K. G. T. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2567/23, 24/3/2026
print
Τίτλος:
K. G. T. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2567/23, 24/3/2026
K. G. T. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2567/23, 24/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.2567/23

 

24 Μαρτίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

1.    K. G. T.

2.    B. S. S. K.

                                                                                                                        Αιτητές

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Δ. Ζησιμοπούλου Κυριάκου, Δικηγόρος για Αιτητές

Κα Α. Δημητριάδου, για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή η αιτητές αιτούνται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε στις 28/07/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια 1 (στο εξής η αιτήτρια) κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 27/07/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 30/08/21 (ερ.1-3, 28-29, 54).

Στις 28/11/21 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.42-54). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 29/12/22 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.87-97).

Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία της δόθηκε διά χειρός 28/07/23 και της μεταφράστηκε στην μητρική της γλώσσα (ερ.99).

Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη ΛΔΚ λόγω απειλών θανάτου που λάμβανε από μέλη της οικογένειας της, οι οποίοι ήθελαν να «κλέψουν την περιουσία που άφησε ο πατέρας [της] μετά τον θάνατο του».

Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη της τη ζωή στην Κινσάσα, μιλά lingala και γαλλικά, έχει ολοκληρώσει το λύκειο και φοίτησε για δύο έτη στο πανεπιστήμιο, εργαζόταν για λίγο σε σουπερμάρκετ, ο πατέρας της δηλητηριάστηκε από συναδέλφους του και απεβίωσε στις 16/01/21, η μητέρα της απεβίωσε λόγω του στρες στις 25/04/21, δεν έχει αδέλφια, έχει όμως θείες (από την μητρική πλευρά), με μια εκ των οποίων διατηρεί καλές σχέσεις. Η αιτήτρια γέννησε παιδί στη Δημοκρατία (αιτητής 2, στο εξής ο αιτητής), με πατέρα ομοεθνή της, αιτητή διεθνούς προστασίας, με τον οποίο και διατηρεί δεσμό, όμως δεν διαμένουν μαζί και δεν είναι παντρεμένοι.

Αναφορικά με τους λόγους που έφυγε από τη ΛΔΚ η αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της απεβίωσε και μετά τον θάνατο του – ως είθισται στη ΛΔΚ – η οικογένεια του μαζεύεται για να διαμοιράσει τα περιουσιακά του στοιχεία. Τότε, τα αδέλφια του πατέρα της, είπαν ότι η αιτήτρια και η μητέρα της δεν δικαιούνται κάτι από τον διανομή, την κατηγόρησαν πως ευθύνεται για τον θάνατο του πατέρα της, ότι είναι μάγισσα και ότι αυτή απέτρεψε την μητέρα της από το να κάνει άλλο παιδί γιατί ήθελε να είναι το μόνο παιδί της. Τότε αυτή και η μητέρα της μετακόμισαν στον παππού και τη γιαγιά της. Οι απειλές συνεχίστηκαν και τότε η μητέρα της αιτήτριας αποφάσισε ότι η αιτήτρια θα πρέπει να φύγει από τη χώρα και γι’ αυτό πούλησε τη γη του πατέρα της αιτήτριας για να χρηματοδοτήσει το ταξίδι της αιτήτριας. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι φοβάται ότι οι συγγενείς της θα την βλάψουν.

Σε ακόλουθες ερωτήσεις η αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της ήταν στρατηγός και μια μέρα, μετά που επέστρεψε από τη δουλειά, τους ανέφερε ότι δεν αισθανόταν καλά, τότε η μητέρα της, που ήταν νοσοκόμα, προσπάθησε να τον βοηθήσει όμως αυτός απεβίωσε προτού πάει στο νοσοκομείο. Ερωτώμενη αν γνωρίζει ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτό η αιτήτρια απάντησε ότι δεν γνωρίζει, ανέφερε ότι οι γιατροί της είπαν ότι πρόκειται για δηλητηρίαση, όμως δεν έχει κάποιο ιατρικό έγγραφο προς τούτο, δεν έκαναν καταγγελία στην αστυνομία για τον θάνατο του πατέρα της, παρότι, ως πρόσθεσε, ο πατέρας της ήταν ταγματάρχης στην αστυνομία. Σε επόμενη ερώτηση η αιτήτρια ανέφερε ότι, ως της είχε αναφέρει η μητέρα της, ο πατέρας της δηλητηριάστηκε από άτομα που τον ζήλευαν.

Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι κατά την κηδεία του πατέρα της οι θείες της την κατηγόρησαν ότι ήταν υπεύθυνη για τον θάνατο του και κατά το διάστημα μετά την κηδεία του πατέρα της έως την αναχώρησή της από τη χώρα, ήτοι από τις 31/01/21 έως τις 23/02/21, η ίδια και η μητέρα της δέχονταν προφορικές απειλές από τις δύο αδερφές του πατέρα της, οι οποίες τηλεφωνούσαν με συχνότητα έως και τρεις φορές την εβδομάδα λέγοντας τους ότι πρέπει να πεθάνουν, όπως ο πατέρας της αιτήτριας. Η αιτήτρια και η μητέρα της μετακόμισαν στον παππού της αιτήτριας στις 10/01/21, όμως, εξακολούθησε να δέχεται απειλές μέσω τηλεφώνου καθότι οι θείες της δεν γνώριζαν πού βρίσκεται. Για τον λόγο αυτό η μητέρα της αιτήτριας αποφάσισε ότι η αιτήτρια έπρεπε να φύγει από τη χώρα και κατόπιν πώλησε ένα τεμάχιο γης που ανήκε στον πατέρα της προκειμένου να χρηματοδοτήσει το ταξίδι της. Μετά την αναχώρησή της οι θείες της εξακολούθησαν να απειλούν τη μητέρα της, λέγοντάς ότι είχε σκοτώσει τον άντρα της και ότι θα το πλήρωνε.

Ερωτηθείσα τι φοβάται ότι θα συμβεί στην ίδια ή στο τέκνο της σε περίπτωση επιστροφής τους στη Λ.Δ.Κ., η αιτήτρια απάντησε ότι φοβάται ότι οι συγγενείς της θα τη βλάψουν, ενώ για το τέκνο της ανέφερε ότι, λόγω των δικών της προβλημάτων, θα έχει και εκείνο τα ίδια προβλήματα με τους συγγενείς της. Ερωτηθείσα εάν έχει κάποια ένδειξη ότι η ζωή η δική της και του τέκνου της θα είναι σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής τους απάντησε αρχικά ότι δεν έχει κάποια ένδειξη, αλλά ακολούθως ανέφερε ότι μόλις πατήσει το πόδι της στη ΛΔΚ θα την κυνηγήσουν, ενώ σε επανάληψη της ερώτησης από τον λειτουργό δήλωσε ότι δημοσίευσε μία φωτογραφία σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και μία θεία της σχολίασε «θα [μετανιώσει] τη μέρα που θα [επιστρέψει] διότι [πήρε] τα λεφτά του αδερφού [τους]». Ερωτηθείσα δε εάν θα μπορέσουν να την προστατέψουν οι Αρχές απάντησε αρνητικά, προβάλλοντας ως λόγο ότι οι Αρχές δεν προστατεύουν τους ανθρώπου, καθώς πρέπει κάποιος να έχει χρήματα για να προστατευτεί.

Ερωτηθείσα τέλος εάν πιστεύει ότι θα μπορούσε να μετοικήσει με ασφάλεια μαζί με το τέκνο της σε κάποια άλλη περιοχή της ΛΔΚ η αιτήτρια απάντησε αρνητικά, καθώς, ως ανέφερε, οι γονείς της δεν βρίσκονται εκεί και στην Κύπρο νιώθει ασφαλής.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.

1.    Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπο διαμονής της αιτήτριας

  1. Η αιτήτρια ισχυρίστηκε πως κατηγορήθηκε ότι δηλητηρίασε τον πατέρα της από συγγενείς της, οι οποίοι την απείλησαν και οικειοποιήθηκαν την περιουσία του

 

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι όσα ανέφερε η αιτήτρια στερούνται εσωτερικής συνοχής ενόψει της αοριστίας, ασάφειας, έλλειψης συνέπειας, ευλογοφάνειας και αντιφατικότητας των δηλώσεων της. Ως αναφέρεται στην επίδικη έκθεση, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της αναφορικά με τις περιστάσεις του θανάτου του πατέρα της και τον λόγο για τον οποίο αυτός δηλητηριάστηκε, για ποιο λόγο η οικογένειά της δεν κατήγγειλε τη δηλητηρίαση του πατέρα της στις αστυνομικές αρχές, ενώ, η απάντησή της ότι δεν γνωρίζει τον λόγο στερείται επαρκούς συνοχής, στερούνταν επαρκών λεπτομερειών αναφορικά με το ότι κατηγορήθηκε για τέλεση πρακτικών μαγείας και ότι οι θείες της την θεώρησαν υπεύθυνη για τον θάνατο του πατέρα της, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την περιουσιακή διαφορά που είχε με τους συγγενείς της, ούτε να εξηγήσει με συνεκτικό τρόπο πώς κατάφεραν οι συγγενείς της να ιδιοποιηθούν την περιουσία της οικογένειάς της.

Περαιτέρω αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι οι δηλώσεις της αναφορικά με τις απειλές που δέχθηκε από τους συγγενείς της στερούνταν επαρκών λεπτομερειών, με δεδομένο το ότι θα αναμενόταν από την αιτήτρια να είναι σε θέση να παράσχει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις απειλές που η ίδια βίωσε, αλλά και τον λόγο που δεν έγινε καταγγελία για τις απειλές στις Αρχές. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, παρότι οι πληροφορίες από τις εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη πεποιθήσεων περί πρακτικών μαγείας στη ΛΔΚ, εντούτοις, ως κρίθηκε, ενόψει της διαβρωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Στη βάση των ως άνω ευρημάτων, δεδομένου και αξιολογούμενου και του προφίλ των αιτητών, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους. Αναφορικά ειδικώς με το αρ.19 (2) (γ) του Νόμου, ομοίως, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας κατά την επιστροφή τους, καθώς στην Κινσάσα δεν παρατηρείται αδιάκριτη βία, με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες.    

Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά των αιτητών απόφασης επιστροφής της στη ΛΔΚ.

Στα πλαίσια της προσφυγής η συνήγορος των αιτητών παραθέτει νομικά σημεία, μερικά εκ των οποίων προωθούνται και αναπτύσσονται στην αγόρευση. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν ελλιπούς έρευνας, πλάνης περί τον νόμο και τα πράγματα και δεν αιτιολογείται δεόντως. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της κάνει αναφορές στο νομικό πλαίσιο και βιβλιογραφία, εκ της οποίας, ως αναφέρει, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν έγινε εδώ εξατομικευμένη και ορθή εξέταση των ισχυρισμών της αιτήτριας και δεν εξετάστηκαν δεόντως οι ανάγκες διεθνούς προστασίας.

Δεδομένου ότι όλοι οι προωθούμενοι από την αιτήτρια ισχυρισμοί άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, προχωρώ με την επί της ουσίας εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων, εξ υπαρχής, η οποία και τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Εν προκειμένω θα συμφωνήσω με το σύνολο των ευρημάτων και της κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας ως επαρκώς και ενδελεχώς τεκμηριωμένα αυτά καταγράφονται στα ερ.90-92 της επίδικης έκθεσης, καθώς, ως και οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν, τα λεγόμενα της αιτήτριας παρουσιάζουν ουσιώδη κενά, σημαντικές ελλείψεις, πλήθος αντιφάσεων, επί πολλών και ιδιαίτερα σημαντικών πτυχών του αφηγήματος της, και στερούνται - παντελώς και σε όλη τους την έκταση - χρονικής συνέχειας και ευλογοφάνειας, εκ των οποίων διαβρώνεται αναπόφευκτα και η συνολική αξιοπιστία των δηλώσεων της.

Διερχόμενος των λεγομένων της αιτήτριας παρατηρώ ότι, πέραν των όσων αναφέρουν οι καθ’ ων η αίτηση, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά πότε έγιναν τα περιστατικά απειλών, γιατί, ενώ αρχικά ανέφερε ότι οι απειλές άρχισαν με τον θάνατο του πατέρα της (16/01/21), ακολούθως ανέφερε ότι είχαν αρχίσει όταν μετακόμισε στον παππού της (10/01/21), εντοπίζεται περαιτέρω αντίφαση στο ότι, ενώ αρχικά ανέφερε ότι το σύνολο της περιουσίας του πατέρα της το πήραν οι αδελφές του, εντούτοις η μητέρα της πώλησε ένα ακίνητο για να χρηματοδοτήσει το ταξίδι της αιτήτριας, δεν ξεκαθάρισε τελικά αν ήταν την ίδια ή την μητέρα της που την κατηγορούσαν για τον θάνατο του πατέρα της. Με πιο απλά λόγια θεωρώ ότι είναι προφανές ότι το σύνολο του αφηγήματος της αιτήτριας είναι επινόηση της ιδίας, προκειμένου να στηρίξει, εδώ ανεπιτυχώς, την επίδικη αίτηση.

Δεδομένης δε της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας δεν θεωρώ ότι ήταν απαραίτητη η αναζήτηση πληροφορίων αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία αυτών και εκ του περισσού έγινε εν προκειμένω. Ως σχετικά στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ. 132, αναφέρεται, η αναζήτηση ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής ή μη ικανοποιητικής επεξήγησης αποκλίσεων ή παραλλαγών σε ό,τι αφορά τα ουσιώδη στοιχεία μιας αίτησης ή, ακόμη περισσότερο, σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής ως απαράδεκτης.».

Στην απουσία εδώ περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά και τις ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα τρωτά σημεία του αφηγήματος παραμένουν και συνεπώς ουδείς εκ των ισχυρισμών του μπορεί να γίνει δεκτός, καθότι οι ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους.

Απομένει λοιπόν μια επικαιροποιημένη αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Κινσάσα).

Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές  Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[1]

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[2]. Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [3]

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια, ενόψει της απόρριψης του αφηγήματος της, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[4] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Εν προκειμένω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι η αιτήτρια είναι περί των 24 ετών σήμερα, υγιής, ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (και 2 έτη στο πανεπιστήμιο), προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και διαθέτει, ως η ίδια ανέφερε, υποστηρικτικό δίκτυο στην Κινσάσα, ήτοι μια θεία της (με την οποία διατηρεί καλές σχέσεις) και τον παππού της, με τον οποίο διέμενε για λίγο διάστημα προτού φύγει από τη ΛΔΚ.

Τα ως άνω δεδομένα συνηγορούν υπέρ του ότι η αιτήτρια (μαζί με το ανήλικο τέκνο της, αιτητή 2) διατηρούν εύλογες πιθανότητες να εξασφαλίσουν προσωρινή έστω στέγαση και στήριξη και (η αιτήτρια 1) επαρκή βιοπορισμό στην Κινσάσα και δεικνύουν ότι οι όποιες δυσκολίες αντιμετωπίσουν δεν θα καθιστούσαν τη ζωή τους ανυπόφορη και δεν θα τους εξέθεταν σε κινδύνους που υπερβαίνουν τον μέσο κίνδυνο που αντιμετωπίζει ο τοπικός πληθυσμός στην καθημερινότητα του. Σημειώνω ότι, ως και στην αιτιολογική σκέψη 35 της Οδ.2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.».

Σημειώνω στο σημείο αυτό την ύπαρξη του ανήλικου τέκνου της αιτήτριας, γεννηθέντος στη Δημοκρατία, επί του οποίου, παρότι γίνεται ακροθιγώς αναφορά στην έκθεση περί «αιτητών», ουδεμία κατ’ ουσία εξέταση έγινε από τους καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της επίδικης αίτησης. Όμως – δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου – δεν θεωρώ εδώ ότι η επιστροφή του αιτητή 2, μαζί με την μητέρα του, είναι ασύμβατη με τα βέλτιστα συμφέροντα του, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο πατέρας του παιδιού δεν διαμένει μαζί με τους αιτητές και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για οικογενειακούς δεσμούς, είναι δε ομοεθνής της αιτήτριας και, σε περίπτωση που απορριφθεί η αίτηση ασύλου που υπέβαλε, θα επιστρέψει κι’ αυτός στη ΛΔΚ [5]. Σημειώνω ότι είναι άγνωστο, καθότι ουδέν περί τούτου αναφέρθηκε στα πλαίσια της παρούσης, σε ποιο στάδιο βρίσκεται η αίτηση του πατέρα. Η εξέταση δε του βέλτιστου συμφέροντος ενός τέκνου, σε περιπτώσεις όπου ουδείς των εμπλεκομένων (γονέων) διατηρεί δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, δεν αφορά (in abstracto) συγκριτική επισκόπηση των συνθηκών διαβίωσης στη χώρα όπου ενδεχομένως θα απομακρυνθεί και της Δημοκρατίας, σύγκριση εκ της οποίας, πιθανόν – στις πλείστες περιπτώσεις - θα προκύπτει ότι οι συνθήκες στη Δημοκρατία είναι, κατά λίγο ή και πολύ, ουσιωδώς καλύτερες. Ούτε και μπορεί δε να αφορά την εξέταση επί πάσης πτυχής του επιπέδου διαβίωσης, αλλά μόνο σε συνάρτηση και προς διαπίστωση του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μιας εκ των εκ του Νόμου παρεχόμενων πτυχών προστασίας, ήτοι του προσφυγικού καθεστώτος, της συμπληρωματικής προστασίας και προστασίας από την επαναπροώθηση, που δεν υφίσταται εν προκειμένω. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι ουδέν αναφέρεται σχετικά με τα ως άνω από τη συνήγορο της αιτήτριας.

Έπεται ότι οι αιτητές δεν κατάφεραν να τεκμηριώσουν βάσιμο φόβο «καταδίωξης [τους] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν [επιστρέψουν] στη χώρα ιθαγένειάς [τους], θα [αντιμετωπίσουν] πραγματικό κίνδυνο να [υποστούν] σοβαρή βλάβη», ως οι έννοιες αυτές ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεδομένων δε των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι τυχόν επιστροφή τους θα είναι σε παράβαση του εκ των αρ.2 και 3 της ΕΣΔΑ δικαιώματος τους στην μη επαναπροώθηση.

Ουδέν προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.

Η προσφυγή απορρίπτεται.

Δεδομένων των πλημμελειών που εντοπίστηκαν στην επίδικη έκθεση, ως αυτές ανωτέρω καταγράφονται, ήτοι της μη εξέτασης και πλήρους αξιολόγησης των ενώπιον των καθ’ ων στοιχείων που αφορούν τον αιτητή 2, οι οποίες, παρότι δεν είναι ικανές - δεδομένης της εξ υπαρχής εξέτασης που διενεργήθηκε στα πλαίσια της παρούσης - να ανατρέψουν το τελικό αποτέλεσμα ότι δεν υφίστανται εδώ ανάγκες διεθνούς προστασίας, καταδεικνύουν πλημμελή έρευνα και μη επαρκή αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης, δεν επιδικάζονται έξοδα.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (πρόσβαση 17/12/2025).

[3] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf

[5] Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): υπ. αρ.C-112/20, M. A., ημ.11/03/21 και C484/22, G. S., ημ.15/02/23, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ): υπ. αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02, Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο: Ε.Δ.Δ. 126/20, Dissanayakage και άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημ.12/05/25


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο