J.C.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1891/2023, 31/3/2026
print
Τίτλος:
J.C.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1891/2023, 31/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

                                                                                       Υπόθεση Αρ. 1891/2023

 

31 Μαρτίου 2026

 

[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

J.C.O.

 

Αιτητής

ΚΑΙ

 

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

 

Κ. Μιχαηλίδου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π:   Με την προσφυγή του ο αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 22/02/2023 η οποία του κοινοποιήθηκε στις 07/06/2023 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας.

 

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των Διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, ο αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος της Νιγηρίας και στις 30/03/2022, υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 10/02/2023, διεξήχθη συνέντευξη στον αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO και νυν EUAA, στο εξής αναφερόμενη ως «EASO»).  Ακολούθως, στις 21/02/2023, ο αρμόδιος λειτουργός της EASO ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή και στις 22/02/2023, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου αποφάσισε όπως να μην παραχωρηθεί στον αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας.  Στις 07/06/2023, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς τον αιτητή σχετικά με την απόρριψη του αιτήματός του. Η επιστολή και η αιτιολόγηση της απόφασης, παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή στις 07/06/2023.

 

Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Στο δικόγραφο της προσφυγής του δεν καταγράφει νομικούς λόγους και δεν εκθέτει με λεπτομέρειες τα γεγονότα.  Αυτό που αναφέρει χειρόγραφα είναι ότι στη Νιγηρία κινδυνεύει από τον συνεργάτη του πατέρα του, ο οποίος μετά τον θάνατο του πατέρα του, δεν δέχτηκε να διαμοιράσει την επιχείρηση ισότιμα και άρχισε να τον απειλεί.  Πρόσθετα, το εν λόγω άτομο έστειλε πολλές φορές άτομα να τον χτυπήσουν και να τον απειλήσουν.

 

Εξίσου, ούτε στην γραπτή του αγόρευση δεν καταγράφεται οποιαδήποτε ανάλυση νομικών λόγων πέραν των γεγονότων στη βάση των οποίων οδηγήθηκε ο αιτητής στο να εγκαταλείψει τη χώρα του. Ειδικότερα, στην εν λόγω, ο αιτητής κατέγραψε ότι η αξίωσή του, μετά τον θάνατο του πατέρα του, όπως του δοθούν τα ανάλογα από την επιχείρηση, προκάλεσε τον θυμό του συνεργάτη του πατέρα του.  Οι αντιδράσεις του αιτητή για τους ψευδείς ισχυρισμούς του, εξαγρίωσαν το εν λόγω άτομο και οδήγησαν σε απειλές που συνοδεύονταν από σωματικές επιθέσεις.  Ο αιτητής αν και προσπάθησε να βρει τοπική υποστήριξη, εντούτοις δεν τα κατάφερε και βλέποντας ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο αποφάσισε να φύγει για να γλυτώσει τυχόν απαγωγή ή δολοφονία του.

Οι καθ' ων η αίτηση, με τη γραπτή τους αγόρευση, υποβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και Κανονισμών. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση και αφού αξιολογήθηκαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης με αποτέλεσμα η επίδικη πράξη να είναι δεόντως αιτιολογημένη.

 

Έχω εξετάσει προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις και των δύο πλευρών, υπό το φως του περιεχομένου του οικείου διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων.

 

Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε περίπτωση που διάδικος εμφανίζεται σε διαδικασία χωρίς να εκπροσωπείται από δικηγόρο, δεν υποχρεούται σε ενεργό συμμόρφωση με την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, εν αντιθέσει με το τι ισχύει για διαδίκους που εκπροσωπούνται με δικηγόρο. Στον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 αναφέρεται (παραθέτω αυτολεξεί): « Έκαστος διάδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον» (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).

 

Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω, η μη συμπερίληψη στο δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως/ προσφυγής λόγων ακυρώσεως/ νομικών σημείων δεν αποστερεί την εξουσία από το παρόν Δικαστήριο να προχωρήσει να εξετάσει την προσφυγή του Αιτητή και να ελέγξει την ορθότητα της απόφασης, ήτοι να προβεί σε έλεγχο επί της ουσίας σύμφωνα με το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018).

 

Είναι χρήσιμο να παρατεθούν όλοι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Αιτητής σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του προκειμένου να διαπιστωθεί εάν το αρμόδιο όργανο ορθώς αποφάσισε να απορρίψει το αίτημα του Αιτητή.

 

Κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο αιτητής ανέφερε ότι αφότου εγκατέλειψε το σχολείο για οικονομικού περιεχομένου λόγους, έπρεπε να εργαστεί στην επιχείρηση του αποβιώσαντος πατέρα του μαζί με το συνεργάτη του.                            Ωστόσο, ο εν λόγω άνθρωπος, δεν επέτρεψε στον αιτητή να ενασχοληθεί με τη συγκεκριμένη εργασία και αυτό, εξαιτίας συμφωνίας που είχε με τον πατέρα του.   Ο αιτητής αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ως εκ τούτου έφυγε για να έρθει στην Κύπρο και να εργαστεί.  (βλ. ερ. 1 δ.φ.).

Στο πλαίσιο της προφορικής του συνέντευξης και σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πολιτεία Lagos, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα. (βλ. ερ. 30-29 δ.φ.). Ως προς την πατρική του οικογένεια, πρόβαλε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2012, η μητέρα, οι 2 αδελφές και οι 4 αδελφοί του διαβιούν στην Ogidi της Anambra ενώ η μεγαλύτερη αδελφή του ζει στο Lagos.  (βλ. ερ. 31 δ.φ.).  Σχετικά με την εκπαίδευση και την εργασία του, ανέφερε ότι αφού εγκατέλειψε το σχολείο μετά τα δυο χρόνια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εργαζόταν στην επιχείρηση του πατέρα του και στο Alaba International Market στο Lagos  (βλ. ερ. 32, 31,30 δ.φ.).

Ως προς τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής πρόβαλε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του, αρχικά έζησε στο χωριό του για 4 χρόνια και μετά επέστρεψε στο Lagos όπου γνώρισε τον συνεργάτη του πατέρα του.  Αφότου έμειναν μαζί στην επιχείρηση για 2 χρόνια, ο αιτητής του ζήτησε να του δώσει το μερίδιο του καθώς ήθελε να φροντίσει την οικογένειά του και να καλύψει τα έξοδά τους.  Το εν λόγω άτομο, του απάντησε ότι διευθέτησε με τον πατέρα του τα του μεριδίου του τελευταίου και του έδωσε ήδη το ανάλογο ποσό ( στον πατέρα του αιτητή). Ο αιτητής του ανέφερε ότι ο πατέρας του δεν μίλησε ποτέ γι’ αυτά τα πράγματα προσθέτοντας ότι προτού πεθάνει, του είπε πως έπρεπε να μεταβεί στο Lagos ώστε να μάθει τη δουλειά και να μπορέσει να αναλάβει την επιχείρηση σε περίπτωση που του συνέβαινε κάτι.  Τότε, το εν λόγω πρόσωπο του δήλωσε ότι η επιχείρηση του ανήκε και ότι δεν ήθελε να τον ξαναδεί εκεί ή οπουδήποτε κοντά στην αγορά.  Ακολούθως, ο αιτητής τον κατήγγειλε στην εκκλησία.  Ακολούθως, ο συνεργάτης του πατέρα του, έστειλε άτομα για να τον χτυπήσουν και μετά αξίωσε όπως ο αιτητής πάει στην εκκλησία και αποσύρει το παράπονο του. Έπειτα, το εν λόγω πρόσωπο συναντήθηκε πρώτα με τη μητέρα του αιτητή και έπειτα με τον ίδιο (τον αιτητή) και τους απείλησε για τη ζωή του αιτητή. Ο αιτητής εγκατέλειψε το σπίτι του και αποτάθηκε στην εκκλησία για στέγη και βοήθεια.  (βλ. ερ. 28-27 δ.φ.).

Κατά τη διερεύνηση των ισχυρισμών του, μέσω της υποβολής περαιτέρω ερωτήσεων από τον αρμόδιο λειτουργό σε σχέση με τη χρονική σειρά των γεγονότων, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι το μερίδιο του, το ζήτησε το Δεκέμβριο του 2018, ότι πήγε στην αγορά και στην εκκλησία τον Ιανουάριο και το Μάρτιο του 2019, ότι ο συνεργάτης του έστειλε άτομα να τον χτυπήσουν τον Απρίλιο του 2019, ότι πήγε ξανά στην εκκλησία τον Μάϊο του 2019, ότι το εν λόγω άτομο συναντήθηκε με τον ίδιο και τη μητέρα του τον Αύγουστο του 2019 και ότι πήγε να μείνει στην εκκλησία τον Μάϊο του 2021.  Ερωτηθείς για το τι συνέβη την περίοδο Αυγούστου 2019 - Μάϊου 2021, απάντησε ότι δούλευε στο Alaba International Market, ότι έβρισκε πελάτες και τους έπαιρνε σε διαφορετικά μαγαζιά και αν τυχόν αγόραζαν, λάμβανε προμήθεια από τους ιδιοκτήτες αυτών.  Κληθείς να αναφέρει το τι τον οδήγησε στο να αποφασίσει να μείνει στην εκκλησία, δήλωσε ότι το 2021 ενόσω εργαζόταν στην αγορά, ο συνεργάτης του πατέρα του, έστειλε κάποιον να του πει ότι δεν ήθελε να τον ξαναδεί εκεί με τη δικαιολογία ότι έπαιρνε όλους τους πελάτες σε άλλα μαγαζιά.  (βλ. ερ. 26 δ.φ.).

Ακολούθως μετά τον θάνατο του πατέρα του, μετακόμισαν οικογενειακώς στην Anambra. Ερωτηθείς, εάν προτού φύγουν, η μητέρα του συμφώνησε το οτιδήποτε σε σχέση με το μερίδιο του πατέρα του, απάντησε ότι εκείνη γνώριζε ότι ο πατέρας του συνεργαζόταν με το εν λόγω άτομο όμως δεν είχε καμία ανάμειξη και ούτε ήξερε το οτιδήποτε για τις δουλειές τους. Ερωτώμενος γιατί μετά μετακόμισε στο χωρίο ενώ είχαν επιχείρηση στο Lagos, δήλωσε ότι δεν είχε άποψη στην οικογένεια καθότι ήταν μικρός. Αφού του επισημάνθηκε ότι το 2012 ήταν ενήλικας,  δήλωσε ότι κάποια άτομα, όσον αφορά τις επιχειρήσεις, δεν συμπεριλαμβάνουν την οικογένεια, στην επιχείρηση τους. Προχωρώντας, ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε στον αιτητή ότι ο πατέρας του, ουσιαστικά τον συμπεριέλαβε στην επιχείρηση την περίοδο 2011-2012, καθότι μάθαινε τη δουλειά στο πλάι του,  τονίζοντας του και ερωτώντας τον πως η οικογένεια του επέλεξε να φύγει και να αφήσει πίσω της μια επιχείρηση, με τον αιτητή να δηλώνει ότι όταν ήρθε στην επιχείρηση το 2011, ο πατέρας του ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε να του παράσχει όλες τις πληροφορίες για το χωριό ενώ πρόσθεσε ότι όσο περισσότερο το σκεφτόταν, η μητέρα του έκανε λάθος με το να επιλέξει να αφήσει μια τέτοια επιχείρηση πίσω. (βλ. ερ. 24, 23 δ.φ.).

Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι το 2016 όταν επέστρεψε στο Lagos, είπε στο εν λόγω πρόσωπο (συνεργάτη του πατέρα του), ότι θα αναλάμβανε την επιχείρηση από εκεί που την άφησε ο πατέρας του.  Αν και εκείνος σοκαρίστηκε, του απάντησε ότι δεν είχε κάποιο πρόβλημα.  Για δυο χρόνια και συγκεκριμένα από το 2016-2018 εργαζόταν εκεί ως γραμματέας, δίνοντας του πενιχρό εισόδημα ενώ επίσης δεν μοιραζόταν μαζί του τα κέρδη. (βλ. ερ. 23 δ.φ.).

Ως προς τις επιθέσεις που δέχτηκε από πλευράς του εν λόγω προσώπου που (συνεργάτη του πατέρα του), ο αιτητής ανέφερε ότι το 2019 έβαλε άτομα να τον χτυπήσουν, πλην όμως ο ίδιος δεν προέβη σε καταγγελία στις αστυνομικές αρχές καθώς δεν τους είχε εμπιστοσύνη ενώ εξακολουθούσε να μένει στο σπίτι του.  Επιπλέον, κάποια χρόνια μετά, ένας άλλος άντρας που ενεργούσε για λογαριασμό του εν λόγω ατόμου, ήρθε και του είπε να εγκαταλείψει την αγορά.  (βλ. ερ. 22, 21 δ.φ.).

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τα όσα ο αιτητής δήλωσε στη συνέντευξή του και διέκρινε 2 ουσιώδεις ισχυρισμούς. 

Σχετικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά τα στοιχεία ταυτότητας, το εν γένει προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, κρίθηκε ότι στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική και η εξωτερική αξιοπιστία και ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός.

Σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία επειδή απειλήθηκε και δέχθηκε επίθεση από το συνεργάτη του πατέρα του και αυτό καθότι ο αιτητής ήθελε την πληρωμή/καταβολή του μεριδίου του στην επιχείρηση, ο αρμόδιος λειτουργός χαρακτήρισε τις απαντήσεις του αιτητή ως γενικές, αόριστες και ασυνεπείς.  Ειδικότερα, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει επαρκείς πληροφορίες για το συνεργάτη αφ’ ης στιγμής δεν γνώριζε τι είδους σχέση είχαν με τον πατέρα του, πως και γιατί ξεκίνησαν την επιχείρηση μαζί και τι διευθέτησαν μεταξύ τους γι’ αυτή.  Περαιτέρω, αν και ισχυρίστηκε ότι το 2016 επισκέφθηκε το εν λόγω άτομο για να του πει ότι θα αναλάμβανε από εκεί που το άφησε ο πατέρας του, εντούτοις δεν διευκρίνισε ποια ήταν η τότε συμφωνία τους.  Ακόμη, πρόβαλε ότι το 2018 όταν  ανέφερε στο εν λόγω πρόσωπο ότι ήθελε να του πληρώσει το μερίδιό του, εκείνος άρχισε να γίνεται επιθετικός καθώς είχε ήδη διευθετήσει με τον πατέρα του, τα του μεριδίου του τελευταίου, πλην όμως δεν παρέθεσε περαιτέρω πληροφορίες για τη διευθέτηση που έγινε μεταξύ τους.  Ούτε μπόρεσε να μιλήσει για το είδος της από πλευράς της μητέρας του συμφωνίας ακολούθως του θανάτου του πατέρα του και προτού μετακομίσουν στη Lagos.  Ο αιτητής δήλωσε ότι την περίοδο 2016-2018 ήταν ίσοι εταίροι στην επιχείρηση αν και αυτό δεν είχε συμφωνηθεί.  Ωστόσο, ερωτηθείς κατά πόσο ο συνεργάτης του πατέρα του τον συμπεριλάμβανε στα μηναία έξοδα ή στα κέρδη ή στις παραγγελίες, απάντησε ότι η γνώμη του για τα έξοδα και τα κέρδη δεν λαμβανόταν υπόψιν, συμπληρώνοντας ότι ουδέποτε παραπονέθηκε γι’ αυτό.  Ο αιτητής δεν εξήγησε το λόγο που δεν του ζητήθηκε να εγκαταλείψει την αγορά αμέσως μετά τις κατ’ ισχυρισμόν απειλές ως επίσης και το γιατί το πρόσωπο που του το ζήτησε ήταν κάποιο τρίτο πρόσωπο και όχι ο ίδιος ο συνεργάτης του πατέρα του. 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε ότι οι πηγές πληροφόρησης επιβεβαίωναν την ύπαρξη φορέων για καταγγελίες περιστατικών απάτης στη Νιγηριανή αγορά.  Περαιτέρω, δεν εντοπίζονταν πληροφορίες για επιχειρηματικές απάτες, ως η περίπτωση του αιτητή, ενώ οι πλείστες περιπτώσεις αφορούσαν ηλεκτρονικές απάτες.  Ως καταγράφηκε, η αφήγησή του αιτητή ήταν ασυνεπής και ελλιπής και δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική του αξιοπιστία και ως εκ τούτου, ο λειτουργός δεν αποδέχτηκε τον ισχυρισμό.

Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας περαιτέρω τον κίνδυνο που διέτρεχε ο αιτητής στη χώρα καταγωγής του και λαμβάνοντας υπόψιν το προφίλ του αιτητή, έκρινε ότι δεν δικαιούτο προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο του δεν συνέτρεχαν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμούσε να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου ήτοι την εθνικότητα, τη φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Περαιτέρω, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείτο αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή, καθότι ο κίνδυνος που μπορούσε να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του δεν συνιστούσε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συνέτρεχαν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, μιας και στην πολιτεία Lagos της Νιγηρίας, τόπο γέννησης και τελευταίας διαμονής του αιτητή, δεν επικρατούσαν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.

Κατά τις διευκρινήσεις ο αιτητής επανέλαβε τα όσα ανάφερε στην συνέντευξη του.

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018)    και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και διαμονής και το προφίλ του Αιτητή δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση.  

Λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις του Αιτητή, ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του, ήτοι περί του ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του επειδή απειλήθηκε και δέχθηκε επίθεση από τον συνεργάτη του πατέρα του και αυτό καθότι ο αιτητής ήθελε την πληρωμή/ καταβολή του μεριδίου του στην επιχείρηση, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει επαρκώς τον ισχυρισμό αυτό. Παρά τις ευκαιρίες που του δόθηκαν, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτή η αξιοπιστία του, ο Αιτητής έδωσε γενικόλογες, ασαφείς και μη ευλογοφανείς απαντήσεις σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του τέθηκαν, χωρίς να παραθέτει λεπτομέρειες για τα περιστατικά που αφηγήθηκε. Οι ανεπαρκείς και ασαφείς απαντήσεις του Αιτητή δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικής φύσης γεγονότα. Θα συμφωνήσω με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας του αιτητή,  και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.

Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία των ανωτέρω δηλώσεών του, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκ των όσων αυτός δήλωσε, λόγω της απολύτου προσωπικής φύσεως τους, δεν προκύπτουν στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω έρευνας σε εξωτερικές πηγές.  Στη βάση, λοιπόν, της αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών του αιτητή, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος στο σύνολό του.

Στη βάση των ανωτέρω συμπερασμάτων, διαπιστώνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του αιτητή ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό επί του οποίου θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ο οποίος θα ενέπιπτε στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό του αιτητή, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Συνακόλουθα ο αιτητής δεν επικαλέστηκε κανέναν ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων, εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης ή τιμωρίας, για να του δοθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής  στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στην πολιτεία Lagos, η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής τoυ στη χώρα καταγωγής του.

Σύμφωνα δε, με το WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), που αποτελεί διαδικτυακή πληροφοριακή πύλη της Ακαδημίας της Γενεύης (Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights) για την καταγραφή και ανάλυση ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά την περίοδο (αναφοράς) μεταξύ Ιουλίου 2024 και Ιουνίου 2025, η Νιγηρία εμπλέκεται από το 2009 στις βορειοανατολικές περιοχές της χώρας, σε δύο μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και του Ισλαμικού Κράτους στην επαρχία της Δυτικής Αφρικής (ISWAP), καθώς επίσης, στη Νιγηρία υπάρχει και μια μη-διεθνής ένοπλη σύρραξη μεταξύ του ISWAP και της Boko Haram.[1]

Ειδικότερα όσον αφορά την πολιτεία Lagos, τόπος συνήθους διαμονής του αιτητή,  για σκοπούς πληρότητας της έρευνας, παραθέτω αριθμητικά δεδομένα επί των περιστατικών ασφαλείας στη συγκεκριμένη περιοχή κατά το τελευταίο έτος. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά την περίοδο 21/03/2025 – 20/03/2026 (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 20/03/2026), στην περιοχή Lagos, καταγράφηκαν 171 περιστατικά ασφαλείας , από τα οποία προκλήθηκαν 88 απώλειες. Τα περιστατικά κωδικοποιήθηκαν ως εξής: τα 82 κωδικοποιήθηκαν ως διαδηλώσεις (0 απώλειες), 88 ως πολιτική βία (88 απώλειες), 11  ως πολιτικές καταστολές (11 απώλειες), 42 ως τρομοκρατικές ενέργειες (43 απώλειες) και 1 ως ξένη στρατιωτική εμπλοκή (0 απώλειες).[2]

Δεδομένου ότι ο συνολικός πληθυσμός της πολιτείας Lagos εκτιμάται (για το 2026) σε 17.803.700 κατοίκους, καθίσταται σαφές ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι στην πολιτεία Lagos επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων στα πλαίσια οιασδήποτε εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.

Κατά συνέπεια, η πολιτεία Lagos, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité του ΔΕΕ[3]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ του αιτητή, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι ο αιτητής συνιστά ενήλικο άτομο, με οικογενειακό δίκτυο στη Νιγηρία, με βασική μόρφωση και εργασιακή πείρα.

Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πολιτεία Lagos.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή του.

Εν τέλει, σημειώνεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, ασκώντας την εξουσία που του παρέχει το άρθρο12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, έκδωσε την Κ.Δ.Π 145/25, δυνάμει της οποίας η Νιγηρία περιλαμβάνεται στον κατάλογο των χωρών με τις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας. Ο αιτητής στην παρούσα δεν έχει προβάλει οποιοδήποτε λόγο για να θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας, στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6).

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με € 600 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

                                                                                        Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, 'Non-International Armed Conflicts in Nigeria' (Reporting period: July 2024 - June 2025), διαθέσιμο σεhttps://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 26/01/2026)

 

 

 

[2]Προσαρμοσμένη έρευνα στο στην βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/explorer/, βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Demonstrations, Political Violence, Insurgency, Atrocities, Repression, Terrorist Activity, Foreign Military Engangement), Defalt Date Range: Past Year (Last update 06/03/2026),  COUNTRY: Nigeria, ADMIN UNIT: Lagos (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026).

 

 

[3]Βλ.  Απόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλσκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο