C.T.O ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2822/23, 20/3/2026
print
Τίτλος:
C.T.O ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2822/23, 20/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: 2822/23

 

20 Μαρτίου, 2026

 

[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

C.T.O

Αιτητής

 

-και-

 

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

........

 

Γ. Κωνσταντινίδου (κα), για Μάριος Παπαλοίζου, Δικηγόρος για τον Αιτητή

Α. Κίτσιου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής ζητεί δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 14/07/2023, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 03/08/2023, και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας με την αιτιολογία ότι δεν πληροί τις εκ του Νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις, είναι άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. 

 

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαιδεύτη συνήγορο της Δημοκρατίας, τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 29/11/2021. Στις 14/06/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη από λειτουργό του Οργανισμού Ασύλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «EUAA»). Στις 10/07/2023, αρμόδιος λειτουργός της EUAA ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη του Αιτητή, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματός του.

Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή στις 14/07/2023. Στις 03/08/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολογία της απόφασής της επί του αιτήματος του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν.

Εναντίον της εν λόγω απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρήθηκε η παρούσα προσφυγή.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας πλείονες λόγους ακύρωσης, χωρίς αυτοί να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Με τη γραπτή του αγόρευση προωθεί ως λόγους ακύρωσης της επίδικης πράξης τους εξής: (1) ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι εσφαλμένη, ως αποτέλεσμα καθόλα αντινομικής διαδικασίας, (2) έλλειψη δέουσας έρευνας, και (3) ελλιπή εξέταση των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου, σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας προσφυγής.

Ειδικότερα, ο συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε εσφαλμένη αξιολόγηση της σεξουαλικότητας του Αιτητή και, αναλύοντας το μοντέλο DSSH, αντικρούει έκαστο σημείο της Έκθεσης-Εισήγησης. Περαιτέρω, παραθέτει εξωτερικές πηγές αναφορικά με τη μεταχείριση ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη Νιγηρία. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, υιοθετείται το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης και προβάλλεται περαιτέρω διαφωνία ως προς τη χρήση του μοντέλου DSSH, με προσκόμιση σχετικού επιστημονικού άρθρου.

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και κανονικότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι το αίτημα ασύλου εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της προβλεπόμενης από τον νόμο διαδικασίας και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί το αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης των στοιχείων και ορθής εφαρμογής του νόμου. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη και ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε νομική ή πραγματική πλάνη, είτε λόγω παρερμηνείας είτε λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των στοιχείων που ο Αιτητής είχε θέσει ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών οργάνων.

Τέλος, υποβάλλουν ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στο πρόσωπο του Αιτητή δεν συντρέχουν τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που να θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης, σύμφωνα με το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και τον περί Προσφύγων Νόμο (Ν. 6(Ι)/2000), ώστε να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 3(1) του εν λόγω Νόμου, ούτε και οι προϋποθέσεις για την παροχή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1), καθότι δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται κίνδυνος να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Στη βάση σχετικής νομολογίας (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιου Κύπρου, Αναθ. Έφεση αρ.95/2012, ημ.6/7/2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344 και Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598) θα εξεταστούν μόνο οι ισχυρισμοί του αιτητή οι οποίοι εξειδικεύονται δεόντως στο εισαγωγικό δικόγραφο και αναπτύσσονται επαρκώς στις αγορεύσεις που επακολούθησαν και οι οποίοι καταγράφονται πιο κάτω.

Κατόπιν των ανωτέρω, θα προχωρήσω στην εξέταση του ισχυρισμού που προβάλλει ο συνήγορος του Αιτητή, περί έλλειψης δέουσας έρευνας  λαμβανομένης και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου όπου και σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της πράξης.

Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλές συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v. Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).

Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο οποίος καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 1, ο Αιτητής, κατά τη συμπλήρωση της αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλο άτομο, καθότι στη χώρα καταγωγής του η ομοφυλοφιλία συνιστά ποινικό αδίκημα, τιμωρούμενο με ποινή δια βίου φυλάκισης, ενώ, όπως ανέφερε, υφίσταται και κίνδυνος δολοφονίας εντός των φυλακών (βλ. ερ. 1 δ.φ.).

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται από την πολιτεία Imo και συγκεκριμένα από το χωριό Orsu. Ακολούθως, διέμενε στην πόλη Lagos μέχρι τον Δεκέμβριο του 2019, όπου διατηρούσε την επιχείρησή του, ενώ στη συνέχεια επέστρεψε στο χωριό του και, για χρονικό διάστημα πέντε μηνών πριν την αναχώρησή του από τη χώρα, διέμενε στην πόλη Benin. Ανήκει στη φυλή Igbo. Ως προς το οικογενειακό του περιβάλλον, ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε, η μητέρα του διαμένει στο χωριό Orsu και ότι έχει έξι αδέλφια, τα οποία διαμένουν στις πολιτείες Imo και Lagos. Ως προς το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι διατηρούσε επιχείρηση πώλησης φαρμάκων (βλ. ερ. 43–40 δ.φ.).

Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, προσδιόρισε τον εαυτό του ως αμφιφυλόφιλο και ομοφυλόφιλο άτομο. Ειδικότερα, ανέφερε ότι διατηρούσε σεξουαλικές σχέσεις με άνδρες, γεγονός που αντίκειται στη νομοθεσία της Νιγηρίας, και ότι εγκατέλειψε τη χώρα όταν ομάδα νεαρών ατόμων («vigilante», «youth») ανακάλυψε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, τα εν λόγω άτομα άρχισαν να απειλούν τη ζωή του και προέβησαν σε κλοπή της επιχείρησής του, με αποτέλεσμα να διαφύγει στην πόλη Benin, όπου έλαβε βοήθεια από τρίτο πρόσωπο για να εγκαταλείψει τη χώρα.

Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο σύντροφός του οργάνωσε τελετή γάμου, η οποία όμως διακόπηκε λόγω εισβολής ατόμων vigilante, οι οποίοι τραυμάτισαν τον σύντροφό του, ενώ ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει. Μετά την πυρπόληση της επιχείρησής του, ο Αιτητής κατέφυγε στο χωριό του, πλην όμως, όταν πληροφορήθηκε ότι αναζητείτο και εκεί, διέφυγε εκ νέου στην πόλη Benin. Ερωτηθείς σχετικά με τους φόβους του, δήλωσε ότι φοβάται τα μέλη των ομάδων vigilante, τη νεολαία και την κοινωνία εν γένει, καθότι η ομοφυλοφιλία απαγορεύεται από τον νόμο (βλ. ερ. 39 δ.φ.). Σε ερώτηση αναφορικά με το τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του, απάντησε ότι κινδυνεύει να θανατωθεί ή να υποστεί σοβαρή βλάβη από τις εν λόγω ομάδες (βλ. ερ. 38 δ.φ.).

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού αναφορικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ο Αιτητής υποστήριξε ότι έχει αισθήματα και προς τα δύο φύλα, ωστόσο η προτίμησή του είναι προς τους άνδρες (βλ. ερ. 38, 37 δ.φ.). Ερωτηθείς πώς συνειδητοποίησε ότι τον ελκύουν οι άνδρες, ανέφερε ότι στην εργασία του υπήρχε ένας άνδρας/πελάτης, ο οποίος του εξέφρασε το ενδιαφέρον του και, σε μεταγενέστερο στάδιο, τον κάλεσε στην οικία του. Κατά τα λεγόμενά του, υπήρξαν σωματικές επαφές, κατά τις οποίες ο Αιτητής ένιωσε αρχικά άβολα και αντέδρασε.

Στη συνέχεια, σύμφωνα με την αφήγησή του, ο εν λόγω άνδρας άρχισε να του προσφέρει δώρα τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένειά του και εξέφραζε την επιθυμία να είναι μαζί. Τελικώς, ο Αιτητής αποδέχθηκε την προσέγγιση αυτή και, όπως ανέφερε, έκτοτε άρχισε να αναπτύσσει συναισθήματα προς τους άνδρες. Πρόσθεσε ότι τα αισθήματά του προς τους άνδρες είναι εντονότερα σε σύγκριση με εκείνα προς τις γυναίκες και ότι η εμπειρία αυτή του προκάλεσε θετικά συναισθήματα.

Ο Αιτητής ανέφερε ότι η πρώτη σεξουαλική επαφή με το εν λόγω πρόσωπο έλαβε χώρα το 2017, ενώ η πρώτη τους γνωριμία χρονολογείται από το 2013. Κατά το χρονικό διάστημα 2013–2017 διατηρούσαν φιλική σχέση, συναντώνταν κοινωνικά, ενώ, όπως ισχυρίστηκε, το εν λόγω πρόσωπο τον βοήθησε να δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση και παρείχε οικονομική στήριξη στην αδελφή του. Δήλωσε ότι, όταν συνειδητοποίησε ότι τον ελκύουν οι άνδρες, ένιωσε καλά και αντιλήφθηκε ότι ήταν ερωτευμένος με τον συγκεκριμένο άνδρα.

Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατά την ημέρα της πρώτης σεξουαλικής τους επαφής αποδέχθηκε και την πρόταση του συντρόφου του για γάμο. Κληθείς να διευκρινίσει από πότε ήταν ερωτευμένος με τον σύντροφό του, δήλωσε ότι αρχικά διατηρούσαν φιλική σχέση από το 2013 και, στη συνέχεια, ανέπτυξε συναισθήματα, τα οποία τον έκαναν ευτυχισμένο, καθότι ο σύντροφός του τον φρόντιζε και τον υποστήριζε. Ισχυρίστηκε ότι προέβη σε σεξουαλική επαφή για πρώτη φορά το 2017, λόγω του ότι η ομοφυλοφιλία είναι παράνομη στη χώρα του και φοβόταν, ενώ μετά την αποδοχή της πρότασης γάμου άρχισαν να εμφανίζονται μαζί σε χώρους διασκέδασης (βλ. ερ. 35–34 δ.φ.).

Κληθείς να περιγράψει προσωπικά χαρακτηριστικά του συντρόφου του, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτός ονομάζεται John Okoro, είναι ηλικίας 50 ετών, και τον χαρακτήρισε ως καλό, ευγενικό και ταπεινό άτομο, το οποίο ασχολείτο με εμπορία αξεσουάρ αυτοκινήτων. Περαιτέρω, δήλωσε ότι τον Δεκέμβριο του 2016 ο σύντροφός του τον σύστησε σε συναδέλφους του με τον ίδιο σεξουαλικό προσανατολισμό και ότι από τον Ιανουάριο του 2017 διατηρούσαν σχέση έως την αναχώρηση του Αιτητή από τη χώρα (βλ. ερ. 33 δ.φ.).

Ο Αιτητής δήλωσε ότι κανένα μέλος της οικογένειάς του δεν γνώριζε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, καθότι αυτός ήταν επικίνδυνος και αντίθετος προς τη νομοθεσία της χώρας καταγωγής του. Κληθείς να σχολιάσει προηγούμενη δήλωσή του ότι εμφανιζόταν δημοσίως με τον σύντροφό του, καθώς και ότι είχε γνωρίσει συναδέλφους του με τον ίδιο σεξουαλικό προσανατολισμό, ανέφερε ότι οι συναντήσεις τους λάμβαναν χώρα κρυφά, σε μη δημοφιλείς χώρους, και ότι τα εν λόγω πρόσωπα γνώριζαν τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και τις σχετικές συνθήκες, χωρίς να υφίσταται, κατά τον ισχυρισμό του, οποιοσδήποτε κίνδυνος.

Ακολούθως, υποβλήθηκαν ερωτήματα αναφορικά με τη «νεολαία» και τον τρόπο με τον οποίο αυτή αντιλήφθηκε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Ο Αιτητής ανέφερε ότι, περί τον Ιανουάριο του 2019, σε συνάντηση που έλαβε χώρα στο Lagos, κατά την οποία συζητούσαν ζητήματα σεξουαλικού προσανατολισμού και καθοδηγούνταν από μεγαλύτερης ηλικίας άτομα ως προς τον τρόπο διαχείρισης σχετικών καταστάσεων στην κοινωνία, νεαρά άτομα εισήλθαν στον χώρο, προκάλεσαν αναστάτωση και τον αναγνώρισαν (βλ. ερ. 32 δ.φ.).

Ο Αιτητής δήλωσε ότι συμμετείχε σε τέτοιου είδους συναντήσεις από τον Δεκέμβριο του 2016, κατόπιν ενημέρωσης από τον σύντροφό του. Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι η συνάντηση του Ιανουαρίου 2019 αφορούσε, στην πραγματικότητα, την τελετή γάμου του με τον σύντροφό του, κατά την οποία εισέβαλαν άτομα vigilante και μέλη της νεολαίας, διακόπτοντας την τελετή (βλ. ερ. 31 δ.φ.). Κληθείς να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες για τον γάμο, ανέφερε ότι επρόκειτο για τελετή με ανταλλαγή δακτυλιδιών, παρουσία περίπου 20 καλεσμένων, με φαγητό, ποτό και τούρτα, ενώ μετά την τέλεση σχεδίαζαν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ωστόσο, η τελετή δεν ολοκληρώθηκε λόγω της επέμβασης των εν λόγω ομάδων.

Περαιτέρω, δήλωσε ότι αγνοεί τον τρόπο με τον οποίο τα εν λόγω άτομα πληροφορήθηκαν την τέλεση του γάμου. Κατά τα λεγόμενά του, τα άτομα αυτά προέβησαν σε καταστροφές και τραυμάτισαν με μαχαίρι τον σύντροφό του, ενώ ο ίδιος κατόρθωσε να διαφύγει από την πίσω έξοδο. Ακολούθως, κατέφυγε στην οικία του θείου του στην περιοχή Aja, της πολιτείας Lagos, όπου παρέμεινε για ορισμένους μήνες, και στη συνέχεια μετέβη στην πολιτεία Imo. Μετά το περιστατικό, ισχυρίστηκε ότι καταστράφηκε και η επιχείρησή του.

Πρόσθεσε ότι δεν επικοινώνησε με τον σύντροφό του, καθότι φοβόταν και κρυβόταν. Ανέφερε ότι περί τον Νοέμβριο του 2019 τον αναζητούσαν μέλη της νεολαίας στην πολιτεία Imo και προέβησαν σε καταστροφές στην οικία του. Περί τον Δεκέμβριο του 2019 επέστρεψε στην πολιτεία Imo, χωρίς ωστόσο να διαμένει στην οικία του. Ερωτηθείς κατά πόσο αντιμετώπισε εκ νέου προβλήματα με τη νεολαία, απάντησε αρνητικά (βλ. ερ. 30–29 δ.φ.). Σε ερώτηση αναφορικά με τις προβλεπόμενες ποινές, δήλωσε ότι αυτές συνίστανται σε θάνατο ή δια βίου φυλάκιση.

Τέλος, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν διατηρούσε άλλες σταθερές σχέσεις με άνδρες μετά τον John, αναφερόμενος μόνο σε περιστασιακές επαφές, και ότι δεν ανήκει σε οποιαδήποτε ομάδα (βλ. ερ. 28 δ.φ.).

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε και προσδιόρισε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος, αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος.

 

Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, ήτοι ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος. Ειδικότερα, κατόπιν εφαρμογής του μοντέλου αξιολόγησης DSSH (Difference, Shame, Stigma, Harm – Διαφορετικότητα, Ντροπή, Στίγμα, Βλάβη), οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν συνοχής, επάρκειας και επαρκούς λεπτομέρειας.

Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναπτύξει ικανοποιητικά τη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ούτε να αποδώσει, κατά τρόπο βιωματικό, το αίσθημα της διαφορετικότητας κατά το στάδιο αυτό, όπως ευλόγως θα αναμενόταν. Δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει επαρκώς τον συναισθηματικό του κόσμο ούτε την εξέλιξη της έλξης του προς άτομα του ιδίου φύλου.

Περαιτέρω, διαπιστώθηκε έλλειψη συνέπειας ως προς τον προσδιορισμό της σεξουαλικής του ταυτότητας, καθότι στην αίτησή του δήλωσε ομοφυλόφιλος, ενώ κατά τη συνέντευξη αυτοπροσδιορίστηκε ως αμφιφυλόφιλος, χωρίς να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση για την εν λόγω διαφοροποίηση. Οι αναφορές του περί «προσηλυτισμού», προκειμένου να περιγράψει την πρώτη του επαφή με άτομο του ιδίου φύλου, κρίθηκαν μη πειστικές, ενώ, όταν κλήθηκε να περιγράψει περαιτέρω τη διαδικασία ανάπτυξης της σχέσης, δεν προέβη σε ουσιαστική ανάλυση των συναισθημάτων, σκέψεων ή αλληλεπιδράσεων που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα αναμένονταν.

Επιπλέον, ασυνέπειες εντοπίστηκαν και ως προς τις δηλώσεις του αναφορικά με τα συναισθήματά του προς άτομα του ιδίου φύλου και τον τρόπο με τον οποίο αυτά αναπτύχθηκαν. Αναφορικά με τον σύντροφό του, ονόματι John, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει πότε και υπό ποιες συνθήκες έληξε η μεταξύ τους σχέση, ούτε να περιγράψει με επάρκεια τις προετοιμασίες του φερόμενου γάμου και τη φύση της τελετής.

Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με την εσωτερική διεργασία μέσω της οποίας οδηγήθηκε στην αποδοχή της σεξουαλικής του ταυτότητας. Ομοίως, αν και ανέφερε συμμετοχή, μαζί με τον σύντροφό του, σε σχετική ομάδα, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τη φύση, τον σκοπό ή τη δραστηριότητα της εν λόγω ομάδας, παρά το γεγονός ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, συμμετείχαν σε αυτήν από τον Δεκέμβριο του 2016 έως τον Ιανουάριο του 2019.

Επιπλέον, όταν κλήθηκε να εξηγήσει πώς σχεδίαζε την τέλεση γάμου σε χώρα όπου η ομοφυλοφιλία ποινικοποιείται, προέβη σε αόριστες και μη συγκεκριμένες αναφορές, περιοριζόμενος να δηλώσει ότι μετά τον γάμο σχεδίαζαν να εγκαταλείψουν τη χώρα.

Ως προς το περιστατικό της φερόμενης επίθεσης κατά την τελετή γάμου, οι δηλώσεις του κρίθηκαν αντιφατικές, καθότι αρχικώς το χαρακτήρισε ως ομαδική συνάντηση και στη συνέχεια ως τελετή γάμου, χωρίς να παράσχει επαρκείς διευκρινίσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα εμπλεκόμενα πρόσωπα πληροφορήθηκαν την εκδήλωση. Τέλος, δεν κατέστησε σαφές πώς τα εν λόγω άτομα φέρονται να γνώριζαν την παρουσία του στην πολιτεία Imo ούτε τεκμηρίωσε επαρκώς τη σύνδεση των φερόμενων επιθέσεων κατά της οικίας του με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό.

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε έρευνα αναφορικά με την κατάσταση των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων στη Νιγηρία. Εκ της εν λόγω έρευνας διαπιστώθηκε ότι ο Νόμος περί (Απαγόρευσης) Γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου του 2014 ποινικοποιεί τόσο τις ενώσεις όσο και τις σεξουαλικές πράξεις μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, προβλέποντας ποινές φυλάκισης έως δεκατεσσάρων (14) ετών. Περαιτέρω, προέκυψε ότι τα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στη Νιγηρία υφίστανται διακρίσεις, συλλήψεις και ευρύτερη κοινωνική περιθωριοποίηση.

Στη βάση των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή βρίσκουν μερικό έρεισμα σε εξωτερικές πηγές. Ωστόσο, λόγω της μη θεμελίωσης της εσωτερικής του αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

Αναφορικά με τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό του Αιτητή, δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, και δη στην πολιτεία Imo, η οποία κρίθηκε ως τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής του.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο της νομικής αξιολόγησης, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε προκύπτει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά το άρθρο 19 του ιδίου Νόμου.

Αξιολογώντας τα ανωτέρω υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων και κατόπιν ενδελεχούς μελέτης τόσο της Έκθεσης/Εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού της EUAA όσο και των θέσεων που προέβαλε η συνήγορος του Αιτητή κατά την ενώπιόν μου διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα:

Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, καθώς και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ορθώς η Διοίκηση τον αποδέχθηκε ως αξιόπιστο.

Όσον αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό περί του σεξουαλικού προσανατολισμού του Αιτητή, παρατηρώ ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει σχετικές πληροφορίες με την απαιτούμενη σαφήνεια, συνέπεια και επάρκεια, κατά τρόπο που να αναδεικνύεται ο βιωματικός χαρακτήρας αυτού. Ειδικότερα, δεν κατόρθωσε να περιγράψει επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε και εξελίχθηκε η σεξουαλική του ταυτότητα, ούτε την εσωτερική διεργασία που οδήγησε στη συνειδητοποίησή της.

Περαιτέρω, διαπιστώνεται ασυνέπεια ως προς τον αυτοπροσδιορισμό του, καθότι κατά την υποβολή της αίτησής του δήλωσε ομοφυλόφιλος, ενώ κατά τη συνέντευξη ανέφερε ότι είναι αμφιφυλόφιλος, χωρίς να παράσχει επαρκή εξήγηση για τη διαφοροποίηση αυτή. Ομοίως, ασυνέπειες εντοπίζονται και ως προς τη χρονική τοποθέτηση της σχέσης του με τον φερόμενο σύντροφό του, καθότι, ενώ αρχικώς ανέφερε ότι τον γνώρισε περί το 2013 και δεν ένιωσε άνετα κατά την πρώτη επαφή (βλ. ερ. 37 δ.φ.), στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι αποδέχθηκε την προσέγγισή του και ότι διατηρούσαν σχέση («dating») από το 2013 έως το 2017, ενώ ακολούθως δήλωσε ότι η σχέση τους άρχισε τον Δεκέμβριο του 2016 και ότι η πρώτη σεξουαλική επαφή έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2017 (βλ. ερ. 33 δ.φ.).

Επιπλέον, επισημαίνεται η αδυναμία του Αιτητή να περιγράψει με βιωματικό τρόπο την καθημερινότητα της σχέσης του, καθώς και η παντελής έλλειψη αναφοράς στα συναισθήματά του και στον τρόπο με τον οποίο τα βίωνε. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με την αοριστία και λακωνικότητα των απαντήσεών του, συνιστούν ενδείξεις που πλήττουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του.

Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς η ομάδα νεαρών ατόμων που φέρεται να διέκοψε την τελετή γάμου του έλαβε γνώση του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ούτε πώς τα εν λόγω πρόσωπα κατόρθωσαν να τον εντοπίσουν σε διαφορετική πολιτεία. Σημειώνεται δε ότι το επίμαχο περιστατικό τοποθετείται χρονικά περί τον Ιανουάριο του 2019, ενώ ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του περί τον Σεπτέμβριο του 2021, και, ερωτηθείς σχετικά, δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε περαιτέρω πρόβλημα με τη λεγόμενη «νεολαία» μετά το εν λόγω περιστατικό (βλ. ερ. 29 δ.φ.).

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι, κατά την αξιολόγηση ισχυρισμών που άπτονται του σεξουαλικού προσανατολισμού, αφετηρία αποτελεί ο αυτοπροσδιορισμός του αιτούντος, ενώ η εξέταση οφείλει να επικεντρώνεται στην εσωτερική του εμπειρία και στον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αντιλαμβάνεται και βιώνει την ταυτότητά του. Συναφώς, λαμβάνονται υπόψη η έννοια της «διαφοράς», καθώς και τα επιμέρους στοιχεία του μοντέλου DSSH (Difference, Stigma, Shame, Harm), αποφεύγοντας παράλληλα την προσφυγή σε στερεοτυπικές αντιλήψεις και συνεκτιμώντας τις ιδιαίτερες προσωπικές και κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες που ενδέχεται να επηρεάζουν την αφήγηση του αιτούντος. Ωστόσο, ακόμη και υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών και λαμβάνοντας υπόψη ότι παράγοντες όπως το στίγμα, ο φόβος ή το τραύμα δύνανται να επηρεάσουν τον τρόπο έκφρασης, στην παρούσα περίπτωση οι διαπιστωθείσες ασυνέπειες, η αδυναμία ανάπτυξης βασικών πτυχών της εσωτερικής βιωματικής εμπειρίας και η συνολική έλλειψη συνοχής και επάρκειας των δηλώσεων του Αιτητή υπερβαίνουν τα όρια τέτοιων εξηγήσεων. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να αποδοθεί αξιοπιστία στον σχετικό ισχυρισμό.

Συνολικώς, διαπιστώνω ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει επαρκώς τον ισχυρισμό του περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Παρά την έκταση και το εύρος των ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν κατά τη συνέντευξη, οι οποίες κάλυπταν κρίσιμες πτυχές όπως τον αυτοπροσδιορισμό του, την εσωτερική διεργασία συνειδητοποίησης, τις προσωπικές του αντιλήψεις, καθώς και την αντίδραση του οικογενειακού και κοινωνικού του περιβάλλοντος, οι απαντήσεις που παρείχε κρίνονται, στο σύνολό τους, ως αόριστες, ασύνδετες και στερούμενες βιωματικού περιεχομένου.

Ακόμη, ως προς τον ισχυριζόμενο φορέα δίωξης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνται σαφήνειας, συνέπειας και εσωτερικής συνοχής. Ειδικότερα, ο Αιτητής αποδίδει τον φερόμενο κίνδυνο εναλλακτικά σε «vigilante» ομάδες, σε «youth» και γενικώς στην «κοινωνία», αναφέροντας ότι «everybody, including the society is against me» (βλ. ερ. 39,38 δ.φ.), χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζει με συγκεκριμένο και συνεκτικό τρόπο την ταυτότητα, τη δομή ή τον τρόπο δράσης των φερόμενων διωκτών. Περαιτέρω, ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα εν λόγω πρόσωπα έλαβαν γνώση του σεξουαλικού του προσανατολισμού ή των δραστηριοτήτων του, ο Αιτητής προβαίνει σε αποκλίνουσες εκδοχές, αναφέροντας αφενός ότι «they recognized me from before» και «they saw my face» (βλ.ερ.32), αφετέρου ότι «they got information», ενώ σε άλλο σημείο δηλώνει ότι «I dont know how they found out» (βλ. ερ 30-32 δ.φ.), χωρίς να παρέχει συγκεκριμένη και πειστική εξήγηση. Αντιστοίχως, προκύπτει ότι συμμετείχε επί σειρά ετών, ήδη από το 2016, σε συγκεντρώσεις περίπου είκοσι ατόμων και σε κοινωνικές συναναστροφές (βλ ερ.31, 33–34 δ.φ.), χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα έως το φερόμενο περιστατικό του 2019, γεγονός που δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί άμεσου και ενεργού κινδύνου από οργανωμένες ομάδες.

Επιπλέον, οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τη χρονική ακολουθία των γεγονότων παρουσιάζουν ουσιώδεις αντιφάσεις. Ειδικότερα, αναφέρει ότι οι φερόμενοι διώκτες τον αναζήτησαν στην πολιτεία Imo τον Νοέμβριο 2019, ενώ ο ίδιος δηλώνει ότι μετέβη εκεί τον Δεκέμβριο 2019 (ερ.29. δ.φ), γεγονός που καθιστά ασαφή τη βασική αλληλουχία των γεγονότων. Περαιτέρω, παρέχει αντικρουόμενες εκδοχές ως προς τη διάρκεια παραμονής του στην εν λόγω περιοχή, αναφέροντας άλλοτε ότι παρέμεινε μόλις δύο ημέρες, άλλοτε ότι διέμεινε για ένα μήνα και άλλοτε ότι παρέμεινε έως το 2021 (ερ.29. δ.φ). Σημειώνεται, επίσης, ότι, παρά τον ισχυρισμό του περί σοβαρού κινδύνου και περί του ότι «was hiding for my life» (ερ.29. δ.φ), προκύπτει ότι μετακινήθηκε μεταξύ Lagos, Imo και Benin και διέμεινε σε συγγενικά πρόσωπα, χωρίς να προκύπτει συνεχής ή εντατική στοχοποίηση. Αντιθέτως, ο ίδιος δηλώνει ρητώς ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε περαιτέρω πρόβλημα μετά το φερόμενο περιστατικό («No», ερ.29. δ.φ), γεγονός που δεν συνάδει με την ύπαρξη συνεχούς και εξατομικευμένου κινδύνου.

Τέλος, ως προς την ταυτότητα των φερόμενων δραστών, ο Αιτητής δεν επικαλείται προσωπική γνώση, αλλά αναφέρει ότι πληροφορήθηκε σχετικά από τρίτο πρόσωπο («they told my mother», ερ.29. δ.φ), στοιχείο που δεν επαρκεί για τη σύνδεση των περιστατικών με συγκεκριμένο και αναγνωρίσιμο φορέα δίωξης. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ομόφυλες σχέσεις ποινικοποιούνται στη χώρα καταγωγής, το Δικαστήριο δεν θεωρεί καθοριστική την απουσία προσφυγής του Αιτητή στις αρμόδιες αρχές. Ωστόσο, παρά τον ισχυρισμό του ότι η ταυτότητά του είχε ευρέως εκτεθεί («my name had been exposed», βλ.ερ.27 δ.φ.), δεν προκύπτει οποιαδήποτε μεταγενέστερη στοχοποίηση ή αναζήτησή του από τρίτα πρόσωπα, ούτε συγκεκριμένα περιστατικά που να καταδεικνύουν τη συνέχιση ή την ένταση του φερόμενου κινδύνου. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί ύπαρξης πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου.

Ιδιαίτερη ασάφεια και έλλειψη συνοχής παρουσιάζει και ο ισχυρισμός του Αιτητή περί διοργάνωσης τελετής «γάμου» με τον φερόμενο σύντροφό του. Ειδικότερα, ενώ ο Αιτητής αναφέρεται σε «γάμο», από τις δηλώσεις του προκύπτει ότι επρόκειτο για ιδιωτική συνάθροιση σε χώρο που περιγράφεται ως «bar-like place», με τη συμμετοχή περιορισμένου αριθμού προσώπων («members»), χωρίς πρόθεση επίσημης δήλωσης ή γνωστοποίησης της τελετής («we were not planning to declare the wedding», βλ. ερ. 30. δ.φ.). Η περιγραφή αυτή δεν επιτρέπει σαφή προσδιορισμό της φύσης του γεγονότος, καθόσον άλλοτε παρουσιάζεται ως τελετή γάμου και άλλοτε ως απλή συνάθροιση.

Περαιτέρω, η διοργάνωση μιας τέτοιας εκδήλωσης με τη συμμετοχή πολλών ατόμων δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι ενεργούσε υπό καθεστώς φόβου και μυστικότητας, λαμβανομένης υπόψη της ποινικοποίησης των ομόφυλων σχέσεων στη χώρα καταγωγής. Επιπλέον, ο ίδιος αδυνατεί να εξηγήσει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο τρίτα πρόσωπα έλαβαν γνώση της εν λόγω εκδήλωσης, αναφέροντας ότι δεν γνωρίζει πώς αυτή αποκαλύφθηκε (βλ.ερ.30). Τα στοιχεία αυτά πλήττουν περαιτέρω την αξιοπιστία του σχετικού ισχυρισμού και τη συνολική συνοχή του αφηγήματός του.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν τεκμηριώνεται, κατά τρόπο αξιόπιστο και επαρκώς συγκεκριμένο, η ύπαρξη προσδιορίσιμου φορέα δίωξης ούτε η ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου για τον Αιτητή.

H βασική ιστορία ενός αιτούντος πρέπει να είναι συνεπής καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ακόμη και αν ορισμένες πτυχές της έκθεσης είναι αβέβαιες ή κάπως αξιοσημείωτες, υπό τον όρο ότι δεν υπονομεύουν τη συνολική αξιοπιστία του ισχυρισμού[1]. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί κατά την αξιολόγηση της γενικής αξιοπιστίας των δηλώσεων δεν μπορεί να αναμένεται πλήρης ακρίβεια ημερομηνιών και γεγονότων. Ωστόσο, όταν παρουσιάζονται πληροφορίες που δίνουν ισχυρούς λόγους να αμφισβητηθεί η αλήθεια της υποβολής αιτούντων άσυλο, το άτομο πρέπει να παρέχει μια ικανοποιητική εξήγηση για τις εικαζόμενες ανακρίβειες σε αυτές τις υποβολές.[2]

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις X, Y, Z (C-199/12, C-200/12 και C-201/12) και A, B, C (C-148/13, C-149/13 και C-150/13), καθώς και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (I.K. κατά Ελβετίας, αριθ. 21417/17), η αξιολόγηση ισχυρισμών που ερείδονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό οφείλει να διενεργείται με ιδιαίτερη προσοχή, χωρίς προσφυγή σε στερεοτυπικές αντιλήψεις και με πλήρη σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια του αιτητή. Περαιτέρω, καθίσταται σαφές ότι η έλλειψη εκτενούς ή βιωματικής αφήγησης δεν δύναται, αφ’ εαυτής, να οδηγεί σε αρνητικό συμπέρασμα, καθόσον παράγοντες όπως η ντροπή, το στίγμα ή ο φόβος αποκάλυψης ενδέχεται να επηρεάζουν την πληρότητα και τον τρόπο παρουσίασης των ισχυρισμών.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι διαπιστωθείσες αδυναμίες στην αφήγηση του Αιτητή δεν δύνανται να θεραπευθούν διά της επίκλησης γενικών πληροφοριών χώρας καταγωγής αναφορικά με τη θέση και τη μεταχείριση ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη Νιγηρία. Όπως έχει παγίως κριθεί, οι γενικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής δεν επαρκούν για τη θεμελίωση αιτήματος διεθνούς προστασίας, ελλείψει προηγούμενης αξιόπιστης τεκμηρίωσης ότι ο ίδιος ο αιτητής εμπίπτει στην επίμαχη κατηγορία και εκτίθεται σε εξατομικευμένο κίνδυνο (βλ. A.A. κατά Ελβετίας, αρ. 58802/12, σκ. 39–40· N.A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 25904/07, §§ 114–115· J.K. και Άλλοι κατά Σουηδίας, αρ. 59166/12, σκ. 116).

Κατά συνέπεια, και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της σχετικής ευρωπαϊκής και διεθνούς νομολογίας, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο αρμόδιος λειτουργός δεν προσέγγισε τον επίμαχο ισχυρισμό με στερεοτυπικό τρόπο, ούτε απαίτησε υπέρμετρο ή μη εύλογο βαθμό λεπτομέρειας, αλλά, αντιθέτως, προέβη σε συνολική, συνεκτική και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αξιοπιστίας. Υπό το φως των ανωτέρω, η κρίση της Διοίκησης περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού κρίνεται νόμιμη, επαρκώς αιτιολογημένη και ορθή, και ως εκ τούτου γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση ενήργησε ορθώς εφαρμόζοντας το μοντέλο DSSH (Difference, Stigma, Shame, Harm) κατά την αξιολόγηση του επίδικου ισχυρισμού. Το μοντέλο αυτό έχει τύχει ευρείας αποδοχής στη διεθνή πρακτική, έχει υποστηριχθεί από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και εφαρμόζεται σε σειρά κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κατάλληλη μεθοδολογία εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας που στηρίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό. Εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (A, B, C - C-148/13, C-149/13, C-150/13) έχει καταστήσει σαφές ότι η αξιολόγηση αξιοπιστίας σε τέτοιες υποθέσεις δεν μπορεί να βασίζεται σε στερεοτυπικές ερωτήσεις ή εξευτελιστικές πρακτικές, αλλά πρέπει να διενεργείται με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και μέσω μεθοδολογιών που εστιάζουν στην εσωτερική συνοχή της αφήγησης.

Παράλληλα, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου στις υποθέσεις HJ (Iran) και HT (Cameroon) [2010] UKSC 31 υπογράμμισε ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί από αιτητή διεθνούς προστασίας να αποκρύπτει ή να αποσιωπά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό προς αποφυγή δίωξης. Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση σε SOGI (σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου) υποθέσεις πρέπει να είναι εξατομικευμένη και ευαίσθητη, και ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προβαίνουν σε ουσιαστική εκτίμηση των ισχυρισμών λαμβάνοντας υπόψη το νομικό και κοινωνικό πλαίσιο στη χώρα καταγωγής (βλ. I.K. v. Switzerland (dec.), no. 21417/17, 19.12.2017· A.N. v. France (dec.), no. 12956/15, 19.04.2016).

Υπό το φως αυτών των κατευθυντηρίων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Διοίκηση, εφαρμόζοντας το μοντέλο DSSH, εστίασε σε κρίσιμες παραμέτρους - την αυτοαντίληψη του Αιτητή, το βίωμα της διαφορετικότητας, την εμπειρία κοινωνικού στίγματος και τις επικαλούμενες μορφές βλάβης - και ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αφήγησή του ήταν ασαφής και μη πειστική. Ως εκ τούτου, η χρήση του μοντέλου DSSH κρίνεται όχι μόνο δικαιολογημένη αλλά και πρόσφορη, και τα πορίσματα στα οποία κατέληξε η Διοίκηση, περί αναξιοπιστίας του ισχυρισμού, υιοθετούνται και από το Δικαστήριο.

Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι στη θεωρία και σε τμήμα της διεθνούς πρακτικής έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις ως προς τον τρόπο χρήσης του μοντέλου DSSH, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να λειτουργήσει με κανονιστικό τρόπο, να αναπαράγει στερεότυπα ή να αγνοήσει τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες κάθε αιτητή[3]. Ωστόσο, στην προκείμενη υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Διοίκηση εφάρμοσε το εν λόγω μοντέλο με τρόπο συμβατό προς τις αρχές που έθεσε η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υποθέσεις ABC) και του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου (HJ (Iran), HT (Cameroon)), δηλαδή χωρίς να βασιστεί σε στερεοτυπικές παραδοχές ή σε εξευτελιστικές πρακτικές, αλλά με γνώμονα την εσωτερική συνοχή και πειστικότητα της αφήγησης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο υιοθετεί την αξιολόγηση της Διοίκησης και αποδέχεται ότι, εν προκειμένω, η εφαρμογή του DSSH οδήγησε σε εύλογο και αιτιολογημένο συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας του ισχυρισμού.

Περαιτέρω, η ανωτέρω κατάληξη ενισχύεται και υπό το πρίσμα των αναγνωρισμένων δεικτών αξιοπιστίας, όπως αυτοί καταγράφονται στη διεθνή και ενωσιακή θεωρία και πρακτική, ήτοι της εσωτερικής συνέπειας, της εξωτερικής συνέπειας, της επάρκειας λεπτομέρειας και της πιθανοφάνειας.[4]

Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρίση της Διοίκησης περί αναξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν ερείδεται αποκλειστικά στη μεθοδολογία DSSH, αλλά εδράζεται και στις γενικές αρχές αξιολόγησης της αξιοπιστίας που διέπουν την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας σε διεθνές και ενωσιακό επίπεδο, τις οποίες το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως.

Ως προς δε την εξωτερική αξιοπιστία, παρότι οι γενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ενδέχεται να αντιμετωπίζουν διακρίσεις στη Νιγηρία, οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν εναρμονίζονται με τρόπο εξατομικευμένο με τα δεδομένα αυτά, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος είχε γίνει ή θα καθίστατο αντιληπτό ως ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο στο κοινωνικό του περιβάλλον. Η επίκληση γενικών συνθηκών δεν δύναται, συνεπώς, να υποκαταστήσει την έλλειψη αξιόπιστης προσωπικής αφήγησης.

Επιπροσθέτως, υπό το πρίσμα των γενικών αρχών του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αναδιατύπωση) και της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσβαλλόμενη κρίση ερείδεται σε ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη αξιολόγηση, διενεργηθείσα με την απαιτούμενη αυστηρή και ενδελεχή εξέταση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία και εστιάζοντας στα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Οι αρχές αυτές, που συγκροτούν το αναγκαίο πλαίσιο ελέγχου της αξιοπιστίας, έχουν ερμηνευθεί και αναδειχθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. μεταξύ άλλων CJEUAB και CC-148/13, C-149/13, C-150/13, σκ. 70· Y και ZC-71/11 και C-99/11, σκ. 77· Abdulla και λοιποί, C-175/08 κ.ε., σκ. 90· M.M., C-277/11, σκ. 88), καθώς και από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία επιβάλλει «στενό έλεγχο» και «αυστηρή αξιολόγηση» σε ζητήματα που άπτονται του άρθρου 3 ΕΣΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ, Shamayev κ.ά. κατά Γεωργίας και Ρωσίας, αριθ. 36378/02, §448· JK και λοιποί κατά Σουηδίας [GC], αριθ. 59166/12, §77).

Τέλος, καθόσον ο Αιτητής δεν προσκόμισε επαρκή σχετικά στοιχεία ούτε παρείχε ικανοποιητικές εξηγήσεις για κρίσιμες ελλείψεις, δεν πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ιδίως ως προς τη συνοχή και την πιθανοφάνεια των δηλώσεών του και τη μη αντίθεσή τους προς τη διαθέσιμη ειδική και γενική πληροφόρηση, χωρίς να απαιτείται, βεβαίως, καθ' εαυτήν η ύπαρξη εγγράφων για κάθε ισχυρισμό. Η εκτίμηση της αξιοπιστίας οφείλει να είναι ολιστική, σύμφωνα με τα άρθρα 4(1)-(4) της Οδηγίας και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την οποία οι δηλώσεις του αιτητή μπορούν να γίνουν δεκτές μόνον εφόσον είναι συνεκτικές, εύλογες και δεν αντίκεινται στην αντικειμενική πληροφόρηση (βλ. CJEUShepherdC-472/13· FathiC-56/17). Ως εκ τούτου, η διοικητική αξιολόγηση κρίνεται σύμφωνη με το εφαρμοστέο ενωσιακό πλαίσιο και τα πορίσματά της υιοθετούνται.

Επομένως, η γενικότητα των απαντήσεών του, η έλλειψη επαρκούς συγκεκριμενοποίησης, οι ουσιώδεις ασυνέπειες ως προς βασικά στοιχεία του αφηγήματός του, συμπεριλαμβανομένης  της αξιολόγηση της περιγραφής της διαδικασίας συνειδητοποίησης του σεξουαλικού προσανατολισμού του Αιτητή, της χρονικής αλληλουχίας των γεγονότων, της φύσης της σχέσης του και της περιγραφής των φερόμενων περιστατικών, καθώς και η αδυναμία του να προσδιορίσει με σαφήνεια τον φορέα δίωξης και τον τρόπο με τον οποίο αυτός έλαβε γνώση των προσωπικών του στοιχείων, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη συνοχή και αξιοπιστία.

Συναφώς, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, στο πλαίσιο αιτήσεων διεθνούς προστασίας, το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών φέρει πρωτίστως ο αιτητής, ο οποίος οφείλει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του. Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκή, συνεκτική και αξιόπιστη αφήγηση, ικανή να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε κατά τον απαιτούμενο βαθμό.

Η ανωτέρω κατάληξη ερείδεται και στη συναφή νομολογία, σύμφωνα με την οποία ο αιτητής φέρει το βάρος να θεμελιώσει με ειλικρίνεια και σαφήνεια την αξίωσή του (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna ν. Δημοκρατίας, αρ. 1875/08, 1.3.2010· Farhan Khalil ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, αρ. 1119/2009, 31.1.2012· καθώς και το Εγχειρίδιο του Υπάτου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες). Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], το βάρος απόδειξης φέρει καταρχήν ο αιτών άσυλο, ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του και, ευρύτερα, να συνδράμει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να διαπιστωθούν τα κρίσιμα γεγονότα της υπόθεσής του.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση τήρησαν τις θεσμοθετημένες διαδικασίες, παρείχαν στον Αιτητή την ευκαιρία να εκθέσει πλήρως την αφήγησή του και έλαβαν υπόψη όλα τα στοιχεία που ο ίδιος έθεσε ενώπιόν τους, καθώς και τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη Νιγηρία. Το γεγονός αυτό ενισχύει το συμπέρασμα ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και με επαρκή αιτιολόγηση.

Συνάμα το Δικαστήριο δεν δύναται να αναγνωρίσει στον Αιτητή το λεγόμενο «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό προβλέπεται στην παρ. 204 του Εγχειριδίου του Ύπατου Αρμοστή.[5] Η εφαρμογή του εν λόγω ευεργετήματος προϋποθέτει ότι ο αιτών έχει προσκομίσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία και ότι, κατόπιν ελέγχου, κρίνεται γενικώς αξιόπιστος.[6] Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής δεν στήριξε με συγκεκριμένα δεδομένα τους ισχυρισμούς του περί δίωξης λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, ενώ οι ουσιώδεις αοριστίες και ασάφειες που διαπιστώθηκαν αποκλείουν την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα. Η νομολογία έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας ενός αιτούντος και η απόρριψη της αίτησής του για τον λόγο αυτό συνιστούν νόμιμη βάση (βλ. Ανωτ. Δικ. Amiri ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 466/2010, 28.9.2012).

Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι, κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να απαντήσει σε ερωτήματα ανοικτής φύσεως, τα οποία τέθηκαν προς διερεύνηση τόσο του πυρήνα του αιτήματος όσο και των επιμέρους πτυχών του. Ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε επαρκείς και στοχευμένες ερωτήσεις, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική μέθοδο, και συνεργάστηκε με τον Αιτητή στον προσδιορισμό των συναφών στοιχείων της αιτήσεως. Ακολούθως, προέβη σε εκτενή ανάλυση εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού του, αξιολογώντας τον ενδεχόμενο κίνδυνο που θα διέτρεχε σε περίπτωση επιστροφής του, και αντιπαρέβαλε τα όσα προέβαλε με διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής, κατά το άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.

Το Δικαστήριο, εκπληρώνοντας το καθήκον αυτεπάγγελτης έρευνας που του αναγνωρίζεται από το άρθρο 10 παρ. 3 στοιχ. β΄ της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προέβη σε συνεκτίμηση επικαιροποιημένων και αξιόπιστων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τη νομική και κοινωνική θέση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη Νιγηρία. Δεδομένου ότι η κατ' ισχυρισμό απειλή κατά του Αιτητή απορρέει από τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, η εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας επικεντρώνεται στο κατά πόσον η αντικειμενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής δικαιολογεί τον φόβο του για δίωξη ή κακομεταχείριση από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες, υπό συνθήκες όπου το κράτος δεν δύναται ή δεν προτίθεται να του παράσχει προστασία.

Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Υπουργείου Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου (UK Home Office), «η σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ ανδρών ποινικοποιείται και τιμωρείται με φυλάκιση έως και 14 ετών. Ο ισλαμικός νόμος/σαρία (sharia), ο οποίος είναι σε ισχύ για τον μουσουλμανικό πληθυσμό 12 βόρειων πολιτειών, ποινικοποιεί τις σεξουαλικές πράξεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου τόσο μεταξύ ανδρών όσο και μεταξύ γυναικών. Η μέγιστη ποινή και στις 12 πολιτείες για τους άνδρες είναι ο θάνατος. Οι ποινές για τις γυναίκες (lesbianism) περιλαμβάνουν θάνατο, μαστίγωμα και φυλάκιση».[7]

Ως αναφέρει το Freedom House, τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ αντιμετωπίζουν εκτεταμένη επίσημη και κοινωνική διάκριση. Όσοι καταδικάζονται για συμμετοχή σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις μπορούν να φυλακιστούν για διάστημα έως και 14 ετών, ενώ 12 βόρειες πολιτείες διατηρούν τη θανατική ποινή για ομοφυλοφιλικές δραστηριότητες. Τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ υπόκεινται επίσης σε επιθέσεις από αστυνομικούς κατά τη σύλληψή τους, σε απόπειρες εκβιασμού και σε διακρίσεις κατά την πρόσβασή τους σε δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες. Οι επιθέσεις υψηλού προφίλ εναντίον ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων συνεχίστηκαν το 2024.  Τον Απρίλιο, για παράδειγμα, ένας όχλος επιτέθηκε στο σπίτι ενός ύποπτου ηγέτη μιας ΛΟΑΤΚΙ+ ομάδας στην Abuja, ενώ τον Αύγουστο, επίσης στην πρωτεύουσα, δολοφονήθηκε ένας δημοφιλής χρήστης των κοινωνικών μέσων που ήταν τραβεστί. Τον Οκτώβριο, ένα ζευγάρι του ίδιου φύλου υπέστη παρενόχληση και δημόσια ξυλοδαρμό στην πολιτεία River.[8]

Σε Έκθεση του USDOS, η οποία αφορά τη χρονική περίοδο του 2023, άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ στη Νιγηρία υπόκεινται σε βία, απειλές (συμπεριλαμβανομένου του εκβιασμού) και παρενόχληση, με βάση τον πραγματικό ή τον υποτιθέμενο σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα ή έκφραση φύλου, μεταξύ άλλων και από κρατικούς φορείς. Επιπλέον, στην ίδια πηγή, αναφέρεται ότι άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ υπόκεινται διακρίσεις στην απασχόληση, τη στέγαση και την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη.[9]

Τα ανωτέρω ευρήματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν θετικό δείκτη της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού του, σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ευρέως  γνωστές πληροφορίες επί της κατάστασης που επικρατεί στην χώρα καταγωγής αναφορικά με την κοινότητα ΛOATKI+. Ενόψει, όμως, του ότι η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή δεν έχει στοιχειοθετηθεί και εφόσον όσα ανέφερε ο Αιτητής είναι η μόνη απόδειξη των ισχυρισμών του ένεκα του προσωπικού τους χαρακτήρα, ο εν λόγω ισχυρισμός ορθώς δεν έγινε αποδεκτός.

Προς τούτο τονίζω ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (ε) της οδηγίας 2011/95/EE αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τα ουσιαστικά γεγονότα (material facts) μπορεί να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο Αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Αυτή η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση  και θα καταλήξει με απόλυτη  βεβαιότητα αναφορικά με την αλήθεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία  έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο  κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση  JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, Παρ. 53.

Στο Εγχειρίδιο της EUAA/EASO («Δικαστική Ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας», 2018, σελ. 97-98), αναφέρεται ότι απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική εκτίμηση κατά πόσο η αφήγηση του αιτούντος αντανακλά την αφήγηση που θα ανέμενε κανείς από πρόσωπο το οποίο περιγράφει γνήσια προσωπική εμπειρία. Ειδικότερα, είναι εύλογο να αναμένεται ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας θα είναι τεκμηριωμένη και θα περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες τουλάχιστον για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά. Η έλλειψη τέτοιων λεπτομερειών ισοδυναμεί με «έλλειψη λυσιτελών στοιχείων» κατά το άρθρο 4 παρ. 5 στοιχ. β΄ της Οδηγίας.

Προχωρώντας, ο όρος «βάσιμος φόβος» προϋποθέτει την ύπαρξη αντικειμενικά δικαιολογημένης βάσης για τον φόβο δίωξης του αιτούντος, ήτοι την ύπαρξη εύλογης πιθανότητας να υποστεί δίωξη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Η εκτίμηση αυτή προϋποθέτει την αξιολόγηση τόσο των δηλώσεων του αιτούντος όσο και όλων των συναφών περιστάσεων της υπόθεσης, υπό το πρίσμα του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (Οδηγία Προσόντων), περιλαμβανομένων των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα καταγωγής και της συμπεριφοράς των φερόμενων φορέων δίωξης. Ως εκ τούτου, η διαπίστωση του «βάσιμου φόβου» συνδέεται άρρηκτα με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτούντος και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζει.

Εν προκειμένω, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε διακριτή αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, εξετάζοντας κατ’ αρχάς την αξιοπιστία τους και, στη συνέχεια, τον κίνδυνο που απορρέει από αυτούς. Ο βασικός λόγος απόρριψης του αιτήματός του έγκειται στη μη θεμελίωση της αληθοφάνειας των κεντρικών ισχυρισμών του και στον κλονισμό της αξιοπιστίας του, λόγω ουσιωδών αντιφάσεων, ελλείψεων και ασάφειας που εντοπίστηκαν κατά τη συνέντευξή του. Όπως έχει παγίως κριθεί, η διαπίστωση έλλειψης αξιοπιστίας του αιτητή δύναται να αποτελέσει επαρκή λόγο απόρριψης αίτησης διεθνούς προστασίας (βλ. Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, ημερ. 28.9.2012).

Υπό τα δεδομένα αυτά, και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο βασικός ισχυρισμός του Αιτητή δεν κρίθηκε αξιόπιστος, δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης στη χώρα καταγωγής του για οποιονδήποτε από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας το σύνολο των στοιχείων του φακέλου και την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνει ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη αξιολόγηση, καταλήγοντας εύλογα στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν διατρέχει κίνδυνο δίωξης κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο υιοθετεί τα σχετικά συμπεράσματα των Καθ’ ων η Αίτηση αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας.

Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν εμπίπτει ούτε στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Το εν λόγω καθεστώς παρέχεται σε περιπτώσεις όπου υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα ιθαγένειάς του, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου.

Κατά το άρθρο 19(2), ως «σοβαρή βλάβη» νοείται ιδίως: (α) η επιβολή ή εκτέλεση θανατικής ποινής, (β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ή (γ) σοβαρή και εξατομικευμένη απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης ή συνεπεία συστηματικών και γενικευμένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Εν προκειμένω, και λαμβανομένης υπόψη της απόρριψης του ισχυρισμού περί σεξουαλικού προσανατολισμού ως μη αξιόπιστου, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής εκτίθεται προσωπικώς σε οποιονδήποτε από τους ανωτέρω κινδύνους. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν τεκμηριώνεται ότι, κατά τον χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης, επικρατούσαν στη Νιγηρία και ειδικότερα στην πολιτεία Imo συνθήκες τέτοιας έντασης αδιάκριτης βίας ή γενικευμένων παραβιάσεων, ώστε και μόνη η παρουσία του Αιτητή να αρκεί για τη θεμελίωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης.

Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο η απομάκρυνση του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα συνεπαγόταν παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το οποίο κατοχυρώνει την απόλυτη απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η απομάκρυνση αλλοδαπού προσώπου συνιστά παραβίαση της εν λόγω διάταξης μόνο εφόσον αποδεικνύεται, βάσει ουσιωδών λόγων, ότι αυτό διατρέχει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 στη χώρα προορισμού (βλ. Soering κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 14038/88· Saadi κατά Ιταλίας [GC], αριθ. 37201/06).

Περαιτέρω, το ΕΔΔΑ έχει διευκρινίσει ότι η εκτίμηση του κινδύνου πρέπει να είναι αυστηρή και να στηρίζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία που αφορούν τον αιτητή, ενώ η ύπαρξη γενικών προβλημάτων στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση παραβίασης, ελλείψει προσωπικού κινδύνου (βλ. N.A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 25904/07, §§ 114–115· F.G. κατά Σουηδίας [GC], αριθ. 43611/11). Παράλληλα, το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι, σε υποθέσεις που άπτονται του σεξουαλικού προσανατολισμού, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, χωρίς όμως να αίρεται η υποχρέωση του αιτητή να τεκμηριώσει, σε ικανοποιητικό βαθμό, τον ισχυρισμό του (βλ. I.K. κατά Ελβετίας, αριθ. 21417/17).

Εν προκειμένω, και ελλείψει αξιόπιστης θεμελίωσης του βασικού ισχυρισμού του Αιτητή, δεν προκύπτει ότι αυτός εμπίπτει σε κατηγορία προσώπων που εκτίθενται σε απαγορευμένη μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Ούτε τεκμηριώνεται, από τα στοιχεία του φακέλου ή τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής, ότι επικρατούν συνθήκες τέτοιας έντασης ή γενικευμένης βίας που να καθιστούν την επιστροφή του, αυτή καθαυτή, αντίθετη προς την εν λόγω διάταξη.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η απομάκρυνση του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Αναφορικά με το άρθρο 19 (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου και ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, σκέψη 43).

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. C-465/07, Elgafaji). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Ως προς την γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), της Ακαδημίας της Γενεύης, η Νιγηρία εμπλέκεται σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και Ισλαμικού Κράτους (Islamic State in West Africa Province/ISWAP). Επιπλέον, υπάρχει μια μη διεθνής ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Ισλαμικού Κράτους (ISWAP) και της Boko Haram. Επί της ίδιας ιστοσελίδας καταγράφεται πως «από το 1960, η Νιγηρία συνδυάζει την εθνογραφική και θρησκευτική ποικιλομορφία με επαναλαμβανόμενη και εξελισσόμενη βία. Από το 2009, η βορειοανατολική περιοχή βιώνει παρατεταμένη εξέγερση από την Boko Haram και την αποσχισθείσα ομάδα της, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Παρά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες των νιγηριανών ενόπλων δυνάμεων που υποστηρίχθηκαν από την ομάδα Civilian Joint Task Force (CJTF) το 2015-2016, η ασφάλεια έχει έκτοτε επιδεινωθεί ξανά, καθώς τα τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα έχουν επεκταθεί. Κάποιες περιοχές έχουν αντιμετωπίσει βία που σχετίζεται με τους πόρους, συγκρούσεις αγροτών-κτηνοτρόφων, κινητοποίηση αυτονομιστών και εγκληματικότητα συμμοριών, συμβάλλοντας σε μαζικούς εσωτερικούς εκτοπισμούς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από αμφισβητούμενες εκλογές, τεταμένες σχέσεις με τον Νίγηρα, σοβαρές πλημμύρες και μια επιδεινούμενη κρίση κόστους ζωής που χαρακτηρίστηκε από διαμαρτυρίες και θανατηφόρα καταστολή. Η περιφερειακή συνεργασία μέσω της Multinational Joint Task Force (MTJF) αποδυναμώθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις του ISWAP εντάθηκαν και οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) διεξήχθησαν με αμφισβητούμενη αιτιολόγηση».[10]

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Imo της Νιγηρίας, τόπος καταγωγής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/02/2026), καταγράφηκαν 62 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 105 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[11] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Imo το 2022 εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 5,459,300 κατοίκους.[12] 

Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών, καταλήγω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι τα περιστατικά ασφαλείας στη ανωτέρω περιοχή, δεν είναι τέτοιας συχνότητας ή έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Περαιτέρω, δεν υφίστανται ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο που πιθανό να διατρέξει ο Αιτητής ειδικά σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω (βλ. και ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland).

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της παρούσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή του. Ορθά η Διοίκηση, κατέληξε ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δε στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στον Αιτητή το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 3-3Δ του Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης, για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτός «δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2)».

Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99). Είναι εμφανές πως, η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα όλων των ζητημάτων που έθεσε ο Αιτητής ενώπιον της. Οι Καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους, προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω,  ο λειτουργός παρείχε επαρκή αιτιολογία για το λόγο μη υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η δε αιτιολογία συμπληρώνεται και από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, ιδίως δε την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, το πρακτικό της συνέντευξης και την εισήγηση του λειτουργού. (Παναγιωτίδης v. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 342, Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ vYπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 427), 

Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, στα πλαίσια των εξουσιών του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, με την Κ.Δ.Π. 145/2025 καθόρισε τη χώρα καταγωγής του Αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιείται βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης, σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή, η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

Δια τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1200 υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Βλ. ΕΔΑΔ Said v Netherlands Αριθμός Αιτ. 2345/02, 5 Ιουλίου 2005 Παρ. 53

[2] Βλ. J.K. v. and Others v. Sweden, Αριθμός Αιτ.. 59166/12, 23 Αυγούστου 2016 Παρ. 93

[3] βλ. ΕΟU ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2273/2023, 28/2/2025, όπου η έντιμη συνάδελφος Δικαστής κα Ε. Ρήγα επεσήμανε τον κίνδυνο το εν λόγω μοντέλο να λειτουργήσει με κανονιστικό τρόπο, να ομογενοποιήσει τις εμπειρίες των αιτητών και να ενισχύσει στερεοτυπικές αντιλήψεις.

[4] Βλ. Δικαστικής ανάλυσης για την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου» της EUAA  φεβ.2023 παρ. 1.2.8. https://www.euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system

[5] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50

[6] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου

[7] UK Home Office, UK Visas and Immigration, Guidance, Country Policy and Information Note: Sexual Orientation, Gender Identity and Expression, and Sex Characteristics, Nigeria, 30 June 2025 (Updated), https://www.gov.uk/government/publications/nigeria-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-sexual-orientation-gender-identity-and-expression-and-sex-characteristics-nigeria-june-2025-accessible [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.03.2026]

[8] Freedom House, Freedom in the World 2025 - Nigeria, 2025, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.03.2026]

[9] USDOS - US Department of State, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Nigeria, 23 April 2024, σελ. 35, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.03.2026]

[10] War Watch, At a Glance, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.03.2026]

[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Imo, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 27.02.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.03.2026]

[12] City Population - Nigeria – Imo https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/  [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.03.2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο