ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.1617/23
27 Μαρτίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. Α. Μ.
2. Ν. Β.
3. Κ. Μ.
Αιτητές
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κος Α. Τσεντίδης, Δικηγόροι για Αιτητές
Κος Ν. Κουρσάρης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή οι αιτητές αιτούνται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.27/04/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση της για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης έννομου αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να αναγνωρίζονται «ως πρόσφυγες και/ή δικαιούχοι συμπληρωματικής προστασίας», καθώς, ως αναφέρουν, «εάν επιστραφούν τη χώρα Ιθαγενείας τους θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη και/ή βασανιστήρια και/ή απάνθρωπη μεταχείριση ή τιμωρία» (Αιτητικό Β).
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από τον Διοικητικό Φάκελο που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια 1 και ο αιτητής 2 (είναι ανδρόγυνο, γονείς του αιτητή 3, ο οποίος γεννήθηκε στη Δημοκρατία) κατάγονται από το Πακιστάν, εισήλθαν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 04/10/19 και υπέβαλαν την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 04/10/19 (ερ.1-3, 51, 104).
Στις 05/10/22 και 06/10/22 πραγματοποιήθηκαν συνέντευξη με τους αιτητές 1 και 2 από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός τους για διεθνή προστασία όπου τους δόθηκε η ευκαιρία να εκθέσουν τους λόγους στους οποίους στηρίζουν το αίτημα τους (ερ.85-104, 65-82). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 11/04/23 απορρίφθηκε το αίτημα για διεθνή προστασία (ερ.142-157).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης των αιτητών για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία τους δόθηκε διά χειρός 28/04/23 και τους μεταφράστηκε στη μητρική τους γλώσσα (ερ.158, 3).
Επί της επίδικης αιτήσεως ασύλου οι αιτητές καταγράφουν ότι παντρευτήκαν (μεταξύ τους) σύμφωνα με την επιθυμία τους, όμως οι οικογένειες τους δεν ενέκριναν τον γάμο τους και γι’ αυτό ήρθαν στα κατεχόμενα, γιατί – ως αναφέρουν – τους παρενοχλούσαν συνεχώς και οι ζωές τους ήταν σε κίνδυνο. Στα κατεχόμενα, ως περαιτέρω καταγράφουν, ο εργοδότης τους δεν τους πλήρωνε τον μισθό τους και γι’ αυτό ήρθαν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ως τέλος αναφέρουν, είναι Χριστιανοί και η αιτήτρια 2 ήταν τότε έγκυος (τον αιτητή 3).
Κατά τη συνέντευξη ο αιτητής 1 (στο εξής ο αιτητής) ανέφερε ότι αυτός και η αιτήτρια 2 (στο εξής η αιτήτρια) γεννήθηκαν και διέμεναν όλη τους τη ζωή στο Rahwali, σε καθολική οικογένεια, δεν πήγε σε σχολείο, εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης της οικογένειας του, εργάστηκε σε διάφορες δουλειές (μεταξύ των οποίων καθαριστής αυτοκινήτων και μπογιατζής) και παντρεύτηκε την αιτήτρια στις 16/11/18. Ο αιτητής έχει 4 αδελφούς και 4 αδελφές, ο πατέρας του απεβίωσε και ο ίδιος διατηρεί επαφή με την μητέρα του και τον μεγαλύτερο αδελφό του. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι έμενε και εργαζόταν στα κατεχόμενα για 3-4 χρόνια (από το 2014-2015) και, σε ερώτηση γιατί στο διαβατήριο του φαίνεται σφραγίδα που δεικνύει ότι επέστρεψε στο Πακιστάν στις 05/11/18, ο αιτητής ανέφερε ότι όντως είχε ταξιδέψει εκεί, όταν και παντρεύτηκε την αιτήτρια, επέστρεψε στις 17/12/18 (στα κατεχόμενα) και διευθέτησε τα απαραίτητα ώστε να έρθει και η αιτήτρια στα κατεχόμενα λίγο μετά και, 6 μήνες μετά απ’ αυτό, ήρθαν μαζί στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας.
Σχετικά με τους λόγους που έφυγαν από το Πακιστάν ο αιτητής ανέφερε ότι οι οικογένειες τους δεν ενέκριναν τον γάμο τους και έκτοτε οι ζωές τους ήταν σε κίνδυνο. Καλούμενος να παραθέσει περισσότερες λεπτομέρειες ο αιτητής ανέφερε ότι λάμβαναν απειλές από συγγενείς της αιτήτριας και τους είπαν ότι θα ήταν καλύτερα να φύγουν από τη χώρα, για να μην τους βλέπουν, καθώς σε αντίθετη περίπτωση – ως ο αιτητής αναφέρει – «κάτι θα τους συμβεί». Ερωτώμενος τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του ο αιτητής ανέφερε ότι μπορεί «μέχρι και να σκεφτούν να σκοτώσουν τον υιό» τους τα αδέλφια της αιτήτριας ή μερικοί από τους αδελφούς του. Ανέφερε ότι προσπαθούσαν τότε να διευθετήσουν τον γάμο της αιτήτριας με άλλο πρόσωπο, ο ίδιος τη γνώρισε σε ένα γάμο εξαδέλφου του πριν πολλά χρόνια, κρατούσαν επαφή όσο ο ίδιος ήταν στα κατεχόμενα, μέσω τηλεφώνου και τότε ο αιτητής είπε στην μητέρα του ότι θα επιστρέψει στο Πακιστάν να παντρευτεί την αιτήτρια και να επιστρέψουν μαζί στην Κύπρο. Ως ανέφερε ο αιτητής είχε στείλει την μητέρα και τον αδελφό του να ζητήσουν το χέρι της αιτήτριας από την οικογένεια της εκ μέρους του και αυτοί τους έδιωξαν. Ερωτώμενος γιατί αντιδρούσε η δική του οικογένεια στο να παντρευτεί την αιτήτρια ο αιτητής ανέφερε ότι ήθελαν να τον παντρέψουν με την αδελφή της συζύγου ενός αδελφού του. Τελικά, ως ανέφερε, κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ των δύο οικογενειών, συμφωνήθηκε να παντρευτεί την αιτήτρια υπό τον όρο ότι θα έφευγαν αμέσως από το Πακιστάν, όπερ και εγένετο. Καλούμενος να αναφέρει άλλες λεπτομέρειες για το συμβάν που οδήγησε στη συμφωνία αυτή ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κάτι άλλο. Καλούμενος να αναφέρει περισσότερες πληροφορίες για τις απειλές που, ως ανέφερε, έλαβε από την οικογένεια της αιτήτριας, ο αιτητής επανέλαβε τα ως άνω.
Ερωτώμενος αν οι αιτητές ή η οικογένεια τους ενοχλήθηκαν από κανένα από τον καιρό που βρίσκονταν μαζί στην Κύπρο ο αιτητής απάντησε αρνητικά. Ερωτώμενος για την κατάσταση υγείας του τέκνου τους (αιτητή 3) ο αιτητής προσκόμισε ιατρικά πιστοποιητικά και ανέφερε ότι αν χρειαστεί θεραπεία στο Πακιστάν τότε οι αιτητές δεν θα είναι στην οικονομική θέση να καλύψουν τα έξοδα νοσηλείας. Ερωτώμενος τέλος αν μπορούν να επιστρέψουν στο Πακιστάν και να μείνουν κάπου με ασφάλεια ο αιτητής ανέφερε ότι «δεν υπάρχει τέτοιο μέρος» και ότι θα υπάρχει κίνδυνος γι’ αυτούς, προσθέτοντας ότι επιθυμεί απλά να «πάρει το χαρτί» (σ.σ. εννοεί άδεια διαμονής), ώστε να μπορέσει να εργαστεί στη Δημοκρατία.
Η αιτήτρια στη συνέντευξη της επιβεβαίωσε εν πολλοίς τα ως άνω και ανέφερε ότι αυτή πήγε για 7 χρόνια στο σχολείο και μετά εργαζόταν ως αισθητικός και συντηρούνταν από τον πατέρα της, όπως και η υπόλοιπη οικογένεια. Οι γονείς της, ως ανέφερε, ζουν στο ίδιο μέρος, έχει δύο αδελφούς και 3 αδελφές, οι οποίοι ζουν κι’ αυτοί στο ίδιο μέρος. Σε σχέση με τον γάμο της με τον αιτητή η αιτήτρια ανέφερε το ίδιο κατά το μάλλον ή ήττον ιστορικό με τον αιτητή (ως καταγράφεται πιο πάνω), αναφέροντας ότι η οικογένεια της επιθυμούσε να την παντρέψει με ένα ξάδελφο της και όταν τους ανακοίνωσε ότι θέλει να παντρευτεί τον αιτητή την κλείδωσαν στο δωμάτιο και της φώναζαν και ένας αδελφός της την κτύπησε πολλές φορές. Αυτό έγινε ένα έτος προτού παντρευτεί τελικά τον αιτητή και σχετικά με το διάστημα αυτό η αιτήτρια ανέφερε ότι οι αδελφοί της γυναίκας του αδελφού της είναι αστυνομικοί και την απειλούσαν ότι αν παντρευτεί τον αιτητή τότε θα του κάνουν κακό και η αιτήτρια φοβόταν. Ερωτώμενη για τις διαπραγματεύσεις οι οποίες οδήγησαν στο να παντρευτούν οι αιτητές με τον όρο να φύγουν από το Πακιστάν ανέφερε ότι έγιναν συζητήσεις μεταξύ των οικογενειών και πως η υπόλοιπη οικογένεια της ήταν θυμωμένη με τον πατέρα της που υπέγραψε το πιστοποιητικό γάμο της αιτήτριας και έτσι αυτή πήγε και έμεινε για 15 μέρες στην μητέρα του αιτητή και μετά ήρθε στην Κύπρο. Ερωτώμενη αν δέχθηκε κάποια ενόχληση από όταν ήρθε στην Κύπρο η αιτήτρια απάντησε αρνητικά, καθώς, ως ανέφερε, δεν επικοινωνεί με την οικογένεια της, όμως, ως ανέφερε, είναι θέμα οικογενειακής τιμής, χωρίς να να εξηγήσει περαιτέρω το ζήτημα, αναφέροντας ότι μπορεί να την χωρίσουν από τον γιό της (αιτητή 3).
Σε επόμενες ερωτήσεις γιατί εξακολουθεί να φοβάται, δεδομένου ότι έζησε για 2 έτη στο Πακιστάν μετά που έλαβε τις κατ’ ισχυρισμό απειλές από τον αδελφό της, χωρίς τελικά να πραγματωθούν, η αιτήτρια ανέφερε ότι η αστυνομία δεν μπορεί να κάνει κάτι και ότι τα αδέλφια της συζύγου του αδελφού της δουλεύουν τώρα κοντά. Σε ερώτηση αν μπορεί να επιστρέψει και να ζήσει με ασφάλεια σε άλλο μέρος στο Πακιστάν η αιτήτρια απάντησε αρνητικά και ανέφερε ότι μπορεί να τους εντοπίσουν και δεν θα νιώθει ασφαλής. Όταν κλήθηκε να δώσει πληροφορίες για ότι τα αδέλφια της συζύγου του αδελφού της (οι οποίοι είναι αστυνομικοί) η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κάτι περαιτέρω.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τους ως άνω ισχυρισμούς των αιτητών, εντόπισαν και πραγματεύτηκαν ακόλουθούς ουσιώδεις ισχυρισμούς:
1. Χώρα καταγωγής, τόπος διαμονής και προφίλ των αιτητών
2. Οι αιτητές 1 και 2 ισχυρίστηκαν ότι οι οικογένειες τους διαφώνησαν ισχυρά με τον γάμο τους και τα μέλη της οικογένειας της αιτήτριας 2 απείλησαν τους αιτητές λόγω του γάμο τους
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν αμφότερους τους ως άνω ισχυρισμούς.
Στα πλαίσια της αξιολόγησης κινδύνου στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος να υποστούν δίωξη ή και σοβαρή βλάβη οι αιτητές σε περίπτωση επιστροφής τους στο Πακιστάν. Συγκεκριμένα, ως οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν στα ερ.142-147, σε σχέση κατ’ αρχήν με το ζήτημα υγείας του αιτητή 3, σημείωσαν ότι εκ των προσκομισθέντων εγγράφων (ερ.52-56) δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος, είτε άμεσος είτε έμμεσος, για τη ζωή του ή και την υγεία του και ούτε υπάρχει ανάγκη επέμβασης ή φαρμακευτικής αγωγής προς τούτο και δεν αναμένεται γι’ αυτό να επηρεαστεί στην περίπτωση που επιστρέψει στο Πακιστάν με τους γονείς του, αιτητές 1 και 2. Σε σχέση με το όλο προφίλ και θρήσκευμα των αιτητών (είναι χριστιανοί), κατόπιν έρευνας σε διαθέσιμες πληροφορείς (ΠΧΚ) σημείωσαν ότι, παρότι δεικνύεται ότι οι χριστιανοί ενδεχομένως να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο, εντούτοις, δεδομένου ότι οι ίδιοι ανέφεραν ρητά ότι ουδέν σχετικό πρόβλημα αντιμετώπισαν καθ’ όλη τους τη ζωή, λαμβανομένου του ότι αμφότεροι οι αιτητές διαθέτουν εργασιακή εμπειρία, αλλά και της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής τους, δεν αναμένεται εκ της επιστροφής του να εκτεθούν σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Αναφορικά τώρα με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό κρίθηκε ότι υφίσταται εν προκειμένω το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου (ήτοι οι αιτητές όντως φοβούνται ότι θα υποστούν δίωξη λόγω του γάμου τους από τις οικογένειες τους), όμως εδώ δεν υφίσταται, ως κρίθηκε, το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου, ήτοι αυτός δεν είναι βάσιμος, δεδομένου ότι ο γάμος τελικά έγινε και μάλιστα με τη σύμφωνη γνώμη και ρητή αποδοχή των γονέων τους και δεν έχουν ενοχληθεί έκτοτε από τις οικογένειες τους.
Ενόψει των ως άνω οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα οι αιτητές 1 και 2 αλλά και το ανήλικο τέκνο τους (αιτητής 3) να αντιμετωπίσουν δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής.
Ενόψει των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής των αιτητών στο Πακιστάν.
Στην προσφυγή καταγράφεται πλήθος νομικών σημείων, πολλά εκ των οποίων τελικά αναπτύσσονται και στην αγόρευση που ακολούθησε.
Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών αναφέρει ότι η απόφαση επί του αιτήματος διεθνούς προστασίας αλλά και η απόφαση επιστροφής έχουν εκδοθεί αναρμοδίως (η δε απόφαση επιστροφής συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την απόφαση επί του αιτήματος διεθνούς προστασίας), καθώς ο λειτουργός που έλαβε αμφότερες τις αποφάσεις δεν έχει εξουσιοδοτηθεί δεόντως. Επί της ουσίας αναφέρει, επισημαίνοντας ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών έχουν γίνει αποδεκτοί, ότι εξ αυτών θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι προκύπτει κίνδυνος δίωξης εκ του ότι αυτοί είναι χριστιανοί (παραθέτει και σχετική παραπομπή σε πηγή επί τούτου) και – κάνοντας αναφορά στην οικεία νομοθεσία και σε αποφάσεις του Δικαστηρίου – σημειώνει ότι υφίσταται στο απαιτούμενο επίπεδο κίνδυνος δίωξης ή και σοβαρής βλάβης των αιτητών. Σημειώνεται περαιτέρω ότι δεν εξετάστηκε δεόντως το πρόβλημα υγείας του αιτητή 3, δεν ερευνήθηκε δεόντως τυχόν κίνδυνος από εγκλήματα τιμής, τα οποία – ως αναφέρει παραθέτοντας σχετική πηγή – είναι φαινόμενο που απαντάται στο Πακιστάν, αλλά και ούτε το ενδεχόμενο ανάγκης συμπληρωματικής προστασίας. Καταλήγει εκ των ως άνω ότι δεν έγινε εν προκειμένω δέουσα έρευνα και ότι η επίδικη απόφαση δεν αιτιολογείται επαρκώς και είναι λανθασμένη επί της ουσίας.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ’ όλα νόμιμη, είναι προϊόν δέουσας έρευνας και ορθή επί της ουσίας και αναφέρουν ότι το σύνολο των ευρημάτων τους είναι ορθά και πλήρως αιτιολογημένα, ως ορθή είναι και η κατάληξη τους ότι εν προκειμένω δεν υφίστανται ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας. Σε σχέση δε με τα περί αναρμοδιότητας του λαμβάνοντος την επίδικη απόφαση λειτουργού λέγουν ότι ο λειτουργός αυτός έχει αποσπαθεί δεόντως στην Υπηρεσία Ασύλου κατά τον ουσιώδη προς την παρούσα χρόνο, σύμφωνα με το αρ.47 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, και η απόσπαση είναι δημοσιευμένη στην Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
Προέχει βεβαίως η εξέταση των ισχυρισμών περί αναρμοδιότητας που, ως ζήτημα που άπτεται της δημόσιας τάξης, εξετάζεται βεβαίως σε κάθε στάδιο και αυτεπαγγέλτως.
Προτού προχωρήσω στην εξέταση του σχετικού ισχυρισμού σημειώνω ότι είναι θεωρώ σαφές ότι το πρακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχεται στο ερ.157, όπου η σχετική εισήγηση για απόρριψη της αιτήσεως, εγκρίνεται και υπογράφεται στις 11/04/23 από τον εγκρίνοντα λειτουργό, περιλαμβανομένης και της απόφασης επιστροφής, όπου αναφέρεται ότι «αποφασίζεται η απόρριψη [της επίδικης αίτησης], καθώς και η επιστροφή των αιτητών στο Πακιστάν». Σημειώνω παρεμφερώς ότι από τη στιγμή δε που το λεκτικό περί της απόρριψης της αίτησης και της έκδοσης απόφασης επιστροφής δεν μπορεί να έχει κάποια τύχη ο ισχυρισμός των αιτητών περί απουσίας σφραγίδας που αφορά την απόφαση επιστροφής (βλ. σελ.6 αγόρευσης).
Το ερ.140, στο οποίο παραπέμπουν οι καθ’ ων η αίτηση, συνίσταται σε εξουσιοδότηση ημ.07/03/23, όπου ο Υπουργός εξουσιοδοτεί τον εγκρίνοντα την έκθεση του λειτουργού να ασκεί της εξουσίες του Προϊσταμένου οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, την έκδοση αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας, βάσει του αρ.2 του περί Προσφύγων Νόμου. Η εν λόγω εξουσιοδότηση φέρει την υπογραφή του Υπουργού Εσωτερικών.
Στο αρ.2 του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, αναφέρεται ότι «“αρμόδιος λειτουργός” σημαίνει λειτουργό ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Ασύλου και έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης σε θέματα ασύλου και συμπληρωματικής προστασίας· […] "Προϊστάμενος" σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου·[…..] "Υπουργός" σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών·».
Σημειώνω ότι, ως προνοείται εκ του αρ.7 του ΚΕΦ.1, «[κ]άθε Νόμος και κάθε δημόσιο έγγραφο, που γίνεται ή εκδίδεται με βάση το Νόμο αυτό ή άλλη νόμιμη εξουσία και που έχει νομοθετική ισχύ θα πρέπει να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και, εκτός αν προβλέπεται σε αυτόν διαφορετικά, θα ισχύει και θα τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της δημοσίευσης και θα είναι δικαστικά γνωστός (judicially noticed).». Στο δε αρ.1 του ΚΕΦ.1 ορίζεται ότι «“δημόσιο έγγραφο” σημαίνει διάταγμα Υπουργικού Συμβουλίου, διάταγμα, διακήρυξη, κανονισμούς, κανόνες, διατάξεις, ειδοποίηση, ή μητρώο που έγινε, εκδόθηκε ή τηρήθηκε με βάση εξουσία Νόμου». Για τον συγκεκριμένο λειτουργό, στην Εφημερίδα της Δημοκρατίας που δημοσιεύτηκε στις 26/08/22 (Τμήμα Α’ – Αριθμός 5457, στην 1η σελίδα) [1], εντοπίζεται καταγραφή της πράξης δια της οποίας αποσπάται στην Υπηρεσία Ασύλου από τις 16/08/22 μέχρι 28/02/25.
Ενόψει των ως άνω, δεδομένου ότι η απόσπαση του εν λόγω λειτουργού ίσχυε κατά τον χρόνο που έλαβε την επίδικη απόφαση, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτός υπηρετούσε στους καθ’ ων η αίτηση, ανεξαρτήτως του αν διατηρούσε την προηγούμενη οργανική του θέση ως Ανώτερος Λειτουργός Πολεοδομίας, ως άλλωστε στην ως άνω εξουσιοδότηση αναφέρεται. Μια απλή γραμματική ερμηνεία του αρ.2 του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, σε συνδυασμό με το αρ.47 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (1/1990), καθιστά σαφές ότι ο αποσπασθείς υπάλληλος υπηρετεί (και εντάσσεται) στην Υπηρεσία όπου αποσπάται, αυτός είναι άλλωστε και ο σκοπός της απόσπασης.
Σχετικά με τα περί μη δέουσας κατάρτισης του εν λόγω λειτουργού, σημειώνω ότι, ως και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.95/2023, B. E. J. ν. Δημοκρατίας, ημ.27/02/25, αναφέρθηκε, «ούτε επίσης τα όσα προβάλλονται σε σχέση με την ταυτότητα και τα προσόντα του λειτουργού που διενήργησε τη συνέντευξη θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά, αφού στη βάση του τεκμηρίου της κανονικότητας, του οποίου επίκληση έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τεκμαίρεται ότι η διοίκηση λειτούργησε σύμφωνα με τον Νόμο. Δεν έχει δε υποδειχθεί οτιδήποτε από τον Εφεσείοντα ικανό να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο.»
Ενόψει των ως άνω, δεδομένου ότι άπαντες οι λοιποί ισχυρισμοί των αιτητών άπτονται της μη δέουσας έρευνας και συμπλέκονται με την ορθότητα της προσβαλλόμενης δια της παρούσης απόφασης προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση αυτής, η οποία και τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Ενόψει δε του ότι όλοι οι ισχυρισμοί των αιτητών έγιναν αποδεκτοί από τους καθ’ ων η αίτηση ως αξιόπιστοι, κατάληξη με την οποία συμφωνώ, καθότι θεωρώ ότι ορθώς κρίθηκε ότι τα λεγόμενα των αιτητών περί διαφωνίας των οικογενειών τους με τον γάμο τους και των απειλών προς την αιτήτρια διατηρούν εσωτερική και εξωτερική συνοχή, απομένει λοιπόν η αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και των αναγκών διεθνούς προστασίας που εξ αυτών ήθελε προκύψουν.
Σχετικά κατ’ αρχήν με την μεταχείριση Χριστιανών στο Πακιστάν, σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες σχετικώς [2], ως και οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν, όντως δεν θα πρέπει να αμφισβητείται ότι φαινόμενα δίωξης ή και σοβαρής βλάβης για θρησκευτικούς λόγους όντως απαντώνται στο Πακιστάν. Όμως, ως και οι καθ’ ων η αίτηση ορθώς υποδεικνύουν, οι αιτητές, παρότι ρωτήθηκαν επί τούτου, ουδέν ανέφεραν, ούτε εξέφρασαν κάποιο φόβο δίωξης γι’ αυτό τον λόγο και επιβεβαίωσαν ότι δεν υπέστηκαν τέτοια δίωξη στο παρελθόν, συνεπώς το ζήτημα δεν μπορεί – στην απουσία των στοιχείων αυτών – να εξεταστεί κατ’ αφηρημένο τρόπο και σε υποθετική βάση, δεδομένου και του ότι τα στοιχεία δεικνύουν ότι ο κίνδυνος δίωξης γι’ αυτό και μόνο τον λόγο και άνευ ετέρου, είναι γενικά χαμηλός [3].
Σε σχέση τώρα με την έντονη αντίδραση της οικογένειας της αιτήτριας, θα συμφωνήσω και πάλι με το εύρημα και την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι, παρότι έγινε αποδεκτό ότι αυτή υπέστη προπηλακισμούς και σωματική βία (από τον αδελφό της) στο παρελθόν, εντούτοις, το γεγονός του ότι τελικώς έλαβαν τη συγκατάθεση των οικογενειών τους και το ότι η αιτήτρια έζησε στον τόπο διαμονής του για αρκετό καιρό μετά το συμβάν αυτό και δεν υπέστη κάτι άλλο, αλλά και η παντελής απουσία ενόχλησης των αιτητών γι’ αυτόν τον λόγο εδώ και πέραν των 5 ετών, σε συνδυασμό με το ότι αποτελούν ενήλικες, οικογένεια, η οποία και μπορεί βεβαίως να ζήσει ανεξάρτητα και μακριά από τις οικογένειες τους, δεικνύουν θεωρώ ασφαλώς ότι δεν αναμένεται να προκύψει κίνδυνος γι’ αυτούς εκ τούτου και συνεπώς ορθώς κρίθηκε ότι δεν ικανοποιείται εν προκειμένω το βάσιμο (αντικειμενικά) του φόβου δίωξης που εκφράζουν οι αιτητές. Δεν παραβλέπω ότι, ως και ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών αναφέρει, εγκλήματα τιμής είναι φαινόμενο που απαντάται στη χώρα καταγωγής. Εντούτοις, δεδομένων των όσων πιο πάνω εξηγώ, ομοίως, δεν θεωρώ ότι υφίσταται τέτοιος κίνδυνος, ιδίως μετά από τόσα χρόνια και χωρίς στο μεταξύ να έχει γίνει κάτι σχετικό. Σημειώνω εδώ ότι ο αιτητής επικοινωνεί με την μητέρα του, η οποία και ζει στο ίδιο μέρος με την οικογένεια της αιτήτριας, χωρίς να έχει πληροφορηθεί για κάποια περαιτέρω εξέλιξη, που καταδεικνύει ότι δεν αναμένεται να αναζωπυρωθεί το ζήτημα.
Σε σχέση τώρα με τον αιτητή 3 και το ζήτημα υγείας του παρατηρώ τα εξής.
Στο ερ.52 καταγράφεται από την ιατρό που εξέτασε τον αιτητή 3 ότι «τα ευρήματα […] είναι πολύ μικρά και χωρίς αιμοδυναμική σημασία […] πιθανότατα θα κλείσουν από μόνα τους και ακόμα και αν δεν κλείσουν δεν χρειάζονται κάποια παρέμβαση/επέμβαση […] και δεν υπάρχουν ενδείξεις για ανάγκη περιορισμού της φυσικής δραστηριότητας» (δική μου μετάφραση από την αγγλική) του αιτητή 3. Εκ τούτου θεωρώ ότι απαντώνται και όλες οι επί τούτου ανησυχίες που εκφράστηκαν από τους αιτητές, καθώς καθίσταται σαφές ότι ο αιτητής 3 δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, δεν αναμένεται, στη βάση των ως άνω ιατρικών ευρημάτων, να χρειαστεί κάποια θεραπεία ή και επέμβαση για τις ατέλειες που εντοπίστηκαν στην καρδία του και ούτε αναμένεται να επηρεάσει τον αιτητή στις σωματικές του δραστηριότητες.
Αξίζει να σημειωθούν και τα κάτωθι σε σχέση με τη συμπληρωματική προστασία σχετικά με τις περιστάσεις του ανήλικου τέκνου των αιτητών 1 και 2 (αιτητή 3).
Σχετικά με εξέταση λόγων υγείας στα πλαίσια της συμπληρωματικής προστασίας, στο εγχειρίδιο «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση», του EASO, σελ.120, αναφέρονται τα εξής:
«[Σ]την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση M’Bodj, το ΔΕΕ διέκρινε την ερμηνεία του από την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ βάσει της ελαφρώς διαφορετικής διατύπωσης του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) και του πλαισίου στο οποίο τυγχάνει να εφαρμόζεται το άρθρο 15 στοιχείο β). Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη (708). Το ΔΕΕ αρνήθηκε να ερμηνεύσει το άρθρο 15 στοιχείο β) με τον ίδιο τρόπο. Το ΔΕΕ επισήμανε ότι το γράμμα του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) διαφέρει από εκείνο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ στο μέτρο που εφαρμόζεται σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος «στη χώρα καταγωγής». […] Επιπλέον, το ΔΕΕ επισήμανε ότι ορισμένα στοιχεία του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), καθώς και η ratio της συγκεκριμένης οδηγίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής. Ομοίως, κατά την αιτιολογική σκέψη 26 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.»
Περαιτέρω, στην σελ.123 του ιδίου εγχειριδίου αναφέρονται τα εξής:
«Η εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο β) προϋποθέτει ένα στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης. Παρά την παραπομπή του ΔΕΕ στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και στην υποχρέωση εφαρμογής της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) κατά τρόπο που συνάδει με το άρθρο 19 παράγραφος 2 του Χάρτη της ΕΕ (μη επαναπροώθηση, σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας) (731), το ΔΕΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαφορετική διατύπωση του άρθρου 15 στοιχείο β) και διακρίνει μεταξύ του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 3, ως απαγόρευσης επιστροφής προσώπου, και της θεμελίωσης αίτησης επικουρικής προστασίας […]»
Εκ των ως άνω προκύπτει ότι, χωρίς να συνυπάρχει το απαραίτητο «στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης», δεν δύναται, χωρίς να καταδειχθεί σχετικός φορέας δίωξης ή σοβαρής βλάβης εκ του οποίου ο αιτητής (ή το ανήλικο) κινδυνεύει να υποστεί την προβλεπόμενη στο αρ.19 (2) (β) βλάβη, να αποδοθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας στη βάση και μόνο λόγων υγείας (βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-542/13, M’Bodj, ημ.18/12/14).
Εδώ ελλείπει το απαιτούμενο πρόβλημα υγείας που να χρήζει επέμβασης ή να επηρεάζει τον αιτητή 3 αλλά και το «στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης» (δεδομένου ότι ουδέν λέχθηκε σχετικώς) και - κατ’ επέκταση - ο απαιτούμενος φορέας σοβαρής βλάβης και συνεπώς ουδείς λόγος μπορεί να γίνει για συμπληρωματική προστασία στη βάση των λόγων υγείας που αφορούν το ανήλικο τέκνο των αιτητών (αιτητή 3).
Στη βάση δε της αρχής της μη επαναπροώθησης (βλ. αρ.3 ΕΣΔΑ), μόνο «σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη» (βλ. απόσπασμα από εγχειρίδιο EASO, πιο πάνω).
Στη σχετική αυθεντία Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Paposhvili v. Belgium, app. no.41738/10, Grand Chamber, ημ.13/12/16, λέχθηκαν τα εξής.
«181. The Court concludes from this recapitulation of the case-law that the application of Article 3 of the Convention only in cases where the person facing expulsion is close to death, which has been its practice since the judgment in N. v. the United Kingdom, has deprived aliens who are seriously ill, but whose condition is less critical, of the benefit of that provision. As a corollary to this, the case-law subsequent to N. v. the United Kingdom has not provided more detailed guidance regarding the “very exceptional cases” referred to in N. v. the United Kingdom, other than the case contemplated in D. v. the United Kingdom.
[…]
183. The Court considers that the “other very exceptional cases” within the meaning of the judgment in N. v. the United Kingdom (§ 43) which may raise an issue under Article 3 should be understood to refer to situations involving the removal of a seriously ill person in which substantial grounds have been shown for believing that he or she, although not at imminent risk of dying, would face a real risk, on account of the absence of appropriate treatment in the receiving country or the lack of access to such treatment, of being exposed to a serious, rapid and irreversible decline in his or her state of health resulting in intense suffering or to a significant reduction in life expectancy. The Court points out that these situations correspond to a high threshold for the application of Article 3 of the Convention in cases concerning the removal of aliens suffering from serious illness.
[…]
188. As the Court has observed above (see paragraph 173), what is in issue here is the negative obligation not to expose persons to a risk of ill-treatment proscribed by Article 3. It follows that the impact of removal on the person concerned must be assessed by comparing his or her state of health prior to removal and how it would evolve after transfer to the receiving State. »
Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι σε περιπτώσεις που υπάρχουν ισχυρισμοί σχετικοί με την υγεία ενός αιτητή μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπου δεικνύεται, με το βάρος για την απόδειξη συνδρομής τους, ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) να είναι στον αιτητή, μπορεί να παρασχεθεί προστασία στη βάση του αρ.3 της ΕΣΔΑ, όπου ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι ο αιτητής πάσχει από ασθένεια, για την οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη και προσβάσιμη απ’ αυτόν θεραπεία στη χώρα καταγωγής και εξαιτίας της έλλειψης αυτής ο αιτητής απειλείται με θάνατο ή ραγδαία, σοβαρή και ανεπανόρθωτη επιδείνωση της υγείας του, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα έντονη οδύνη ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής του [«although not at imminent risk of dying, would face a real risk, on account of the absence of appropriate treatment in the receiving country or the lack of access to such treatment, of being exposed to a serious, rapid and irreversible decline in his or her state of health resulting in intense suffering or to a significant reduction in life expectancy.», (βλ. Paposhvili, ανωτέρω)].
Από τα ενώπιον μου στοιχεία (ερ.52-56), προκύπτει ότι ουδέν στοιχείο ετέθη που να θέτει την περίπτωση του αιτητή 3 εντός των πλαισίων που θέτει η ως άνω νομολογία του ΕΔΑΔ, ήτοι να καταδεικνύει ότι πάσχει από ασθένεια, για την οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη και προσβάσιμη θεραπεία στη χώρα καταγωγής και εξαιτίας της έλλειψης αυτής να απειλείται με θάνατο ή ραγδαία, σοβαρή και ανεπανόρθωτη επιδείνωση της υγείας του, που θα έχει ως αποτέλεσμα έντονη οδύνη ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής του.
Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου προχωρώ σε επικαιροποιημένη επισκόπηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής των αιτητών (Rahwali, Gujranwala).
Το Gujranwala είναι πόλη στο βορειοανατολικό τμήμα της επαρχίας Punjab.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 20/03/26), στη περιοχή Punjab του Πακιστάν καταγράφηκαν 1,767 περιστατικά ασφαλείας εκ των οποίων προέκυψαν 122 θάνατοι, τα οποία κατατάσσονται ως ακολούθως: 1,589 διαδηλώσεις που προκάλεσαν 7 θανάτους, 124 περιστατικά πολιτικής βίας με 115 θανάτους, 44 περιστατικά σύρραξης με 67 θανάτους, 50 περιστατικά καταστολής που είχαν αποτέλεσμα 14 θανάτους, 37 περιστατικά τρομοκρατικής δραστηριότητας με 45 καταγεγραμμένους θανάτους και 39 περιστατικά εξωτερικής στρατιωτικής συμπλοκής με 21 θανάτους[4]. Αναφορικά με την πόλη Gujranwala έχουν καταγραφεί 54 περιστατικά ασφαλείας εκ των οποίων προέκυψαν 2 θάνατοι, τα οποία κατατάσσονται ως ακολούθως: 51 διαδηλώσεις χωρίς θανάτους, ένα περιστατικό πολιτικής βίας με 2 θανάτους, ένα περιστατικό καταστολής που είχαν αποτέλεσμα 2 θανάτους και 2 περιστατικά εξωτερικής στρατιωτικής συμπλοκής, χωρίς θανάτους. [5] Ο πληθυσμός της Punjab ανέρχεται περί τα 128 εκατομμύρια κατοίκων ενώ της πόλης Gurjanwala περί τα 2 ½ εκατομμύρια.[6]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα οι αιτητές να αντιμετωπίσουν κατά την επιστροφή τους κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμεναν, και στην οποία αναμένεται να επιστρέψουν, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχουν κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας τους στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τους αιτητές σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [7] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος φόβος «καταδίωξης [των αιτητών] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και ότι δεν έχουν καταδειχθεί «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψ[ουν] στη χώρα ιθαγένειάς [τους], θα αντιμετωπίσ[ουν] πραγματικό κίνδυνο να υποστ[ούν] σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Περαιτέρω, τυχόν επιστροφή των αιτητών στη χώρα καταγωγής τους, ως οικογένεια, δεν θα είναι σε παράβαση της κατοχυρωμένης εκ του αρ.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) προστασίας από επαναπροώθηση και δεν θα εκθέσει τους αιτητές σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση.
Ενόψει δε των ως άνω διαπιστώσεων μου, λαμβανομένου υπόψη του ότι ουδέν έχει τεθεί ενώπιον μου από τους αιτητές και ουδέν συνάγεται εκ των ενώπιον μου στοιχείων, ως ανωτέρω αξιολογούνται, περί του αντιθέτου, δεν θεωρώ ότι θίγεται εκ της επιστροφής του αιτητή 3 το βέλτιστο συμφέρον αυτού, το οποίο άλλωστε, παρότι σταθμίζεται, δεν δύναται θεωρώ να αποτελέσει αυτοτελή λόγο παροχής προστασίας, δεδομένου ότι θα επιστρέψει με τους γονείς του και υπό τις ως άνω περιγραφόμενες περιστάσεις.
Σημειώνω δε εδώ ότι τα όσα έγγραφα συνάπτονται στην προσφυγή δεν μπορούν βεβαίως να ληφθούν υπόψη, καθότι, ως η νομολογία ορίζει, «[η] αγόρευση, όπως ο όρος υποδηλώνει και οι θεσμοί ορίζουν, είναι το μέσο προβολής της επιχειρηματολογία του διαδίκου […] και δεν αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας. (Βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά (1993) 3 Α.Α.Δ. 598· Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου - (Υπ. 1061/94 - 30.6.95).)» και «[α]παιτείται άδεια του Δικαστηρίου για προσαγωγή μαρτυρίας άλλης, από το διοικητικό φάκελο.» [Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 ΑΑΔ 281]. Εδώ τα εν λόγω έγγραφα δεν επισυνάφθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του κ.3 (β) των περί της Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), όπου και θα έπρεπε τέτοια έγγραφα να συναφθούν σε ένορκη δήλωση του αιτητή, όπου να εξηγεί τον «λόγο για τον οποίο δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα […] ή πρόσθετη μαρτυρία κατά την εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης καθώς και τη συνάφειά τους με τα επίδικα θέματα» και ούτε ακολούθησε προσπάθεια να ληφθεί τέτοια άδεια στη βάση του κ.10 (α).
Σημειώνεται καταληκτικά ότι το Πακιστάν έχει καθοριστεί στην Κ.Δ.Π.145/2025, η οποία και εκδόθηκε δυνάμει του αρ.12Βτρις του Νόμου, ως ασφαλής χώρα ιθαγενείας και στην παρούσα ουδέν στοιχείο προσκομίστηκε στη βάση του οποίου θα μπορούσε να «θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής […] στη συγκεκριμένη περίπτωσή», στη βάση του αρ.12Βτρις (6).
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] https://www.mof.gov.cy/mof/gpo/gazette.nsf/06D5F5349C813D02C22588AA001BE254/$file/5457%2026%208%202022%20KYRIO%20MEROS%20TMHMA%20A.pdf
[2] The situation of Christians in Pakistan ~ Reports from Pakistan: Tracing the challenges facing religious minorities in South Asia - MRG – Minority Rights Group International, https://www.ecoi.net/en/document/2007118.html
[3] Country policy and information note: Christians and Christian converts, Pakistan, April 2024, Home Office, UK - σημεία 3.1, 3.2, 3.3 https://www.gov.uk/government/publications/pakistan-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-christians-and-christian-converts-pakistan-april-2024-accessible
[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Pakistan, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)
[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Pakistan, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)
[6] Pakistan: Provinces and Major Cities - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information
[7] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο