ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 185/2024
23 Μαρτίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.M.N.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθυντή
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Γ. Καρατσιόλη (κα) για Νίκο Α. Λοΐζου και Χρίστο Γ. Χριστούδια, Δικηγόροι για τον Αιτητή.
Α. Χατζηιωσήφ (κα) για Μ.Φιλλίπου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής παρών
[Παρούσα η Μ. Katchatrian (κα) για πιστή μετάφραση από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 11/12/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Νιγηρίας, κάτοχος διαβατηρίου, ο οποίος σύμφωνα με δηλώσεις του εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 31/10/2022, μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Την 01/12/2022 συμπλήρωσε και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 15/09/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Την 1η/10/2023, ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείτο την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή και στις 14/10/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, αποφασίζοντας παράλληλα και την επιστροφή του στην Νιγηρία.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 11/12/2023 παραλήφθηκε από τον Αιτητή στις 21/12/2023, θέτοντας την υπογραφή του μετά από πλήρη επεξήγηση του περιεχομένου της σε γλώσσα κατανοητή από τον Αιτητή, ήτοι την Αγγλική.
Εμπρόθεσμα ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του, καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, προβάλλοντας πλήθος νομικών ισχυρισμών, ωστόσο, με την γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος του Αιτητή περιόρισε τις θέσεις του στην προώθηση ισχυρισμού περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, μη δέουσας έρευνας των ισχυρισμών του Αιτητή και πάσχουσας αιτιολογίας.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέταση απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας και ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης. Απορρίπτουν τον ισχυρισμό του Αιτητή περί αναρμοδιότητας, ισχυριζόμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από καθ’όλα αρμόδιο όργανο και παραπέμπουν το Δικαστήριο στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου από όπου διαφαίνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε νόμιμα από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Ως εκ των πιο πάνω, καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή του Αιτητή ως νόμω και ουσία αβάσιμη και επικυρώσει την επίδικη απόφαση.
Ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο των διευκρινήσεων, η συνήγορος του Αιτητή εγκατέλειψε τους ισχυρισμούς περί αναρμοδιότητας περιορίζοντας την υπόθεσή του Αιτητή στην προώθηση της θέσης περί μη δέουσας έρευνας των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ’ ων η αίτηση και κατά συνέπεια στην πάσχουσα δοθείσα αιτιολογία. Με τη σειρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της γραπτής του αγόρευσης ως προς τους εναπομείναντες προωθούμενους ισχυρισμούς, επαναλαμβάνοντας την ορθότητα της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνήγορους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτός πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.
Με την αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών κατά της ζωής του από την φυλή του. Μετά τον θάνατο του παππού του ο οποίος ήταν ειδωλολάτρης, ο πατέρας του αρνήθηκε να αναλάβει τον παραδοσιακό ρόλο της φυλής και δολοφονήθηκε. Ακολούθως ζητήθηκε από τον ίδιο να αναλάβει τον ίδιο ρόλο, κάτι που αρνήθηκε με αποτέλεσμα να υποστεί κακοποίηση και βασανιστήρια. Φοβούμενος για τη ζωή του διέφυγε με τη βοήθεια μελών της εκκλησίας οι οποίοι χρηματοδότησαν το ταξίδι του.
Στα πλαίσια της συνέντευξής του από αρμόδιο λειτουργό, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ως γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πολιτεία Kaduna ωστόσο από το 2008 και μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του διέμενε στο χωρίο Amagu Ugwu της πολιτείας Enugu της Νιγηρίας. Ως προς την οικογένεια του δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2021, η μητέρα του ζει στην περιοχή στο χωρίο Amagu Ugwu της πολιτείας Enugu της Νιγηρίας και ότι έχει τέσσερις αδελφές και έναν αδελφό. Κατά δήλωσή του απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με εργασιακή εμπειρία ως οδηγός σε εταιρεία ηλεκτρισμού.
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής προέβαλε ότι δέχθηκε απειλές κατά της ζωής του επειδή αρνήθηκε να αναλάβει την θέση του αποθανόντος πατέρα του και να υπηρετήσει το «είδωλο». Δήλωσε πως επιστρέφοντας από την εργασία του, τον Ιούνιο 2021 τέσσερα άτομα, τον κτύπησαν και τον απείλησαν πως αν δεν αποδεχτεί τη θέση, θα τον σκοτώσουν όπως σκότωσαν και τον πατέρα του. Δήλωσε επιπλέον πως αυτό αποτελεί το μοναδικό περιστατικό εναντίον του και αφότου διέφυγε για προστασία και ασφάλεια σε εκκλησία κοντά στο χωρίο του ουδείς τον έψαξε έκτοτε.
Διευκρινίζοντας τα λεγόμενα του, ο Αιτητής ανέφερε ότι με τον θάνατο του πατέρα του έπρεπε αυτόματα να αναλάβει αυτός την θέση του στην ειδωλολατρία και λόγω του ότι είναι χριστιανός δεν επιθυμούσε, ενημερώνοντας σχετικά τους θείους του. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε πως η συγκεκριμένη θέση παραμένει κενή. Ερωτηθείς συγκεκριμένα να ονοματίσει την κατ’ ισχυρισμό λατρεία, ανέφερε πως δεν υπάρχει όνομα και ότι πρόκειται για ένα «είδωλο» (ερυθρό 23 στο διοικητικό φάκελο) χωρίς να εισφέρει οτιδήποτε περαιτέρω.
Σε σχέση με τις πιθανές συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του, ο Αιτητής υποθέτει πως θα θανατωθεί..
Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά στοιχεία και προφίλ του Αιτητή, και ο δεύτερος αφορά τις ισχυριζόμενες απειλές που έλαβε μετά τον θάνατο του πατέρα του, τον οποίον θα έπρεπε να αντικαταστήσει.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν από το προσκομισθέν διαβατήριο και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό καθότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με το αίτημά του, ενώ οι ισχυρισμοί του χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τις απειλές τις οποίες έλαβε, ούτε όμως λεπτομέρειες για τον θάνατο του πατέρα του συνεπεία του οποίου δέχτηκε απειλές θανάτου. Ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε αντίφαση καθώς στην αρχή της συνέντευξης ανέφερε ότι διέμενε στο χωρίο Amagu ενώ αργότερα στην συνέντευξη ανέφερε ότι έμενε στο χωρίο Amechi από τον Ιούνιο του 2021 έως τον Οκτώβριο του 2022, κατά συνέπεια κρίθηκε ότι έχει πληγεί η αξιοπιστία του. Ερωτηθείς για το πόσες φορές προσεγγίστηκε από μέλη τις κοινότητας του για να υπηρετήσει το είδωλο, ο Αιτητής δήλωσε πως ουδέποτε προσεγγίστηκε από άτομα του χωρίου, λέγοντας πως αυτός πρέπει να αναλάβει τη θέση βάση της επικρατούσας παράδοσης χωρίς να δίνει επαρκείς προς τούτο πληροφορίες. Σε δε διευκρινιστική ερώτηση για το ποια ακριβώς θέση εκαλείτο να αναλάβει, χωρίς να δίνει καμία εξήγηση αναφέρθηκε σε τρείς διαφορετικές απαντήσεις «worship», «chief title», «prime minister».
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι τα όσα ο Αιτητής ανέφερε στη συνέντευξη του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την χώρα καταγωγής του Αιτητή, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα στην πολιτεία Enugu της Νιγηρίας, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης.
Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου, το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, με σκοπό να εξεταστεί ο ισχυρισμός του Αιτητή περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία και σύμφωνα με την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές και από το προσκομισθέν διαβατήριο του.
Ορθές κρίνονται και οι διαπιστώσεις των Καθ’ ων η αίτηση σε σχέση και με τον δεύτερο ισχυρισμό του Αιτητή που αφορά στις απειλές που έλαβε στην άρνησή του να αντικαταστήσει τον πατέρα του. Παρατηρώ ότι πράγματι οι δηλώσεις του ήταν επιγραμματικές, ανεπαρκείς και αόριστες, ενώ αρκετές απαντήσεις του δηλώνουν άγνοια, στηρίζονται σε εικασίες, και χαρακτηρίζονται από ασάφειες. Κατ΄αρχάς, παρατηρώ ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία για τη θέση που ο πατέρας του κατείχε ή και την ιδιότητά του, ενώ περιορίστηκε να αναφερθεί επιγραμματικά σε «ειδωλολατρία». Δεδομένου ότι αναμένετο από την κοινότητά του να αναλάβει ο ίδιος την συγκεκριμένη θέση, ήτοι να υπηρετήσει το «είδωλο» όφειλε ο Αιτητής να γνώριζε και να ήταν σε θέση να παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες της συγκεκριμένης λατρείας. Το ίδιο ασαφείς κρίνονται από το Δικαστήριο και οι αναφορές του σε σχέση με το περιστατικό που τον οδήγησε να εγκαταλείψει την χώρα του. Διαπιστώνω ότι ενώ αναφέρεται σε κάποιο περιστατικό που έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2021, δύο μήνες μετά τον θάνατο του πατέρα του, εντούτοις παρέμεινε λακωνικός στις δηλώσεις του, αναφέροντας ότι «με κτύπησαν και με απείλησαν ότι αν δεν δεχτώ θα με σκοτώσουν όπως σκότωσαν και τον πατέρα μου». Δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί με λεπτομέρειες που να παραπέμπουν σε βιωματικό περιστατικό στο συγκεκριμένο μοναδικό περιστατικό που ήταν άλλωστε και ο λόγος για τον οποίο ωθήθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του για την ασφάλειά του. Επιπρόσθετα, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς βασικές πληροφορίες αναφορικά με την κατ΄ισχυρισμό δολοφονία του πατέρα του, προβάλλοντας ότι δεν ήταν παρών και ενημερώθηκε από άλλα μέλη της κοινότητας ότι ο πατέρας του ήταν άρρωστος.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, καθώς ο πυρήνας του ισχυρισμούς του Αιτητή εμπίπτει στη σφαίρα των προσωπικών γεγονότων το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτουν στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας προς επιβεβαίωση του υπό εξέταση ισχυρισμού. Επομένως ορθά κρίθηκε από τους Καθ΄ων η αίτηση ότι δεν τεκμηριώθηκε η αξιοπιστία του και κατά συνέπεια, ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Από το ιστορικό του Αιτητή, όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, προκύπτει ότι ορθά και μετά από δέουσα έρευνα κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δε στοιχειοθέτησε κανέναν ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Τα όσα ανέφερε δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση, διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Νόμου «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Νιγηρία, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών και, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, και ειδικότερα στην πολιτεία Enugu, τόπο συνήθους διαμονής του.
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), της Ακαδημίας της Γενεύης «από το 1960, η Νιγηρία συνδυάζει την εθνογραφική και θρησκευτική ποικιλομορφία με επαναλαμβανόμενη και εξελισσόμενη βία. Από το 2009, η βορειοανατολική περιοχή βιώνει παρατεταμένη εξέγερση από την Boko Haram και την αποσχισθείσα ομάδα της, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Παρά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες των νιγηριανών ενόπλων δυνάμεων που υποστηρίχθηκαν από την ομάδα Civilian Joint Task Force (CJTF) το 2015-2016, η ασφάλεια έχει έκτοτε επιδεινωθεί ξανά, καθώς τα τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα έχουν επεκταθεί. Κάποιες περιοχές έχουν αντιμετωπίσει βία που σχετίζεται με τους πόρους, συγκρούσεις αγροτών-κτηνοτρόφων, κινητοποίηση αυτονομιστών και εγκληματικότητα συμμοριών, συμβάλλοντας σε μαζικούς εσωτερικούς εκτοπισμούς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από αμφισβητούμενες εκλογές, τεταμένες σχέσεις με τον Νίγηρα, σοβαρές πλημμύρες και μια επιδεινούμενη κρίση κόστους ζωής που χαρακτηρίστηκε από διαμαρτυρίες και θανατηφόρα καταστολή. Η περιφερειακή συνεργασία μέσω της Multinational Joint Task Force (MTJF) αποδυναμώθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις του ISWAP εντάθηκαν και οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) διεξήχθησαν με αμφισβητούμενη αιτιολόγηση».[1]
Αναφορικά δε με την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Enugu, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην εν λόγω πολιτεία κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 20/02/2026), καταγράφηκαν 61 περιστατικά πολιτικής βίας[2] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 59 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[3] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Enugu εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 4,690,100 (πρόβλεψη του 2022) κατοίκους.[4]
Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της πολιτείας Enugu (4,690,100 κατοίκους)[5], καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση, αντίθετα στους προωθούμενους ισχυρισμούς του Αιτητή, είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη. Σε κάθε περίπτωση δεν παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με την ΚΔΠ 145/25 η Νιγηρία συγκαταλέγεται στις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας, αλλά και το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να ανατρέψει τα ευρήματα αναξιοπιστίας των Καθ’ ων η αίτηση.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ
[1] War Watch, At a Glance, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04/03/2026]
[2] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[3] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Enugu) [Ημερομηνία Πρόσβασης:04/03/2026]
[4] City Population, https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA014__enugu/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04/03/2026]
[5] Ibid
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο