J.M.B ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 163/2023, 27/3/2026
print
Τίτλος:
J.M.B ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 163/2023, 27/3/2026
J.M.B ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 163/2023, 27/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  163/2023

27 Μαρτίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

J.M.B,

από Καμερούν

                                     Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Τζ. Μπετίτο (κος) για Πιερίδης και Πιερίδης

Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Αι. Κίτσιου (κα) για Μ. Χρ. Σουρουλλά (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 14.04.2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Σκιαγραφώντας τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά

προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»), καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 16.06.2018 και στις 07.07.2018 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές υποβάλλονται αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 03.08.2018. Στις 03.03.2021, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από Λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός») ο οποίος υπέβαλε στις 16.03.2022 Εισηγητική Έκθεση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 14.04.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 19.12.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 24.05.2022. Την απόφαση αυτήν αμφισβητεί ο Αιτητής μέσω της υπό εξέταση προσφυγής του.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων του, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής επικαλείται κατά πρώτον παράβαση της νόμιμης διαδικασίας, καθώς ως ισχυρίζεται την επίδικη απόφαση έλαβε αναρμόδιο όργανο ενώ η συνέντευξη ολοκληρώθηκε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και η αίτηση του Αιτητή απορρίφθηκε με μία ταχύτατη αυτοματοποιημένη διαδικασία από λειτουργό ο οποίος δεν είναι δεόντως καταρτισμένος και δεν κατείχε τα προβλεπόμενα στα άρθρα 13Α(1Α) και 13Α(9)(α) του περί Προσφύγων Νόμου προσόντα.

 

Κατά δεύτερον, είναι η θέση του, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα και κατ' αντίθεση προς το Νόμο και ότι αυτή αποτελεί αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα  και κατάχρησης εξουσίας, ενώ η αιτιολογία είναι ελλιπής και/ή εσφαλμένη. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή λήφθηκε από λειτουργό του  EUAA κατά παράβαση του άρθρου 13Α(1Α) του περί Προσφυγών Νόμου καθότι ο εν λόγω λειτουργός δεν είναι καταρτισμένος και δεν κατέχει τα απαραίτητα προσόντα, ενώ προέβη σε συνέντευξη χωρίς τη συμμετοχή λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, συνεπώς, η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας με τη συμμετοχή αναρμόδιου οργάνου.

 

Κατά τρίτον, πως υπήρξε παράλειψη από μέρους των Καθ’ ων η αίτηση να εξετάσουν κατά πόσο ο Αιτητής πληροί αυτός προϋποθέσεις για απόδοση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. 

 

Τέλος, ισχυρίζεται ότι δεν παρασχέθηκε η ευκαιρία στον Αιτητή να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις ή/και να παράσχει διευκρινίσεις σε σχέση με τυχόν εσφαλμένη μετάφραση ή παρερμηνεία που περιλαμβάνεται στην γραπτή έκθεση.

 

Από την πλευρά αυτός οι Καθ΄ ων η αίτηση, υπεραμύνονται αυτός νομιμότητας αυτός επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας ένα έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή, υποβάλλοντας ότι αυτή είναι αποτέλεσμα των εξουσιών με αυτός οποίες περιβάλλονται οι Καθ’ ων η αίτηση, κατ’ εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου, λήφθηκε από αρμόδιο πρόσωπο κατόπιν δέουσας έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων αυτός υπόθεσης, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία αυτός υπόθεσης και ότι αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Ως αυτός τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίστηκαν πως αυτός αλυσιτελώς εγείρεται.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Επί του λόγου ακυρώσεως περί αναρμοδιότητας

 

Επισημαίνεται ότι δια της γραπτής του αγόρευσης το Αιτητής επικαλέστηκε διάφορους λόγους που κατά την άποψη του η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω αναρμοδιότητας, οι οποίοι συνοψίζονται ουσιαστικά στα ακόλουθα:

 

(α)  ότι η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή λήφθηκε από λειτουργό του  EUAA κατά παράβαση του άρθρου 13Α(1Α) του περί Προσφυγών Νόμου καθότι ο εν λόγω λειτουργός δεν είναι καταρτισμένος και δεν κατέχει τα απαραίτητα προσόντα, ενώ προέβη σε συνέντευξη χωρίς τη συμμετοχή λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, συνεπώς, η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας με τη συμμετοχή αναρμόδιου οργάνου.

 

(β) ότι το άρθρο 13Α (1Α) του περί Προσφύγων Νόμου, προβλέπει, μεταξύ άλλων, την ακόλουθη προϋπόθεση για την συμμετοχή τρίτων ατόμων στην διενέργεια συνέντευξης:

 

«Όταν ταυτόχρονες αιτήσεις από μεγάλο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών καθιστούν αδύνατη στην πράξη την έγκαιρη διεξαγωγή συνεντεύξεων επί της ουσίας κάθε αίτησης από την Υπηρεσία Ασύλου (…)» και

 

(γ) ότι η συμμετοχή στη διενέργεια συνεντεύξεων είναι προσωρινή και όχι επ’ αόριστον.  

 

Είναι ειδικότερα η θέση του Αιτητή, δια των συνηγόρων του, ότι η προϋπόθεση αυτή τίθεται όταν υπάρχουν ταυτόχρονες αιτήσεις, μεγάλες σε αριθμό και όγκο, οι οποίες καθιστούν αδύνατη στην πράξη τη διενέργεια συνεντεύξεων επί της ουσίας, δηλαδή όταν υπάρχει έλλειψη προσωπικού ή αδυναμία της Υπηρεσίας Ασύλου να ανταποκριθεί στις ανάγκες διεξαγωγής έγκαιρης διαδικασίας για την διεκπεραίωση συνέντευξης αιτητών ασύλου επί της ουσίας.  Επί αυτού, είναι η θέση του Αιτητή ότι συνάγεται από την ως άνω παράγραφο, ότι η συμμετοχή τρίτων προσώπων στη διενέργεια συνεντεύξεων, είναι προσωρινή και ότι συνεπώς η παροχή υπηρεσίων της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο ή άλλου συναφούς οργανισμού περιορίζεται σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και όχι επ’ αόριστον. Προσθέτει ότι η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια είναι ένα εργαλείο αντιμετώπισης, για προσωρινό διάστημα έκτακτης ανάγκης οποιωνδήποτε ελλείψεων της Υπηρεσίας Ασύλου σε προσωπικό και αντιμετώπισης σε προσωρινή βάση «κυμάτων» όγκου αιτήσεων ασύλου. Υποβάλλουν περαιτέρω οι συνηγόροι του Αιτητή, ότι με βάση το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η συγκεκριμένη ΚΔΠ 297/19 ευρίσκεται σε ισχύ συνεχόμενα και αδιάλειπτα από το 2019 καθώς και η παροχή των σχετικών υπηρεσιών από την EASO και/ή την EUAA παρέχεται στην Υπηρεσία Ασύλου συνεχόμενα και αδιάλειπτα από το 2019, καταστρατηγείται το πνεύμα και το γράμμα του νόμου και συγκεκριμένα το άρθρο 13Α(1Α) του περί Προσφύγων Νόμου. Καταλήγουν δε ότι η ΚΔΠ 297/19 και η όποια ανανέωση της μέσω άλλης ΚΔΠ καταστρατηγεί το πνεύμα και το γράμμα της σχετικής νομοθετικής διάταξης για το λόγο ότι είναι χρονικά αόριστη και εν πάση περιπτώσει δεν έχει τον χαρακτήρα του «προσωρινού».

 

Τον ισχυρισμό αυτόν απορρίπτουν οι Καθ’ ων η αίτηση, υποβάλλοντας ότι αυτός δεν έχει δικογραφηθεί δεόντως καθώς και ότι εγείρεται αλυσιτελώς και ότι συνεπώς αυτός θα πρέπει να απορριφθεί. Επισημαίνουν ωστόσο ότι η συμμετοχή του EUAA στην διενέργεια και εξέταση αιτήσεων ασύλου στην Κυπριακή Δημοκρατία καθορίζεται από το OPERATING PLAN το οποίο ανανεώνεται για χρονική περίοδο που καθορίζεται σε αυτό κάθε φορά και αποτελεί συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ευρωπαϊκού Γραφείου Στήριξης αναφορικά με θέματα ασύλου, ως αυτή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  

 

Έχω εξετάσει τον ισχυρισμό αυτό και σε συμφωνία με τους Καθ’ ων η αίτηση φρονώ πως αυτός θα πρέπει να απορριφθεί καθώς δεν έχει δεόντως δικογραφηθεί.

 

Το διάταγμα αυτό (ΚΔΠ 297/19) αποτελεί κανονιστική διοικητική πράξη, η οποία περιβάλλεται με το τεκμήριο νομιμότητας. Τούτο δε συνεπάγεται ότι πρόκειται για δεσμευτική πράξη η οποία δεσμεύει τον ενδιαφερόμενο ιδιώτη, τα δικαστήρια, τις άλλες διοικητικές αρχές καθώς και την αρχή που την εξέδωσε, μέχρι την κατάργηση ή τροποποίηση της[1]. Ως έχει κατ' επανάληψη και με σαφήνεια διατυπωθεί από το Ανώτατο και Διοικητικό Δικαστήριο, οι κανονιστικές πράξεις δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής, αφού δεν μπορούν να προσβληθούν, ευθέως, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου[2]. Όπως επίσης, έχει επίσης κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, το ΄Αρθρο 146 του Συντάγματος «(…) περιορίζει τη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αναθεώρηση πράξεων που ανάγονται στην εκτελεστική ή διοικητική εξουσία του κράτους»[3].  Οι κανονιστικές πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, ήτοι οι πράξεις οι οποίες θεσμοθετούν κανόνες δικαίου, δεν μπορούν να προσβληθούν ευθέως , μπορεί όμως, παρεμπιπτόντως, να εξεταστεί το κύρος μιας κανονιστικής πράξης από το Δικαστήριο «(…) κατά την εξέταση μιας προσφυγής η οποία στρέφεται εναντίον ατομικής διοικητικής πράξης που εκδόθηκε κατ΄ εφαρμογήν της κανονιστικής.»[4]

 

Αν  λοιπόν  ο Αιτητής είχε λόγους και επιθυμούσε να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του  διατάγματος αυτού, μπορούσε να πράξει τούτο επιζητώντας, μέσω της υπό κρίση προσφυγής, τον παρεμπίπτων έλεγχο του διατάγματος αυτού, το οποίο αποτελεί κανονιστική διοικητική πράξη και ως εκ τούτου η νομιμότητα αυτού, δύναται να ελεγχθεί μέσω του παρεμπίπτοντος ελέγχου, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως περί πάσχουσας κανονιστικής διατάξεως, δικογραφείται δεόντως δυνάμει του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962. Τέτοια δικογράφηση δεν εντοπίζεται στο εναρκτήριο δικόγραφο της προσφυγής του Αιτητή και συνεπώς το κύρος της κανονιστικής αυτής πράξεως δεν δύναται να ελεγχθεί, με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός ακυρώσεως να καθίσταται απορριπτέος εξαιτίας τούτου.

 

Πέραν τούτου, το ζήτημα της κατ’ ισχυρισμό αναρμοδιότητας λειτουργού του EUAA έχει ήδη κριθεί και επιλυθεί νομολογιακά με την απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 27.02.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 95/2023, BOLARNINWA EMMANUEL JOHNSON v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, όπου το Εφετείο απέρριψε ρητά αντίστοιχο ισχυρισμό. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι, δυνάμει του άρθρου 13Α(1Α) του περί Προσφύγων Νόμου και του διατάγματος του Υπουργικού Συμβουλίου ΚΔΠ 297/2019, οι εμπειρογνώμονες που επιστρατεύονται από την EASO/EUAA δύνανται όχι μόνο να συμμετέχουν αλλά και να διενεργούν αυτοτελώς προσωπικές συνεντεύξεις αιτητών διεθνούς προστασίας, χωρίς να απαιτείται η ταυτόχρονη συμμετοχή λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου. Περαιτέρω, το Εφετείο υιοθέτησε την πάγια νομολογία ότι οι λειτουργοί της EASO/EUAA ενεργούν στο πλαίσιο συμφωνημένης παροχής βοήθειας προς την Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 439/2010 και το εκάστοτε ισχύον επιχειρησιακό σχέδιο, χωρίς να τους έχει μεταβιβασθεί αποφασιστική αρμοδιότητα, η οποία παραμένει στην Υπηρεσία Ασύλου και ασκείται από δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό. Τέλος, κρίθηκε ότι δεν ανετράπη το τεκμήριο της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων ούτε προέκυψε οποιαδήποτε παρατυπία ως προς τα προσόντα, την κατάρτιση ή τη διαδικασία διεξαγωγής της συνέντευξης, με αποτέλεσμα ο σχετικός λόγος περί παραβίασης της αρχής της νομιμότητας να απορριφθεί ως αβάσιμος. 

 

Ενόψει των πιο πάνω, ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως και την ουσία την υπόθεσης.

 

Αναφορικά με τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως που προωθεί ο Αιτητής, διαπιστώνεται ότι πλην του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας ο οποίος προωθείται επί τη βάση σχετικής επιχειρηματολογίας, οι υπόλοιποι προωθούνται με γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων, χωρίς ωστόσο να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ή επιχειρήματα, που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του αυτούς. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962.[5]

 

Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[6], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.[7]Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344,  Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344, όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποίαν παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι  η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες. 

 

Στην εξεταζόμενη λοιπόν υπόθεση δεν ήταν αρκετό να τεθεί στα νομικά σημεία της αιτήσεως ακυρώσεως αλλά και της μετέπειτα καταχωρισθείσας γραπτής αγόρευσης, με γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία, η παραβίαση κανόνων δικαίου κάτω από τη γενικότερη σφαίρα παραβίασης των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου με τον οποίον οι αρχές αυτές παραβιάζονται. Στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθούνται οι λόγοι ακυρώσεως περί του αναιτιολόγητου, πλάνης κ.τ.λ. ουδόλως εξηγείται με τη γραπτή αγόρευση, που είναι και το μέσο για ανάπτυξη μίας τέτοιας επιχειρηματολογίας.

 

Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, αυτό που επίσης παρατηρείται είναι πως πέραν από γενικόλογους λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής δεν προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Υπενθυμίζεται ότι, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας το οποίο εξετάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του  πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc), κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή). Συνεπώς η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών, αφού ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως είναι βάσιμοι, καμία επίδραση δεν θα έχει, μία τέτοια κρίση, στο νομικό αποτέλεσμα που επήλθε με την προσβαλλόμενη απόφαση αφού ο Αιτητής δεν προβάλλει, ως οφείλει, ειδικούς και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς που να δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, που είναι και το κρίσιμο στα πλαίσια της έκτασης του ελέγχου του παρόντος δικαστηρίου.[8]

 

Όλοι λοιπόν οι λόγοι ακυρώσεως, πλην αυτών που αφορούν στην έλλειψη δέουσας έρευνας, είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης ως γενικοί, αόριστοι αλλά και αλυσιτελείς και κατά τούτο απορρίπτονται στο σύνολό τους. Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν,[9] θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Ως εκ τούτου , προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.

 

Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή περί έλλειψη δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[10]

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιον τους.

 

Παρατηρώ πως με την υποβληθείσα αίτηση του για άσυλο ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή είχε χτυπήσει μέχρι θανάτου έναν επαναστάτη Ambazonian.  Δήλωσε ότι οι επαναστάτες Ambazonians είχαν χτυπήσει τους γονείς του μπροστά του και όλα αυτά καταγγέλθηκαν στην επαρχία του Νοτιοδυτικού Καμερούν και συγκεκριμένα στην Buea.  Τέλος, ο Αιτητής υποστήριξε ότι οι επαναστάτες Ambazonians τον αναζητούσαν και η μόνη λύση ήταν να διαφύγει και να εγκαταλείψει την πατρίδα του. 

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης του, σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στη Douala, είναι Χριστιανός και ανήκει στην εθνοτική ομάδα Etom, στην οποία ανήκαν και οι γονείς του, τους οποίους έχει χάσει. Ως προς το μορφωτικό του υπόβαθρο, υποστήριξε ότι αποφοίτησε από το δημοτικό σχολείο Ecole Publique de Nkouloloun και ακολούθως φοίτησε σε ένα ιδιωτικό κολλέγιο το College Evangelique του New Bell το οποίο ωστόσο σταμάτησε για λόγους οικονομικούς και επειδή ήθελε να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο.  Ισχυρίστηκε ότι μιλάει τη γλώσσα Etom καθώς επίσης και Indo αφού έζησε στην Ινδονησία όπου έπαιζε ποδόσφαιρο. 

 

Ως υποστήριξε, κάποια στιγμή αρραβωνιάστηκε και από τη σχέση αυτή απέκτησε δύο κόρες, γεννηθείσες το 2011 και το 2016. Μετά τον χωρισμό του από την εν λόγω γυναίκα, μετέφερε τα δύο παιδιά του στο χωριό Obala, όπου διέμειναν με τη γιαγιά τους. Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι τελούν υπό τη φροντίδα του, πέραν των τέκνων του, ο μικρότερος αδελφός του καθώς και οι τρεις νεότερες αδελφές του, οι οποίοι διαμένουν όλοι στη Douala. Υποστήριξε επίσης ότι ο πατέρας του απεβίωσε λόγω ασθένειας, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να προσδιορίσει την ακριβή ημερομηνία θανάτου.

 

Κληθείς να αναφερθεί στον θάνατο της μητέρας του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι είχε μεταβεί στη Buea προκειμένου να ακολουθήσει την επαγγελματική του πορεία και να φροντίσει τα παιδιά του, έχοντας μαζί του και τη μητέρα του. Διευκρίνισε ότι δεν μιλάει για το θέμα αυτό ως ζήτημα πολέμου, προσθέτοντας ότι μοιάζει με κατάσταση κατά την οποία άγνωστα άτομα εισέρχονται στην οικία σου και σου επιτίθενται. Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως ανέφερε, έχασε τη μητέρα του. Μετά τον θάνατό της, αποφάσισε να μεταφέρει τα παιδιά του στη γιαγιά τους στο χωριό, ενώ ο ίδιος επέστρεψε στη Douala, όπου όφειλε να εργαστεί και να συγκεντρώσει χρήματα προκειμένου να ταξιδέψει.

 

Κληθείς να μιλήσει για την ποδοσφαιρική του καριέρα, ο Αιτητής δήλωσε ότι είχε παίξει ποδόσφαιρο για 3 χρόνια στο Καμερούν σε ομάδες της δεύτερης κατηγορίας.  Ακολούθως, μετέβη στην Ταϊλάνδη όπου έπαιξε για δύο χρόνια.  Σημείωσε ότι για να μεταβεί στην Ταϊλάνδη, ο πατέρας του είχε πουλήσει το σπίτι τους για να τον βοηθήσει οικονομικά.  Υποστήριξε ακόμη ότι είχε παίξει ποδόσφαιρο για 7-8 χρόνια στην Ινδονησία και για ένα χρόνο στη Σιγκαπούρη.  Μετά επέστρεψε πίσω στη χώρα καταγωγής του όπου διέμενε με την αρραβωνιαστικιά του και τα δύο παιδιά τους.  Στη συνέχεια είχαν αρχίσει τα προβλήματα με την αρραβωνιαστικιά του όπου ο Αιτητής δεν θέλησε να επεκταθεί περισσότερο. 

 

Ακολούθως, επισημάνθηκε στον Αιτητή ότι είχε πει πως γεννήθηκε στη Douala.  Ερωτηθείς που διέμενε όταν επέστρεψε από το εξωτερικό, ο Αιτητής απάντησε ότι είχε ξεκινήσει από τη Douala.  Ισχυρίστηκε ότι τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με τη μητέρα των παιδιών του, τα είχε περάσει στη Yaounde, όπου διέμενε μαζί της για 3 χρόνια.   Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο τελευταίος τόπος διαμονής του στην πατρίδα του προτού φύγει, ήταν η Douala και θεωρεί την εν λόγω πόλη ως τον τόπο συνήθους διαμονής του.   

 

Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι στην πόλη Douala αισθανόταν ασφαλής ωστόσο στην πόλη Buea ένιωθε ανασφάλεια και έπρεπε να φύγει.  Δήλωσε ακόμη ότι στην πραγματικότητα ο ίδιος είναι ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας του και ως τέτοιος είναι ο πατέρας και η μητέρα της οικογένειας του.  Ο Αιτητής υποστήριξε ότι έχει τον αδελφό του, τις αδελφές του και τα παιδιά του που πρέπει να έχουν μια καλή μόρφωση για το μέλλον τους.  Αυτός είναι και ο λόγος που βρίσκεται στην Κύπρο.

 

Στη συνέχεια της συνέντευξης του, ερωτηθείς πώς είχε χάσει τη μητέρα του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι υπήρξαν κάποιοι «ασυνείδητοι» άνθρωποι οι οποίοι είχαν έρθει και είχαν επιτεθεί στη μητέρα του.  Ανέφερε ότι δεν μιλάει για μια εμπόλεμη κατάσταση αλλά για ένα περιβάλλον το οποίο είναι βίαιο.  Όταν ο Αιτητής ρωτήθηκε πότε αυτοί οι «ασυνείδητοι» άνθρωποι είχαν πάει στης μητέρας του, δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να μπει σε λεπτομέρειες αφού όλο αυτό ήταν επώδυνο για τον ίδιο. Ερωτηθείς εάν αυτοί οι «ασυνείδητοι» άνθρωποι ήταν στρατιωτικοί, Ambazonians ή απλοί εγκληματίες, ο Αιτητής υποστήριξε ότι αυτό που είχε δει ο ίδιος ήταν επιτιθέμενους (aggressors).  Ισχυρίστηκε ότι σε εκείνη την περιοχή (Buea), κάθε πρόσωπο που έμπαινε στο σπίτι σου ονομαζόταν «Ambazonian».  Ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν είχε δει στρατιωτικούς ή Ambazonians, αλλά είχε δει επιτιθέμενους (aggressors). 

 

Ακολούθως, όταν ο Αιτητής ρωτήθηκε τι φοβόταν εάν επέστρεφε πίσω στην πατρίδα του, δήλωσε ότι δεν φοβόταν για τον εαυτό του.  Υπέδειξε ότι φοβόταν για τον αδελφό του, για τις αδελφές του και ιδιαίτερα για τα παιδιά του που δεν θα έχουν πρόσβαση σε κατάλληλη μόρφωση για να έχουν ένα καλύτερο μέλλον. 

 

Ερωτηθείς εάν είχαν επιτεθεί στη μητέρα του για κάποιον ιδιαίτερο λόγο ή κατά πόσο επρόκειτο για μια αυθαίρετη επίθεση στο πλαίσιο της γενικής ανασφάλειας στη χώρα του, ο Αιτητής υποστήριξε ότι είναι κάτι που ο Θεός δίνει και παίρνει.  Επισήμανε ότι είναι Χριστιανός και έτσι βλέπει τα πράγματα. 

 

Τέλος, όταν ο Αιτητής ρωτήθηκε εάν θα μπορούσε να ζήσει σε κάποιο άλλο μέρος του Καμερούν, ισχυρίστηκε ότι έχει το χωριό στο οποίο έχει αφήσει και τα παιδιά του.  Ανέφερε ότι θα μπορούσε να επιστρέψει μαζί με τα παιδιά του στο κέντρο της πόλης ώστε αυτά να έχουν μια καλή μόρφωση.  Ο Αιτητής δήλωσε ότι εάν επέστρεφε, κανείς δεν θα τον κυνηγούσε στο χωριό του αφού ήταν το χωριό του. 

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, παρατηρώ ότι ο Λειτουργός διαχώρισε τους ισχυρισμούς του Αιτητή σε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς:

 

Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός από τον Λειτουργό καθώς, ως κρίθηκε, στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική και η εξωτερική του αξιοπιστία.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός ήταν ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω της γενικής κατάστασης ασφαλείας, που είχε ως αποτέλεσμα τη δολοφονία της μητέρας του στη Buea. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε καθώς κρίθηκε ότι η αφήγηση του Αιτητή δεν διέθετε την αναγκαία συνοχή, σαφήνεια και ακρίβεια. Συγκεκριμένα, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής αναφέρθηκε στον θάνατο της μητέρας του μόνο με γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά, συνθήκες ή λεπτομέρειες που να καθιστούν την αφήγησή του εξατομικευμένη και επαληθεύσιμη. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες σκοτώθηκε η μητέρα του, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές περί «βίαιου περιβάλλοντος» και «ασυνείδητων ανθρώπων», χωρίς να προσδιορίσει ποιοι ήταν οι δράστες, πότε ακριβώς συνέβη το περιστατικό, με ποιον τρόπο φέρεται να έλαβε χώρα η επίθεση, με ποια μέσα προκλήθηκε ο θάνατος, ούτε εάν η μητέρα του μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο ή πώς ο ίδιος πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο για δολοφονία. Περαιτέρω, όταν ζητήθηκε από τον Αιτητή να εξηγήσει ειδικότερα τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την πατρίδα του, αυτός απάντησε με υπεκφυγές, δηλώνοντας ότι είχε ήδη εξηγήσει τα πάντα και παραπέμποντας γενικά στην κατάσταση που επικρατούσε στη Buea και στην ανασφάλεια που ένιωθε για τα παιδιά του. Ωστόσο, κατά την κρίση του Λειτουργού, ο Αιτητής δεν είχε προηγουμένως εξηγήσει με επαρκή λεπτομέρεια ούτε τις συνθήκες του θανάτου της μητέρας του ούτε την κατάσταση ασφαλείας στη Buea. Αντίθετα, απέφυγε να δώσει σαφείς απαντήσεις όταν του ζητήθηκε να εξειδικεύσει τα γεγονότα, ενώ όταν ρωτήθηκε πότε ακριβώς σκοτώθηκε η μητέρα του, δεν απάντησε ευθέως, επικαλούμενος απλώς ότι το γεγονός ήταν επώδυνο και δύσκολο να το συζητήσει.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός σημείωσε ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό περί δολοφονίας της μητέρας του Αιτητή, ακριβώς επειδή ο ίδιος δεν παρείχε επαρκή στοιχεία ή λεπτομέρειες. Επιπλέον, από τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές προέκυπτε ότι η Buea και γενικότερα η Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα εγκληματικότητας, ένοπλων ληστειών και απαγωγών, γεγονός που υποδήλωνε ότι το περιστατικό, ακόμη και αν συνέβη, ενδεχομένως εντασσόταν στο ευρύτερο πλαίσιο γενικής εγκληματικότητας και ανασφάλειας και όχι κατ’ ανάγκη στη σύγκρουση μεταξύ Αγγλόφωνων και Γαλλόφωνων.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίθηκε ότι η περιγραφή του συγκεκριμένου ουσιώδους γεγονότος στερείτο εσωτερικής συνοχής και εξωτερικής επιβεβαίωσης. Κατά συνέπεια, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός και απορρίφθηκε.

 

Εν συνεχεία, ο Λειτουργός προχώρησε σε εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, στη βάση του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού. Λαμβάνοντας υπόψη διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, διαπίστωσε ότι η κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές, και ειδικότερα στη Νοτιοδυτική περιοχή, παραμένει επιβαρυμένη, με συνεχιζόμενη βία, παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εκτοπισμούς αμάχων. Με βάση τα πιο πάνω, κατέληξε ότι υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του, να εκτεθεί σε μεταχείριση που ενδέχεται να συνιστά δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Κατά τη Νομική Ανάλυση, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα σύμφωνα με το Άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και το Άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, καθότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης για έναν από τους προβλεπόμενους λόγους. Αναφορικά με τη συμπληρωματική προστασία, ο Λειτουργός έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 19(2)(α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Douala του Καμερούν, δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Περαιτέρω, ως προς το Άρθρο 19(2)(γ), κρίθηκε ότι, παρά την ύπαρξη προβλημάτων ασφάλειας στις αγγλόφωνες περιοχές, η κατάσταση δεν ανέρχεται σε επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να απειλείται οποιοσδήποτε άμαχος λόγω της απλής παρουσίας του. Επισημάνθηκε ότι η ένταση της σύγκρουσης παρουσιάζει μείωση και ότι απαιτούνται επιπρόσθετα προσωπικά στοιχεία κινδύνου, τα οποία δεν προέκυψαν στην περίπτωση του Αιτητή, ο οποίος είναι ενήλικας, ικανός προς εργασία και δεν έχει επηρεαστεί άμεσα από συγκεκριμένα περιστατικά. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του Άρθρου 19(2)(α), (β) και (γ) και συνεπώς ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Αξιολογώντας λοιπόν, τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Αρχικά συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού τον οποίο και αποδέχομαι λόγω του ότι οι δηλώσεις του Αιτητή κρίνονται ως σαφείς, δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου, ενώ οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν και από αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης στις οποίες προσέτρεξε ο αρμόδιος λειτουργός.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ότι εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω της γενικής κατάστασης ασφαλείας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη δολοφονία της μητέρας του στη Buea, συντάσσομαι με την αξιολόγηση του Λειτουργού και τους λόγους για τους οποίους ο εν λόγω ισχυρισμός κρίθηκε ως εσωτερικά αναξιόπιστος. Ειδικότερα, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, παρατηρείται ότι ο Αιτητής, τόσο κατά την αίτησή του όσο και κατά τη συνέντευξή του, δεν παρουσίασε μια συνεκτική, σαφή και συγκεκριμένη αφήγηση ως προς το κρίσιμο αυτό περιστατικό. Ενώ αρχικώς είχε συνδέσει την αναχώρησή του με τους Ambazonians, κατά τη συνέντευξη δεν περιέγραψε τον θάνατο της μητέρας του ως αποτέλεσμα στοχευμένης επίθεσης από συγκεκριμένους δράστες στο πλαίσιο της σύγκρουσης, αλλά αναφέρθηκε γενικά σε «ασυνείδητους ανθρώπους» και σε ένα «βίαιο περιβάλλον», αποφεύγοντας να προσδιορίσει με σαφήνεια ποιοι ήταν οι επιτιθέμενοι. Μάλιστα, όταν ρωτήθηκε εάν επρόκειτο για στρατιωτικούς, Ambazonians ή απλούς εγκληματίες, απάντησε ότι είχε δει απλώς «aggressors», ενώ ταυτόχρονα ανέφερε ότι στην περιοχή κάθε πρόσωπο που εισερχόταν σε σπίτι ονομαζόταν «Ambazonian», χωρίς όμως να δηλώνει ότι πράγματι είδε Ambazonians. Η αμφισημία αυτή αποδυναμώνει ουσιωδώς την εσωτερική συνοχή του αφηγήματός του.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει βασικές λεπτομέρειες για το ίδιο το συμβάν. Όταν ρωτήθηκε πότε ακριβώς έλαβε χώρα η επίθεση κατά της μητέρας του, απέφυγε να απαντήσει, επικαλούμενος ότι το γεγονός ήταν επώδυνο και ότι δεν ήθελε να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες. Ομοίως, δεν διευκρίνισε πώς ακριβώς τραυματίστηκε ή θανατώθηκε η μητέρα του, πώς ο ίδιος πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο για δολοφονία, ούτε περιέγραψε τις περιστάσεις υπό τις οποίες υποτίθεται ότι συνέβη το γεγονός. Η έλλειψη τέτοιων ουσιωδών στοιχείων δεν αφορά δευτερεύουσες πτυχές, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα του ισχυρισμού του. Επιπλέον, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα του, δεν επανήλθε με σαφήνεια στο περιστατικό του θανάτου της μητέρας του, αλλά αναλώθηκε σε γενικές αναφορές στην ανασφάλεια, στα παιδιά του και στην ανάγκη να έχουν καλύτερη μόρφωση και μέλλον. Η μετατόπιση αυτή από έναν ισχυρισμό περί σοβαρού προσωπικού γεγονότος σε γενικές κοινωνικοοικονομικές ανησυχίες ενισχύει την κρίση ότι το αφήγημά του δεν χαρακτηρίζεται από την απαιτούμενη συνέπεια και σαφήνεια.

Καταλήγω, συνεπώς, ότι η αξιολόγηση του Λειτουργού ως προς την εσωτερική αναξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού είναι εύλογη και επαρκώς αιτιολογημένη, καθώς στηρίζεται σε ουσιώδεις ασάφειες, υπεκφυγές και ελλείψεις που διατρέχουν τις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με το κατ’ ισχυρισμόν καθοριστικό γεγονός του θανάτου της μητέρας του και τη σύνδεσή του με την αναχώρησή του από το Καμερούν.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι, όταν ο Αιτητής ρωτήθηκε τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του, δήλωσε ρητά ότι δεν φοβάται για τον ίδιο, αλλά εξέφρασε ανησυχία αποκλειστικά για τα μέλη της οικογένειάς του, και δη για τα παιδιά του και τα αδέλφια του, κυρίως σε σχέση με την πρόσβασή τους σε κατάλληλη εκπαίδευση και τις προοπτικές του μέλλοντός τους. Ωστόσο, από τα ίδια του τα λεγόμενα προκύπτει ότι τα πρόσωπα αυτά εξακολουθούν να διαμένουν στο Καμερούν χωρίς να έχει αναφερθεί οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό δίωξης ή σοβαρής βλάβης εις βάρος τους. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει περαιτέρω τον ισχυρισμό περί ύπαρξης πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου, καθώς υποδηλώνει ότι, ακόμη και για τα πρόσωπα για τα οποία ο ίδιος δηλώνει ότι ανησυχεί, δεν προκύπτει άμεση ή συγκεκριμένη απειλή. Παράλληλα, η φύση των ανησυχιών που προβάλλει, οι οποίες εστιάζουν κυρίως σε ζητήματα εκπαίδευσης και γενικότερου βιοτικού επιπέδου, δεν εντάσσονται κατ’ αρχήν στο πεδίο διεθνούς προστασίας.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, δεδομένης της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής του ισχυρισμού αυτού εκ της αοριστίας, της γενικότητας και της αντιφατικότητας που χαρακτηρίζει το αφήγημα του Αιτητή δεν προκύπτει ανάγκη για εξέταση της εξωτερικής του συνοχής, με αναφορά σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[11], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:

 

«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»

 

Βλέπε σχετικώς και τα όσα αναφέρθηκαν επί του ζητήματος τούτου στην απόφαση του Εφετείου στην FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023, 31.10.2024.

 

Καταλήγω συνεπώς ότι ο δεύτερος αυτός ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και αυτός απορρίπτεται για τους λόγους που έχουν ανωτέρω επεξηγηθεί.

Υπό το φως των προλεχθέντων και του ισχυρισμού περί προσωπικών στοιχείων του Αιτητή που έγινε αποδεκτός από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία. Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:

 

 «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε Αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»

Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :

 

(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή

 

(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή

 

(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στο υπό (α) ανωτέρω εδάφιο. Εξέτασης συνεπώς χρήζουν τα εδάφια (β) και (γ) του άρθρου 19(2).

 

Ως προς τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση του άρθρου 15β της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2) (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, στο εγχειρίδιο της EASO υπό τον τίτλο «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδ.2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση», όπου, στην σελ.120, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα αναφορικά με την εξέταση του άρθρου 15 της Οδηγίας:

 

«Ωστόσο, στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση M'Bodj, το ΔΕΕ διέκρινε την ερμηνεία του από την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ βάσει της ελαφρώς διαφορετικής διατύπωσης του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) και του πλαισίου στο οποίο τυγχάνει να εφαρμόζεται το άρθρο 15 στοιχείο β). Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη (708). Το ΔΕΕ αρνήθηκε να ερμηνεύσει το άρθρο 15 στοιχείο β) με τον ίδιο τρόπο. Το ΔΕΕ επι­σήμανε ότι το γράμμα του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) διαφέρει από εκείνο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ στο μέτρο που εφαρμόζεται σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος «στη χώρα καταγωγής». [.] Επιπλέον, το ΔΕΕ επισήμανε ότι ορισμένα στοιχεία του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδι­ατύπωση), καθώς και η ratio της συγκεκριμένης οδηγίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής. Ομοίως, κατά την αιτιολογική σκέψη 26 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.»

 

Περαιτέρω, στην σελ.123 του ιδίου εγχειριδίου αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Η εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο β) προϋποθέτει ένα στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης. Παρά την παραπομπή του ΔΕΕ στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και στην υπο­χρέωση εφαρμογής της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) κατά τρόπο που συνάδει με το άρθρο 19 παράγραφος 2 του Χάρτη της ΕΕ (μη επαναπροώθηση, σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρι­σης ή τιμωρίας) (731), το ΔΕΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαφορετική διατύπωση του άρθρου 15 στοιχείο β) και διακρίνει μεταξύ του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 3, ως απαγόρευσης επιστροφής προσώπου, και της θεμελίωσης αίτησης επικουρικής προστασίας [...]»

 

Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, CN κατά Bundesrepublic

Deutschland[12] ότι συνιστούν: 

 

«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» 

(βλ. σκέψη 43 της απόφασης)

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmi[13], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Περαιτέρω, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgagaji  v. Staatssecretaris van Justitie[14]: (-έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) 

 «33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.

 

34. Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.

 

35.  Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.

 

36.  Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται  από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».

 

 37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.

 

38.Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.

 

39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

 

Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[15] προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην  πόλη Douala, που αποτελεί τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, από την οποία διαφάνηκαν τα ακόλουθα:

 

  • Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS της χώρας αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στην χώρα. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστικών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonias στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό  στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram  στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Μπόκο Χαράμ και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους.[16]
  • Σε σχέση με την επαρχία Littoral, πρωτεύουσα της οποίας αποτελεί η πόλη Douala, πληροφορίες αναφέρουν ότι η βία που σχετίζεται με τους αυτονομιστές δεν είναι συχνή στη συγκεκριμένη περιοχή[17]. H πιο πρόσφατη έρευνα της αυστριακής ACCORD (Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation) που δημοσιεύτηκε στις 7 Αυγούστου 2025 για το Καμερούν και αφορά το δεύτερο τρίμηνο του 2025, κάνει αναφορά στα περιστατικά ασφαλείας που έλαβαν χώρα στην Περιφέρεια Littoral, από την οποία προκύπτει ότι δεν έλαβε χώρα κανένα περιστατικό ασφαλείας στην Douala.[18]

 

  • Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Littoral, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 17.02.2026) καταγράφηκαν 28 περιστατικά ασφαλείας (ήτοι διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία), τα οποία είχαν ως συνέπεια 31 απώλειες.[19]  Σημειώνεται ότι από τα εν λόγω περιστατικά 17 έλαβαν χώρα στην πόλη της Douala, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 30 απώλειες. Επισημαίνεται πως ο πληθυσμός της Περιφέρειας Littoral εκτιμάται στους 3.355.000 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2015 και ο πληθυσμός της Douala εκτιμάται στους 3.793.693 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2023.[20]

 

Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι, παρά την ύπαρξη συνεχιζόμενων συγκρούσεων σε άλλες περιοχές του Καμερούν, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας, ιδίως στην Περιφέρεια Littoral και στην πόλη Douala, δεν φθάνει σε τέτοιο βαθμό έντασης ώστε να πληρούται το κατώφλι του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, υπό το φως του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité. Ειδικότερα, τα καταγεγραμμένα περιστατικά πολιτικής βίας, αν και υπαρκτά, δεν καταδεικνύουν κατάσταση γενικευμένης και αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να δημιουργείται, εκ μόνης της παρουσίας του ατόμου στην περιοχή, πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης. Περαιτέρω, ελλείψει εξατομικευμένων ισχυρισμών κινδύνου, η αξιολόγηση περιορίζεται στις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή στο πλαίσιο της γενικής κατάστασης. Συναφώς, πρόκειται για ενήλικο άνδρα, με βασικό μορφωτικό επίπεδο και επαγγελματική κατάρτιση, χωρίς να προκύπτουν στοιχεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας ή άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες που να αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνεται ότι συντρέχουν λόγοι που να θεμελιώνουν δικαίωμα σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, και έχοντας ενώπιον μου τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, την ίδια την επίδικη απόφαση και τις δηλώσεις του Αιτητή σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, δεν διαπιστώνω να υφίσταται οποιαδήποτε πλημμέλεια σε σχέση με αυτήν. Κρίνω δε ότι ορθώς και κατόπιν δέουσας έρευνας οι Καθ΄ ων η αίτηση κατά την έκδοση της επίδικης απόφασής τους κατέληξαν ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Αιτητής δεν θα μπορούσαν καθ' αυτοί να οδηγήσουν σε υπαγωγή του στο καθεστώς των άρθρων 3 ή 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Κατά τούτο και ο λόγος ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας ως προωθήθηκε από τον Αιτητή είναι υποκείμενος σε απόρριψη ως αβάσιμος.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξη μου  ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεών του. Περαιτέρω, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

 

Με βάση το σύνολο των στοιχείων ενώπιον μου, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1]  ΣτΕ 184/67.

[2] Γενική Συνομοσπονδία Παγκύπριας Οργάνωσης Βιοτεχνών Επαγγελματιών Καταστηματαρχών -ν- Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Υποθ. 5869/2013, κ.α., απόφαση 16.03.2016.

[3] G.C. School of Careers Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1993) 3 ΑΑΔ 170.

[4] Γενική Ομοσπονδία Παγκύπριων Οργανώσεων Βιοτεχνών Επαγγελματιών ν. Δημοκρατίας, Προσφ. Αρ. 5869/2013 κ.ά., ημερ. 16.3.2016.

 

[5] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας  από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού   Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

[6] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.

[7] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/06, ημερ. 26.07.2007

[8] «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π.  Σπηλιωτόπουλος, 14η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 247 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα Έκτη Έκδοση, 2014, Π. Δ. Δαγτόγλου, σ. 552.

[9] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).

[10] Απόφαση αρ. 128/2008, JAMAL KAROU ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2025)

[11] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023- 02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 08.11.2024)

[12] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland.

[13] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών  8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011

[14] Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[15] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).

[16]    ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024,  https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026)

[17] Crisis24, Cameroon: Suspected separatists attack security post in Matouke, Littoral Region, May 2023, διαθέσιμο σε: https://crisis24.garda.com/alerts/2023/05/cameroon-suspected-separatists-attack-security-post-in-matouke-littoral-region-may-1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026)

[18] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: CAMEROON, SECOND QUARTER 2025: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), 7 August 2025, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2129191/2025q2Cameroon_en.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026)

[19] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17.02.2026)

[20] https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο