T.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 2783/2025, 10/3/2026
print
Τίτλος:
T.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 2783/2025, 10/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

 Υπόθεση αρ. 2783/2025

10 Μαρτίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

T.A.

από Συρία

                                                           Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

  Καθ' ων η αίτηση

                                                                                                              

 

Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Δικηγόρος για Καθ’ ων η αίτηση: Ε. Ιωάννου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

(ALQAROUT Shahd- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την ελληνική στην αράβικη και αντίστροφα)

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 30.09.2025 η οποία του κοινοποιήθηκε προσωπικά στις 13.10.2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση ασύλου, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ

 

Με την καταχώριση της Ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση, εγέρθηκε από μέρους τους προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα προσφυγή είναι εκπρόθεσμη, ως

 

καταχωρισθείσα μετά το πέρας της προθεσμίας των 30 ημερών.

 

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι προέχει, ως ζήτημα λογικής προτεραιότητας, αλλά και λόγω της εγγενούς σπουδαιότητάς της, η εξέταση της προδικαστικής ένστασης των Καθ' ων η αίτηση περί του εκπροθέσμου καταχώρισης της υπό κρίση προσφυγής, η οποία, εφόσον ευσταθεί, οδηγεί άνευ ετέρου την παρούσα σε απόρριψη ως απαράδεκτη. Και τούτο, στη βάση της πάγιας νομολογίας ότι σε περίπτωση διαπίστωσης εκπρόθεσμης καταχώρισης μίας προσφυγής, τότε οποιοσδήποτε άλλος εγειρόμενος ισχυρισμός και προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης παύει να έχει οποιαδήποτε σημασία, ως λογικά ακολουθών το εμπρόθεσμο της προσφυγής[1]. Κατά τούτο λοιπόν, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση επιζητώντας την τοποθέτηση εκατέρωθεν μερών αναφορικά με την προδικαστική ένσταση, προτού δώσει οδηγίες για καταχώριση γραπτών αγορεύσεων. 

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία σε σχέση με την προδικαστική αυτή ένσταση, οι Καθ’ ων η αίτηση προώθησαν τη θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση γνωστοποιήθηκε στον Αιτητή μέσω σχετικής επιστολής, η οποία επιδόθηκε ιδιοχείρως σε αυτόν στις 13.10.2025, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την υπογραφή του ιδίου στο σώμα της επιστολής. Η προσφυγή έπρεπε να καταχωρίστει στις 12.11.2025, ωστόσο καταχωρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 13.11.2025 και είναι κατά τούτο εκπρόθεσμη κατά μία ημέρα.

 

Ο Αιτητής, κληθείς να τοποθετηθεί, δεν αμφισβήτησε ότι παρέλαβε την επιστολή στις 13.10.2025 ούτε ότι η προσφυγή του καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Ωστόσο, ως εξήγησε στο Δικαστήριο, δεν γνώριζε ότι η προσφυγή του έπρεπε να καταχωριστεί οπωσδήποτε εντός 30 ημερών και πως τελούσε με την εντύπωση ότι δεν υπήρχε πρόβλημα να καθυστερήσει 1-2 ημέρες. Ερωτηθείς περαιτέρω κατά πόσο έχει οποιανδήποτε άλλη εξήγηση για την καθυστέρηση στην καταχώριση της, απάντησε αρνητικά.

Ως η αποκρυσταλλωμένη θέση της νομολογίας, το ζήτημα της προθεσμίας είναι θέμα πραγματικό που αποφασίζεται υπό το φως των συγκεκριμένων περιστατικών της κάθε υπόθεσης[2]. Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού ότι η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη το φέρει ο διάδικος ο οποίος προβάλλει το σχετικό ισχυρισμό και τυχόν αμφιβολία ή αβεβαιότητα, σε σχέση με την έναρξη της προθεσμίας, επιλύεται πάντοτε υπέρ του αιτητή[3].

 

Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ευθυγραμμισμένη και σαφής επί του θέματος ότι, μετά την πάροδο αρκετών ημερών από την λήξη της προθεσμίας για καταχώριση προσφυγής, το βάρος απόδειξης μετατίθεται σ'αυτόν που ισχυρίζεται την καθυστερημένη γνωστοποίηση της διοικητικής πράξης που τον αφορά[4].

 

Όπως πράγματι προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο, οποίος κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 30.09.2025 και ακολούθως ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή η οποία φέρει ημερομηνία 13.10.2025. Η εν λόγω επιστολή εντοπίζεται επισυνημμένη τόσο στην προσφυγή του Αιτητή, όσο και στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση ως Παράρτημα 6 και επί αυτής εντοπίζεται δακτυλογραφημένο κείμενο στο οποίο διαλαμβάνεται ότι: « I have fully understood the content of this letter, as explained to me by a competent officer in a language which is my main language of understanding and communication, with the assistance of interpreterΑκριβώς από κάτω, εντοπίζεται η υπογραφή του Αιτητή και του μεταφραστή, η αναφορά ότι η επιστολή μεταφράστηκε στην αραβική γλώσσα καθώς και η ημερομηνία 13.10.2025.

 

Η προθεσμία για καταχώριση προσφυγής εξέπνεε συνεπώς στις 12.11.2025 ενώ η προσφυγή καταχωρίστηκε κατά μία μέρα αργότερα στις 13.11.2025.

 

Αυτό συνεπώς που καλείται το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει, είναι κατά πόσο η αιτιολογία που η Αιτήτρια επικαλείται, είναι αρκετή για να γίνει δεκτή ως εμπροθέσμως καταχωρισθείσα η προσφυγή της.

Διαχρονική νομολογία επιβεβαιώνει ότι η προθεσμία του άρθρου 146.3 του Συντάγματος είναι επιτακτική, ανατρεπτική και συνιστά ζήτημα δημοσίας τάξεως, το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως. Η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών δεν υπόκειται σε χαλάρωση, ούτε δύναται να παραταθεί κατ’ ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Έχει παγίως νομολογηθεί ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται να ανασταλεί η ταχθείσα προθεσμία και τούτο αποκλειστικά όταν συντρέχουν περιστάσεις ανωτέρας βίας («force majeure»), οι οποίες καθιστούν αντικειμενικά αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής για όσο χρόνο αυτές διαρκούν. Οι εξαιρετικές αυτές περιστάσεις πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να αίρουν πλήρως τη δυνατότητα του αιτητή να ενεργήσει εντός της νόμιμης προθεσμίας.

 

Στην παρούσα υπόθεση, ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του γνωστοποιήθηκε ιδιοχείρως στις 13.10.2025, ούτε ότι η προσφυγή του καταχωρίστηκε στις 13.11.2025, ήτοι μία ημέρα μετά την εκπνοή της προθεσμίας, η οποία έληγε στις 12.11.2025.

 

Η μόνη αιτιολογία που προέβαλε είναι ότι δεν γνώριζε πως η προσφυγή έπρεπε να καταχωριστεί αυστηρώς εντός 30 ημερών και ότι τελούσε υπό την εντύπωση πως καθυστέρηση μίας ή δύο ημερών δεν δημιουργούσε πρόβλημα. Ερωτηθείς περαιτέρω, δεν προέβαλε οποιοδήποτε άλλο λόγο ή αντικειμενικό κώλυμα που να δικαιολογεί την καθυστέρηση.

 

Η άγνοια του νόμου, όμως, καθώς και η εσφαλμένη προσωπική εκτίμηση ως προς τη σημασία της προθεσμίας, δεν συνιστούν περιστάσεις ανωτέρας βίας, ούτε καθιστούν αντικειμενικά αδύνατη την εμπρόθεσμη καταχώριση της προσφυγής. Αντιθέτως, πρόκειται για λόγους που ανάγονται στη σφαίρα της προσωπικής αντίληψης ή αμέλειας του διαδίκου και οι οποίοι, κατά πάγια νομολογία, δεν δύνανται να θεραπεύσουν το εκπρόθεσμο ούτε να αναστείλουν την επιτακτική προθεσμία του άρθρου 146.3.

 

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι στην επίδικη επιστολή, η οποία επιδόθηκε ιδιοχείρως στον Αιτητή στις 13.10.2025 και μεταφράστηκε δεόντως στην γλώσσα κατανόησής του, αναγραφόταν ρητώς και με σαφήνεια η προθεσμία εντός της οποίας όφειλε να καταχωρήσει προσφυγή, ήτοι εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της.

 

Δεν υφίσταται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας, ώστε να ενεργοποιηθεί η αρχή ότι η αβεβαιότητα επιλύεται υπέρ του αιτητή. Αντιθέτως, η γνωστοποίηση είναι σαφώς τεκμηριωμένη και δεν αμφισβητήθηκε.

 

Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η απόρριψη μιας προσφυγής ως απαράδεκτης λόγω εκπροθέσμου ενδέχεται να επιφέρει σοβαρές συνέπειες για τον διάδικο. Πλην όμως, το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται σε δικονομικούς περιορισμούς που υπηρετούν την ασφάλεια δικαίου και την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης. Η τήρηση των προθεσμιών δεν αποτελεί τυπική διαδικαστική απαίτηση, αλλά ουσιώδη εγγύηση της σταθερότητας των διοικητικών πράξεων και της ορθής λειτουργίας της δικαστικής διαδικασίας.

 

Εν προκειμένω, δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί αναστολή ή παράταση της προθεσμίας. Κατά συνέπεια, η προδικαστική ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση ευσταθεί και η προσφυγή κρίνεται απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης καταχώρισης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης.

 

Για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω, η προδικαστική ένσταση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται ως εκπρόθεσμη και εξ αυτού απαράδεκτη και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €150 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Μιχάλης Χάλιου ν. Της Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 435/2008, ημερ. 5.3.2010 και αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις Παπαγεωργίου ν. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υποθ. Αρ. 186/2017, ημερ. 23.12.2020, CHRISTOS M. CHARALAMBOUS DEVELOPERS LTD νΔημοκρατίαςΥποθΑρ. 1429/2019, ημερ. 14.02.2020 και Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1651/2015, ημερ. 06.11.2019.

[2] Yialousa Savings Bank Limited v. Republic (Minister of Finance as Controller of Banks) and another (1977) 3 C.L.R. 25.

[3] Costas Neophytou and The Republic of Cyprus through the Public Service Commission (1964) C.L.R. 280, Ploussiou v. Central Bank (1982) 3 C.L.R. 230.

[4] Εμπορική Εταιρεία Παλαιχωρίου Λτδ v. Κυπριακή Δημοκρατίας, υποθ.αρ. 842/07, ημερομηνίας 26/3/2019, Γιώργος Φάντης ν. Ε.Τ.Ε.Κ., υποθ. αρ. 131/2010, ημερ. 12.11.2012.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο