποί ισχυρισμοί, ήτοι περί κατάχρησης εξουσίας και πλάνης περί τα πράγματα, απορρίπτονται από το Δικαστήριο.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της επίδικης πράξης. Υποδεικνύουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, κατόπιν αξιολόγησης όλων των ουσιωδών στοιχείων, γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης, και ότι η επίδικη πράξη είναι δεόντως αιτιολογημένη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς και σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεωργίας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007).
Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, όλοι οι λόγοι προσφυγής που αναφέρονται ως τίτλοι στο πλαίσιο του δικογράφου της προσφυγής και δεν προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες.
Επιπλέον, παρατηρώ ότι οι λόγοι προσφυγής, όπως αναπτύσσονται στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή χαρακτηρίζονται από γενικότητα και απουσιάζει η υπαγωγή των περιστάσεων του Αιτητή και των γεγονότων της υπόθεσης στις κατ’ επίκληση παραβιασθείσες διατάξεις. Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων προσφυγής με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση [Βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533 και Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (2009) 3 Α.Α.Δ. 655]. Η δε αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. [Βλ. Α.Ε. Αρ. 3729, Μαραγκός ν. Δημοκρατίας, 3.11.2006, (2006) 3 ΑΑΔ 671, Α.Ε. 1883]., Μαρία Ευθυμίου ν. Ε.Δ.Υ., (1997) 3 ΑΑΔ 281, 14.7.1997].
Προχωρώντας, ακόμη και εάν εξαντλώντας την επιείκεια του παρόντος Δικαστηρίου, εξεταστούν οι λόγοι ακύρωσης που προωθεί ο Αιτητής, είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο στις περιπτώσεις που απαριθμούνται υπό του άρθρου 11 του Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 (Ν. 73(I)/2018) ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία. Ως εκ τούτου δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως, δυνάμενη να προβεί σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του φακέλου και αποφαίνεται αιτιολογημένα επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας του εκάστοτε προσφεύγοντος (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή).
Συνεπώς, η απλή επίκληση πλημμελειών ή παραβιάσεων γενικών αρχών Διοικητικού Δικαίου, δεν επαρκεί από μόνη της για να ανατρέψει την επίδικη απόφαση. Ο αιτητής θα πρέπει να επεξηγεί τη βλάβη που επήλθε στον ίδιο και να προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν της υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. (βλ. αποφάσεις ΣτΕ 3067/2013, 521/2010, 2650/2009).
Εν προκειμένω παρατηρώ ότι ο Αιτητής δεν προβάλλει οποιοδήποτε ειδικό και τεκμηριωμένο ισχυρισμό είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας που να δικαιολογεί την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Υπό το φως της πιο πάνω διαπίστωσης όλοι οι εγειρόμενοι λόγοι ακυρώσεως απορρίπτονται ως αλυσιτελείς και εξ αυτού απαράδεκτοι εξαιτίας της γενικότητας με την οποία αυτοί εγείρονται, εφόσον ο Αιτητής δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε εξειδίκευση αυτών σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής του, πολλώ μάλλον κατά τρόπο που να προκύπτει ο πυρήνας του αιτήματός του για άσυλο και να δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.[1]
Κατόπιν των ανωτέρω και λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και είναι δια τούτο επί της ουσίας ορθή.
Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το επίδικο θέμα. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Αιτητή, όπως καταγράφονται στην Έκθεση του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου αλλά και όπως διαφαίνονται από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και δεν αμφισβητούνται, παρατηρώ ότι, κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας απειλών θανάτου και εκφοβισμών που δεχόταν από την οικογένεια της πρώην συντρόφου του. Ωστόσο, δεν μπορούσε να προβεί σε καταγγελία, καθότι, όπως ανέφερε, η εν λόγω οικογένεια είχε συγγενικό πρόσωπο το οποίο ήταν μέλος της κυβέρνησης. (ερυθρά 1 και η μετάφραση 18 του Διοικητικού Φακέλου, εφεξής «Δ.Φ.»).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της προφορικής του συνέντευξης και αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής την Douala και ως τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής την πόλη Yaounde. Είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και, ως προς την εργασιακή του εμπειρία, δήλωσε ότι δεν είχε σταθερή εργασία, αλλά εργαζόταν περιστασιακά σε διάφορες εργασίες και κλάδους στη χώρα καταγωγής του.
Σε σχέση με την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι άγαμος και άτεκνος πλέον, καθότι η θυγατέρα του απεβίωσε το 2023 από φυσικά αίτια. Αναφορικά με την ευρύτερη οικογένειά του, δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2008, ενώ η μητέρα του και τα τέσσερα αδέλφια του (μία αδελφή και τρεις αδελφοί) εξακολουθούν να διαμένουν στην πόλη Yaounde. Ο Αιτητής ανέφερε ότι βρίσκεται σε συχνή επικοινωνία με την οικογένειά του.
Ο Αιτητής δήλωσε επίσης ότι στο παρελθόν αντιμετώπιζε πονοκεφάλους και περιστασιακή αιμορραγία από τη μύτη, ωστόσο ανέφερε ότι η κατάσταση της υγείας του έχει πλέον βελτιωθεί κατόπιν ιατρικής παρακολούθησης.
Σχετικά με τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, δήλωσε ότι δεχόταν απειλές από την οικογένεια της πρώην συντρόφου του. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η οικογένεια της πρώην συντρόφου του, η οποία ήταν οικονομικά εύπορη, δεν αποδεχόταν τη σχέση τους λόγω της δικής του δυσχερούς οικονομικής κατάστασης.
Παρά το γεγονός ότι αρχικά η σύντροφός του τον υποστήριζε, σταδιακά αποστασιοποιήθηκε, εκφράζοντας ανησυχίες ως προς την οικονομική του δυνατότητα να συντηρήσει μία μελλοντική οικογένεια. Ο πατέρας της συντρόφου του φέρεται, κατά τον ισχυρισμό του Αιτητή, να τον εξύβριζε και να τον απειλούσε, γεγονός που οδήγησε τον Αιτητή να διακόψει τη σχέση τους. Ωστόσο, όπως ισχυρίστηκε, οι απειλές συνεχίστηκαν ακόμη και μετά τον χωρισμό τους, με τον πατέρα της πρώην συντρόφου του να απειλεί τη ζωή του, τόσο λόγω της οικονομικής του κατάστασης όσο και επειδή είχε αρχίσει να μελετά προκειμένου να ενταχθεί στους Μάρτυρες του Ιεχωβά.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι οι ανωτέρω λόγοι τον οδήγησαν στην απόφαση να εγκαταλείψει το Καμερούν, χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ακόμη και στη σκέψη του πατέρα της πρώην συντρόφου του αισθάνεται φόβο για τη ζωή του και, για τον λόγο αυτό, δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.
Από τις διευκρινιστικές ερωτήσεις στις οποίες απάντησε ο Αιτητής, αναφορικά με τη σχέση του με την προαναφερθείσα σύντροφό του, προκύπτει ότι διατηρούσε σχέση με την A.L., καταγόμενη από την ανατολική περιοχή της χώρας, η οποία είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Yaounde. Κατά τον χρόνο γνωριμίας τους, το 2013, χωρίς να θυμάται τον ακριβή μήνα, εκείνη ήταν 22 ετών και φοιτήτρια ιατρικής.
Γνωρίστηκαν σε μία χριστουγεννιάτικη αγορά και διατηρούσαν σχέση για περίπου 2–3 έτη, ενώ σε μεταγενέστερη αναφορά προσδιόρισε τη διάρκεια της σχέσης σε τέσσερα έτη, έως τον Ιούλιο του 2017, επισημαίνοντας ότι συγχέει ενίοτε τις ημερομηνίες. Δεν διέμεναν μαζί· η σύντροφός του κατοικούσε με την οικογένειά της στη συνοικία Mendon της Yaounde και συναντιόνταν κυρίως τα Σαββατοκύριακα, λόγω των πανεπιστημιακών της υποχρεώσεων. Ο Αιτητής δεν είχε επισκεφθεί την οικία της οικογένειάς της. (ερυθρά 39–2Χ και 38–1Χ Δ.Φ.).
Ο Αιτητής ανέφερε, επίσης, ότι προς τα τέλη του 2016 παρατήρησε αλλαγή στη στάση της συντρόφου του, ιδίως σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση. Ειδικότερα, ενώ αρχικά εξέφραζε την επιθυμία να παραμείνουν μαζί και να δημιουργήσουν κοινό μέλλον, στη συνέχεια άρχισε να αποστασιοποιείται, να στηρίζει περισσότερο την οικογένειά της και να επιθυμεί να συνεχίσει να διαμένει με αυτήν, εγκαταλείποντας τα κοινά τους σχέδια. Ο ίδιος ανέφερε ότι της έδωσε χρόνο, πλην όμως οι συναντήσεις τους μειώνονταν σταδιακά και η σχέση τους δεν ήταν πλέον όπως προηγουμένως. (ερυθρό 38–1Χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με τη συμπεριφορά του πατέρα της πρώην συντρόφου του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η αντίθεσή του στη σχέση τους εκδηλώθηκε τον Φεβρουάριο του 2017, όταν εκείνη του γνωστοποίησε την πρόθεσή τους να τελέσουν γάμο. Κατά τους ισχυρισμούς του, ο πατέρας της δήλωσε ότι δεν συμφωνεί με τη σχέση, επικαλούμενος τη φτωχή οικονομική του κατάσταση και το γεγονός ότι δεν είχε να προσφέρει κάτι στη θυγατέρα του (την πρώην σύντροφο του Αιτητή).
Ο ίδιος ανέφερε ότι μετέβη στην οικία της οικογένειας στη Yaounde προκειμένου να δηλώσει ότι επιθυμεί να νυμφευθεί την κόρη του, οπότε και ο πατέρας φέρεται να εξέφρασε ρητά την αντίθεσή του. (ερυθρό 37–1Χ Δ.Φ.). Διευκρίνισε περαιτέρω ότι έως τότε δεν είχε επισκεφθεί την οικία, αλλά είχε δει τον πατέρα από απόσταση το 2015, όταν την παραλάμβανε από το πανεπιστήμιο, οπότε η στάση του ήταν φιλική.
Κατά την επίσκεψη αυτή περιέγραψε την οικία ως μεγάλη, με κήπο, περίφραξη, σκύλους και τρία αυτοκίνητα, και ανέφερε ότι η συνάντηση έλαβε χώρα στο σαλόνι. Ωστόσο, τρεις μήνες αργότερα, όταν ζήτησε να επισκεφθεί εκ νέου την οικία, η σύντροφός του τον ενημέρωσε ότι ο πατέρας της δεν επιθυμούσε πλέον ούτε την παρουσία του ούτε τη συνέχιση της σχέσης τους. (ερυθρά 37–1Χ και 36–1Χ Δ.Φ.).
Ο Αιτητής, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού, ανέφερε ότι αιφνιδιάστηκε όταν η σύντροφός του τον ενημέρωσε για τον χωρισμό τους. Δήλωσε επίσης ότι δεν επιδίωξε επικοινωνία με τον πατέρα της μετά τον χωρισμό. Ωστόσο, ισχυρίζεται ότι τον Ιανουάριο του 2018 δέχθηκε τηλεφωνική κλήση από πρόσωπο που συστήθηκε ως ο πατέρας της, ο οποίος τον απείλησε να σταματήσει να βλέπει την κόρη του «εάν θέλει να σώσει τη ζωή του». Παρ’ ότι η σχέση τους είχε τυπικά λήξει, ο Αιτητής ανέφερε ότι συνέχιζε να τη συναντά περιστασιακά, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς του, προκάλεσε την αντίδραση του πατέρα της. (ερυθρό 36–1Χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με την περίοδο μετά τον χωρισμό τους, ο Αιτητής ανέφερε ότι, κατά την τηλεφωνική επικοινωνία του Ιανουαρίου του 2018, ο πατέρας της πρώην συντρόφου του τον απείλησε ότι, εάν επιθυμεί να παραμείνει ζωντανός, θα πρέπει να διακόψει κάθε επαφή μαζί της. Μετά το περιστατικό αυτό, δεν υπήρξε άλλη επικοινωνία ή προσέγγιση εκ μέρους του πατέρα, ενώ ο Αιτητής δηλώνει ότι διέκοψε επίσης κάθε επαφή με την πρώην σύντροφό του. (ερυθρό 36–1Χ Δ.Φ.).
Ως προς το πρόσωπο του πατέρα, ο Αιτητής αναφέρει ότι είναι εύπορος και «έχει εξουσία», εργαζόμενος στον δημόσιο τομέα, χωρίς να γνωρίζει τη θέση, την ηλικία ή περαιτέρω στοιχεία του, πέραν του ονόματος που ανέφερε. (ερυθρά 36–1Χ και 35–1Χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με το χρονικό διάστημα από το τελευταίο περιστατικό, τον Ιανουάριο του 2018, έως την αναχώρησή του από τη χώρα, τον Οκτώβριο του 2019, ο Αιτητής δηλώνει ότι μετεγκαταστάθηκε σε άλλη κατοικία στη Yaounde, φοβούμενος ενδεχόμενη προσέγγιση από τον πατέρα της πρώην συντρόφου του, χωρίς ωστόσο να αναφέρει ότι υπέστη οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια εναντίον του κατά το εν λόγω διάστημα. (ερυθρό 35–1Χ Δ.Φ.).
Σε σχέση με την απόφασή του να γίνει Μάρτυρας του Ιεχωβά, ο Αιτητής δήλωσε πως το 2016 ξεκίνησε να μελετά προς αυτόν τον σκοπό έπειτα από επαφή με μέλη της οργάνωσης που τον επισκέφθηκαν κατ’ οίκον και τον ενημέρωσαν για τις πεποιθήσεις τους. Δήλωσε, πιο συγκεκριμένα, ότι μελετούσε έντυπο υλικό που του παρείχαν δωρεάν και συμμετείχε σε εβδομαδιαίες συναθροίσεις σε οικίες, συνήθως τις Κυριακές, για διάστημα περίπου ενός έτους.
Ως λόγο του ενδιαφέροντός του ανέφερε ότι συμφωνούσε με τον τρόπο προσέγγισης της ζωής από τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, όπως η αντίθεσή τους στους πολέμους, ενώ επισήμανε ότι δεν υπάρχουν σημαντικές δογματικές διαφορές από άλλες χριστιανικές ομάδες, πέραν ορισμένων πρακτικών, όπως η άρνηση μετάγγισης αίματος. Επίσης ανέφερε ότι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά μπορούν να ασκούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα στο Καμερούν και ότι ο ίδιος δεν αντιμετώπισε ουσιώδη προβλήματα λόγω της μελέτης του, πέραν ορισμένων αρνητικών κοινωνικών αντιλήψεων. (ερυθρά 35–2Χ και 34–1Χ Δ.Φ.).
Σε ερωτήσεις αναφορικά με τον μελλοντοστραφή κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι φοβάται πως ο πατέρας της πρώην συντρόφου του ενδέχεται να τον σκοτώσει, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η ζωή του θα διατρέχει κίνδυνο, καθώς εκείνος «θα τον θυμάται». Ωστόσο, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο θα εξακολουθούσε να επιθυμεί να του προκαλέσει κακό, δεδομένου ότι έχει διακόψει κάθε επαφή με την κόρη του από το 2018.
Επιβεβαίωσε δε ότι κατά τα τελευταία έξι έτη δεν έχει υπάρξει καμία επικοινωνία ή προσέγγιση από τον πατέρα, ούτε προς τον ίδιο ούτε προς την οικογένειά του. Τέλος, δήλωσε ότι, εξ όσων γνωρίζει, δεν αναμένει να αντιμετωπίσει προβλήματα λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων σε περίπτωση επιστροφής. (ερυθρό 34–2Χ Δ.Φ.).
Σχετικά με το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι θα ένιωθε ασφαλής στην πόλη Douala. (ερυθρό 34–2Χ Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά τα προσωπικά στοιχεία, το προφίλ, καθώς και τη χώρα καταγωγής και διαμονής του Αιτητή, ο οποίος και έγινε αποδεκτός.
Ο δεύτερος ισχυρισμός του Αιτητή αφορά την απειλή κατά της ζωής του από τον πατέρα της πρώην συντρόφου του, λόγω της φτωχής οικονομικής του κατάστασης. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε, καθώς ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν μπόρεσε να τον τεκμηριώσει με επαρκή λεπτομέρεια και επάρκεια πληροφοριών, ενώ οι δηλώσεις του κρίθηκαν γενικές, ελλιπείς σε λεπτομέρειες και παρουσίαζαν ασάφειες και ασυνέπειες.
Πιο συγκεκριμένα, ενώ ο Αιτητής ανέφερε ότι στα τέλη του 2016 η σύντροφός του άρχισε να αμφιβάλλει για τη σχέση τους, εκφράζοντας την επιθυμία να συνεχίσει να διαμένει με την οικογένειά της αντί να συγκατοικήσει μαζί του και ότι είχε πάψει να πιστεύει στην κοινή τους προοπτική, σε μεταγενέστερο στάδιο δήλωσε ότι το 2017 η σύντροφός του ενημέρωσε τον πατέρα της για την πρόθεσή της να συνάψει γάμο με τον Αιτητή. Κληθείς να διευκρινίσει την εν λόγω αντίφαση, δεν παρείχε επαρκή εξήγηση, περιοριζόμενος να αναφέρει ότι έχει αποφασίσει να «ξεχάσει τα πάντα» και ότι ενίοτε συγχέει τις ημερομηνίες.
Περαιτέρω αντίφαση εντοπίστηκε στις δηλώσεις του αναφορικά με την επίσκεψή του στην οικία της συντρόφου του. Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά δήλωσε ότι δεν είχε επισκεφθεί ποτέ το οικογενειακό της σπίτι, σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε ότι το επισκέφθηκε το 2017. Όταν κλήθηκε να διευκρινίσει την αντίφαση αυτή, περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεν είχε μεταβεί προηγουμένως στην οικία, αλλά την επισκέφθηκε εκείνη την ημέρα, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει τον ακριβή χρόνο, δηλώνοντας ότι επιθυμεί να το ξεχάσει.
Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει την οικία, ανέφερε ότι βρισκόταν στη Yaounde, ότι επρόκειτο για μεγάλο σπίτι με περίφραξη, σκύλους και τρία αυτοκίνητα, ενώ κατά την περιγραφή του καθιστικού περιορίστηκε σε γενικές αναφορές, μιλώντας για μεγάλη τηλεόραση, καναπέ, τραπέζι και καρέκλες. Σύμφωνα με τον αρμόδιο λειτουργό, δεδομένου ότι ο Αιτητής είχε δηλώσει ότι η οικογένεια της συντρόφου του ήταν εύπορη, αναμενόταν να είναι σε θέση να παράσχει πιο συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με την επίσκεψή του και το εσωτερικό της οικίας.
Ακολούθως, ο Αιτητής δήλωσε με γενικότητα ότι τρεις μήνες μετά την επίσκεψή του εκεί, η σύντροφός του τον ενημέρωσε ότι ο πατέρας της δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της σχέσης τους, γεγονός που τοποθέτησε χρονικά στο τέλος του 2017. Όταν κλήθηκε να παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες για τα γεγονότα αυτά και για τη δική του αντίδραση, περιορίστηκε να δηλώσει ότι σοκαρίστηκε και ότι η σχέση διακόπηκε χωρίς περαιτέρω επικοινωνία, χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει περισσότερα στοιχεία σχετικά με τη λήξη της σχέσης ή τις συνομιλίες που προηγήθηκαν.
Ο Αιτητής δήλωσε επίσης ότι τον Ιανουάριο του 2018 έλαβε τηλεφώνημα από τον πατέρα της πρώην συντρόφου του, ο οποίος του είπε ότι, εάν ήθελε να σώσει τη ζωή του, θα έπρεπε να σταματήσει να βλέπει την κόρη του. Ωστόσο, προηγουμένως είχε δηλώσει ότι είχαν χωρίσει στα τέλη Απριλίου του 2017 και ότι δεν είχαν πλέον επικοινωνία. Όταν κλήθηκε να διευκρινίσει την εν λόγω αντίφαση, ανέφερε ότι συνέχιζε να τη βλέπει μία φορά τον μήνα, χωρίς ωστόσο να προσφέρει περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τη χρονική διάρκεια ή τις συνθήκες αυτών των συναντήσεων.
Τέλος, αναφορικά με την περίοδο μεταξύ του τηλεφωνήματος και της αναχώρησής του από το Καμερούν, δηλαδή από τον Ιανουάριο του 2018 έως τον Οκτώβριο του 2019, ανέφερε ότι είχε μετακομίσει σε άλλο διαμέρισμα και ότι δεν υπέστη οποιοδήποτε περιστατικό εναντίον του κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ως άνω ισχυρισμού του, ο αρμόδιος λειτουργός, κατόπιν σχετικής έρευνας, διαπίστωσε ότι πηγές αναφέρουν τη σημασία που αποδίδεται στους άνδρες να είναι οικονομικά ανεξάρτητοι, γεγονός που συνάδει με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί αποδοκιμασίας της σχέσης από τον πατέρα της συντρόφου του. Ωστόσο, λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στην απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού.
Στο πλαίσιο του μοναδικού ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων, του προφίλ και του τόπου καταγωγής και διαμονής του Αιτητή, ο λειτουργός, παραθέτοντας πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας και συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, συνήγαγε, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη Yaounde ο Αιτητής δεν φέρει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης και δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να κινδυνεύσει με σοβαρή βλάβη.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται εξαντλητικά στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε ενδέχεται να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, δυνάμει του άρθρου 19(2)(β). Αναφορικά δε με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν, κατόπιν σχετικής έρευνας αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στη Yaounde, ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό την έννοια του εν λόγω άρθρου σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, το ενδεχόμενο υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας απορρίφθηκε, καθότι στη χώρα καταγωγής του δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλης σύρραξης.
Αξιολογώντας, λοιπόν, τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και τις δηλώσεις του Αιτητή κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], αρχικά, το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτών άσυλο ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτηση του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του, αλλά και γενικότερα να βοηθήσει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο τρόπο να διαπιστώσει τα γεγονότα της υπόθεσης του. Ως έχει νομολογηθεί, ο αιτών διεθνούς προστασίας πρέπει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του, ότι δηλαδή υπήρξε θύμα δίωξης στην χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί της προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς Διεθνούς Προστασίας. (βλ. WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1875/2008, 1 Μαρτίου 2010).
Κατά την διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, καθοριστικό ρόλο παίζει η αξιοπιστία ενός αιτούντος άσυλο. Προς τούτο τονίζω ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (ε) της οδηγίας 2011/95/EE αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς (material facts) μπορούν να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Αυτή η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση και θα καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα αναφορικά με την αλήθεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, Παρ. 53.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», αναφέρεται στην σελίδα 98, παράγραφος 4.5.3 ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται μια αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή αντικατοπτρίζουν αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από κάποιον με τις περιστάσεις του ο οποίος εκφράζει δια τούτων μια αληθινή προσωπική εμπειρία («Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»). Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες αλλιώς οι ελλείψεις αυτές στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστούν έλλειψη σχετικών στοιχείων («Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη «λυσιτελών στοιχείων».
Ακολούθως, κατά την απόφαση του ΔΕΕ, C - 277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, αποφ. ημερ. 22/11/2012 η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε δύο αυτοτελή στάδια: «Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας.». Η εξακρίβωση των πραγματικών (ή ουσιωδών) περιστατικών είναι ύψιστης σημασίας για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που δύναται να αντιμετωπίσει ο εκάστοτε αιτών, εφόσον από αυτά θα προκύψουν γεγονότα που πιθανόν να τεκμηριώνουν παρελθούσα δίωξη ή γεγονότα που στην συνολική αξιολόγηση της αίτησης είναι καθοριστικά για μελλοντική δίωξη.[2]
Έχοντας παραθέσει το νομικό πλαίσιο εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, θα προχωρήσω στη συνέχεια σε έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης, δια της πλήρους και ex-nunc εξέτασης των γεγονότων και νομικών ζητημάτων που διέπουν αυτή, ενόψει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 11(3) α του Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018).
Αξιολόγηση των ισχυρισμών
Όσον αφορά τον αποδεκτό ισχυρισμό περί των προσωπικών στοιχείων, της χώρας καταγωγής και του τόπου συνήθους διαμονής του Αιτητή, συμφωνώ με το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού και υιοθετώ την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση.
Όσον αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, συντάσσομαι επίσης με την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την απουσία εσωτερικής αξιοπιστίας στα λεγόμενα του Αιτητή. Κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ορθές επισημάνσεις αναφορικά με τις επιμέρους πτυχές του ισχυρισμού αυτού. Γενικότερα, οι απαντήσεις του Αιτητή στις ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού υπήρξαν αντιφατικές και αόριστες, χωρίς ο ίδιος να είναι σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι όλες οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του αρμόδιου λειτουργού, όπως καταγράφονται στην Έκθεση/Εισήγηση, γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο ως σημεία που εύλογα πλήττουν την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή και, συνεπώς, δεν εντοπίζω λόγο διαφοροποίησης.
Στη συνέχεια, θα επαναλάβω εν συντομία όσα καταγράφηκαν ανωτέρω ως σημεία αναξιοπιστίας σχετικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, όπως αυτά εντοπίστηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό και γίνονται αποδεκτά και από το παρόν Δικαστήριο. Αρχικά, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής παρείχε επαρκείς πληροφορίες όσον αφορά τη σύντροφό του (ερυθρό 39–2Χ Δ.Φ.). Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι στα τέλη του 2016 η σύντροφός του άρχισε να αμφιβάλλει για τη σχέση τους, επιθυμώντας να παραμείνει με την οικογένειά της αντί να συγκατοικήσει μαζί του, ενώ του εξέφρασε ότι δεν πίστευε πλέον στο κοινό τους μέλλον, με αποτέλεσμα οι συναντήσεις τους να αραιώσουν, ο ίδιος δε υποστήριξε ότι της έδινε χρόνο (ερυθρό 38–1Χ Δ.Φ.). Προς αντίφαση της πιο πάνω δήλωσης, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι τον Φεβρουάριο του 2017 η ίδια δήλωσε στον πατέρα της ότι επιθυμούσε να παντρευτεί τον Αιτητή, γεγονός με το οποίο εκείνος διαφώνησε για οικονομικούς λόγους (ερυθρό 38–1Χ Δ.Φ.). Κληθείς να εξηγήσει την προαναφερθείσα αντίφαση, δεν κατόρθωσε να παράσχει πειστική διευκρίνιση, αποδίδοντάς την σε σύγχυση ημερομηνιών (ερυθρό 38–1Χ Δ.Φ.).
Κληθείς περαιτέρω να εξηγήσει την αντίφαση αναφορικά με την επίσκεψή του στην οικία της συντρόφου του, καθότι αρχικά ανέφερε πως δεν είχε πάει ποτέ και στη συνέχεια ότι την επισκέφθηκε το 2017, ο ίδιος περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεν είχε πάει προηγουμένως, αλλά μόνο εκείνη την ημέρα, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει τον μήνα ή την ημερομηνία, επικαλούμενος ότι επιθυμεί να ξεχάσει το γεγονός αυτό (ερυθρό 38–1Χ Δ.Φ.). Αναφορικά με την περιγραφή της οικίας, προέβη σε ορισμένες δηλώσεις, οι οποίες όμως δεν ήταν λεπτομερείς και επαρκώς περιγραφικές, καθότι ανέφερε με γενικότητα πως επρόκειτο για μία μεγάλη οικία στη Yaounde με περίφραξη, σκύλους και τρία αυτοκίνητα (ερυθρό 38–1Χ Δ.Φ.). Το ίδιο γενικός υπήρξε και αναφορικά με το εσωτερικό της οικίας (ερυθρό 38–1Χ Δ.Φ.). Θα αναμενόταν από τον Αιτητή να είναι περισσότερο περιγραφικός για μία οικία την οποία ο ίδιος επισκέφθηκε και, μάλιστα, για μία τόσο πλούσια οικία, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι τρεις μήνες μετά την επίσκεψή του, και συγκεκριμένα στα τέλη του 2017, η σύντροφός του τον ενημέρωσε ότι ο πατέρας της δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της σχέσης τους (ερυθρά 37–1Χ και 36–1Χ Δ.Φ.). Κληθείς να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις ως προς όσα του μεταφέρθηκαν από τη σύντροφό του και ως προς την αντίδρασή του, περιορίστηκε να δηλώσει ότι αιφνιδιάστηκε και ότι η σχέση τους έληξε, χωρίς περαιτέρω επικοινωνία (ερυθρό 36–1Χ Δ.Φ.). Δεν ήταν δε σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με τον χωρισμό τους ή τις συζητήσεις που προηγήθηκαν της απόφασης αυτής.
Επίσης, παρατηρώ πως, αφενός, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τον Ιανουάριο του 2018 δέχθηκε τηλεφωνική κλήση από τον πατέρα της συντρόφου του, ο οποίος τον απείλησε ότι, εάν επιθυμεί να σώσει τη ζωή του, πρέπει να διακόψει κάθε επαφή με τη θυγατέρα του, και, αφετέρου, είχε δηλώσει ότι ο χωρισμός τους έλαβε χώρα στα τέλη Απριλίου του 2017 και ότι έκτοτε δεν είχαν καμία επικοινωνία (ερυθρά 37–1Χ και 36–1Χ Δ.Φ.). Κληθείς να διευκρινίσει την προαναφερθείσα αντίφαση, υποστήριξε ότι συνέχιζαν να συναντώνται μία φορά τον μήνα, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει το ακριβές χρονικό διάστημα ή τις συνθήκες υπό τις οποίες διατηρούσαν επαφή (ερυθρό 36–1Χ Δ.Φ.), γεγονός που δημιουργεί περαιτέρω αντίφαση με τις προηγούμενες δηλώσεις του ότι, αφότου χώρισαν, δεν είχαν καμία επικοινωνία.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι ο πατέρας της συντρόφου του επιδίωκε να τον σκοτώσει, ο ίδιος ανέφερε ότι, κατά την τηλεφωνική επικοινωνία του Ιανουαρίου του 2018, του ειπώθηκε πως, εάν θέλει να παραμείνει ζωντανός, δεν πρέπει να ξαναδεί την κοπέλα (ερυθρά 36–1Χ και 35–1Χ Δ.Φ.). Ωστόσο, πέραν της εν λόγω κλήσης, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει οποιοδήποτε άλλο συγκεκριμένο περιστατικό που να καταδεικνύει πρόθεση ή ενέργειες του πατέρα εις βάρος της ζωής του, ενώ ρητώς δήλωσε επίσης ότι μετά την πιο πάνω κλήση δεν δέχθηκε άλλη προσέγγιση ή απειλή και ότι δεν ξαναείδε την πρώην σύντροφό του (ερυθρό 35–1Χ Δ.Φ.). Για το διάστημα από τον Ιανουάριο του 2018 έως την αναχώρησή του από το Καμερούν, τον Οκτώβριο του 2019, ανέφερε ότι μετακόμισε σε άλλη κατοικία και δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε επιβλαβές περιστατικό σε βάρος του (ερυθρό 35–1Χ Δ.Φ.).
Ενόψει των ανωτέρω σημείων αναξιοπιστίας στον ισχυρισμό του Αιτητή, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του δεν τεκμηριώνουν επαρκώς την ύπαρξη συγκεκριμένου και ενεργού φορέα δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Σύμφωνα με τα κριτήρια αξιολόγησης αξιοπιστίας που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της διεθνούς προστασίας, τα ανωτέρω στοιχεία δημιουργούν αμφιβολίες σχετικά με τη συνέπεια και τη συνοχή των ισχυρισμών του προσφεύγοντος. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αποτελεί κρίσιμο στοιχείο στην εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας, και η έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων ή η ασάφεια στα όσα ο Αιτητής επικαλείται μπορούν να οδηγήσουν σε αμφισβήτηση της βασιμότητας του φόβου δίωξης.
Γενικά είναι εύλογο να αναμένεται ότι μια αξίωση για διεθνή προστασία θα παρουσιάζεται ουσιαστικά και επαρκώς λεπτομερής, τουλάχιστον όσον αφορά τα πιο σημαντικά γεγονότα της αξίωσης. Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία σχετικά με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (και προηγούμενα, της Οδηγίας 2004/83/ΕΕ), εναπόκειται, κατ' αρχήν, στον αιτούντα να προσκομίσει όλα τα αναγκαία στοιχεία προς στήριξη της αιτήσεώς του. Επομένως, η ανεπάρκεια λεπτομερειών συνιστά αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ ως έλλειψη σχετικών στοιχείων. Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ήτοι την ηλικία του, το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, την οικογενειακής του κατάσταση, την υγεία του, όπως επίσης και το ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις περί οποιασδήποτε ευαλωτότητας του[3], φρονώ ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να στηρίξει την αίτησή του προβάλλοντας μια γνήσια προσωπική εμπειρία. Παράλληλα, κρίνω ότι οι δηλώσεις και οι επεξηγήσεις του δεν προσδίδουν στους ισχυρισμούς του την απαραίτητη βιωματική χροιά ώστε να ενισχύεται η αξιοπιστία τους.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού θεωρώ ότι ένεκα του προσωπικού χαρακτήρα του τα όσα ο ίδιος ο Αιτητής ανέφερε αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν είναι δυνατή η άντληση πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όσον αφορά τις ισχυριζόμενες απειλές που δέχθηκε από τον πατέρα της πρώην συντρόφου του. Η θέση αυτή συνάδει και με τη νομολογία, όπως αποτυπώνεται στην απόφαση του Εφετείου επί έφεσης κατά απόφασης του ΔΔΔΠ αρ. 18/2023, Ferdinand Ebele Ewelukwa v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 31/10/2024.[4]
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»[5], όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος[6]. Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή. (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, στα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει, καθώς και διευκρινιστικές ερωτήσεις επί των ανωτέρω ζητημάτων. Ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε επαρκείς ερωτήσεις προκειμένου να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος όσο και τα επιμέρους ζητήματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία.
Στη βάση, λοιπόν, του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού και προς αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Αιτητής δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει και/ή να υποστεί οποιαδήποτε πράξη δίωξης ή να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Ο Αιτητής είναι ενήλικο και υγιές άτομο, χωρίς εμφανή ζητήματα ευαλωτότητας, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και με ικανότητα προς εργασία, ενώ διαθέτει οικογενειακό υποστηρικτικό περιβάλλον στον τόπο καταγωγής του, όπου διαμένουν η μητέρα και τα αδέλφια του.
Υπενθυμίζω συναφώς ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(I)/2000) (στο εξής «ο Νόμος») και το άρθρο 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (στο εξής «η Οδηγία»), ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται πρόσωπο το οποίο, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών πεποιθήσεων, βρίσκεται εκτός της χώρας ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να απολαύσει την προστασία της χώρας αυτής.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του Νόμου και το αντίστοιχο άρθρο 9 της Οδηγίας, οι πράξεις δίωξης οι οποίες θεμελιώνουν βάσιμο φόβο καταδίωξης πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρές, είτε λόγω της φύσης είτε λόγω της επανάληψής τους, ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδίως εκείνων από τα οποία δεν επιτρέπεται παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 15(2) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ή να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία είναι αρκούντως σοβαρά ώστε να επηρεάζουν ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο.
Η δε δίωξη ή σοβαρή βλάβη πρέπει να προέρχεται από τους φορείς δίωξης που προβλέπονται στα άρθρα 3Α του Νόμου και 6 της Οδηγίας, ενώ θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι οι φορείς προστασίας που αναφέρονται στα άρθρα 3Β του Νόμου και 7 της Οδηγίας δεν επιθυμούν ή δεν είναι σε θέση να παρέχουν την απαιτούμενη προστασία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 4Γ(3) και 9(3) του Νόμου και της Οδηγίας αντίστοιχα, απαιτείται να υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ των λόγων δίωξης και των πράξεων δίωξης, δηλαδή οι πράξεις αυτές να προκύπτουν για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3Δ του Νόμου και στο άρθρο 10 της Οδηγίας.
Συναφώς, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση X και Y (C-199/12 και C-200/12 σκ. 42-43) επισήμανε ότι η εν λόγω σύνδεση πρέπει να τεκμηριώνεται με συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η δίωξη δεν είναι τυχαία ή γενικής φύσεως, αλλά στρέφεται κατά του αιτούντος για έναν από τους αναγνωρισμένους λόγους δίωξης. Ο συσχετισμός πρέπει να είναι συγκεκριμένος: η δίωξη δεν πρέπει να είναι μια τυχαία εγκληματική ενέργεια ή μια γενική κατάσταση ανομίας, αλλά μια στοχευμένη προσβολή των βασικών δικαιωμάτων λόγω του λόγου δίωξης. Στην παρούσα υπόθεση, ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι απειλές που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε συνδέονται με οποιονδήποτε από τους ανωτέρω λόγους, όπως για παράδειγμα τις πολιτικές του πεποιθήσεις, τη θρησκεία ή την εθνικότητά του.
Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μη κρατικοί φορείς μπορούν να θεωρηθούν ως δράστες δίωξης ή σοβαρής βλάβης μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι το κράτος καταγωγής είναι ανίκανο ή απρόθυμο να αποτρέψει τη βλάβη που αυτοί επιφέρουν. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει ότι οι αρχές του κράτους καταγωγής του αδυνατούσαν να του παράσχουν προστασία ή ότι υπήρξε άρνηση εκ μέρους τους να τον προστατεύσουν. Προς επίρρωση της αρχής αυτής, σχετική είναι η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Abdulla κ.λπ. (C-175/08), σύμφωνα με την οποία η δυνατότητα των κρατικών αρχών να διασφαλίσουν αποτελεσματική προστασία από πράξεις δίωξης ή σοβαρής βλάβης αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την αξιολόγηση της υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Στην υπό κρίση περίπτωση, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής αντιμετώπισε ή είναι πιθανόν να αντιμετωπίσει πράξεις δίωξης οι οποίες να συνδέονται με κάποιον από τους πέντε λόγους που προβλέπει το άρθρο 3(1) του Νόμου. Οι ισχυρισμοί του περιορίζονται σε προσωπική διαφορά με τον πατέρα της πρώην συντρόφου του, η οποία, πέραν της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας που εντοπίστηκε, δεν συνδέεται με κάποιον από τους προστατευόμενους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν προκύπτει στην περίπτωση του Αιτητή βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης στη χώρα καταγωγής του για κάποιον από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Η Υπηρεσία Ασύλου, στην Έκθεση/Εισήγηση, αξιολόγησε τους ισχυρισμούς του Αιτητή και εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται κίνδυνος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν. Το παρόν Δικαστήριο, όπως εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, υιοθετεί τα συμπεράσματα των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή.
Περαιτέρω, βάσει των στοιχείων του προφίλ του Αιτητή και των ισχυρισμών που ο ίδιος προώθησε, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως η εν λόγω έννοια ορίζεται στο άρθρο 19 (2) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Ειδικότερα, εκ των όσων παρατέθηκαν ανωτέρω, διαφαίνεται ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Συγκεκριμένα, δεν προκύπτει ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α), ούτε ότι υφίσταται κίνδυνος να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, από τους ισχυρισμούς του Αιτητή δεν τεκμηριώνεται προηγούμενη δίωξη ούτε στοχοποίησή του από οποιονδήποτε κρατικό ή μη κρατικό φορέα. Περαιτέρω, για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων απαιτείται υψηλός βαθμός εξατομίκευσης των περιστάσεων που σχετίζονται με τον επικαλούμενο κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνω ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις. Αντιθέτως, από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι ενήλικο και υγιές άτομο, χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ευαλωτότητας, με εκπαιδευτικό υπόβαθρο και ικανότητα προς εργασία, ενώ διαθέτει και οικογενειακό υποστηρικτικό περιβάλλον στη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει ότι η επιστροφή του στο Καμερούν θα τον εκθέσει σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια των ανωτέρω διατάξεων.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, θα προέκυπτε κίνδυνος παραβίασης του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει απολύτως τα βασανιστήρια καθώς και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η απομάκρυνση αλλοδαπού προς τη χώρα καταγωγής του μπορεί να εγείρει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 3 της Σύμβασης μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι το πρόσωπο αυτό θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το εν λόγω άρθρο (βλ. Soering v. United Kingdom, 07.07.1989, §91· F.G. v. Sweden [GC], 23.03.2016 σκ.113). η «απλή πιθανότητα» κακομεταχείρισης δεν αρκεί· απαιτούνται ειδικά διακριτικά χαρακτηριστικά που να καθιστούν τον κίνδυνο προσωπικό και προβλέψιμο. (βλ. Σαλάχ Σιικ εναντίον της Ολλανδίας 11.01.2007 σκ 148).Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτών, ο οποίος οφείλει να προσκομίσει στοιχεία ικανά να καταδείξουν την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, ενώ ο κίνδυνος αυτός πρέπει να είναι πραγματικός και εξατομικευμένος (βλ. Saadi v. Italy [GC], 28.02.2008, §125).
Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές στην παρούσα υπόθεση, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί σε πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν. Οι ισχυρισμοί του περί απειλών από τον πατέρα της πρώην συντρόφου του δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι ως προς τον πυρήνα τους, ενώ ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι μετά το 2018 δεν υπήρξε οποιαδήποτε περαιτέρω απειλή ή προσέγγιση εις βάρος του. Επιπλέον, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει οποιονδήποτε ιδιαίτερο παράγοντα ευαλωτότητας που να αυξάνει τον κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της Σύμβασης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν τεκμηριώνεται ότι η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα τον εκθέσει σε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, και ειδικότερα στην Yaounde, την οποία το Δικαστήριο θεωρεί ως τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν.
Εκ της διενεργηθείσας έρευνας αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, προέκυψε, βάσει της ιστοσελίδας RULAC, πρωτοβουλία της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, κρίνοντας με κριτήρια διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, ότι το κράτος είναι εμπλεκόμενο σε διεθνή ένοπλη σύρραξη κατά της Boko Haram στον Άπω Βορρά (Far North), ενώ στη Βορειοδυτική (Northwest) και Νοτιοδυτική περιφέρεια (Southwest) αγγλόφωνες αποσχιστικές ομάδες μάχονται κατά της κυβέρνησης για την ανεξαρτησία της περιοχής[7]. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση της USDOS αναφορικά με το Καμερούν κατά το εξεταζόμενο έτος 2024 καταγράφηκαν τόσο θετικές όσο και αρνητικές εξελίξεις στην κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Καμερούν. Παρατηρήθηκε μείωση των θανάτων αμάχων στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες, λόγω βελτιωμένης συμπεριφοράς των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας. Ωστόσο, αναφέρθηκε αυξημένος περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης. Μεταξύ των σοβαρών ζητημάτων περιλαμβάνονταν αξιόπιστες αναφορές για αυθαίρετες ή παράνομες δολοφονίες, βασανιστήρια ή απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, αυθαίρετες συλλήψεις ή κρατήσεις, διακρατική καταστολή, σοβαρές παραβιάσεις στο πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης, παράνομη στρατολόγηση ή χρήση ανηλίκων, εκτεταμένους περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης και στον συνδικαλισμό. Η κυβέρνηση προέβη σε ορισμένα αξιόπιστα μέτρα για τον εντοπισμό και την τιμωρία υπευθύνων παραβιάσεων. Παράλληλα, ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες, η Boko Haram, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής και άλλοι μη κρατικοί δρώντες διέπραξαν επίσης σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[8]
Βάσει των ανωτέρω διαπιστώνεται ότι η κατάσταση ασφαλείας στην Yaounde δεν επηρεάζεται από τα ανωτέρω γεγονότα καθότι δεν ανήκει στις προαναφερθείσες επηρεαζόμενες από τις υπάρχουσες συνθήκες περιοχές, καθότι γεωγραφικά ευρίσκεται στο κεντρικό τμήμα της χώρας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), για διάστημα περί του ενός έτους, σημειώθηκαν στο Κεντρικό Τμήμα (Centre Region) του Καμερούν, όπου ανήκει η πόλη Υaounde, 3 περιστατικά ασφαλείας τα οποία οδήγησαν σε 1 απώλεια[9]. Δεδομένου δε ότι ο συνολικός πληθυσμός του Κεντρικού Τμήματος (Centre Region) το 2025 εκτιμάται σε περίπου 5.487.600 κατοίκους[10], καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός περιστατικών ασφαλείας σε συνδυασμό με τις συνδεόμενες απώλειες στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Βάσει των ανωτέρω ποσοτικών και ποιοτικών πληροφοριών, δεν προκύπτει ότι στον τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή λαμβάνει χώρα διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, δεν υφίστανται ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο που πιθανό να διατρέξει ο Αιτητής ειδικά σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω (βλ. και ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland).
Κατά συνέπεια, βάσει των ανωτέρω ποσοτικών και ποιοτικών πληροφοριών, δεν προκύπτει ότι στην Yaounde λαμβάνει χώρα διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη υπό την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε ότι το επίπεδο της ασκούμενης βίας στην περιοχή είναι τέτοιο ώστε να εκθέτει οποιονδήποτε άμαχο σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Περαιτέρω, δεν διαπιστώνονται ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις που να διαφοροποιούν τον Αιτητή από τον γενικό πληθυσμό της περιοχής ή να αυξάνουν τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του. Αντιθέτως, ο Αιτητής είναι ενήλικο και υγιές άτομο, με εκπαιδευτικό υπόβαθρο και οικογενειακό υποστηρικτικό περιβάλλον στη χώρα καταγωγής του.
Ενόψει των ανωτέρω, και λαμβανομένης υπόψη της αρχής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» που έχει αναπτύξει το ΔΕΕ (βλ. Elgafaji, ό.π., καθώς και CF, DN, ό.π.), κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Από τους προβληθέντες ισχυρισμούς, δεκτός έγινε μόνο ο ισχυρισμός σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία, το εν γένει προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να υπαχθεί στις πρόνοιες του Νόμου για την παραχώρηση καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω, σύμφωνα με την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής δεν μπόρεσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβος δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων με αποτέλεσμα να μη συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του του Περί Προσφύγων Νόμου Νόμος 6(Ι)/2000, ούτως ώστε να εκχωρηθεί προσφυγικό καθεστώς. Περαιτέρω, δεν συνέτρεχε κάποιος λόγος για να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό του Αιτητή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον δεν αποδείχθηκε να υφίσταται κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν και συγκεκριμένα στην πόλη Yaounde, τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της παρούσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή της. Ορθά η Διοίκηση, κατέληξε ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δε στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στον Αιτητή το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 3-3Δ του Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης, για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτός «δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2)».
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
[1] «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη σελ. 247 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Π.Δ. Δαγτόγλου, σελ. 552.
[2] European Asylum Support Office - EASO, 'Δικαστική ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου', 2018, σελ. 132 - 135
[3] Βλ. C‑148/13 έως C‑150/13, EU:C:2014:2406, σκέψεις 54 και 57
[5] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[6] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου.
[7] RULAC, 'Cameroon' (2021), https://www.rulac.org/browse/countries/cameroon (assessed on 01/08/2025)
[8]United States Department of State – USDOS, “2024 Country Reports on Human Rights Practices: Cameroon”, 12/08/2025, https://www.state.gov/reports/2024-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ (assessed on 27/02/2026)
[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, City: Centre Region, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 20/02/2026), https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 27/02/2026)
[10] City Population, Cameroon: Centre Region (Central Region), https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 27/02/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο