ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή αρ. 208/2025
12 Μαρτίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002,
Ν. 168(Ι)/2002 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΑΡ.1) ΤΟΥ 2003
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
M.H.S.
από Αφγανιστάν
Αιτητής
Ο Αιτητής εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως
Για τους Καθ' ων η αίτηση: Έλενα Ιωάννου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας,
[WAHEDI Lima - Διερμηνέας για διερμηνεία από τα Dari στην αγγλική και αντίστροφα.
Σ. Θεοδοσίου- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
E. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την αίτησή του ημερομηνίας 11.11.2025, αιτείται την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, έτσι ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο, προκειμένου να χειριστεί την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρίσει εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποίαν απορρίπτεται η αίτησή του για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ως προκύπτει από το γραπτό σημείωμα που κατατέθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα, καθώς και από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτό, τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση σκιαγραφούνται ως ακολούθως:
Ο Αιτητής υπήκοος του Αφγανιστάν, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας αίτηση διεθνούς προστασίας στις 15.07.2025. Στις 23.07.2025 διενεργήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 31.7.2025 συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Η εν λόγω εισήγηση εγκρίθηκε στις 31.7.2025 από την ασκούσα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου με αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησής του Αιτητή. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 8.8.2025 με επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας.
Εναντίον της απόφασης αυτής, ο Αιτητής καταχώρισε στις 20.8.2025 την υπ' αρ. 2143/25 προσφυγή για την προώθηση της οποίας, επιθυμεί να λάβει δωρεάν νομική αρωγή μέσω της υπό εξέταση αίτησης.
Στο έντυπο της αίτησής του για άσυλο, ο Αιτητής κατέγραψε ότι ο πατέρας του διατηρούσε πρατήριο καυσίμων στο Αφγανιστάν. Το 2016, άγνωστα σε αυτόν πρόσωπα τον απήγαγαν με σκοπό να απαιτήσουν λύτρα από τον πατέρα του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η αστυνομία συνέλαβε έναν από τους απαγωγείς και τον οδήγησε στη φυλακή. Ωστόσο, οι υπόλοιποι δράστες άρχισαν αμέσως να απειλούν τον πατέρα του, απαιτώντας την αποφυλάκιση του συλληφθέντος. Επιπλέον, ανέφερε ότι ο αδελφός του δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι στην κοιλιακή χώρα, με στόχο τον εκφοβισμό του πατέρα τους. Μετά την ανάρρωση του αδελφού του από τα τραύματά του, τον Δεκέμβριο του 2019, ο ίδιος και τα αδέλφια του αναχώρησαν παράνομα για την Τουρκία. Κατά τον ισχυρισμό του, διέμεναν στην Τουρκία χωρίς άδεια παραμονής. Ενόψει της έλλειψης νόμιμου καθεστώτος και της απόφασης των τουρκικών αρχών για απέλασή τους στη χώρα καταγωγής τους, αποφάσισαν να μεταβούν στη Δημοκρατία, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι γονείς του και μία αδελφή του βρίσκονται στην Άγκυρα της Τουρκίας και υποστήριξε ότι τόσο ο ίδιος όσο και τα αδέλφια του αδυνατούν να επιστρέψουν στο Αφγανιστάν, λόγω της επικρατούσας κατάστασης με τους Taliban, η οποία, όπως ανέφερε, θέτει σε κίνδυνο τη ζωή τους.
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του και ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι υπήρξε θύμα απαγωγής από αγνώστους, επισημαίνοντας ότι τα ίδια πρόσωπα είχαν προηγουμένως μαχαιρώσει τον αδελφό του. Δήλωσε ότι τα περιστατικά αυτά οφείλονταν στο γεγονός ότι οι δράστες γνώριζαν πως ο πατέρας του είναι εύπορος. Σε σχέση με την καταγγελλόμενη απαγωγή, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, ενώ κατευθυνόταν προς υπεραγορά, όχημα σταμάτησε αιφνιδίως μπροστά του και δύο άνδρες εξήλθαν από αυτό επιχειρώντας να τον εξαναγκάσουν να επιβιβαστεί. Ο ίδιος αντιστάθηκε και πάλεψε μαζί τους στην προσπάθειά του να διαφύγει. Υποστήριξε ότι αστυνομικοί έγιναν μάρτυρες του συμβάντος και άρχισαν να πυροβολούν, με αποτέλεσμα οι φερόμενοι απαγωγείς να τραπούν σε φυγή, ενώ ο ίδιος διακομίστηκε στο νοσοκομείο.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι το περιστατικό έλαβε χώρα το 2019, στην Kabul, σε απόσταση λίγων μέτρων από την οικία του. Δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να δει τα πρόσωπα των δραστών, καθώς αυτοί βρίσκονταν πίσω του και τον ωθούσαν προς το όχημα. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η αστυνομία συνέλαβε έναν εκ των φερόμενων δραστών και ότι, κατόπιν τούτου, η οικογένειά του απέκτησε εχθρούς. Ανέφερε ότι οι δράστες άρχισαν να απειλούν τηλεφωνικώς τον πατέρα του, απαιτώντας την απόσυρση της καταγγελίας και την απελευθέρωση του συλληφθέντος. Αναφορικά με το περιστατικό μαχαιρώματος του αδελφού του, ο Αιτητής δήλωσε ότι, ενώ ο τελευταίος έπαιζε ποδόσφαιρο πλησίον της οικίας τους, άγνωστο πρόσωπο τον προσέγγισε από πίσω και τον τραυμάτισε με μαχαίρι στην κοιλιακή χώρα. Σύμφωνα με τον Αιτητή, παιδιά που βρίσκονταν στο σημείο ανέφεραν ότι ο δράστης είχε καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ο ίδιος υποστήριξε ότι ο αδελφός του παρέμεινε κλινήρης για τέσσερις μήνες και ότι, κατά το διάστημα αυτό μέχρι την αναχώρησή τους από τη χώρα, δεν σημειώθηκε οποιοδήποτε άλλο περιστατικό.
Η προϋπόθεση της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής
Ο Αιτητής έχει καταχωρίσει προσφυγή κατά της δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 και συνεπώς η εξεταζόμενη περίπτωση εμπίπτει στο άρθρο 6Β(2)(α) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά στην πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής και ότι συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση παραχώρησης δωρεάν νομικής αρωγής ως αυτή θεσπίζεται με το εδάφιο (αα) του άρθρου 6Β(2) (ανωτέρω), κρίσιμη καθίσταται η εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, θεσπιζόμενης διά του εδαφίου (ββ) της ίδιας διάταξης, την ύπαρξη δηλαδή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της σκοπούμενης προσφυγής.
Σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα νομολογία, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Οι πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας θα πρέπει να εξετάζονται και υπό το φως της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου χωρίς να περιορίζεται αυθαίρετα η παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας.
Σημειώνεται δε, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει ήδη καταχωρηθεί από τον Αιτητή, εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής.
Σημειώνεται εξάλλου ότι, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βασιμότητας της αίτησης παροχής νομικής αρωγής, στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ
Προς αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, ο Λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο μεν πρώτος, αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία, το προφίλ και τον τόπο καταγωγής του Αιτητή. Ο δε δεύτερος αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμόν απαγωγή του Αιτητή από αγνώστους οι οποίοι γνώριζαν ότι ο πατέρας του Αιτητή είναι πλούσιος.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε πως στοιχειοθετήθηκαν τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή. Αναφορικά με το δεύτερο κρίσιμο ισχυρισμό, ο Λειτουργός έκρινε αυτόν ως αναξιόπιστο και τον απέρριψε καθώς κατά την θέση του, ο Αιτητής απαντούσε με ασυνέπεια και με έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Επιπλέον κρίθηκε πως ο Αιτητής προέβαλε μη ευλογοφανείς ισχυρισμούς και υπέπεσε σε αντιφάσεις.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο Λειτουργός επικαλέστηκε τον οδηγό του UK Home Office «Afghanistan: Fear of Taliban» (Απρίλιος 2022), σύμφωνα με τον οποίο σε κίνδυνο δίωξης ενδέχεται να βρίσκονται, μεταξύ άλλων, πρώην κρατικοί υπάλληλοι και μέλη των δυνάμεων ασφαλείας, άτομα συνδεόμενα με διεθνείς οργανισμούς, γυναίκες στη δημόσια σφαίρα, εθνοτικές/θρησκευτικές μειονότητες (ιδίως Χαζάρα), επικριτές ή αντιτιθέμενοι στους Taliban, άτομα που θεωρούνται μη συμμορφούμενα με αυστηρές θρησκευτικές/πολιτιστικές επιταγές, δημοσιογράφοι, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και LGBTI πρόσωπα. Διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής δεν εμπίπτει σε καμία από τις ανωτέρω κατηγορίες και, ως εκ τούτου, δεν τεκμηριώνεται εύλογη πιθανότητα στοχοποίησής του για τους συγκεκριμένους λόγους.
Περαιτέρω κρίθηκε πως με βάση εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, η επαρχία Kabul συγκαταλέγεται σε εκείνες τις επαρχίες του Αφγανιστάν (συμπεριλαμβανομένων των Badakhshan, Baghlan, Panjshir και Takhar) όπου εκτιμάται ότι επί του παρόντος η αδιάκριτη βία που λαμβάνει χώρα στις επαρχίες αυτές δε φτάνει σε υψηλό επίπεδο. Επομένως, απαιτείται υψηλό επίπεδο επιμέρους στοιχείων για να τεκμηριωθεί η ανάγκη συμπληρωματικής προστασίας βάσει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας.
Εξετάζοντας επιπλέον το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, διαπιστώθηκε από τον Λειτουργό πως πρόκειται για νέο, υγιή με επαρκές μορφωτικό επίπεδο και ικανό προς εργασία και ότι κατά συνέπεια, δεν προκύπτει η πιθανότητα επιπλέον κινδύνων προς το πρόσωπο του οι οποίοι να σχετίζονται με τα προσωπικά χαρακτηριστικά του.
Βάσει των ανωτέρω, κατά τη νομική ανάλυση, ο Λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία για να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου και στο άρθρο 1 Α 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Προχωρώντας στην εξέταση της δυνατότητας απόδοσης συμπληρωματικής προστασίας ο Λειτουργός καταλήγει ότι δεν προκύπτει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας και μόνο με την παρουσία του στην περιοχή καταγωγής, ενώ δεν εντοπίζονται προσωπικές περιστάσεις που να επιτείνουν τον κίνδυνο ο Αιτητής να αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Σημειώνεται ότι η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα, υιοθετώντας πλήρως την αιτιολογία της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγήθηκε, μέσω του Γραπτού της Σημειώματος, ότι ο Αιτητής δε πληροί τις προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου και συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο περί Νομικής Αρωγής Νόμος για την παραχώρηση του ευεργετήματος της νομικής αρωγής στον Αιτητή.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Έχοντας μελετήσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, την εισηγητική έκθεση, το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή, καθώς και το σύνολο του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε διακριτή και αναλυτική αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, ήτοι αφενός των προσωπικών του στοιχείων και του τόπου καταγωγής του και αφετέρου του ισχυρισμού περί απαγωγής και στοχοποίησής του λόγω της οικονομικής επιφάνειας του πατέρα του. Η κρίση τους ερείδεται τόσο σε εσωτερική αξιολόγηση αξιοπιστίας όσο και σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφάλειας στην Kabul.
Ειδικότερα, ο πρώτος ισχυρισμός του Αιτητή έγινε αποδεκτός. Ωστόσο, ο δεύτερος και καθοριστικός ισχυρισμός, που αφορά την κατ’ ισχυρισμόν απόπειρα απαγωγής του το 2019 και το περιστατικό μαχαιρώματος του αδελφού του, απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, λόγω αντιφάσεων, ασάφειας και έλλειψης επαρκών λεπτομερειών. Η σχετική αξιολόγηση, εκ πρώτης όψεως, παρουσιάζει αιτιολογημένη αναφορά στα συγκεκριμένα σημεία που κρίθηκαν προβληματικά και δεν προκύπτει εμφανές λογικό ή νομικό σφάλμα στον τρόπο με τον οποίο οι Καθ’ ων κατέληξαν στην εν λόγω κατάληξη.
Περαιτέρω, ακόμη και αν τα εν λόγω περιστατικά λαμβάνονταν ως αληθή, αυτά, κατά τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση, συνδέονται με εγκληματική δραστηριότητα με οικονομικό κίνητρο (απαίτηση λύτρων λόγω εύπορου πατέρα) και όχι, εκ πρώτης όψεως, με κάποιον από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης. Η σχετική νομική προσέγγιση δεν εμφανίζεται αυθαίρετη.
Αναφορικά με τη συμπληρωματική προστασία, οι Καθ’ ων προέβησαν σε αξιολόγηση της κατάστασης ασφάλειας στην επαρχία Kabul, στηριζόμενοι σε επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές, και κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κατάσταση αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε η απλή παρουσία αμάχου να συνεπάγεται αυτοτελώς πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας. Η εκτίμηση αυτή, εκ πρώτης όψεως, δεν παρουσιάζει πρόδηλο σφάλμα.
Επιπλέον, εξετάστηκε το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ο οποίος κρίθηκε νέος, υγιής, με επαρκές μορφωτικό επίπεδο και ικανός προς εργασία, χωρίς να διαπιστώνονται ιδιαίτερες ευαλωτότητες ή εξατομικευμένα χαρακτηριστικά που να επιτείνουν τον κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, και στο πλαίσιο του περιορισμένου ελέγχου που διενεργείται κατά το στάδιο εξέτασης αίτησης για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, δεν διαπιστώνεται εκ πρώτης όψεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από πρόδηλο νομικό ή ουσιαστικό σφάλμα, ούτε ότι η προωθούμενη προσφυγή εγείρει ζητήματα τέτοιας φύσεως ώστε να θεμελιώνουν πραγματική πιθανότητα επιτυχίας κατά την έννοια του άρθρου 6Β του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, και στο μέτρο που απαιτείται στο παρόν στάδιο, το οποίο δεν συνεπάγεται εις βάθος εξέταση της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς και δεόντως από την Υπηρεσία Ασύλου. Δεν δύναται να θεωρηθεί ότι η προσφυγή εναντίον της επίδικης απόφασης παρουσιάζει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Ο Αιτητής διατηρεί το δικαίωμα, εφόσον το επιθυμεί, να προωθήσει την ήδη καταχωρισθείσα προσφυγή του ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με δικά του έξοδα, παρά την απόρριψη της παρούσας αίτησης.
Ενόψει της μη ικανοποίησης της εκ του Νόμου απαιτούμενης προϋπόθεσης, η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα.
Τα έξοδα των Διερμηνέων καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Δεδομένου ότι ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε άλλη διαταγή ως προς τα έξοδα.
Ε. Ρήγα Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο