M. N. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1898/2024, 27/3/2026
print
Τίτλος:
M. N. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1898/2024, 27/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 Υπόθεση Αρ. 1898/2024

 

27 Μαρτίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ: 

 

                                                        M. N. F.

                                                                                                          Αιτήτριας

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

 

.........................

 

Η αιτήτρια εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Ζωή Ποντίκη για Αλ Ταχέρ Μπενέτης, Δικηγόρος για την αιτήτρια

 

Κάλια Σάββα για Χριστίνα Δημητρίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  : Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως προσφεύγει εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 02/04/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η Αιτήτρια είναι υπήκοος του Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 05/10/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 16/09/2022. Αυθημερόν, παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»). Στις 29/09/2022, διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό.

 

Την 01/02/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος, στη συνέχεια, ετοίμασε Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας. Στις 02/04/2024, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας. Ακολούθως, στις 30/04/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια αυθημερόν.  Στη συνέχεια, η Αιτήτρια αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, δια μέσου των συνηγόρων της, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας, κατά τη δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών της που θεμελιώνουν το αίτημά της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να της αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να της χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησής της, η Αιτήτρια προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω της πολιτικής κρίσης.  Ισχυρίστηκε πως οι Ambazonians την εξανάγκασαν να παύσει την εκπαίδευσή της, σκότωσαν τον αδελφό της ενώπιον της και πυρπόλησαν την οικία της. Κατόπιν αυτού του περιστατικού, η ίδια διέφυγε με την μητέρα της προς αναζήτηση προστασίας, ωστόσο, έχασε τα ίχνη της και έκτοτε δεν βρίσκεται σε επικοινωνία με εκείνη.

 

Την ίδια ημέρα, οι Ambazonians την αιχμαλώτισαν και την μετέφεραν σε μία άγνωστη τοποθεσία όπου δέχθηκε σωματική κακοποίηση.  Ισχυρίστηκε πως επιθυμούσαν να την βιάσουν, ωστόσο κατόρθωσε να δραπετεύσει. Καθότι βρισκόταν σε κίνδυνο, κατέφυγε στην θεία της η οποία την βοήθησε να μεταβεί στην Δημοκρατία ώστε να προστατευθεί (ερ.1 του διοικητικού φακέλου).  Κατά την υποβολή της αίτησή της, η Αιτήτρια προσκόμισε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου το διαβατήριό της, που εκδόθηκε από τις αρχές της χώρας καταγωγής της (ερ. 9, 8 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ολοκλήρωσε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Bamenda στη βορειοδυτική περιοχή και μεταξύ 2016 και 2020 παρακολούθησε σπουδές Λογιστικής σε ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Buea, τις οποίες ωστόσο δεν ολοκλήρωσε λόγω της κρίσης που επικρατούσε στην χώρα της (ερ. 52/2Χ, 50/3Χ του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με το επαγγελματικό της προφίλ, η Αιτήτρια ανέφερε ότι παράλληλα με τις σπουδές της, μεταξύ 2018 και 2019, διατηρούσε επιχείρηση μεταπώλησης ενδυμάτων τα οποία συνήθιζε να αγοράζει στην τοπική αγορά και να μεταπουλάει στους φοιτητές (ερ. 50/2Χ του διοικητικού φακέλου).  Όπως ανέφερε, ομιλεί την αγγλική γλώσσα και λίγα γαλλικά και ανήκει στην εθνοτική ομάδα Oshe (ερ. 51/1Χ, 49/1Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ο πατέρας της Αιτήτριας δολοφονήθηκε τον Μάρτιο του 2020 από ενόπλους λόγω της θέσης του ως κυβερνητικός υπάλληλος, όταν, αφότου είχε λάβει προειδοποίηση να παύσει την εργασία του, εκείνος δεν το έπραξε με αποτέλεσμα να πυρπολήσουν την οικία τους και να σκοτώσουν τον ίδιο. Παράλληλα, σκότωσαν και τον μεγαλύτερο αδελφό της (ερ. 51/2Χ του διοικητικού φακέλου). Η μητέρα της εξαφανίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2020 και δεν γνωρίζει που βρίσκεται.  Ισχυρίστηκε πως έχει ακόμα τρεις αδελφούς, οι οποίοι διαμένουν στη Γκαμπόν και με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία (ερ. 51/2Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Σε σχέση με τον τόπο γέννησης της, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Limbe, διοικητική διαίρεση Fako, περιοχή SouthWest. Σε σχέση με τον τόπο τελευταίας διαμονής της, αρχικά δήλωσε ότι διέμενε στην πόλη Kumba για ένα έτος.  Όπως ανέφερε, προτού μεταβεί στην εν λόγω περιοχή διέμενε στην πόλη Buea και σε μεταγενέστερο χρόνο δήλωσε ότι διέμεινε στην Douala για δύο με τρεις μήνες προτού εγκαταλείψει τη χώρα με ένα άτομο που γνώριζε η θεία της (ερ. 50/3Χ, 49/1Χ, 44/2Χ του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείσα για τον λόγο που σε προγενέστερο χρόνο είχε αναφέρει πως τόπος τελευταίας διαμονής της ήταν η Kumba, εφόσον διέμεινε στην Douala προτού εγκαταλείψει τη χώρα, απάντησε πως δεν μπορούσε να διαμείνει στην Kumba αφού την αναζητούσαν (ερ. 44/2Χ του διοικητικού φακέλου).  Ως προς το ταξίδι της στην Δημοκρατία, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της από τον αερολιμένα της Douala στις 15/09/2022, αφίχθη στην Κωνσταντινούπολη την επόμενη ημέρα και από εκεί μετέβη στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές όπου διέμεινε ένα βράδυ (ερ. 49/2Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι έφυγε διότι σκότωσαν τον πατέρα της και αποχωρίσθηκε με την μητέρα της.  Συνεπώς, μετέβη στην Kumba όπου ένοπλα άτομα την εντόπισαν, την κτύπησαν, την βασάνισαν και επιχείρησαν να την βιάσουν. Ως αποτέλεσμα, η Αιτήτρια έφερε ουλές και τραύματα. Η Αιτήτρια ήλθε μετά δυσκολίας σε επικοινωνία με την θεία της, που δεν γνώριζε τι είχε συμβεί στην οικογένειά της και η οποία την ενημέρωσε πως γνώριζε κάποιο πρόσωπο που θα μπορούσε να την βοηθήσει να μεταβεί στην Δημοκρατία (για τα ανωτέρω βλ. 48/1Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει εάν εγκατέλειψε τη χώρα διότι την αναζητούν οι Ambazonians απάντησε θετικά (ερ. 48/1Χ του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με το περιστατικό που έλαβε χώρα στην οικία της, δήλωσε ότι οι Ambazonians είχαν επιδώσει μία επιστολή προειδοποίησης στον πατέρα της που εργαζόταν ως κυβερνητικός υπάλληλος για να παύσει την εργασία του, την οποία εκείνος αγνόησε με αποτέλεσμα μία νύχτα, επτά άτομα να μεταβούν στην οικία όπου διέμενε με τους γονείς της (τα αδέλφια της βρίσκονταν στη Γκαμπόν) και να τον πυροβολήσουν τρεις φορές, επειδή αρνήθηκε να παύσει την εργασία του. Οι Ambazonians τους κτύπησαν και αφού τους κλείδωσαν εντός της οικίας, την πυρπόλησαν.

 

Η Αιτήτρια κατάφερε να δραπετεύσει με τη μητέρα της μέσω της θύρας που υπήρχε στο πίσω μέρος της οικίας της, ωστόσο, τα άτομα αυτά τους αντιλήφθηκαν και ξεκίνησαν να πυροβολούν προς το μέρος τους, με αποτέλεσμα να αποχωριστούν (ερ. 48/2Χ, 47/3Χ του διοικητικού φακέλου).  Διευκρίνισε πως το περιστατικό έλαβε χώρα, το έτος 2020, χωρίς όμως να μπορεί να ανακαλέσει τον ακριβή μήνα (ερ. 48/2Χ του διοικητικού φακέλου).  Αναφορικά με τον αποβιώσαντα αδελφό της, δήλωσε ότι σκοτώθηκε το 2019, όταν βρισκόταν εν κινήσει, από μέλη του στρατού, οι οποίοι θεώρησαν ότι ήταν μέλος των Ambazonians (ερ. 47/2Χ του διοικητικού φακέλου).  Η Αιτήτρια δεν κατήγγειλε το περιστατικό που έλαβε χώρα στην οικία της στις αστυνομικές αρχές διότι δεν μπορούσε να σκεφθεί καθαρά γιατί βρισκόταν σε σύγχυση (ερ. 47/3Χ, 46/1Χ του διοικητικού φακέλου). Η Αιτήτρια δήλωσε ότι αιχμαλωτίσθηκε από πέντε μαχητές που την εντόπισαν στην Kumba, οι οποίοι την μετέφεραν σε ένα δάσος όπου την κακοποίησαν σωματικά και επιχείρησαν να την βιάσουν, την άφησαν μόνη της εν τέλει για να μεταβούν σε μία αποστολή οπότε και δραπέτευσε (ερ. 45/1Χ, 2Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ακολούθως, μετέβη στην Douala (το 2021) όπου διέμεινε περίπου δύο με τρεις μήνες (ερ. 44/2Χ του διοικητικού φακέλου). Κληθείσα να σχολιάσει το γεγονός ότι κατέφθασε εκεί το 2021 αλλά εγκατέλειψε τη χώρα τον Σεπτέμβριο του 2022, απάντησε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα μνήμης (ερ. 44/2Χ του διοικητικού φακέλου). Κληθείσα να σχολιάσει το ότι στο έντυπο καταγραφής της αίτησής της είχε καταγράψει ότι έγινε μάρτυρας του θανάτου του αδελφού της και στη συνέντευξη δήλωσε ότι εκείνος σκοτώθηκε στο δρόμο στην Bamenda, επεσήμανε πως ο αδελφός της σκοτώθηκε στην Bamenda και όχι ενώπιον της (ερ. 44/2Χ του διοικητικού φακέλου).  Σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής η αιτήτρια ισχυρίστηκε πως πιστεύει ότι θα την σκοτώσουν (ερ. 44/2Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην Έκθεση – Εισήγησή του δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς ως κατωτέρω: 1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας και 2) Ισχυριζόμενη δίωξη από τους Ambazonians λόγω του πατέρα της.  Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του σε συνάρτηση με το διαβατήριο που προσκομίστηκε κατά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας από την Αιτήτρια το οποίο εκδόθηκε από τις αρχές της χώρας καταγωγής της.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο οποίος έτυχε απόρριψης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας ήταν ανεπαρκείς και μη ευλογοφανείς ενώ παράλληλα η Αιτήτρια υπέπεσε σε αντιφάσεις και ασυνέπειες. Ειδικότερα, χρονική ασυνέπεια και έλλειψη ευλογοφάνειας σημειώθηκε αναφορικά με τον χρόνο θανάτου του πατέρα και τον χρόνο εξαφάνισης της μητέρας της (Μάρτιος 2020 και Σεπτέμβριος του 2020 αντιστοίχως) καθότι κατά την εξιστόρηση των γεγονότων δήλωσε ότι τα δύο γεγονότα έλαβαν χώρα την ίδια ημέρα. Ομοίως, ως μη ευλογοφανές αξιολογήθηκε το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει τον ακριβή μήνα που οι Ambazonians προσέγγισαν την οικία της το έτος 2020 από την στιγμή που είχε δηλώσει πως ο πατέρας της απεβίωσε τον Μάρτιο του 2020, στο ίδιο κατά δήλωσή της περιστατικό.

 

Περαιτέρω χρονική ασυνέπεια σημειώθηκε σχετικά με τον χρόνο που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της την οποία δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει ενώ οι δηλώσεις της σχετικά με τον τόπο της τελευταίας της διαμονής (Kumba ή Douala) ήταν αντιφατικές. Ως μη ευλογοφανές κρίθηκε το γεγονός ότι δεν προσέγγισε τις αστυνομικές αρχές για καταγγελία του περιστατικού του θανάτου του πατέρα της και της εξαφάνισης της μητέρας της και τέλος, αντίφαση σημειώθηκε μεταξύ των δηλώσεων της κατά τη συνέντευξη και κατά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας αναφορικά με το περιστατικό του θανάτου του αδελφού της.  Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων, κρίθηκε πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε.

 

Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης, καταλήγοντας στην μη αποδοχή του ισχυρισμού στο σύνολό του.

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, στη βάσει του αποδεκτού ισχυρισμού, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή SouthWest, κατέληξε ότι υφίστανται εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και ειδικότερα στην πόλη Limbe, της διοικητικής διαίρεσης Fako, περιοχή SouthWest, τόπος επιστροφής της καθότι εκεί έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη ως απόρροια της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή SouthWest.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Επιπλέον, κρίθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η  Αιτήτρια δεν θα κινδυνεύσει με θανατική ποινή ή εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, ούτε ενδέχεται να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία δυνάμει του άρθρου 19 (2)(β), Ν.6(Ι)/2000.  Αναφορικά δε με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε, κατόπιν σχετικής έρευνας αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής της και σε συνάρτηση με τις προσωπικές της περιστάσεις, ότι η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό την έννοια του συγκεκριμένου άρθρου σε περίπτωση επιστροφής της στην πόλη Limbe, περιοχή SouthWest και ως εκ τούτου, το ενδεχόμενο υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας απορρίφθηκε.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από το συνήγορό της, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ, εφόσον μάλιστα δεν αμφισβητείται.  Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, την ισχυριζόμενη δίωξη της αιτήτριας από τους Ambazonians, λόγω του πατέρα της, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημά της ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό της με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός της. 

 

Η αιτήτρια δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για τον κίνδυνο που ισχυρίστηκε ότι διέτρεχε από τους Ambazonians και δεν περιέγραψε τα γεγονότα αυτά που κατά τον ισχυρισμό της θα την έθεταν σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.  Αναμενόταν, όπως η αιτήτρια ήταν λεπτομερής στις δηλώσεις της και περιγραφική κατά την αφήγηση της.  Παρόλα αυτά η αιτήτρια περιέπεσε σε αντιφάσεις οι οποίες περιεγράφηκαν και από το λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, με τις οποίες συμφωνώ και κλονίζουν βεβαίως την αξιοπιστία των δηλώσεών της.  Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων, διαπιστώνω πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της δεν τεκμηριώθηκε.

 

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της αιτήτριας, διαφαίνεται πως τα ζητήματα που θέτει είναι προσωπικής φύσεως και δεν δύναται να διασταυρωθούν στον πυρήνα τους από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που αφορούν τη χώρα καταγωγής της. Ωστόσο, διεξήγαγα έρευνα αναφορικά με τη στόχευση κυβερνητικών υπαλλήλων και πολιτών από τους Ambazonians στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν από την οποία προέκυψε πως έκθεση του Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), δημοσιευθείσα τον Μάιο του 2024, αναφέρει ότι τα τελευταία χρόνια, οι Αμπαζόνιοι αντάρτες έχουν στοχοποιήσει πολίτες που θεωρούνται ότι συνεργάζονται με την κυβέρνηση της Yaoundé, όπως τοπικούς αξιωματούχους, δημόσιους υπαλλήλους και παραδοσιακούς αρχηγούς.[1]

 

Η πιο πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2025 αναφέρει ότι στις δύο αγγλόφωνες περιοχές, πραγματικοί ή ύποπτοι ένοπλοι αυτονομιστές συνέχισαν να πραγματοποιούν δολοφονίες, απαγωγές για λύτρα και εκβιασμούς, στοχεύοντας δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας, πολιτικές και διοικητικές αρχές, δημόσιους υπαλλήλους και άλλους πολίτες τους οποίους κατηγορούσαν ότι δεν συμμορφώνονταν με τους κανόνες τους, συμπεριλαμβανομένων των απαγορεύσεων κυκλοφορίας και ενός «φόρου απελευθέρωσης».[2]

 

Η 2024 έκθεση της Human Rights Watch που αφορά τα γεγονότα του 2023 σημειώνει ότι οι αποσχιστές στοχοποίησαν αμάχους που θεωρούνται εχθρικοί ή μη υποστηρικτικοί προς την αυτονομιστική τους προσπάθεια.[3]  Σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, ημερομηνίας Ιουλίου του 2023, γυναίκα βρέθηκε αποκεφαλισμένη σε δρόμο στο Bali Nyonga (έξω από τη Bamenda) τον Φεβρουάριο του 2023, σύμφωνα με φωτογραφίες που κοινοποιήθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αναφορές από τα μέσα ενημέρωσης. Το θύμα φέρεται να σκοτώθηκε επειδή ένοπλοι αυτονομιστές την κατηγόρησαν ότι ήταν πληροφοριοδότης των αρχών. Πέντε υπάλληλοι της εταιρίας Cameroon Development Corporation (CDC) – γνωστή ως ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας – που επέστρεφαν από τη δουλειά σκοτώθηκαν στις 10 Φεβρουαρίου 2023 από «άγνωστους ενόπλους» κοντά στο Tiko (Νοτιοδυτικά) και άλλοι 44 τραυματίστηκαν. Ένας ηγέτης των αυτονομιστών ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση σε βίντεο που αναρτήθηκε στο Facebook, στο οποίο είπε: «Το Καμερούν δεν θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται τους πόρους της Αμπαζονίας».[4]

 

Σημειώνεται ότι δεν βρέθηκαν σχετικές πληροφορίες στις πλατφόρμες αναζήτησης ecoi-net, Refworld, EUAA COI Portal, καθώς και στο Διαδίκτυο αναφορικά με την στόχευση μελών οικογενείας κυβερνητικών υπαλλήλων από τους Αμπαζόνιους. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτό το θέμα επιβεβαιώνεται ή δεν επιβεβαιώνεται, υπάρχει ή δεν υπάρχει, σύμφωνα με το COI Report Methodology της EUAA, αλλά βεβαίως λαμβάνεται υπόψη.

 

Συνεπώς, σε ένα βαθμό επιβεβαιώνεται εξωτερικά ο ισχυρισμός της αιτήτριας, περί του ότι μπορούν να στοχοποιηθούν κυβερνητικοί υπάλληλοι, όπως ο πατέρας της αλλά η αιτήτρια δεν κατόρθωσε από το αφήγημά της να τεκμηριώσει τα λεγόμενά της, πόσο μάλλον να αποδείξει ότι κινδυνεύει λόγω του ότι είναι θυγατέρα κυβερνητικού υπαλλήλου.  Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της, εφόσον προέβη σε πολλές αντιφάσεις, αοριστίες και γενικολογίες κατά το αφήγημά της, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης της αιτήτριας να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι η αιτήτρια έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτήτριας εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Τον Σεπτέμβριο του 2024, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) ανέφερε ότι «το Καμερούν αντιμετωπίζει μια πολυδιάστατη ανθρωπιστική και προστατευτική κρίση που προκαλείται από τη σύγκρουση, τη διακοινοτική βία και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής».[5]  Έκθεση του οργανισμού UN OCHA, δημοσιευθείσα τον Φεβρουάριο του 2026, αναφέρει ότι το Καμερούν εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια παραμελημένη ανθρωπιστική κρίση, η οποία οφείλεται σε τρεις ταυτόχρονες κρίσεις: τη σύγκρουση στη λεκάνη της Λίμνης Τσαντ στην περιοχή του Άπω Βορρά, την κρίση στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, καθώς και τον αντίκτυπο της παρουσίας εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία (ΚΑΔ) στις ανατολικές περιοχές της χώρας.[6]

 

Η ίδια έκθεση συνεχίζει αναφέροντας πως δέκα χρόνια μετά, η κρίση στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές δεν δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης και οι πληθυσμοί συνεχίζουν να υφίστανται τις συνέπειες της βίας και της ανασφάλειας. Οι εχθροπραξίες μεταξύ των πλευρών, η παρουσία πολλών μη κρατικών ένοπλων ομάδων και οι επιχειρήσεις εναντίον τους εκθέτουν τους αμάχους σε κινδύνους προστασίας και περιορίζουν την πρόσβασή τους σε βασικά αγαθά και ουσιώδεις υπηρεσίες. Εξακολουθούν να αναφέρονται περιστατικά που σχετίζονται με την προστασία και επηρεάζουν τον άμαχο πληθυσμό.[7] Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025, ο εκτιμώμενος αριθμός των εσωτερικά εκτοπισμένων ατόμων (IDPs) στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές παραμένει στις 334.000, με βάση τα δεδομένα εκτοπισμού του 2024, καθώς δεν πραγματοποιήθηκαν νέες αξιολογήσεις σε αυτές τις περιοχές.[8]

 

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική περιοχή (SouthWest), παρατίθενται τα εξής ποσοτικά δεδομένα. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 06/03/2026), στη Νοτιοδυτική περιοχή (SouthWest) όπου υπάγεται η πόλη Limbe, καταγράφηκαν 974 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 661 θάνατοι.[9] Εξ αυτών, 3 περιστατικά σημειώθηκαν στην Limbe, από τα οποία δεν επήλθε κανένας θάνατος.[10] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την περιοχή SouthWest το 2020 ανήλθε σε 1,553,320 κατοίκους ενώ για την πόλη Limbe, σύμφωνα με εκτιμήσεις  του 2026, ο πληθυσμός ανέρχεται σε 72,106 κατοίκους.[11]

 

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική περιοχή (SouthWest), παρατίθενται τα εξής ποσοτικά δεδομένα. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 06/03/2026), στη Νοτιοδυτική περιοχή (SouthWest) όπου υπάγεται η πόλη Kumba, καταγράφηκαν 974 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 661 θάνατοι.[12] Εξ αυτών, 11 περιστατικά σημειώθηκαν στην Kumba, από τα οποία επήλθαν 4 θάνατοι.[13] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την περιοχή SouthWest το 2020 ανήλθε σε 1,553,320 κατοίκους ενώ για την πόλη Kumba, σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026, ανέρχεται σε 144,413 κατοίκους.[14]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή της. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, παρατηρώ ότι αυτή είναι γυναίκα, ενήλικη, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανή προς εργασία και χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας.  Η αιτήτρια δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Σε σχέση με τις γυναίκες στο Καμερούν σύμφωνα με την 2023 έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτείων, δημοσιευθείσα τον Απρίλιο του 2024, «το Σύνταγμα και ο νόμος παρέχουν στις γυναίκες και στους άνδρες το ίδιο νομικό καθεστώς και τα ίδια δικαιώματα, αλλά η κυβέρνηση συχνά δεν εφαρμόζει τον νόμο.»[15] Η έκθεση επίσης αναφέρει ότι υπήρχαν νομικοί περιορισμοί στην απασχόληση των γυναικών σε ορισμένα επαγγέλματα και κλάδους ενώ οι γυναίκες κατείχαν λιγότερες ανώτερες θέσεις στον ιδιωτικό τομέα.[16] Η ίδια έκθεση συμπληρώνει ότι η κυβέρνηση παρέχει νομική, ιατρική και βασική υποστήριξη σε επιζούσες έμφυλης βίας ενώ κοινοτικές οργανώσεις υλοποιούν πολλά προγράμματα πρόληψης και βασικής υποστήριξης.[17] 

 

Το Immigration and Refugee Board of Canada παραθέτει επίσης πληροφορίες από το Rural Women Center for Education and Development Cameroon (RuWCED), μια ΜΚΟ που προωθεί τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών που ζουν σε αγροτικές περιοχές και την πρόσβασή τους σε εκπαίδευση και πόρους. Με βάση τις συγκεκριμένες πληροφορίες για τις γυναίκες, το καθεστώς της άγαμης είναι ως επί το πλείστον «πολιτιστικά και κοινωνικά ταπεινωτικό», ειδικά για τις έφηβες μητέρες ή τις άγαμες αρχηγούς νοικοκυριών με παιδιά.[18] Η ίδια πηγή σημείωσε ότι οι ανύπαντρες γυναίκες «συνήθως αντιμετωπίζονται στερεοτυπικά» και θεωρείται ότι έχουν έναν «κακό χαρακτήρα» ή κάποιο «πρόβλημα» που τις «αποτρέπει» από το να παντρευτούν, καθώς ο γάμος χαίρει «υψηλής εκτίμησης» στην κουλτούρα του Καμερούν.[19] Το Rural Women Center for Education and Development Cameroon επισημαίνει επίσης ότι οι ανύπαντρες γυναίκες είναι πιο δύσκολο να βρουν στέγη λόγω της αμφιβολίας των ιδιοκτητών για την ικανότητά τους να καταβάλουν το ενοίκιο.[20]

 

Συνεκτιμώντας το σύνολο των προσωπικών περιστάσεων της Αιτήτριας, κρίνω ότι αυτή διαθέτει χαρακτηριστικά τα οποία ευνοούν την ομαλή επαγγελματική και κοινωνική της ένταξη. Ιδίως, πρόκειται περί προσώπου με ικανοποιητικό εκπαιδευτικό υπόβαθρο, γεγονός που ενισχύει την ικανότητά της να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας.  Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη η πρότερη εργασιακή εμπειρία που απέκτησε κατά την διαμονή της στη χώρα καταγωγής της, έστω και κατά την περίοδο 2018 μέχρι 2019. Σημαντική είναι επίσης η γλωσσική της επάρκεια, η γνώση της αγγλικής γλώσσας και η καλή γνώση της γαλλικής, γεγονός που διευκολύνει τόσο την πρόσβασή της στην αγορά εργασίας όσο και την κοινωνική της ενσωμάτωση.

 

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, διαμορφώνεται ένα περιβάλλον εντός του οποίου η Αιτήτρια δύναται, να εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Τέλος, δεν προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία ότι η Αιτήτρια φέρει χαρακτηριστικά ή έχει αναπτύξει δραστηριότητα τέτοια που να την καθιστά πρόσωπο ενδιαφέροντος για τις αρχές της χώρας καταγωγής της.  Κατ’ ακολουθίαν, τα ως άνω δεδομένα συνηγορούν υπέρ της εκτίμησης ότι δεν συντρέχουν λόγοι που να παρεμποδίζουν την ασφαλή και αξιοπρεπή διαβίωσή της.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).  Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση.  Συνεπώς, ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων συνηγόρων της αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της αιτήτριας.

 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), Annual Report on Violence Targeting Local Officials, 2023, Μάιος 2024, https://acleddata.com/system/files/2025-06/violence-targeting-local-officials-2023-report-final.pdf, σελ. 15  

[2] Amnesty International, The State Of The World’s Human Rights – Cameroon, Απρίλιος 2025, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2025/04/WEBPOL1085152025ENGLISH.pdf, σελ. 117

[3] Human Rights Watch, World Report 2024 – Cameroon Events of 2023, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/cameroon

[4] Amnesty International, With Or Against Us  People Of The North-West Region Of Cameroon Caught  Between The Army, Armed Separatists And Militias, 4 Ιουλίου 2023, Report, σελ. 17

[5] UNHCR, Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee; July 2024, 10 Σεπτεμβρίου 2024, https://data.unhcr.org/en/documents/download/111089, σελ. 1

[6] OCHA, Cameroon: Humanitarian Needs and Response Plan 2026, Φεβρουάριος 2026, https://www.unocha.org/attachments/423121aa-63a2-4098-b9c2-1d5e717f26b2/HNRP_2026_Template_EN_CMR_vf_compressed.pdf, σελ. 8

[7] OCHA, Cameroon: Humanitarian Needs and Response Plan 2026, Φεβρουάριος 2026, https://www.unocha.org/attachments/423121aa-63a2-4098-b9c2-1d5e717f26b2/HNRP_2026_Template_EN_CMR_vf_compressed.pdf, σελ. 8

[8] OCHA, Cameroon: Humanitarian Needs and Response Plan 2026, Φεβρουάριος 2026, https://www.unocha.org/attachments/423121aa-63a2-4098-b9c2-1d5e717f26b2/HNRP_2026_Template_EN_CMR_vf_compressed.pdf, σελ. 8

[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Cameroon, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer

[10] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer

[11] Ministry of Territorial Administration, Southwest Region, Southwest - MINAT (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/03/2026); World Population Review, Cameroon Cities by Population 2026 – Limbe [Table], Cameroon Cities by Population 2026

[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Cameroon, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer

[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Cameroon, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer

[14] Ministry of Territorial Administration, Southwest Region, Southwest - MINAT; World Population Review, Cameroon Cities by Population 2026 – Kumba [Table], Cameroon Cities by Population 2026

[15] USDOS, 2023 Country Reports on Human Rights Practices: Cameroon, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267-CAMEROON-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 36

[16] USDOS, 2023 Country Reports on Human Rights Practices: Cameroon, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267-CAMEROON-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 36

[17] USDOS, 2023 Country Reports on Human Rights Practices: Cameroon, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267-CAMEROON-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 35

[18] Immigration and Refugee Board of Canada (2022), 'Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', Responses to Information Requests - Immigration and Refugee Board of Canada (irb-cisr.gc.ca)

[19] Immigration and Refugee Board of Canada (2022), 'Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', Responses to Information Requests - Immigration and Refugee Board of Canada (irb-cisr.gc.ca)

[20] Immigration and Refugee Board of Canada (2022), 'Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', Responses to Information Requests - Immigration and Refugee Board of Canada (irb-cisr.gc.ca)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο