Α. D. I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1607/23, 31/3/2026
print
Τίτλος:
Α. D. I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1607/23, 31/3/2026
Α. D. I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1607/23, 31/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.1607/23

 

31 Μαρτίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Α. D. I.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κκ Ελίνα Μαχταβή ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητή

Κα Ε. Παραδεισιώτη, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.21/04/23, η οποία κοινοποιήθηκε στις 27/04/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος, «καθότι ο αιτητής δικαιούται να αναγνωρισθεί ως πολιτικός πρόσφυγας και/ή τουλάχιστον να του παραχωρηθεί η συμπληρωματική προστασία» (Αιτητικό Α). Η θεραπεία της ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατ’ ουσία επαναλαμβάνεται στο Αιτητικό Β.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Ιράν, εισήλθε για 1η φορά στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 22/04/04 και υπέβαλε τότε αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε ως σιωπηρά αποσυρθείσα στις 26/11/05, καθώς ο αιτητής αναχώρησε από τη Δημοκρατία στις 12/09/05 (ερ.19-23). Στις 25/11/08 υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία απορρίφθηκε στις 03/11/11, καθώς η απόφαση για κλείσιμο του φακέλου του αιτητή (στα πλαίσια της απόφασης της Υπηρεσίας ημ.26/11/05) κρίθηκε ορθή (ερ.29-33). Στις 23/11/21 ο αιτητής, αφότου εισήλθε και πάλι στη Δημοκρατία, υπέβαλε την επίδικη εδώ μεταγενέστερη αίτηση, η οποία κρίθηκε παραδεκτή και εξετάστηκε επί της ουσίας (39-46).

Στις 26/01/23 και 27/01/23 διεξάχθηκαν συνεντεύξεις με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.91-130). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 12/04/23 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.154-165).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 27/04/23 και του μεταφράστηκε στη μητρική του γλώσσα (ερ.166, 44).

Σημειώνεται ότι στην 1η αίτηση που υπέβαλε το 2004 ο αιτητής ανέφερε ότι διατηρούσε σχέσεις με μια κοπέλα και όταν ήταν φοιτητής έγραψε ένα άρθρο για την ελευθερία του λόγου, το οποίο διένεμε μεταξύ φίλων/φοιτητών, το οποίο του προκάλεσε προβλήματα, κρατήθηκε στις φυλακές για 3 μέρες και η οικογένεια της κοπέλας με την οποία είχε δεσμό έκανε καταγγελία εναντίον του αιτητή και αν επιστρέψει θα του επιβληθεί ποινή θανάτου δια λιθοβολισμού και, επιπροσθέτως, οι πανεπιστημιακές αρχές τον ψάχνουν, μέσω της αστυνομίας.

Στην επίδικη εδώ αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι έχει δύο προβλήματα, ως αναφέρει. Πρώτον, οι σχέσεις του με τον κ. Mohammad Nouri Zadeh, ο οποίος είναι πολιτικά ενεργός και ταυτόχρονα σκηνοθέτης και δεύτερον, λόγω των πολιτικών του δραστηριοτήτων, η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο και υπάρχει ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Ως ανέφερε, εργαζόταν για την κυβέρνηση του Ιράν για 2 έτη.

Η μεταγενέστερη αίτηση κρίθηκε παραδεκτή και εξετάστηκε επί της ουσίας.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που διενεργήθηκε ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε το 1979 και διέμενε αρκετά χρόνια στο Ghaem Shahr, της επαρχίας Mazandaran, για λίγο καιρό το 2005 διέμενε στην πόλη Mashad (όπου διαμένει σήμερα η σύζυγος του) και από τα τέλη 2015 μέχρι Μάρτιο 2021, διέμενε στην Τεχεράνη. Ο πατέρας του απεβίωσε, η μητέρα του διαμένει ακόμα στη γενέτειρα του αιτητή και (ο αιτητής) έχει 6 αδέλφια, με τα οποία διατηρεί επικοινωνία μια φορά τον μήνα, μέσω ενός φίλου του στη Λεμεσό, έχει πτυχίο Βιομηχανικής Μηχανικής (2013-2017), υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία το 1998-2000 ως στρατιώτης, αρχικά ήταν ελεύθερος επαγγελματίας, μετά μεταφραστής στο Υπουργείο Εξωτερικών από τον Μάιο του 2013 μέχρι τον Δεκέμβριο 2015 και από τότε μέχρι τον Μάρτιο του 2021 εντάχθηκε στο τμήμα ασφαλείας της κυβέρνησης «Tashkhis Maslahalat Nezam». Αποχώρησε παράνομα, οδικώς, από το Ιράν στις 18/07/21 και εισήλθε στη Δημοκρατία στις 28/07/21.

Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ο αιτητής ανέφερε ότι τον Μάιο του 2013 ένας φίλος του, του είπε ότι το Υπουργείο Εξωτερικών στη πόλη Mashhad χρειάζεται διερμηνέα και πως προκειμένου να τον προσλάβουν έπρεπε να έχει ποινικό μητρώο και ακολούθησε διαδικασία 2 εβδομάδων. Την περίοδο 2013-2015 ήρθε, ως ανέφερε, σε επαφή με πολλούς Υπουργούς και ανθρώπους με σημαντικούς ρόλους στην κυβέρνηση. Δήλωσε ότι γνώρισε τον κ. Mojtaba Aryan Manesh, ήταν ο επικεφαλής πρόνοιας και προόδου και του πρότεινε να πάει στην Τεχεράνη και να εργαστεί στο τμήμα "Tashkhis Maslahalat Nezam" - Συμβούλιο Διάκρισης Σκοπιμότητας. Όπως ισχυρίστηκε ήταν μια ομάδα και μια οργάνωση υπό την άμεση επίβλεψη του αρχηγού του κράτους και μέλη της ομάδας ήταν επικεφαλής άλλων Υπουργείων και οργανισμών. Δήλωσε ότι ήταν μια μυστική οργάνωση, ότι ο κόσμος γνώριζε το επίσημο μέρος της οργάνωσης, αλλά είχαν τις συγκεντρώσεις και τις αποφάσεις τους κρυφά στη περιοχή Jamaran, ήταν 20 μέλη, με επικεφαλή τον κ. Hejazi, επέβλεπαν και παρακολουθούσαν όλες τις οργανώσεις του κυβερνητικού συστήματος. Αποφάσιζαν ποιους θα προσλάβουν ή απολύσουν, ο ίδιος ανέπτυσσε τις ιδέες της ομάδας και αποφάσιζε τους τόπους όπου πραγματοποιούνταν συναντήσεις. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είχε προσωπικό οδηγό και του παραχώρησαν οικία.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε παραδείγματα από τις δραστηριότητες του εν λόγω συμβούλιο, όπως όταν ένας Υπουργός δεν ακολουθούσε τους κανόνες απολυόταν, ένα μέλος ήταν υπεύθυνος για την ανάλυση του ύψους των ζημιών στις ισλαμικές χώρες όπως η Συρία, η Υεμένη, έθεσαν ένα νέο σχέδιο εισαγωγής δολαρίου και ευρώ από το Πακιστάν ή τις γειτονικές χώρες προκειμένου να διατηρήσουν ισορροπημένη την τιμή του δολαρίου και του ευρώ στο εσωτερικό της χώρας. Υπεύθυνος των διαβουλεύσεων ήταν ο αιτητής. Ως περαιτέρω ανέφερε ο αιτητής, αν ένα μέλος θεωρούνταν επικίνδυνο για την οργάνωση, έκαναν ένα σχέδιο να τον σκοτώσουν και να τον εξαφανίσουν.

Όταν εργαζόταν ως διερμηνέας στο Υπουργείο Εξωτερικών, γνώρισε τον κ. Jabari, ο οποίος ήταν φίλος με τον Mohamad Noori Zad, διάσημος πολιτικός ακτιβιστής κατά του καθεστώτος. Είχαν κάποιες πολιτικές συναντήσεις στο σπίτι του κ. Jabari, όπου γνώρισε τον κ. Mohamad Noori Zad, έγιναν φίλοι και στη συνέχεια παρευρισκόταν στις πολιτικές συναντήσεις τους. Ο αιτητής δήλωσε ότι όταν σκότωσαν τον πρόεδρο Rafsanjani άρχισε να απεχθάνεται την οργάνωση του και μετά ολόκληρο το καθεστώς. Ήρθε πιο κοντά με τον κ. Mohamad Noori Zad και του αποκάλυπτε μερικές από τις μυστικές πληροφορίες από την οργάνωση, μέχρι που ο οδηγός του το αντιλήφθηκε και τον Απρίλιο 2021 ήρθε η υπηρεσία πληροφοριών εισήλθε στην οικία του στην Τεχεράνη και κατάσχεσαν όλα του τα έγγραφά, περιλαμβανομένου του διαβατηρίου και της ταυτότητάς του, κάρτες μέλους και δυο κάρτες sim. Δέχθηκε ένα τηλεφώνημα όπου του ανέφεραν ότι δεν έχει δικαίωμα να επιστρέψει στην οικία και στην εργασία του και έλαβε ηλεκτρονική κλήση ότι γίνονται έρευνες εναντίον του και για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 12/07/21, όπου τον κατηγόρησαν ότι έδινε μυστικές πληροφορίες στον Noori Zad και ότι είχε δραστηριότητες εναντίον του καθεστώτος και καταδικάστηκε στις 17/07/21 σε 12 χρόνια φυλάκιση και 2 χρόνια εξορία. Ο δικηγόρος του πρότεινε στον αιτητή να εγκαταλείψει τη χώρα και την επόμενη ημέρα αποχώρησε.

Για την οργάνωση "Tashkhis Maslahalat Nezam" ο αιτητής, ερωτώμενος σχετικά, δήλωσε ότι ιδρύθηκε πριν από πάνω από 30 χρόνια και βρισκόταν υπό την επίβλεψη του αρχηγού του κράτους, αφορούσε την προστασία του καθεστώτος και παρακολούθηση οργανισμών και πολιτών. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι επιλέχθηκε για αυτή τη θέση διότι μιλούσε καλά και είχε ιδέες και απόψεις για προβλήματα, αλλά και λόγω της σύνδεσης του με τον Mojtaba Aryan Manesh. Ανέφερε ότι εντάχθηκε στην ομάδα τον Ιανουάριο του 2016 και ότι τα καθήκοντα του ήταν ο συντονισμός των συναντήσεων των Υπουργών, ότι ήταν ένα απλό μέλος της οργάνωσης και δεν ελάμβανε αποφάσεις, κυρίως διάλεγε τόπους για τις μυστικές συναντήσεις. Ερωτηθείς για τα όσα ανέφερε περί του ότι, όταν ένα μέλος ήταν επικίνδυνο, έκαναν ένα σχέδιο για να τον σκοτώσουν και να τον εξαφανίσουν δήλωσε ότι δεν ήταν μέρος των αποφάσεων, απλώς ήταν παρών. Ανέφερε ότι δεν ένοιωθε καλά όταν αποφάσιζαν τον θάνατο ενός ατόμου, διότι η οργάνωση ήταν επικίνδυνη ομάδα όπως η μαφία και δεν του άρεσαν οι αποφάσεις τους. Δήλωσε ότι παρέμεινε στη οργάνωση για 6 έτη, παρότι συμπεριφέρονταν σαν μαφία, λόγω της καλής ζωής που του πρόσφεραν, τον καλό μισθό, την οικία και του ότι, ως ανέφερε, ήταν καλή θέση. Ισχυρίστηκε ότι υπήρχε δυνατότητα να παραιτηθείς αλλά ο ίδιος δεν ήθελε.

Ερωτηθείς τι πληροφορίες αποκάλυπτε στον Mohamad Noori Zad ο αιτητής ανέφερε ότι του μετέφερε τις αποφάσεις που ελάμβανε η οργάνωση και σχετικά με τις συναντήσεις που είχαν, προσθέτοντας ότι δεν έδινε πληροφορίες σαν κατάσκοπος αλλά σε συνομιλίες τους, του αποκάλυπτε «κάποιες πληροφορίες». Ως ανέφερε, ο Mohamad Noori Zad αποκάλυπτε αυτές τις πληροφορίες σε όλους, φίλους, στον τύπο αλλά δεν αποκάλυπτε την πηγή τους. Επιπλέον, ανέφερε ότι ο Mohamad Noori Zad τώρα έχει αποφυλακιστεί και διαμένει στη Τεχεράνη με τη σύζυγο του, ο ίδιος δεν έχει επικοινωνία μαζί του και ότι η πρώτη φορά που τον συνάντησε ήταν περί το έτος 2015.

Ερωτηθείς για τη διαδικασία στο Δικαστήριο και την καταδίκη του ο αιτητής δήλωσε ότι η απόφαση εφεσιβλήθηκε από τον δικηγόρο του και δεν υπάρχει ακόμη αποτέλεσμα στην έφεση. Σχετικά με το τι έγινε ο αιτητής δήλωσε ότι εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 12/07/21, όπου του εξηγήθηκαν οι κατηγορίες, και στις 17/07/21, όταν αποφασίστηκε η καταδίκη του, ο ίδιος δεν ήταν παρών. Στο έγγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου αναγράφεται ότι καταδικάστηκε και για συμμετοχή σε διαδήλωση. Καλούμενος ο αιτητής να εξηγήσει την αναφορά αυτή, απάντησε ότι αυτό είναι ψέμα του Δικαστηρίου και δεν συμμετείχε σε καμία διαμαρτυρία.

Καλούμενος να περιγράψει το περιστατικό με την έρευνα της υπηρεσίας πληροφοριών στην οικία του ο αιτητής ανέφερε ότι έγινε στις 31/03/21, είχε άδεια εκείνη την ημερά και όταν επέστρεψε από την υπεραγορά, παρότι το διαμέρισμα ήταν κλειδωμένο αντιλήφθηκε ότι η πόρτα της ντουλάπας ήταν σπασμένη και η τσάντα με τα έγγραφα απουσίαζε. Δεν κατάγγειλε το περιστατικό στις αρχές γιατί γνωρίζει ποιοι ήταν. Δεν είχαν ένταλμα έρευνας και δήλωσε ότι άτομα από την μυστική ομάδα που εργαζόταν ζήτησαν από την υπηρεσία πληροφοριών να ψάξουν την οικία του για αποδείξεις.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του στην 1η αίτηση (2004) για το άρθρο που έγραψε για την ελευθερία  λόγου στο Ιράν δήλωσε ότι δεν ήταν πολιτικά ενεργό άτομο εκείνη την περίοδο και ότι δεν δημοσιεύτηκε και ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε. Σχετικά με τα όσα είχε καταγράψει το 2004 περί διατήρησης σεξουαλικής σχέσης με μια κοπέλα ανέφερε ότι η οικογένεια της κοπέλας υπέβαλε καταγγελία εναντίον του, αλλά εν τέλει η οικογένεια του έδωσε ένα χρηματικό ποσό για αποζημίωση και δώρα. Επιπλέον δήλωσε ότι υπερέβαλε με τους ισχυρισμούς του στην 1η αίτηση (2004) για να έχει, ως εξήγησε, περισσότερους λόγους να υποβάλει και ακολούθως πρόσθεσε ότι ο λόγος που αποχώρησε από τη χώρα του το 2004 ήταν δυο φίλοι του.

Ερωτηθείς πως κατάφερε να εργοδοτηθεί στη κυβέρνηση ενώ το 2005 είχε προβλήματα με το καθεστώς, απάντησε ότι η υποβολή καταγγελίας στην αστυνομία δεν καταχωρείται στο ποινικό μητρώο, καθώς αυτό δημιουργείται μόνο εάν η καταγγελία προχωρήσει στο Δικαστήριο. Ερωτηθείς τι θα συμβεί σε περίπτωση επιστροφής, δήλωσε ότι θα συλληφθεί και δεν μπορεί να επιστρέψει μέχρι να αλλάξει το καθεστώς. Ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να διαμείνει σε άλλη περιοχή διότι εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης του παντού στο Ιράν.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν για το Συμβούλιο Διακρίσεων Σκοπιμότητας του Συστήματος,  στο Ιράν 

3.    Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι κατηγορήθηκε ότι αποκάλυψε πληροφορίες που έλαβε από τη μυστική οργάνωση που εργαζόταν, με ένα τρίτο πρόσωπο, και εκδόθηκε εναντίον του ποινή φυλάκισης 12 ετών

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο ουσιώδη ισχυρισμό απέρριψαν όμως τον 2ο και 3ο ουσιώδεις ισχυρισμούς, καθώς κρίθηκε ότι στερούνται συνοχής και αξιοπιστίας.

Αναφορικά με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του υπήρξαν ασαφείς, χωρίς λεπτομέρειες και εν μέρει αντιφατικές. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν μπορούσε να παρέχει μια συνεκτική εξήγηση σχετικά με το γιατί επιλέχθηκε να αναλάβει μια τόσο κρίσιμη και σημαντική θέση εργασίας, δεδομένου ότι όταν ερωτήθηκε για τη διαδικασία που ακολούθησε για να ενταχθεί σε αυτόν τον οργανισμό, απάντησε αόριστα ότι ήταν μέσω της γνωριμίας του με τον Manesh, ότι τους άρεσαν οι ιδέες και οι απόψεις του και πως όταν βλέπουν ότι κάποιος είναι χρήσιμος τον προσλαμβάνουν, χωρίς όμως να αναφερθεί σε συγκεκριμένη εκπαίδευση και διαδικασία, παρά μόνο σε υποβολή του ποινικού του μητρώου, τα οποία κρίθηκαν ως μη ευλογοφανείς ισχυρισμοί. Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία του συγκεκριμένου οργανισμού και την περιγραφή των καθηκόντων τους ως μέλη, η επιλογή του αιτητή στη συγκεκριμένη θέση εργασίας και για τους λόγους που ανέφερε κρίθηκε – ομοίως – ότι στερείται συνοχής και ευλογοφάνειας, δεδομένου και του υπόλοιπου ιστορικού του αιτητή. Επί τούτου συνυπολογίστηκε το ότι ο αιτητής είχε αποχωρήσει από το Ιράν το 2004 και ζήτησε άσυλο, αναφέροντας ως λόγο τη σχέση του με μια κοπέλα και ένα άρθρο που έγραψε σχετικά με την ελευθερία του λόγου, το οποίο διανεμήθηκε στους συμφοιτητές του, επέστρεψε στο Ιράν το 2005, το 2008 υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή, όπου και διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής επέστρεψε στη Δημοκρατία με άγνωστο τρόπο μετά από τρία χρόνια και δήλωσε αλλαγή διεύθυνσης στις 26/11/08 και 21/04/09. Με δεδομένο το ιστορικό του αιτητή - ως κρίθηκε - θα ήταν αναμενόμενο ότι η υπηρεσία πληροφοριών θα είχε ερευνήσει προηγούμενες δραστηριότητες κάποιου που σκόπευε να προσλάβει σε μια τόσο σημαντική θέση. Όταν ζητήθηκε από τον αιτητή να τοποθετηθεί επί τούτου αυτός ανέφερε ότι το 2004 που ήρθε στην Κύπρο «υπερέβαλε» στην αίτηση του, καθώς – ως ανέφερε - δεν ήθελε να μεταναστεύσει εκείνη την εποχή, απλά ήθελε να ακολουθήσει δύο φίλους του.

Επιπροσθέτως των ως άνω αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι δεν ήταν σε θέση να δηλώσει με ακρίβεια και συνέπεια τον ρόλο και τα καθήκοντά του, αφού, ενώ αρχικά αναφέρθηκε σε «μεγάλης σημασίας καθήκοντα», υποστηρίζοντας ότι υπήρξε μέλος μιας 20μελούς ομάδας, η οποία παρενέβαινε και παρακολουθούσε όλες τις οργανώσεις της κυβέρνησης, αποφάσιζαν για προσλήψεις και απολύσεις, ανέπτυσσε ιδέες της ομάδας και αποφάσιζε για το τοποθεσίες των συναντήσεών τους, όμως στη συνέχεια, άλλαξε τις δηλώσεις του, αναφέροντας ότι δεν έπαιρνε αποφάσεις, ήταν απλώς ένας υπάλληλος που αποφάσιζε κυρίως για τις τοποθεσίες των συναντήσεων, δηλώσεις που είναι αντιφατικές. Ανέφερε ότι η οργάνωση του πρότεινε να εργαστεί ως κατάσκοπος, στη συνάντηση του Ισραήλ  για την ύπαρξη πρεσβείας στο Άμπου Ντάμπι και επίσης για σχεδιασμό τρομοκρατικών επιθέσεων, παρόλο που δεν συμμετείχε σε αυτές τις συναντήσεις.

Ασυνεπείς κρίθηκαν και οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με τις χρονικές περιόδους, αφού ενώ δήλωσε ότι εργαζόταν στη συγκεκριμένη δουλειά από τον Δεκέμβριο του 2015 μέχρι τον Μάρτιο του 2021 και είχε την έδρα του στην Τεχεράνη, είχε αναφέρει πριν, στα πλαίσια της συνέντευξης, ότι σπούδασε σε πανεπιστήμιο στην περιοχή Khorasan από το 2013 έως τον Αύγουστο του 2017, τα οποία εμφανίζουν αντιφάσεις.

Κατά τον έλεγχο της εξωτερικής αξιοπιστίας αξιολογήθηκαν οι φωτογραφίες που υπέβαλε ο αιτητής προς υποστήριξη του ισχυρισμού του, οι οποίες κρίθηκαν μη επαρκείς, αλλά και ότι δεν αποδεικνύουν τις δηλώσεις του. Αναφορικά με το αντίγραφο του πτυχίου που προσκόμισε εντοπίστηκε ότι οι ημερομηνίες των σπουδών του έχουν διαγραφεί με το χέρι, ενώ τα άρθρα που εντοπίζονται σε ορισμένες φωτογραφίες, δεδομένου ότι ο αιτητής, όταν ρωτήθηκε σχετικά, δήλωσε ότι τα προσκόμισε μόνο για τη φωτογραφία, θεωρήθηκαν άσχετα και δεν αξιολογήθηκαν περαιτέρω. Σημειώθηκε σχετικώς ότι τα ερ.63-68 είναι φωτογραφίες ενός προσώπου, το οποίο ο αιτητής ονομάτισε ως Shahram Mokhtari, που – ως περαιτέρω ανέφερε – ανήκει στους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC), μόνος του και μια μαζί με τον αιτητή, όμως κρίθηκε ότι άνευ ετέρου οι φωτογραφίες δεν μπορούν να τεκμηριώσουν τα λεγόμενα του. Ομοίως, τα ερ.69-70 κρίθηκε ότι δεν προσθέτουν τίποτε στα λεγόμενα του αιτητή (δύο φωτογραφίες με τον κατ’ ισχυρισμό οδηγό του), όπως και τα ερ.71-72, στα οποία  απεικονίζεται ο αιτητής να φωτογραφίζεται εκτός και εντός ενός κτιρίου, το οποίο δεν διευκρινίζεται). Το ερ.73 πρόκειται για φωτογραφία πολιτικών, για την οποία καμία σύνδεση με τον αιτητή προκύπτει, το ίδιο και τα ερ.74-75, και συνεπώς δεν μπορούν να θεωρηθούν σχετικά με το αφήγημα του αιτητή, ως κρίθηκε.

Αναφορικά με τον συγκεκριμένο οργανισμό, κατόπιν έρευνας σε διαθέσιμες πληροφορίες, εντοπίστηκε ότι το Συμβούλιο Διάκρισης Σκοπιμότητας είναι ένα οιονεί νομοθετικό όργανο του καθεστώτος, υπεύθυνο για τη διευθέτηση διαφωνιών μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Φρουρών, τα οποία έρχονται σε αντίθεση με τις δηλώσεις του αιτητή σχετικά με τα μέλη, τις διαδικασίες ένταξης στο Συμβούλιο, τα οποία, σε συνδυασμό με την τρωθείσα εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή, οδήγησαν στην απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού ως αναξιόπιστου.

Αναφορικά με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν συνεπής και οι δηλώσεις του βρέθηκαν σε ορισμένα σημεία αντιφατικές και στερούμενες λεπτομερειών, αφού δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες για τον λόγο που, ως ανέφερε μισούσε ξαφνικά την οργάνωση, αφότου εργάστηκε σ’ αυτή για έξι έτη. Επί τούτου κρίθηκε περαιτέρω ότι η αναφορά του στη δολοφονία του προέδρου δεν θεωρείται επαρκής για να δικαιολογήσει την αλλαγή του, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι όλα τα χρόνια συμμετείχε στην οργάνωση, λειτουργούσε – ως ο ίδιος το περιέγραψε - σαν μαφία με επικίνδυνες δραστηριότητες και έπαιρναν αποφάσεις για την εξάλειψη μελών, που θεωρούνταν επικίνδυνα για την οργάνωση, το οποίο – ως κρίθηκε – δεν συνάδει με επόμενη δήλωση του αιτητή ότι θα συνέχιζε να εργάζεται, παρόλο που ήταν εναντίον τους, ενώ αργότερα δήλωσε ότι δεν ήξερε από την αρχή ότι η οργάνωση ελάμβανε τέτοιες αποφάσεις.

Ερωτηθείς αιτητής για τον λόγο που αποκάλυψε μυστικές πληροφορίες, αφού γνώριζε ότι ήταν ευαίσθητες πληροφορίες, ανέφερε ότι οφείλεται στο θάνατο του προέδρου, ότι το καθεστώς και η οργάνωση δεν λυπούνται κανένα, ούτε καν τους δικούς τους ανθρώπους και ότι είναι επικίνδυνοι. Η απάντηση του δεν θεωρήθηκε λογική, για κάποιο που γνωρίζει τις συνέπειες και προχωρεί σε τέτοια πράξη. Περαιτέρω αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί δεν γνώριζε το αποτέλεσμα της έφεσης του, δεδομένου ότι υπάρχει προσβάσιμο ηλεκτρονικό σύστημα.

Αντιφατικές κρίθηκαν και οι δηλώσεις του αιτητή στη συνέντευξη με τα όσα κατέγραψε στην (επίδικη) αίτηση του. Συγκεκριμένα, στην αίτησή του δήλωσε ότι εργάστηκε για την κυβέρνηση για 2 έτη, ενώ κατά τη συνέντευξη ανέφερε ότι εργάστηκε περί τα 7 έτη, και όταν ερωτήθηκε απάντησε ότι ίσως ήταν λάθος, επειδή η ατμόσφαιρα στην Υπηρεσία Ασύλου ήταν πιεστική, απόκριση που κρίθηκε μη επαρκής. Σημειώθηκε περαιτέρω ότι εφόσον απορρίφθηκε ήδη, στα πλαίσια της εξέτασης του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, ο ισχυρισμός του για εργασία στο Συμβούλιο Διακρίσεων Σκοπιμότητας, ο 3ος ισχυρισμός θεωρείται ασυνεπής και λόγω της άμεσης σχέσης των δύο ισχυρισμών και εφόσον, σύμφωνα με τις δηλώσεις του αιτητή, η ποινική απόφαση εκδόθηκε λόγω του ότι αυτός – ως ανέφερε - αποκάλυπτε πληροφορίες που έλαβε από την εργασία του στην οργάνωση.

Κατά τον έλεγχο της εξωτερικής συνοχής αξιολογήθηκαν τα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής, ήτοι αντίγραφα φερόμενης απόφασης Δικαστηρίου (με μετάφραση), φερόμενο αντίγραφο κοινοποίησης της απόφασης και της ηλεκτρονικής κοινοποίησης της και φωτογραφίες με τον Mohammad Nourizadeh. Καταγράφηκε ότι ο αιτητής προσκόμισε σχετικά με αυτή την πτυχή των ισχυρισμών του τα ερ.76-89. Σχετικά με τα έγγραφα Δικαστηρίου σημειώθηκε ότι δεν είναι αντίγραφα πρωτότυπων εγγράφων και δεν φέρουν υπογραφές, όμως σε όλα τα έγγραφα αναφέρεται η εκδίδουσα αρχή, αριθμός της υπόθεσης, ονόματα, ημερομηνίες και τόποι και φέρουν επίσημη σφραγίδα. Σχετικά με το περιεχόμενο της απόφασης, παρόλο που κρίνεται σχετική, είναι αντιφατικό με τις δηλώσεις του αιτητή, αφού, ως εντοπίστηκε, στην απόφαση γίνεται αναφορά σε κατηγορίες για συμμετοχή του σε αντικυβερνητικές οργανώσεις, ότι είναι ένοχος για δραστηριότητες προπαγάνδας και διαδηλώσεις εναντίον του καθεστώτος, το οποίο δεν συνάδει με τις δηλώσεις του. Όταν ερωτήθηκε για την αντίφαση μεταξύ των εγγράφων και των δηλώσεων του δήλωσε ότι υπερέβαλαν ή ίσως εννοούσαν τις συναντήσεις του με τον Mohammad Nourizadeh, κάτι που δεν θεωρείται λογικό για μια δικαστική απόφαση. Συνεπεία των ως άνω ελλείψεων και αντιφάσεων των εγγράφων που προσκομίστηκαν αλλά και της διαβρωθείσας εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή ο 3ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι ότι του προφίλ του αιτητή, κατόπιν ανασκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στην Τεχεράνη, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής.

Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Στην προσφυγή καταγράφονται αρκετά νομικά σημεία, ορισμένα εκ των οποίων τελικώς αναπτύσσονται στην αγόρευση που ακολούθησε.

Στα πλαίσια λοιπόν της γραπτής της αγόρευσης, η συνήγορος του αιτητή, παραθέτοντας το νομικό πλαίσιο αλλά και πλήθος νομολογίας και κάνοντας αναφορές στα όσα ανέφερε ο αιτητής στα πλαίσια της επίδικης συνέντευξης, αναφέρει ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής δεν έτυχαν δέουσας και εξατομικευμένης εξέτασης και λανθασμένα αυτά απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστα. Περαιτέρω, ως αναφέρει, η επίδικη απόφαση δεν αιτιολογείται και είναι λανθασμένη επί της ουσίας, αφού τα λεγόμενα του αιτητή ήταν πλήρη και συνεκτικά και εξ αυτών καταδεικνύεται, ως προκύπτει και από διαθέσιμες πληροφορίες στις οποίες παραπέμπει (σελ.9 και 11 της αγόρευσης), ότι ο αιτητής υφίσταται κίνδυνο δίωξης, με δεδομένο ότι έχει ήδη καταδικαστεί για διαρροή πληροφοριών και δια τούτο θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για παροχή διεθνούς προστασίας.

Οι καθ' ων η αίτηση, κάνοντας πολλές αναφορές στα λεγόμενα του αιτητή, τα στοιχεία που αυτός προσκόμισε και τα επ’ αυτού ευρήματα τους, ως καταγράφονται στην επίδικη έκθεση,  υπεραμύνονται της ορθότητας των ευρημάτων και της κατάληξης τους και αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, προϊόν δέουσας έρευνας όλων των ισχυρισμών του αιτητή, επαρκώς αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη έχει παρεισφρήσει κατά τη λήψη αυτής, η δε διαδικασία που έχει ακολουθηθεί κατά την εξέταση της δεν παρουσιάζει καμία πλημμέλεια.

Δεδομένου ότι άπαντες οι ισχυρισμοί του αιτητή συμπλέκονται και με την ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ λοιπών με εξέταση αυτών, εξ υπαρχής, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Εν προκειμένω, ενόψει και κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών και νομολογίας, είναι κατάληξη μου ότι συμφωνώ με τα συμπεράσματα και ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου και 3ου ουσιώδους ισχυρισμού στην ολότητα τους, όπως αυτά καταγράφονται ενδελεχώς στην επίδικη έκθεση και παρατίθενται και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εδώ, πέραν του να σημειώσω και τα εξής σημαντικά.

Ο αιτητής, μέσα από ένα κατά τ’ άλλα πλούσιο σε αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα και σώματα του καθεστώτος του Ιράν και ισχυρισμούς αφήγημα, δεν ήταν σε θέση τελικά να παραθέσει το παραμικρό βιωματικό στοιχείο ή εύλογα απαιτούμενη λεπτομέρεια για την δική του εμπλοκή στο αφήγημα, τόσο αναφορικά με το σώμα στο οποίο κατ’ ισχυρισμό εργάστηκε, πως κατέληξε να εργάζεται εκεί, με από ποια διαδικασία, με ποια προσόντα, πως ήταν η καθημερινότητα του κατά τα 6 έτη που εργαζόταν εκεί, όσο και αναφορικά με το πως ενεπλάκη ο ίδιος με τον Mohammad Nourizadeh, ποιες πληροφορίες του έδιδε και γιατί, τι ακριβώς έγινε μετά που αποκαλύφθηκε η κατ’ ισχυρισμό δράση του ιδίου, αλλά και πως κατάφερε να φύγει από το Ιράν ενώ είχε κατ’ ισχυρισμό καταδικαστεί. Επί όλων των ως άνω οι δηλώσεις του αιτητή αλλά και οι αποκρίσεις του παρέμειναν γενικές και στερούνταν εύλογα αναμενόμενα βιωματικά στοιχεία. Το αφήγημα του είναι πλούσιο σε ισχυρισμούς, όμως κανείς εξ αυτών δεν ενέχει εκείνες τις βιωματικές λεπτομέρειες, τα όσα αποτυπώθηκαν σε προσωπικό επίπεδο στην μνήμη του. Αυτό θα μπορούσε να είναι κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό που βίωσε στην καθημερινότητα του στην υπηρεσία του εν λόγω σώματος, στην προσωπική του ζωή, τι έκανε η σύζυγος του όταν έγιναν όλα αυτά, γιατί έφυγε χωρίς αυτήν. Προσθέτω στα ως άνω ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τι απέγινε η κατ’ ισχυρισμό έφεση που αυτός υπέβαλε κατά της καταδικαστικής απόφασης, λέγοντας ότι θα μιλούσε με τον δικηγόρο του στο Ιράν. Δεν επανήλθε τελικά επί τούτου, παρότι η καταδίκη του έχει σημαίνοντα ρόλο στο αφήγημα του. Επί τούτου δε δεν θα μπορούσε να παραγνωριστεί, ως και οι καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν, ότι τα όσα αναφέρονται επί της απόφασης που προσκόμισε (ερ.80-81), τα αδικήματα για τα οποία, σύμφωνα με το κείμενο της φερόμενης απόφασης, καταδικάστηκε διαφέρουν από τα όσα ο ίδιος ανέφερε σχετικώς και ερωτώμενος επί τούτου δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει. Επί του ζητήματος της γενικότητας των δηλώσεων του αιτητή παραπέμπω και στο σημείο που ερωτάται ποιες πληροφορίες απεκάλυπτε στον Mohammad Nourizadeh, όπου ουδέν συγκεκριμένο ήταν σε θέση να αναφέρει, παρότι ερωτήθηκε επισταμένα (ερ.91).

Ειδικώς επί των εγγράφων που προσκόμισε ο αιτητής σημειώνω τα εξής.

Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Επανερχόμενος στα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής παρατηρώ ότι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση – εν μέρει - σημειώνουν στην επίδικη έκθεση, τα ερ.63-78, δεδομένου ότι σ’ αυτά είναι φωτογραφίες το αιτητή με τον Mohammad Nourizadeh και ένα πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί, το οποίο κατ’ ισχυρισμό ανήκει στο σώμα IRGC, και λαμβανομένου υπόψη του ότι, σύμφωνα με τις ως άνω κατευθυντήριες γραμμές, η αξιοπιστία των εγγράφων και η βαρύτητα που θα δοθεί σ αυτά αξιολογείται υπό το φως του συνόλου των στοιχείων, περιλαμβανομένης της εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών στους οποίους αυτά αφορούν, δεν θεωρώ ότι εν προκειμένω, δεδομένης της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή, δεν θα μπορούσε εκ του ότι προσκομίστηκαν φωτογραφίες του αιτητή με τον Mohammad Nourizadeh, ο οποίος είναι άλλωστε δημόσιο πρόσωπο, αλλά και τον κατ’ ισχυρισμό αξιωματούχο του σώματος των Φρουρών της επανάστασης (IRGC), η ταυτότητα του οποίου δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί, να οδηγήσει σε αποδοχή κατά τ’ άλλα στερούμενων εσωτερικής συνοχής ισχυρισμών. Ομοίως, παρότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί η γνησιότητα των ερ.79-90, που αφορούν την κατ’ ισχυρισμό καταδικαστική απόφαση εναντίον του αιτητή, δεν μπορεί να παραγνωριστούν οι ελλείψεις που παρατηρούνται στα τυπικά γνωρίσματα των εγγράφων (έλλειψη υπογραφών) και στο κείμενο της απόφασης, ήτοι του γιατί δεν γίνεται αναφορά στα όσα ο αιτητής ανέφερε περί διαρροής πληροφοριών προς Mohammad Nourizadeh, επί του οποίου – παρότι, ως και πιο πάνω αναφέρω, ο αιτητής ρωτήθηκε – ουδέν τελικά ήταν σε θέση να εξηγήσει και ούτε επανήλθε επί του κατά πόσο εκδόθηκε απόφαση επί της εφέσεως που, ως ανέφερε, άσκησε κατά της απόφασης αυτής.

Λεχθέντων των ως άνω σημειώνω τα εξής σχετικά με την εξωτερική συνοχή του 2ου και 3ου ουσιώδους ισχυρισμού, επιπροσθέτως των όσων εντοπίστηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση και καταγράφονται στην επίδικη έκθεση.

Σχετικά με το συμβούλιο Tashkhis Maslahalat Nezam εντοπίζω τα εξής.

Το Συμβούλιο για την Προστασία του Συμφέροντος του Καθεστώτος (MajmaTaškhīs Maṣlaḥat Nezām) ιδρύθηκε το 1988 με διάταγμα του Αγιατολάχ Χομεϊνί, τότε Ανώτατου Ηγέτη. Όταν η συνταγματική μεταρρύθμιση έγινε το 1989, το Συμβούλιο ενσωματώθηκε στο σύνταγμα. Έχει δύο λειτουργίες: πρώτον, λειτουργεί ως συμβουλευτικό σώμα ειδικών που παρέχει καθοδήγηση στον Ανώτατο Ηγέτη σε όλους τους τομείς πολιτικής· δεύτερον, μπορεί να λειτουργήσει ως νομοθετικό σώμα με τον εξής τρόπο: αφού το Συμβούλιο των Φρουρών (Guardian Council) — το οποίο ελέγχει τις νομοθετικές πράξεις ως προς τη συνταγματικότητά τους και τη συμβατότητά τους με το Ισλαμικό Δίκαιο σύμφωνα με το Άρθρο 4— έχει ασκήσει βέτο σε ένα νομοσχέδιο, το Κοινοβούλιο (Majles) μπορεί με πλειοψηφία 2/3 να στείλει το νομοσχέδιο στο Συμβούλιο Προστασίας του Συμφέροντος. Το Συμβούλιο μπορεί τότε να αποφασίσει να περάσει το νόμο στην έκδοση όπως προωθήθηκε από το Majles, ή με τις τροποποιήσεις που ζητήθηκαν από το Συμβούλιο των Φρουρών, ή σε άλλη εκδοχή.[1]

Από έρευνα που πραγματοποιήθηκε δεν ανευρέθηκαν επίσημες πληροφορίες σχετικά με τα μέλη του συμβουλίου για το επίμαχο διάστημα. Εντούτοις, στοιχειά των μελών προκύπτουν από ανεπίσημη πηγή πληροφόρησης, στην οποία δεν αναγράφεται το όνομα του αιτητή.[2]

Σχετικά με τον Mohammad Nourizadeh, στον οποίο, ως ισχυρίστηκε ο αιτητής, διέρρεε ο ίδιος πληροφορίες, διαθέσιμες πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για σκηνοθέτη και δημοσιογράφο με ακτιβιστική δράση ο οποίος έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για τη δράση του αυτή, μεταξύ άλλων, με ποινές φυλάκισης, με τελευταία τον Αύγουστο 2020, τις οποίες και εξέτισε. Δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν άλλες πληροφορίες για τη δράση του στο πρόσφατο παρελθόν ή και παρόν.[3]

Σχετικά με τα άλλα πρόσωπα στα οποία αναφέρθηκε ο αιτητής επιβεβαιώνεται ότι ο Ali Larijani, επιβεβαιώνεται από διαθέσιμες πληροφορίες ότι αυτός ήταν, μέχρι τον θάνατο του στις 17/03/26, ο πρόεδρος του Συμβουλίου στο οποίο κατ’ ισχυρισμό μετείχε ο αιτητής και πρόκειται για πρόσωπο με μεγάλη καριέρα στο καθεστώς και έντονη πολιτική επιρροή, που υπηρέτησε σε σημαίνουσες θέσεις του καθεστώτος.[4]

Σχετικά με τις δικαστικές διαδικασίες στο Ιράν και την πρόσβαση σε αποφάσεις μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος που υπάρχει εντοπίζω τα εξής.

Κοινή έκθεση των φορέων Landinfo, Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (CGRS) και State Secretariat for Migration σχετικά με την ποινική διαδικασία και έγγραφα στο Ιράν, αναφέρει ότι οι διαδικασίες κλήτευσης κατηγορουμένων ή μαρτύρων διαφέρουν ανάλογα με την εκδιδούσα Αρχή και τον τύπο της κλήτευσης. Τα τελευταία χρόνια, η δικαστική εξουσία έχει αρχίσει να αντικαθιστά τις έντυπες κλητεύσεις με ηλεκτρονικές. Ενώ οι πρώτες επιδίδονται από τους γραμματείς των δικαστηρίων, οι ηλεκτρονικές αποστέλλονται μέσω ηλεκτρονικού συστήματος βάσης δεδομένων Adliran και οι ενδιαφερόμενοι έχουν συνήθως πρόσβαση σε τέτοιες κλητεύσεις ακόμη και σε μεταγενέστερο χρόνο, είτε μέσω του προσωπικού τους προφίλ στην πλατφόρμα Adliran.[5]

Σύμφωνα με τον Αναπληρωτή Επικεφαλής του Τμήματος Στατιστικής και Τεχνολογίας της Ιρανικής Δικαστικής Αρχής, η χρήση του ηλεκτρονικού συστήματος "Adliran", εντός του οποίου εντοπίζεται και το σύστημα “SANA” έχει εισαχθεί σταδιακά από τις 31 Οκτωβρίου 2016. Οι πολίτες μπορούσαν να την επισκεφθούν μέσω διαφόρων ιστοσελίδων. Από το εξωτερικό οι ιστότοποι αυτοί είναι προσβάσιμοι μόνο μέσω σύνδεσης VPN (Virtual Private Network) με ιρανική διεύθυνση IP.[6]

Σε έκθεση του DIS αναφέρονται τα εξής σχετικά με αποφάσεις των δικαστηρίων και την κοινοποίηση τους στους ενδιαφερόμενους.

«Οι αποφάσεις επιδίδονται εγγράφως. Το εμπλεκόμενο άτομο και ο δικηγόρος του/της θα λάβουν την απόφαση. Ένας ανώνυμος αναλυτής εξήγησε ότι τα άτομα που δικαιούνται να λάβουν απόφαση περιλαμβάνουν τους διαδίκους, τους ενάγοντες, τους εναγόμενους και τους δικηγόρους. Ο Διευθυντής του Δικαστικού Σώματος για Διεθνείς Υποθέσεις ανέφερε ότι εάν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο βρίσκεται στο εξωτερικό κατά την έκδοση της απόφασης, ο δικαστικός επιμελητής θα την κοινοποιήσει στην οικογένειά του.

Τα μέλη της οικογένειας μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να λάβουν αντίγραφο της απόφασης. Εάν ένα άτομο ζει με τους γονείς του, ένας γονέας μπορεί να είναι σε θέση να λάβει ένα αντίγραφο για λογαριασμό του ατόμου ισχυριζόμενος ότι η παράδοση απέτυχε, σημείωσε μια πηγή. Ένα μέλος της οικογένειας δεν μπορεί στη συνέχεια να πάει στο δικαστήριο και να ανακτήσει την απόφαση ή ένα αντίγραφό της. Ωστόσο, εάν η απόφαση χαθεί, ο γραμματέας του δικαστηρίου μπορεί να εκδώσει μη επικυρωμένο αντίγραφο χωρίς σφραγίδα (δηλαδή σφραγίδα). Αυτό το αντίγραφο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επίσημη τεκμηρίωση της απόφασης. Συνήθως, είναι δύσκολο να εκδοθεί ένα δεύτερο αντίγραφο, εξήγησε μια πηγή.»

Εκ των ως άνω δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ορισμένα από τα πρόσωπα στα οποία κάνει αναφορές ο αιτητής, περιλαμβανομένου του προσώπου στο οποίο αποκάλυψε, ως ισχυρίζεται πληροφορίες, που ήταν και η γενεσιουργός αιτία όσων ακολούθησαν, αλλά και του Ali Larijani είναι υπαρκτά πρόσωπα, τα οποία είχαν όντως τη δράση την οποία τους αποδίδει ο αιτητής στο αφήγημα του, τα οποία συνάδουν, ως γενικές πληροφορίες, με τα όσα γενικά επί τούτου ανέφερε. Παράλληλα, το συμβούλιο στο οποίο μετείχε ο ίδιος δεν φαίνεται να έχει τον ρόλο που αυτός του αποδίδει και οι αποφάσεις δικαστηρίων είναι προσβάσιμες ηλεκτρονικά στους πολίτες ή τους δικηγόρους τους, αντίγραφο δε των αποφάσεων επιδίδεται συνήθως στην οικογένεια του, αν ο ίδιος έχει φύγει από τη χώρα, τα οποία δεν συνάδουν με τα λεγόμενα του σχετικώς, τόσο αναφορικά με τη δράση του Συμβουλίου όσο και τον ισχυρισμό ότι δεν γνωρίζει για το αποτέλεσμα της έφεσης που άσκησε κατά της καταδικαστικής απόφασης, εκ του οποίου συνάγεται ότι θα μπορούσε να αναζητήσει και να επανέλθει στα πλαίσια της παρούσης επί του ζητήματος αυτού.

Σε κάθε δε περίπτωση, η συμφωνία όσων αναφέρει ο αιτητής με διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν αρκεί από μόνη της για αποδοχή ενός αφηγήματος, τη στιγμή που τούτο, για τους λόγους που ανωτέρω λεπτομερώς εξηγούνται, στερείται εσωτερικής συνοχής, ενόψει και της συνολικής θεώρησης και αποτίμησης των δεικτών αξιοπιστίας, ως και στο ανωτέρω απόσπασμα από το εγχειρίδιο του EASO αναφέρεται. Τούτο γιατί η αποδοχή ισχυρισμών για τούτο και μόνο τον λόγο, ήτοι του ότι αυτοί συνάδουν ως γενικές πληροφορίες με διαθέσιμες ΠΧΚ, οι οποίοι κατά τ’ άλλα στερούνται εσωτερικής συνοχής και θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή τους, ενάντια συχνά σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση του αφηγήματος ενός αιτητή. Σημειώνω εδώ βεβαίως ότι διαφορετική θα ήταν η περίπτωση αν οι διαθέσιμες πληροφορίες επιβεβαίωναν ευθέως πτυχή των ισχυρισμών του αιτητή που αφορούν την περίπτωση του και συνδέονται άμεσα με το αφήγημα του περί διώξεως του. Ως σχετικώς και στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.» Στη δε σελ.131 του ιδίου εγχειριδίου τονίζεται σχετικώς ότι «[η] γενικευμένη προσβασιμότητα πολλών πηγών ΠΧΚ, μέσω του διαδικτύου ή άλλων μέσων ενημέρωσης, συνεπάγεται την ανάγκη οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα ορισμένες αιτήσεις διεθνούς προστασίας να έχουν καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να είναι συνεπείς με τις συναφείς ΠΧΚ.»

Εν προκειμένω λοιπόν οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή, ως αυτοί αναφέρθηκαν κατά τη συνέντευξη, δεν αφήνουν περιθώριο για αποδοχή τους. Στην απουσία δε περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τις ελλείψεις (οι οποίες ήταν βεβαίως εις γνώση του αιτητή και των δικηγόρων στα πλαίσια της παρούσης όμως ουδέν έπραξαν προκειμένου να προσκομίσουν περαιτέρω στοιχεία ή και ισχυρισμούς προς ενίσχυση του αφηγήματος του αιτητή), ως ανωτέρω λεπτομερώς καταγράφονται και αξιολογούνται, είναι η κατάληξη μου ότι τα κενά παραμένουν και καθιστούν το σύνολο του αφηγήματος του αιτητή σε απόρριψη. Δεν μπορεί επί τούτου να παραγνωριστεί, αν και με οριακή βαρύτητα, το γεγονός ότι ο αιτητής είχε ξανά στο παρελθόν, προ πολλών ετών, υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, επί εντελώς διαφορετικής βάσης, την οποία και εγκατέλειψε μεσούσης της διαδικασίας, μετέβη και διέμενε (χωρίς προβλήματα) στο Ιράν περί τα 15 έτη, το περιεχόμενο της οποίας διέψευσε ευθέως στα πλαίσια της επίδικης συνέντευξης (βλ. ερ.109-110).

Θα συμφωνήσω λοιπόν με την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί της αξιοπιστίας του 2ου και 3ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, καθώς, ως ανωτέρω εξηγώ, όλο αφήγημα του αιτητή παρουσιάζει κενά, ελλείψεις και αοριστίες, οι οποίες πλήττουν καθ’ ολοκληρία και αναπόφευκτα τη συνολική συνοχή και αξιοπιστία των δηλώσεων του.

Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου απομένει μια επικαιροποιημένη επισκόπηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Τεχεράνη).

Από τις 28/02/26 και μέχρι σήμερα η Τεχεράνη έχει δεχθεί επιθέσεις από δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και του Ισραήλ, κυρίως με στοχευμένα πλήγματα κατά στρατιωτικών εγκαταστάσεων και υποδομών, εκ των οποίων εντούτοις προέκυψαν παράπλευρες απώλειες άμαχου πληθυσμού. Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, τα πλήγματα κατά του Ιράν πρόκειται για  στοχευμένα στρατιωτικά πλήγματα με κύριους στόχους αποθήκες όπλων, εγκαταστάσεις παραγωγής πυραύλων και στρατιωτικά εργοστάσια στην Τεχεράνη.  Η ίδια πηγή αναφέρει : “Israel said it launched a pre-emptive attack against Iran… pushing the Middle East into a renewed military confrontation […]”.[7]

Διαθέσιμες πληροφορίες αναφέρουν ότι στις επιθέσεις αυτές, πέραν από στρατιωτικούς στόχους, έχουν πληγεί σχολεία, νοσοκομεία, πολιτικά κτίρια και κατοικίες, ως αναφέρεται και σε άρθρο της εφημερίδας Guardian, ημ.22/03/26.[8]

Σε άλλο άρθρο αναφέρεται ότι «σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, περισσότεροι από 1.900 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και τουλάχιστον 20.000 έχουν τραυματιστεί στο Ιράν από την έναρξη των επιθέσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ, όπως δήλωσε η Μαρία Μαρτίνεζ της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ερυθρού Σταυρού και Ερυθράς Ημισελήνου (IFRC) την Παρασκευή, επικαλούμενη στοιχεία που παρείχε ο Iranian Red Crescent.[9]

Ο Human Rights Watch  αναφέρει ότι «[η] επίθεση στις 28 Φεβρουαρίου 2026 σε δημοτικό σχολείο στο νότιο Ιράν θεωρείται παράνομη και φέρεται να προκάλεσε τον θάνατο πολλών αμάχων, ανάμεσά τους και παιδιών. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο του πολέμου, απαγορεύονται οι επιθέσεις όταν η αναμενόμενη ζημιά σε αμάχους είναι δυσανάλογη σε σχέση με το στρατιωτικό όφελος. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι οι  Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ καλούνται να εξετάσουν άμεσα τυχόν ευθύνη τους και να δημοσιοποιήσουν τα ευρήματα. Όποιος ευθύνεται πρέπει να λογοδοτήσει πλήρως για τις απώλειες αμάχων και να διωχθεί ποινικά εάν πρόκειται για έγκλημα πολέμου». [10]

To BBC, σε άρθρο ημερομηνίας 13/03/26, αναφέρει ότι: «Την Παρασκευή, η Centcom, η οποία επιβλέπει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, δήλωσε ότι είχε πραγματοποιήσει περισσότερες από 8.000 πολεμικές πτήσεις από την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου. Το Πρακτορείο Ειδήσεων Ακτιβιστών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRANA) με έδρα τις ΗΠΑ ανέφερε ότι 1.407 άνθρωποι, περιλαμβανομένων 214 παιδιών, έχουν σκοτωθεί από την έναρξη της σύγκρουσης. Δεκατρείς Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν σκοτωθεί από την έναρξη της σύγκρουσης, σύμφωνα με το Υπουργείο Άμυνας.». [11]

Άρθρο της Guardian στις 06/03/26, αναφέρει ότι ο πόλεμος αναγκάζει τις αεροπορικές εταιρείες να κάνουν δραστικά σχέδια αναδρομολόγησης, αφήνοντας ένα τεράστιο κενό στον συνήθως πολυσύχναστο παγκόσμιο εναέριο χώρο. Πολλά FIR στη Μέση Ανατολή έχουν κλείσει από τότε που ξεκίνησαν οι βομβαρδισμοί,[12] ενώ περαιτέρω πληροφορίες που μετέδωσε το πρακτορείο  Al Jazeera επιβεβαιώνουν ότι ο εναέρος χώρος του Ιράν έκλεισε από τις 28/02/26. [13]

Άρθρο ημ.30/03/26 της Economic Times αναφέρει ότι «[οι] εχθροπραξίες εντάθηκαν κατά τη διάρκεια της νύχτας, με τον ισραηλινό στρατό να επιβεβαιώνει ότι εξαπέλυσε νέες επιθέσεις σε όλη την Τεχεράνη. Στόχοι ήταν υποδομές που συνδέονται με τις αμυντικές δυνατότητες του Ιράν, συμπεριλαμβανομένης μιας σημαντικής εγκατάστασης που χρησιμοποιείται για την κατασκευή εξαρτημάτων βαλλιστικών πυραύλων». [14]

Της τελευταίες μέρες υπάρχουν αντικρουόμενες ενδείξεις για το μέλλον της σύρραξης, αφενός γίνεται λόγος για διαπραγματεύσεις και αφετέρου, με την είσοδο και των Houthi στη σύρραξη, με χτυπήματα στο Ισραήλ και τη συνέχιση κτυπημάτων από το Ιράν κατά υποδομών σε γειτονικές χώρες του Κόλπου, φαίνεται να υπάρχει κλιμάκωση.[15]

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 20/03/26), στη περιοχή της Τεχεράνης του Ιράν έχουν καταγραφεί 1,521 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προέκυψαν 10,394 θάνατοι, τα οποία κατατάσσονται ως ακολούθως: 794 διαδηλώσεις, που προκάλεσαν 9,658 θανάτους, 687 περιστατικά πολιτικής βίας με 2,292 θανάτους, 15 περιστατικά φρικαλεότητας με 1,692 καταγεγραμμένους θανάτους, 80 περιστατικά καταστολής που είχαν αποτέλεσμα 1,556 θανάτους και 657 περιστατικά εξωτερικής στρατιωτικής συμπλοκής, που είχαν ως αποτέλεσμα 727 θανάτους[16].

Σημειώνεται επίσης ότι για τον τελευταίο μήνα, έχουν καταγραφεί στην Τεχεράνη 707 περιστατικά ασφαλείας με αποτέλεσμα 155 θανάτους που κατατάσσονται ως ακολούθως 168 διαδηλώσεις χωρίς καταγεγραμμένους θανάτους, 507 περιστατικά πολιτικής βίας με 155 θανάτους, 4 περιστατικά φρικαλεότητας με 48 καταγεγραμμένους θανάτους, 5 περιστατικά καταστολής χωρίς θανάτους και 514 περιστατικά εξωτερικής στρατιωτικής συμπλοκής, που είχαν ως αποτέλεσμα 155 θανάτους[17].

Ο πληθυσμός του Ιράν ανέρχεται περί τα 93 εκατομμύρια, ενώ της Τεχεράνης περί τα 10 εκατομμύρια κατοίκων. [18]

Παρεμβάλλω τα εξής σχετικά με το ζήτημα της συμπληρωματικής προστασίας στη βάση του αρ.19 (2) (γ) του Νόμου.

Στην απόφαση του ΔΕΕ C-465/07, Elgafaji, ημ.17/02/09, σκέψη 35-39, λέχθηκαν τα εξής καθοδηγητικά:

«35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.

36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».

37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.

38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.

39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»

Στην απόφαση του ΔΕΕ C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, λέχθηκαν τα εξής:

«31. Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό, αφενός, ότι το κριτήριο που εφαρμόζει το Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο), κατά το οποίο η διαπίστωση ύπαρξης «σοβαρής και προσωπικής απειλής», κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95, προϋποθέτει ότι ο αριθμός των ήδη διαπιστωθέντων θυμάτων, σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού στην οικεία περιοχή, ανέρχεται σε ένα συγκεκριμένο ελάχιστο όριο, μπορεί, βεβαίως, να θεωρηθεί κρίσιμο για τη διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας απειλής.

32. Πράγματι, εάν το ποσοστό των διαπιστωθέντων θυμάτων των πράξεων βίας που διαπράττουν τα αντιμαχόμενα μέρη κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας των αμάχων στην οικεία περιοχή είναι υψηλό σε σχέση με τον συνολικό αριθμό των αμάχων που ζουν στην περιοχή αυτή, τούτο μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι, στο μέλλον, ενδέχεται να υπάρξουν και άλλα θύματα μεταξύ των αμάχων στην εν λόγω περιοχή. Επομένως, μια τέτοια διαπίστωση θα καθιστούσε δυνατό να αποδειχθεί ότι υφίσταται σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95.

33. Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί, αφετέρου, ότι η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει το μόνο καθοριστικό κριτήριο προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη «σοβαρής και προσωπικής απειλής», κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95. Ειδικότερα, η απουσία τέτοιας διαπίστωσης δεν αρκεί, αυτή καθεαυτήν, ώστε να αποκλείεται συστηματικά και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις η ύπαρξη κινδύνου τέτοιας απειλής, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, και, ως εκ τούτου, να επέρχεται αυτομάτως και άνευ εξαιρέσεων ο αποκλεισμός από την επικουρική προστασία.

[…]

40. Επομένως, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται «σοβαρή και προσωπική απειλή», κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95, απαιτείται να ληφθούν υπόψη σφαιρικά όλες οι σχετικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ιδίως δε εκείνες που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτούντος.

41. Πράγματι, όσον αφορά την αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95, ακόμη και αν στην αίτηση αυτή δεν γίνεται επίκληση των χαρακτηριστικών της κατάστασης του αιτούντος, από το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας προκύπτει η υποχρέωση εξατομικευμένης αξιολόγησης μιας τέτοιας αίτησης για τους σκοπούς της οποίας επιβάλλεται η συνεκτίμηση μιας ολόκληρης σειράς στοιχείων.

42. Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας, «όλ[α] τ[α] συναφ[ή] στοιχεί[α] που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτηση».

43. Ειδικότερα, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 56 και 59 των προτάσεών του, μπορούν επίσης να συνεκτιμηθούν, μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.»

Ενόψει των στοιχείων που αφορούν τη σύγκρουση και στη βάση της ως άνω δεσμευτικής νομολογίας παρατηρώ εν προκειμένω τα εξής.

Η κατάσταση επί του πεδίου παραμένει ρευστή και μπορεί να αλλάξει άρδην ανά πάσα στιγμή, είτε προς την κατεύθυνση της κλιμάκωσης είτε της αποκλιμάκωσης και εξεύρεσης λύσης. Επί του παρόντος φαίνεται να τελούνται επιθέσεις κυρίως από αέρος, με στόχευση στρατιωτικών εγκαταστάσεων και υποδομών. Έχουν προκύψει παράπλευρες απώλειες σε άμαχο πληθυσμό. Ο αριθμός των νεκρών στον άμαχο πληθυσμό είναι περιορισμένος, σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό της Τεχεράνης και της χώρας, όμως, παρότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι γίνονται ή επίκειται να γίνουν επιθέσεις κατά οικιστικών περιοχών ή και αδιάκριτοι βομβαρδισμοί πληθυσμού, που ενδεχομένως να αυξήσουν ουσιωδώς τις απώλειες αμάχων, ο αριθμός τραυματιών (περί τις 20.000) καταδεικνύει ότι τα επίπεδα αδιάκριτης βίας είναι αρκούντως υψηλά και το ενδεχόμενο τραυματισμού (ή ακόμα και θανάτου) – ομοίως - υψηλό. Συνυπολογίζω εδώ το ότι παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρξει περαιτέρω ραγδαία κλιμάκωση των συγκρούσεων και εξετάζεται ήδη ακόμα και το ενδεχόμενο διεξαγωγής χερσαίων επιχειρήσεων ή και βομβαρδισμού υποδομών ενέργειας. Παράλληλα δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι διεξάγονται έμμεσες συνομιλίες μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, προκειμένου να ανιχνευθεί πιθανότητα συμφωνίας κατάπαυσης πυρός ή και ευρύτερης διπλωματικής λύσης, χωρίς να υπάρχουν ενδείξεις για συγκλίσεις.

Στο εγχειρίδιο του EASO Άρθρο 15 στοιχείο (γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) αναφέρονται, στη σελ. 26, τα εξής:

«Ο αιτών μπορεί να θεωρηθεί ότι διατρέχει γενικό κίνδυνο τέτοιας απειλής εάν, κατ’ εξαίρεση, ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη είναι τόσο υψηλός ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην οικεία περιοχή ή περιφέρεια. Με άλλα λόγια, η «εξατομίκευση» που απαιτείται για να καταδειχθεί ότι η απειλή είναι «προσωπική» μπορεί να επιτευχθεί είτε λόγω παραγόντων «ειδικού κινδύνου», οι οποίοι σχετίζονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή τις περιστάσεις ενός προσώπου, είτε λόγω παραγόντων «γενικού κινδύνου», οι οποίοι προκύπτουν από εξαιρετική κατάσταση πολύ υψηλού βαθμού βίας.»

Αποτιμώντας τις ως άνω παραμέτρους, σε συνάρτηση και με τα στοιχεία από τη βάση δεδομένων ACLED (βλ. πιο πάνω), λαμβάνοντας υπόψη τη βιαιότητα και το ραγδαίο των εξελίξεων αλλά και τις πρόσφατες ενδείξεις κλιμάκωσης εκατέρωθεν (είσοδος Houthi στη σύρραξη, ενδεχόμενο χερσαίων επιχειρήσεων ή και βομβαρδισμού υποδομών ενέργειας) είναι κατάληξη μου ότι πληρούται εν προκειμένω το απαιτούμενο υψηλό επίπεδο βίας, η οποία είναι, παρά τη στόχευση που γίνεται στα κτυπήματα κατά του Ιράν, αδιάκριτη (επί τούτου παραπέμπω στους αριθμούς τραυματισμών/θανάτων αμάχων, πιο πάνω), εκ του οποίου θεωρώ ότι δεν απαιτείται η αναζήτηση άλλων προσωπικών περιστάσεων που να αφορούν τον εδώ αιτητή, προκειμένου να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Τεχεράνη (ή οπουδήποτε αλλού στο Ιράν), λαμβανομένου υπόψη ότι φαίνεται να γίνονται χτυπήματα στο σύνολο της επικράτειας της χώρας, θα αντιμετωπίσει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της [του] σωματικής ακεραιότητας» (19 (2) (γ) του Νόμου), κατά της οποίας δεν φαίνεται να παρέχεται προστασία από της Αρχές, δεδομένης εδώ και της σοβαρής ζημίας που φαίνεται να υπέστηκαν τα συστήματα αεράμυνας αλλά και άλλες αμυντικές υποδομές της χώρας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, ως και πιο πάνω έχω αναφέρει, η σύρραξη να παύσει εντός ολίγων ωρών, όμως σήμερα αυτό παραμένει ένα απλό ενδεχόμενο, η δε πραγματικότητα επί του πεδίου καταδεικνύει ότι τα κτυπήματα εκ των αντιμαχόμενων πλευρών και ο κίνδυνος περαιτέρω κλιμάκωσης είναι αμείωτα και δεν φαίνεται να υπάρχει πρόθεση άμεσης αποκλιμάκωσης. Η δε κατάληξη επί του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του 19 (2) (γ) δεν μπορεί βεβαίως να στηρίζεται σε εικασίες, όσο καλά ενημερωμένες και αν μπορούν να είναι αυτές, αλλά στα στοιχεία που αφορούν τον χρόνο έκδοσης της παρούσης και ούτε μπορεί να παρατείνεται η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου εν αναμονή αβέβαιων εξελίξεων. Άλλωστε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας μπορεί να παύσει αν η παρούσα κατάσταση ήθελε καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαφοροποιηθεί προς το καλύτερο.

Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» όμως, ως ανωτέρω εξηγώ, υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», κατά την έννοια του αρ.19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Παρεμβάλλω ότι, δεδομένου ότι η διεθνής ένοπλη σύρραξη προέκυψε πρόσφατα, μετά την επιφύλαξη της παρούσης, με έχει προβληματίσει κατά πόσο θα έπρεπε, αφού κατά τον χρόνο επιφύλαξης της απόφασης δεν τίθετο τέτοιο ζήτημα, να κληθούν τα μέρη να τοποθετηθούν επί τούτου. Σημειώνω βεβαίως ότι, ως έγινε δεκτό στην Q. B. T. (ανωτέρω, απόφαση Εφετείου), οι ανάγκες διεθνούς προστασίας εξετάζονται από το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση.

Σημειώνω επί του ως άνω ότι στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. αρ.49/18, Μιχαήλ ν. Α.ΤΗ.Κ., ημ.11/01/24, υιοθετήθηκε απόσπασμα της Παπαγεωργίου ν. Πατσαλίδη, (2001) 1 Α.Α.Δ. 1365, όπου αναφέρθηκε ότι «το γεγονός ότι το Δικαστήριο αποφάσισε ένα θέμα […] χωρίς να ζητήσει προηγουμένως τις θέσεις των διαδίκων, δεν παραβιάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης». Άλλωστε πρόκειται για ζήτημα ΠΧΚ (πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής), τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να αναζητήσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας (ex proprio motu).

Συνεπώς, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του στοιχεία τα οποία είναι ευρέως διαθέσιμα σχετικά με την κατάσταση σήμερα στο Ιράν, δεν θεωρώ ότι υπήρχε υποχρέωση να επανανοιχθεί η υπόθεση και να ακουστούν τα μέρη σχετικώς. Άλλωστε εδώ πρόκειται για γεγονότα επί νομικού ισχυρισμού (περί απόδοσης συμπληρωματικής προστασίας) ο οποίος προωθείται από τον αιτητή, τον οποίο το Δικαστήριο εξέτασε υπό το φως των εν τω μεταξύ εξελίξεων, ως του επιτρέπουν οι εξουσίες που του αποδίδονται από το αρ.11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου.

Η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς του Αιτητικό Α αυτής και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του αρ.146  (4) (δ) του Συντάγματος και του αρ.11 (3) (β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, ώστε να χορηγείται στον αιτητή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Δεδομένου του ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή στα πλαίσια της επίδικης αίτησης έχουν απορριφθεί και λαμβανομένου υπόψη ότι η συμπληρωματική προστασία έχει αποδοθεί λόγω γεγονότων που προέκυψαν μετά την επιφύλαξη της παρούσης, θεωρώ δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις να μην αποδώσω έξοδα στον επιτυχόντα αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Iran Data Portal, The Expediency Council, διαθέσιμο σε: https://irandataportal.syr.edu/political-institutions/the-expediency-council (ημερομηνία πρόσβασης 30.1.2026) και https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-06/2024_06_COI_Report_Iran_Country_Focus_EN_0.pdf σελ.17

[5] Landinfo - Norwegian Country of Origin Information Centre, CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner Geeral for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit, SEM - State Secretariat for Migration (formerly: Federal Office for Migration; Switzerland): Iran; Criminal procedures and documents, December 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2064888/joint_coi_report._criminal_procedures_and_documents_20211206.pdf, σελ.56-60, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/8/2025)

[6] Landinfo - Norwegian Country of Origin Information Centre, CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit, SEM - State Secretariat for Migration (formerly: Federal Office for Migration; Switzerland): Iran; Criminal procedures and documents, December 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2064888/joint_coi_report._criminal_procedures_and_documents_20211206.pdf, σελ.86-87 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/8/2025)

[10] Human Rights Watch, US/Israel: Investigate Iran School Attack as a War Crime, 7 March 2026 διαθέσιμο σε:  https://www.hrw.org/news/2026/03/07/us/israel-investigate-iran-school-attack-as-a-war-crime (ημερομηνία πρόσβασης 27/03/2026)

[11] BBC, In maps: two weeks of attacks across Iran and the Middle East, 13/03/2026, https://www.bbc.com/news/articles/c4g0pnnj8xyo, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[12] Guardian, How the US-Israeli war on Iran created a massive hole in global airspace, 04/03/2026, https://www.theguardian.com/world/2026/mar/04/how-the-us-israeli-war-on-iran-created-a-massive-hole-in-global-airspace, (12/03/2026)

[13] Al Jazeera, Airspace closed, airlines halt flights as US, Israel attack, Iran responds, 28/02/2026, https://www.aljazeera.com/news/2026/2/28/airspace-closed-airlines-halt-flights-as-us-israel-attack-iran-responds, (12/03/2026)

[15] Iranian attacks across Gulf continue as major industrial sites hit  - https://www.bbc.com/news/articles/cp86yrq5jy7o, Is Trump's pause on attacking Iranian energy for diplomacy or an escalation? - https://www.bbc.com/news/articles/c2evg2m3ye2o και How Pakistan won over Trump to become an unlikely mediator in the Iran war - https://www.bbc.com/news/articles/cy91vrzxn34o (ημερομηνία πρόσβασης 30/03/26)

[16] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Iran, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED  , (ημερομηνία πρόσβασης 30/03/2026)

[17] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Iran, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED  , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[18] Tehran Population 2026 διαθέσιμο σε https://worldpopulationreview.com/cities/iran/tehran (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο