ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
09 Μαρτίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.K.K.
από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Α. Πλιάκα (κα) για Δ. Ζησιμοπούλου Κυριάκου (κα)
Δικηγόροι για Καθ’ ων η αίτηση: Α. Χατζηιωσήφ (κα) για Μ. Παραδεισιώτη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 03.12.2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σκιαγραφώντας τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά
προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του δ.φ. ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»), καταγράφονται τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό ((στο εξής αναφερόμενη και ως «η ΛΔΚ»), την οποία εγκατέλειψε στις 07.10.2022 και στις 18.10.2022 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 15.11.2022 υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 25.11.2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 28.11.2022 Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου υπάλληλος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 03.12.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 29.12.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ιδίας ημερομηνίας. Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας, στο πλαίσιο της γραπτής της αγόρευσης, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, η συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι άκυρη, παράνομη και ότι λήφθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας και στερείται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και/ή συνέπειας. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η απόφαση λήφθηκε υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα χωρίς της δέουσα έρευνα, και/ή με κατάχρηση εξουσίας καθώς ο Αιτητής έπρεπε να παραπεμφθεί σε ψυχολόγο δυνάμει του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς έχει υποστεί σωματική βία. Τέλος, προωθεί τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας, καθότι κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η ΛΔΚ δεν ανήκε στην ομάδα χωρών που έχουν χαρακτηριστεί ως ασφαλείς χώρες σύμφωνα με το Κ.Π.Δ. 279/2021 καθώς και ότι δεν επεξηγήθηκαν στον Αιτητή τα βασικά του δικαιώματα ήτοι ότι θα μπορούσε να έχει δικηγόρο παρόντα κατά το στάδιο της συνέντευξης.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που τους παρέχει ο νόμος και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, ορθά και εύλογα, σύμφωνα με τις νομοθετημένες διατάξεις και ότι αυτή είναι πλήρως και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν, περαιτέρω, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Καταρχάς, μελετώντας τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, εύκολα διαπιστώνεται ότι πλην του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας ο οποίος προωθείται επί τη βάση σχετικής επιχειρηματολογίας, οι υπόλοιποι προωθούνται με γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων, χωρίς ωστόσο να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ή επιχειρήματα, που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του αυτούς. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962.[1]
Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[2], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.[3]Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344, Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344, όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποίαν παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.
Στην εξεταζόμενη λοιπόν υπόθεση δεν ήταν αρκετό να τεθεί στα νομικά σημεία της αιτήσεως ακυρώσεως αλλά και της μετέπειτα καταχωρισθείσας γραπτής αγόρευσης, με γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία, η παραβίαση κανόνων δικαίου κάτω από τη γενικότερη σφαίρα παραβίασης των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου με τον οποίον οι αρχές αυτές παραβιάζονται. Στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθούνται οι λόγοι ακυρώσεως περί του αναιτιολόγητου, πλάνης κ.τ.λ. ουδόλως εξηγείται με τη γραπτή αγόρευση, που είναι και το μέσο για ανάπτυξη μίας τέτοιας επιχειρηματολογίας.
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, αυτό που επίσης παρατηρείται είναι πως πέραν από γενικόλογους λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής δεν προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Υπενθυμίζεται ότι, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας το οποίο εξετάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc), κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή). Συνεπώς η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών, αφού ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως είναι βάσιμοι, καμία επίδραση δεν θα έχει, μία τέτοια κρίση, στο νομικό αποτέλεσμα που επήλθε με την προσβαλλόμενη απόφαση αφού ο Αιτητής δεν προβάλλει, ως οφείλει, ειδικούς και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς που να δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, που είναι και το κρίσιμο στα πλαίσια της έκτασης του ελέγχου του παρόντος δικαστηρίου.[4]
Όλοι λοιπόν οι λόγοι ακυρώσεως, πλην αυτών που αφορούν στην έλλειψη δέουσας έρευνας, είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης ως γενικοί, αόριστοι αλλά και αλυσιτελείς και κατά τούτο απορρίπτονται στο σύνολό τους. Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν,[5] θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του και ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για να επανενωθεί με την σύζυγό του και τον ανήλικο υιό τους, οι οποίοι διαμένουν στην Δημοκρατία της Κύπρου (βλ. ερυθ. 1 και 21 του δ.φ.).
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννημένος στην πόλη Kinshasa, όπου μεγάλωσε και κατοικούσε μόνιμα μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του (βλ. ερυθ. 30 1x). Ως προς την εθνοτική του καταγωγή δήλωσε ότι ανήκει στους Kasaians της εθνοτικής ομάδας Luba και πως είναι Χριστιανός Προτεστάντης ως προς το θρήσκευμα (βλ. ερυθ. 32 1x). Ως ο ίδιος ανέφερε, δεν είναι παντρεμένος, ενώ έχει ένα τέκνο ηλικίας δύο μηνών το οποίο απέκτησε με την σύντροφό του. Ανέφερε ότι η σύντροφός του και το τέκνο τους βρίσκονται στην Λευκωσία, στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτούντες διεθνούς προστασίας, όμως ο Αιτητής δεν γνωρίζει την διεύθυνση της συντρόφου του και ουδέποτε έχει δει το τέκνο τους (βλ. ερυθ. 30 1x). Ως προς την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε, ενώ η μητέρα του και τα τρία αδέρφια του κατοικούν μόνιμα στην Kinshasa (βλ. ερυθ. 29 2x).
Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο ανέφερε ότι το έτος 2013 ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο ISC, όπου σπούδασε Εμπορική Επιστήμη, στο Τμήμα της Διαφήμισης. Ομιλεί Λινγκάλα και Γαλλικά (βλ. ερυθ. 31 1x). Σχετικά με την επαγγελματική του εμπειρία, δήλωσε ότι εργάστηκε για διάστημα τριών ετών στην Kinshasa, σε εταιρία ύδρευσης (βλ. ερυθ. 31 2x). Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του στις 07.10.2022 και αφού ταξίδεψε μέσω της Istanbul της Τουρκίας εισήλθε στις 08.10.2022 στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου της χώρας καταγωγής του το οποίο και κατέχει και της φοιτητικής άδειας (visa). Ακολούθως, δύο ημέρες αργότερα, στις 10.10.2022, εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές (βλ. ερυθ. 28 1x, 27 1x).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό προκειμένου να διαμείνει με την σύντροφο και το ανήλικο τέκνο τους, οι οποίοι διαμένουν στην Λευκωσία από τον Ιούνιο του 2022. Ανέφερε ότι η σύντροφός του, εγκατέλειψε την Λαική Δημοκρατία του Κονγκό τον Ιούνιο του 2022 και το ανήλικο τέκνο τους γεννήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. ερυθ. 27 2x).
Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι η βιολογική μητέρα της συντρόφου του έχει αποβιώσει και στην συνέχεια ο πατέρας της παντρεύτηκε με άλλη γυναίκα. Η νέα σύζυγος του πατέρα της ζήλευε καθώς από το γάμο με τον πατέρα της απέκτησε μόνο γιους και καμία κόρη. Όταν η σύντροφος του Αιτητή έμεινε έγκυος στο γιο τους, η μητριά της την κατηγόρησε πως ντρόπιασε την οικογένειά της και της ζήτησε να κάνει έκτρωση, ενώ δεν επέτρεψε στον Αιτητή να επισκεφτεί την σύντροφό του στο σπίτι της. Ο πατέρας της, ο οποίο δεν ήταν ευχαριστημένος με την συμπεριφορά της συζύγου του προς την κόρη του, αποφάσισε ότι η κόρη του έπρεπε να εγκαταλείψει το σπίτι για να ηρεμήσει. Η σύντροφος του Αιτητή εγκατέλειψε την χώρα και όταν βρισκόταν στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κύπρου περιοχές, ενημερώθηκε από τον ετεροθαλή της αδερφό ότι ο πατέρας της απεβίωσε (βλ. ερυθ. 27 2x).
Κατά την υποβολή περαιτέρω διευκρινιστικών ερωτήσεων ο Αιτητής δήλωσε σχετικά με τον κίνδυνο που θα διατρέξει σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, ότι προσωπικά ο ίδιος δεν έχει κάποιο πρόβλημα, όμως ανησυχεί για την σύντροφό του ότι θα έχει πρόβλημα σε περίπτωση επιστροφής της, ενώ ο πατέρας της δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή για να την βοηθήσει (βλ. ερυθ. 26 1x).
Σε ερώτηση του Λειτουργού για τον κίνδυνο που θα διατρέξει η σύντροφός του, απάντησε ότι στην Αφρικανική κοινωνία υπάρχει πολλή ζήλια, προσθέτοντας ότι εξαιτίας του γεγονότος ότι ο πατέρας της άφησε μεγάλη περιουσία, σε περίπτωση επιστροφής της στην ΛΔΚ, θα θεωρήσουν ότι επέστρεψε για να διεκδικήσει μέρος της κληρονομιάς, ενώ η μητριά της μπορεί να την δηλητηριάσει (βλ. ερυθ. 26 1x). Αναφορικά με την δηλητηρίαση, ο Αιτητής ανέφερε ότι γνωρίζει πόσο πολύ η μητριά της μισεί την σύντροφό του, τονίζοντας ότι αυτή μπορεί να δηλητηριάσει την σύντροφό του, χωρίς να είναι βέβαιος. (βλ. ερυθ. 26 1x).
Αναφορικά με τις απειλές που είχε δεχθεί η σύντροφός του όσο ήταν στην ΛΔΚ, ο Αιτητής δήλωσε ότι όταν βρίσκονταν στην Κινσάσα, η μητριά της δεν ήθελε να συναντιέται με τον Αιτητή. Η μητριά δεν άφηνε τον Αιτητή να επισκεφτεί την σύντροφό του, την χτυπούσε, ενώ κάθε φορά που συναντούσε τον Αιτητή στον δρόμο δημιουργούσε προβλήματα. Ο Αιτητής πρόσθεσε πως η μητριά της συντρόφου του μάλωνε μαζί του, όμως εκείνος δεν απαντούσε λόγω σεβασμού, ενώ η μητριά της του είπε ότι αν συνεχίζει να βλέπει την σύντροφό του, θα στείλει άτομα να τον συλλάβουν, χωρίς ο Αιτητής να το καταγγείλει στην Αστυνομία (βλ. ερυθ. 26 1x).
Απαντώντας σε ερώτηση του Λειτουργού, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο ίδιος δεν κατήγγειλε στην Αστυνομία την κακομεταχείριση της συντρόφου του από την μητριά της, διότι αυτό ήταν ευθύνη του πατέρα της. Ο πατέρας της ήταν αδύναμος μπροστά στην σύζυγό του και δεν επέτρεπε στην κόρη του να καταγγείλει την κακομεταχείριση. Σε ερώτηση αναφορικά με τον ρόλο της γυναίκας στην ΛΔΚ, ο Αιτητής ανέφερε ότι όταν μία γυναίκα παντρεύεται άντρα ο οποίος έχει ήδη παιδιά, συνήθως δεν αγαπάει τα παιδιά αυτά και θέλει τα δικά τους να έχουν την πρώτη θέση στην οικογένεια, ειδικά όταν υπάρχει περιουσία και κληρονομιά.
Απαντώντας σε περαιτέρω διευκρινιστικές ερωτήσεις του Λειτουργού, ο Αιτητής ανέφερε ότι διατηρεί συναισθηματικό δεσμό με την σύντροφό του εδώ και πέντε έτη. Όταν ήθελε να παντρευτεί με την σύντροφό του, έστειλε σχετικό γράμμα στον πατέρα της, ο οποίος το δέχτηκε και συμφωνήθηκε να επισκεφτεί ο Αιτητής το σπίτι της συντρόφου του. Την ημέρα εκείνη όμως ο πατέρας της δεν ήταν στο σπίτι ενώ η μητριά της αρνήθηκε να τους δεχτεί.
Ο Αιτητής πρόσθεσε πως ο πατέρας της συντρόφου του έμαθε για την εγκυμοσύνη της. Όταν ο Αιτητής ζήτησε από τον πατέρα της να παντρευτούν, ο τελευταίος του είπε να κάνει υπομονή, όταν όμως ο πατέρας της δεν μπορούσε να ηρεμήσει την σύζυγό του, ο Αιτητής και η σύντροφός του αποφάσισαν ότι είναι καλύτερο η τελευταία να εγκαταλείψει την χώρα.
Σε ερώτηση για το αν μπορούσαν να παντρευτούν με την συναίνεση μόνο της δικής του οικογένειας, ο Αιτητής απάντησε ότι θα μπορούσαν να το κάνουν, όμως κάτι τέτοιο δεν θεωρείται στην Αφρική καλός οιωνός (βλ. ερυθ. 24 1x). Σε ερώτηση εάν, ακόμη και σε περίπτωση μετάβασής του σε άλλη πόλη, η εν λόγω γυναίκα θα μπορούσε να τον βλάψει, ο Αιτητής δήλωσε ότι η επιστροφή στην ΛΔΚ έχει καταστεί δύσκολη εξαιτίας της. Ανέφερε ότι η γυναίκα αυτή δεν διαθέτει εξουσία, πλην όμως, δεδομένου ότι η σύντροφός του έχει πλέον αποκτήσει παιδί και διαμένει στη χώρα υποδοχής, υφίστανται συγκεκριμένες διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν όταν υπάρχει παιδί, όπως ιατρικά ραντεβού και εμβολιασμοί, γεγονός που δεν επιτρέπει μετακινήσεις από και προς την Κινσάσα. Πρόσθεσε ότι η εν λόγω γυναίκα θα αποτελούσε κίνδυνο, καθώς, η σύντροφός του έχει δικαίωμα να διεκδικήσει το μερίδιό της από την κληρονομιά, κάτι που η γυναίκα αυτή δεν θα αποδεχόταν, προτιμώντας τα δικά της παιδιά να διατηρήσουν το σύνολο της περιουσίας. Τέλος, σε ερώτηση εάν, η γυναίκα αυτή θα μπορούσε να τους βλάψει σε οποιαδήποτε περιοχή της ΛΔΚ, ο Αιτητής απάντησε ότι η βλάβη δεν θα ήταν σωματική αλλά ψυχολογική. Δήλωσε ότι, εάν η σύζυγός του επιστρέψει στην ΛΔΚ, πιστεύει ότι θα θεωρεί πως κινδυνεύει να σκοτωθεί (βλ. ερυθ. 23 1χ).
Η εκτίμηση των Καθ’ ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο οποίος έγινε αποδεκτός.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε τον ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του προκειμένου να επανενωθεί με τη σύντροφό του και τον νεογέννητο γιο τους, οι οποίοι βρίσκονται στην Κύπρο, ισχυρισμός ο οποίος ωστόσο απορρίφθηκε. Ο Λειτουργός έκρινε τις δηλώσεις του Αιτητή ως αόριστες και μη λεπτομερείς, ενώ κρίθηκε ότι ο Αιτητής αναμενόταν ευλόγως να παράσχει ακριβέστερες πληροφορίες σχετικά με τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα.
Ειδικότερα κρίθηκε ότι ο Αιτητής ανέφερε με γενικόλογο τρόπο ότι η σύντροφός του αναγκάστηκε να διαφύγει, διότι βρισκόταν σε κίνδυνο λόγω της μητριάς της. Ερωτηθείς εάν ο ίδιος ή η σύντροφός του είχαν ποτέ απειληθεί από τη μητριά και εάν είχαν καταγγείλει τη γυναίκα αυτή στην αστυνομία, απάντησε με αντιφάσεις, δηλώνοντας ότι η μητριά την κακομεταχειριζόταν, ότι δεν τους απείλησε ποτέ και ότι δεν προέβησαν σε καταγγελία, διότι αυτό έπρεπε να το πράξει ο πατέρας της. Ερωτηθείς σχετικά με τον ρόλο της γυναίκας αυτής στην ΛΔΚ και την εξουσία που ασκεί, απάντησε αόριστα ότι οι δεύτερες σύζυγοι δεν συμπαθούν τα παιδιά του πρώτου γάμου του συζύγου, ιδίως λόγω ζητημάτων κληρονομιάς.
Επιπλέον, όταν ερωτήθηκε σχετικά με τον γάμο στην ΛΔΚ, απάντησε με ασυνέπειες, δηλώνοντας ότι βρισκόταν σε σχέση με τη σύντροφό του επί πέντε έτη και ότι επιθυμούσαν να παντρευτούν, ότι η οικογένειά του ενέκρινε τον γάμο, καθώς και ο πατέρας της. Ωστόσο, όταν μετέβησαν στην οικία της, ο πατέρας της απουσίαζε και η μητριά τους έδιωξε. Όταν ερωτήθηκε εάν απαιτείται και η ευλογία της μητριάς, απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας όμως ότι εκείνη θα έπρεπε να οργανώσει την τελετή.
Ερωτηθείς τον λόγο που, δεδομένου ότι ήταν ενήλικα άτομα στην ηλικία των 30 ετών, οι βιολογικοί τους γονείς ενέκριναν τον γάμο, ο ίδιος διέθετε δική του κατοικία και, όπως ισχυρίστηκε, πολύ καλή εργασία, δεν μετακόμισαν απλώς μαζί ώστε να ζήσουν ανεξάρτητα τη ζωή τους, απάντησε με αντιφάσεις. Ακόμη και σήμερα, παρότι ο πατέρας της συντρόφου του Αιτητή έχει αποβιώσει, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι θα αποστείλει εκπροσώπους της οικογένειάς του με χρήματα προς την οικογένειά της, προκειμένου να επιτευχθεί συμφιλίωση και να λάβουν την ευλογία τους. Ωστόσο, δήλωσε ότι δεν θα μπορέσουν να επιστρέψουν στο Κονγκό, διότι η σύντροφός του δεν θα αισθανόταν άνετα σε κανένα μέρος της χώρας, λόγω της αίσθησης της παρουσίας της μητριάς της.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, έκρινε,ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην Κινσάσα.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στην ΛΔΚ, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, αφού η κατάσταση στην ΛΔΚ, δεν χαρακτηρίζεται από καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του λειτουργού ασύλου όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Καταρχάς, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε μεθοδολογική πλημμέλεια ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο Λειτουργός προσδιόρισε και απομόνωσε τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή. Από το περιεχόμενο της συνέντευξης και της διοικητικής διαδικασίας προκύπτει σαφώς ότι ο Αιτητής δεν προέβαλε προσωπικό φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης εις βάρος του ιδίου, αλλά δήλωσε ρητώς ότι ο ίδιος δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ο πυρήνας του αφηγήματός του εστιάζεται στην επιθυμία του να επανενωθεί με τη σύντροφό του και το ανήλικο τέκνο τους, καθώς και στον ισχυριζόμενο κίνδυνο που, κατά τους ισχυρισμούς του, ενδέχεται να αντιμετωπίσει η σύντροφός του από τη μητριά της σε περίπτωση επιστροφής της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Υπό το πρίσμα αυτό, ορθώς ο Λειτουργός προέβη στη διάκριση μεταξύ, αφενός, του ισχυρισμού που αφορά την ταυτότητα, την ιθαγένεια και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή -ως πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού- τον οποίο και αποδέχομαι, καθότι δεν αμφισβητήθηκε και προέκυψε επαρκώς τεκμηριωμένος από το σύνολο του διοικητικού φακέλου, και, αφετέρου, του ισχυρισμού που αφορά τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του - ως δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού- ήτοι την επιδιωκόμενη επανένωση με τη σύντροφό του και το τέκνο τους, ισχυρισμού ο οποίος εξετάστηκε ως ο μόνος ουσιώδης ισχυρισμός δυνάμενος να συνδεθεί με το αίτημα διεθνούς προστασίας.
Προχωρώντας στην εξέταση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι του ισχυρισμού ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να επανενωθεί με τη σύντροφό του και το τέκνο τους που διαμένουν στην Κυπριακή Δημοκρατία, σημειώνεται καταρχάς ότι ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται, ως προς το πραγματικό του σκέλος, αξιόπιστος.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της προσωπικής συνέντευξης προκύπτει ότι ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν σε επικοινωνία με τη σύντροφό του, γνώριζε τα πλήρη στοιχεία ταυτότητάς της, την ημερομηνία άφιξής της στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς και τον αριθμό του διοικητικού της φακέλου (ARC number), τα οποία και δήλωσε ενώπιον του Λειτουργού. Τα εν λόγω στοιχεία εντοπίστηκαν και καταγράφηκαν στον διοικητικό φάκελο, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη της συντρόφου και του ανήλικου τέκνου τους.
Ο ισχυρισμός λοιπόν, ως προς τον λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, κρίνεται αξιόπιστος.
Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η σύντροφός του κινδυνεύει από τη μητριά της, επισημαίνεται ότι ο εν λόγω ισχυρισμός καταγράφηκε, διερευνήθηκε μέσω διευκρινιστικών ερωτήσεων και αξιολογήθηκε από τον Λειτουργό στο πλαίσιο της συνολικής αφήγησης. Ωστόσο, ορθώς δεν απομονώθηκε ως αυτοτελής ουσιώδης ισχυρισμός, καθότι δεν αφορά προσωπικό φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης του ίδιου του Αιτητή και, ακόμη και αν θεωρηθεί αληθής, δεν δύναται αυτοτελώς να θεμελιώσει δικαίωμα διεθνούς προστασίας υπέρ του. Η αναβάθμιση ισχυρισμού που αφορά τρίτο πρόσωπο σε ανεξάρτητο ουσιώδη ισχυρισμό στο πλαίσιο της αίτησης του Αιτητή θα αντέβαινε στην αρχή της ατομικής εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας.
Παρά τα πιο πάνω, επισημαίνω ότι από τη συνολική αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή ανακύπτει ότι οι ισχυρισμοί του περί κινδύνου της συντρόφου του χαρακτηρίζονται από γενικότητα και υποθετικό χαρακτήρα. Ο ίδιος αναφέρεται σε ενδεχόμενο κίνδυνο δηλητηρίασης ή ψυχολογικής βλάβης, χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά άμεσων απειλών, συγκεκριμένες ενέργειες της μητριάς ή στοιχεία που να καταδεικνύουν εξατομικευμένο και άμεσο κίνδυνο. Επιπλέον, ο Αιτητής παραδέχεται ότι δεν υπήρξε καταγγελία στις αρμόδιες αρχές, αποδίδοντας την παράλειψη αυτή σε οικογενειακές και κοινωνικές αντιλήψεις, χωρίς όμως να τεκμηριώνει αδυναμία ή απροθυμία των κρατικών αρχών της ΛΔΚ να παράσχουν προστασία.
Σημειώνεται επίσης ότι ο ίδιος ο Αιτητής αναγνωρίζει πως ο ισχυριζόμενος κίνδυνος δεν θα ήταν σωματικός αλλά ψυχολογικός, ενώ σε άλλα σημεία της αφήγησής του περιορίζει τον φόβο σε υποκειμενική αίσθηση ανασφάλειας της συντρόφου του. Οι διακυμάνσεις αυτές ως προς τη φύση και την ένταση του κινδύνου αποδυναμώνουν περαιτέρω την πειστικότητα του ισχυρισμού και επιβεβαιώνουν τον μη εξατομικευμένο χαρακτήρα του.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ακόμη και αν γίνουν δεκτοί ως αληθείς οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τις οικογενειακές εντάσεις που αφορούν τη σύντροφό του, αυτοί δεν επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν βάσιμο φόβο δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου σε σχέση με τον ίδιο τον Αιτητή.
Κατά συνέπεια, συμφωνώ και συντάσσομαι με τη συνολική αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την απομόνωση και εξέταση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, καθώς και με το συμπέρασμα ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του δεν θεμελιώνουν δικαίωμα διεθνούς προστασίας υπέρ του, καθότι δεν αφορούν φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής στο καθεστώς της επικουρικής αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική νομοθεσία. Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:
«το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»
Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :
(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή
(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή
(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).
Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επισήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland ότι συνιστούν:
«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.»
(βλ. σκέψη 43 της απόφασης).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmi αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[6]:
«33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.
34.Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.
35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
Υπό το φως της ως άνω νομολογίας, εξετάζοντας σήμερα την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Κινσάσα, η οποία ως έχει ήδη καθοριστεί ανωτερώ, συνιστά τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή στη ΛΔΚ όπου δηλαδή ευλόγως αναμένεται ότι θα επιστρέψει, αναφέρω τα εξής, τα οποία προκύπτουν από επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές:
· Σύμφωνα με το portal War WATCH (Worldwide Assessment and Tracking of Civilian Harm) της Ακαδημίας της Γενεύης, «η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό είναι αναμεμειγμένη σε διάφορες μη- διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στην επικράτειά της εναντίον αριθμού μη κρατικών ένοπλων ομάδων»[7]. To δε International Crisis Group, σε έκθεση για τη ΛΔΚ το 2024 αναφέρει ότι ένοπλες συγκρούσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ όπως το Nord-Kivu, το Sud-Kivu και το Ituri[8]. Έκθεση του Amnesty International η οποία καλύπτει το έτος 2023 επιβεβαιώνει πως δεκάδες ένοπλες ομάδες παρέμειναν ενεργές, κυρίως στις ανατολικές επαρχίες Ituri, Nord-Kivu και Sud-Kivu[9]. Στο ίδιο πλαίσιο και έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών του Ιουνίου 2024 αναφέρει πως η κατάσταση ασφαλείας και η ανθρωπιστική κατάσταση στο ανατολικό Κονγκό συνέχισε να χειροτερεύει.
· Αναφορικά με την Κινσάσα, πρόσφατη έκθεση της Cedoca εστιασμένη στην κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, καταγράφει πως κατά το έτος 2024 αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας, όπως διαδηλώσεις, μια απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τις φυλακές Makala, καθώς και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku, εξαιτίας της σύγκρουσης που εκτυλίσσεται στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe [.]. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από τις διαδηλώσεις προς τις δυτικές πρεσβείες, δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα[10]. Στις 29 Ιανουαρίου 2025, αγανακτισμένοι διαδηλωτές βανδάλισαν δυτικές πρεσβείες διαμαρτυρόμενοι για την αδράνεια της διεθνούς κοινότητας απέναντι στην διαμάχη που μαίνεται στην Goma[11].
· Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας αναφορικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη ΛΔΚ, η οποία καλύπτει το έτος 2024, αναφέρει ότι «η ένοπλη σύγκρουση στα ανατολικά συνεχίστηκε καθώς οι πολιτικές διαδικασίες είχαν σταματήσει. Σε εθνικό επίπεδο, πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις —μεταξύ άλλων και στην πρωτεύουσα Κινσάσα— σχετικά με τη σύγκρουση ανάμεσα στο Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23), ένοπλη οργάνωση που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Ρουάντα και τις κυβερνητικές δυνάμεις της ΛΔΚ και τους συμμάχους τους. Οι διαδηλώσεις είχαν επίσης στόχο τη φερόμενη υποστήριξη από δυτικές χώρες, όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ. Η διακοινοτική βία επεκτάθηκε στις επαρχίες Κασάι, Κουάνγκο, Κουίλου, Μάι-Ντόμπε και Τσόπο, προκαλώντας περαιτέρω σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων».[12]
· Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 29.01.2026) σημειώθηκαν στην επαρχία της Kinshasa συνολικά 160 περιστατικά ασφαλείας (διαδηλώσεις, πολιτική βία, ανταρσία, καταστολή) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 57 απώλειες.[13] O συνολικός πληθυσμός της επαρχίας της Kinshasa ανέρχεται στους 17.032.300 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2024[14].
Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω δεδομένα δε διακρίνω την ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην πόλη Κινσάσα, ή έστω αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία να εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε o Αιτητής λόγω της παρουσίας του και μόνο στο έδαφος της περιοχής αυτής να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά το άρθρο 19 στοιχείο (2)(γ). Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι ενήλικος άνδρας ηλικίας, χωρίς προβλήματα υγείας, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κινσάσα της ΛΔΚ, μορφωμένος και με εργασιακή εμπειρία, ενώ δεν προβάλλονται ή τεκμηριώνονται ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή ευαλωτότητες που να τον καθιστούν ειδικώς εκτεθειμένο σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Επισημαίνω τέλος, ότι δεν έχουν εγερθεί ή/και αναδειχθεί ατομικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία του Αιτητή που να υποδηλώνουν και να δείχνουν ειδικώς ότι θα τεθεί σε κατάσταση που αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης και δυνατόν να μπορούσε να αντισταθμίσει το επίπεδο αδιάκριτης βίας βάσει της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου). Ενόψει των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, ούτε οι λόγοι ακυρώσεως που προωθεί ο Αιτητής δια των συνηγόρων του και κατά τούτο απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Η απόφαση επιστροφής του Αιτητή
Όπως έχει ήδη κριθεί ανωτέρω, το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή ορθώς απορρίφθηκε, καθόσον οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του, ακόμη και αν γίνουν δεκτοί ως αληθείς, δεν στοιχειοθετούν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Η κρίση αυτή δεν επηρεάζεται από τα μεταγενέστερα πραγματικά δεδομένα που αφορούν την οικογενειακή του κατάσταση.
Το Δικαστήριο στρέφεται, ακολούθως, στην εξέταση της απόφασης επιστροφής, η οποία περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη ενιαία διοικητική πράξη και αποτελεί αυτοτελές αντικείμενο δικαστικού ελέγχου στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής. Επισημαίνεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου, η απορριπτική απόφαση επί αιτήματος διεθνούς προστασίας συνοδεύεται υποχρεωτικώς από απόφαση επιστροφής, απομάκρυνσης ή απέλασης δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης της εν λόγω απόφασης, η Διοίκηση γνώριζε ότι ο Αιτητής είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου που διαμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς και ότι τόσο η σύντροφός του όσο και το τέκνο είχαν υποβάλει αιτήματα διεθνούς προστασίας, τα οποία εκκρεμούσαν. Παρά ταύτα, δεν προκύπτει ότι η Διοίκηση προέβη σε οποιαδήποτε ουσιαστική ή εξατομικευμένη αξιολόγηση των οικογενειακών αυτών περιστάσεων κατά την έκδοση της απόφασης επιστροφής, ούτε ότι στάθμισε τις συνέπειες της επιστροφής του Αιτητή ενόψει της εκκρεμότητας των σχετικών διαδικασιών που αφορούν το ανήλικο τέκνο του.
Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, μολονότι τα ανωτέρω στοιχεία δεν επηρεάζουν την κρίση περί του αιτήματός του για διεθνή προστασία, συνιστούν δεδομένα καίριας σημασίας ως προς τη νομιμότητα και την ουσιαστική ορθότητα της απόφασης επιστροφής. Η τελευταία αποτελεί αυτοτελή διοικητική πράξη, η οποία υπόκειται σε ιδιαίτερο έλεγχο, ιδίως ως προς τη συμβατότητά της με τις αρχές που διέπουν τη διαδικασία επιστροφής.
Επισημαίνεται ότι, κατά τη δικαστική διαδικασία που έλαβε χώρα στις 16.10.2025, οι συνήγοροι του Αιτητή ενημέρωσαν το Δικαστήριο για τη γέννηση δεύτερου τέκνου του Αιτητή στις 21.07.2024, προσκομίζοντας σχετικό πιστοποιητικό γέννησης, στο οποίο ο Αιτητής αναγράφεται ως πατέρας του τέκνου (βλ. Τεκμήριο 3). Πρόσθετα, ενημέρωσαν το Δικαστήριο ότι η αίτηση ασύλου τόσο της μητέρας όσο και των τέκνων απορρίφθηκε και ότι εναντίον αυτής, εκκρεμεί η προσφυγή αρ. 4960/2024.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΗ του Κεφ. 105, εκδίδεται απόφαση επιστροφής για οποιοδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Ωστόσο, κατά την εφαρμογή της διαδικασίας επιστροφής, δυνάμει του άρθρου 18ΟΖ του ίδιου Νόμου, το οποίο μεταφέρει το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και την οικογενειακή ζωή, τηρουμένης της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Σημαντική επί του θέματος, είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής αναφερόμενο ως «το ΔΕΕ») στην υπόθεση C-112/20, M.A. κατά Etat belge, 11.03.2021, κατά την εξέταση της οποίας, το ΔΕΕ κλήθηκε να εξετάσει απόφαση επιστροφής η οποία εκδόθηκε εναντίον πατέρα ανήλικου παιδιού, πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ΔΕΕ, προβαίνοντας σε ερμηνεία του άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ - το οποίο έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη με το άρθρο 18ΟΖ του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου- κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα (-έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«35. Ως εκ τούτου, όσον αφορά τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115, πρέπει να σημειωθεί, αφενός, ότι, όπως επιβεβαιώνουν οι αιτιολογικές σκέψεις 22 και 24 της εν λόγω οδηγίας, το άρθρο αυτό αποσκοπεί να εξασφαλίσει, στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής που προβλέπει η ως άνω οδηγία, την τήρηση διαφόρων θεμελιωδών δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων τα θεμελιώδη δικαιώματα του παιδιού, όπως αυτά κατοχυρώνονται στο άρθρο 24 του Χάρτη. Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει, το εν λόγω άρθρο 5 δεν μπορεί να ερμηνεύεται στενά (.).
36. Αφετέρου, το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη προβλέπει ότι, σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίδεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού. Επομένως, η ως άνω διάταξη έχει, αυτή καθεαυτήν, ευρεία διατύπωση και εφαρμόζεται σε αποφάσεις οι οποίες, όπως μια απόφαση επιστροφής εκδοθείσα σε βάρος υπηκόου τρίτης χώρας, γονέα ανηλίκου, δεν έχουν μεν ως αποδέκτη τον ανήλικο, αλλά έχουν σημαντικές συνέπειες για τον ανήλικο αυτόν.
(...)
38. Κατά το ως άνω άρθρο 3, παράγραφος 1, το συμφέρον του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά. Επομένως, η διάταξη αυτή καλύπτει, γενικά, όλες τις αποφάσεις και όλες τις δράσεις που αφορούν άμεσα ή έμμεσα τα παιδιά, όπως επισήμανε η επιτροπή των δικαιωμάτων του παιδιού των Ηνωμένων Εθνών [βλ., συναφώς, γενική παρατήρηση αριθ. 14 (2013) της επιτροπής των δικαιωμάτων του παιδιού επί του δικαιώματος που παιδιού να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του (άρθρο 3, παράγραφος 1), CRC/C/GC/14, σημείο 19].
(…)
41. Δεύτερον, από το άρθρο 5, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής απορρέει ότι τα κράτη μέλη, όταν προτίθενται να εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής, οφείλουν να λαμβάνουν επίσης δεόντως υπόψη την οικογενειακή ζωή. Το δε άρθρο 7 του Χάρτη, που αφορά ιδίως το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής, το οποίο μπορεί να επικαλεστεί ένας παρανόμως διαμένων υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, όπως ο M. A., είναι ο πατέρας ανήλικου παιδιού, πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη, που προβλέπει την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτερο συμφέρον του ανήλικου παιδιού του (...).
42. Τρίτον, άλλες διατάξεις της οδηγίας 2008/115, όπως το άρθρο 7, παράγραφος 2, και το άρθρο 14, παράγραφος 1, αυτής, συγκεκριμενοποιούν την υποχρέωση συνεκτιμήσεως των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού, ακόμα και σε περίπτωση που το παιδί δεν είναι ο αποδέκτης της οικείας αποφάσεως.
43. Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού πριν εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής, συνοδευόμενη από απαγόρευση εισόδου, ακόμη και όταν ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής δεν είναι ένας ανήλικος, αλλά ο πατέρας του ανηλίκου αυτού».
Ομοίως, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ (Rahimi εναντίον της Ελλάδας[15]), σε αποφάσεις που επηρεάζουν παιδιά απαιτείται ειδική και διακριτή αξιολόγηση των συμφερόντων τους πριν από τη λήψη μέτρου που δύναται να έχει σοβαρές συνέπειες στη ζωή τους.
Εν προκειμένω, το στοιχείο που καθιστά αναγκαία την ουσιαστική ex nunc στάθμιση δεν είναι μόνον το γεγονός ότι ο Αιτητής έχει σύντροφο και ανήλικα τέκνα στη Δημοκρατία, αλλά ο συνδυασμός αυτού με το ότι τα πρόσωπα αυτά τελούν υπό εκκρεμή διαδικασία διεθνούς προστασίας, απολαμβάνοντας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, προσωρινού δικαιώματος νόμιμης παραμονής. Η άμεση εκτέλεση της απόφασης επιστροφής, υπό τις συνθήκες αυτές, ενδέχεται να επιφέρει κατακερματισμό της οικογενειακής ενότητας και να δημιουργήσει κατάσταση νομικής και πραγματικής αβεβαιότητας, καθόσον το καθεστώς παραμονής των ανηλίκων δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.
Το Δικαστήριο, ασκώντας πλήρη εξ υπαρχής και ex nunc έλεγχο ως δικαστήριο ουσίας, περιορίζεται στα στοιχεία που νομίμως τέθηκαν ενώπιόν του και προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο και τη διαδικασία. Ο ex nunc χαρακτήρας του ελέγχου δεν μετατρέπει το Δικαστήριο σε πρωτοβάθμιο διοικητικό όργανο ούτε θεμελιώνει υποχρέωση αυτεπάγγελτης συλλογής πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων, ιδίως όταν η υποχρέωση ειδικής και εξατομικευμένης συνεκτίμησης των βέλτιστων συμφερόντων των ανηλίκων και της οικογενειακής ζωής βαρύνει πρωτίστως τη Διοίκηση κατά το στάδιο έκδοσης της απόφασης επιστροφής.
Το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν τέθηκαν ενώπιόν του ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία περί ιδιαίτερης σχέσης εξάρτησης μεταξύ του Αιτητή και των ανηλίκων τέκνων του. Πλην όμως, η απουσία τέτοιων στοιχείων δεν δύναται, αφ’ εαυτής, να οδηγήσει σε επιβεβαίωση της απόφασης επιστροφής, καθόσον ούτε από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι η Διοίκηση διερεύνησε τις οικογενειακές συνθήκες, ούτε ότι προέβη σε οποιαδήποτε στάθμιση των συνεπειών της επιστροφής επί των ανηλίκων. Η υποχρέωση πρωταρχικής συνεκτίμησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, όπως απορρέει από το άρθρο 5 της Οδηγία 2008/115/ΕΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 18ΟΖ του Κεφ. 105, συνιστά ουσιαστική και όχι τυπική υποχρέωση.
Με βάση τα υφιστάμενα δεδομένα, το Δικαστήριο προβαίνει το ίδιο σε στάθμιση υπό το ανωτέρω κανονιστικό πλαίσιο. Ωστόσο, η παντελής απουσία διοικητικής διερεύνησης της οικογενειακής κατάστασης του Αιτητή, σε συνδυασμό με τη μη οριστικοποίηση του καθεστώτος παραμονής των ανηλίκων και την εκκρεμότητα της διαδικασίας διεθνούς προστασίας τους, έχει ως αποτέλεσμα να μην προκύπτει, ούτε από τον φάκελο, ούτε από τα ενώπιόν μου στοιχεία, ότι η επίμαχη απόφαση πληροί τις απαιτήσεις ουσιαστικής και αναλογικής συνεκτίμησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η διατήρηση της απόφασης επιστροφής στο παρόν στάδιο θα ισοδυναμούσε με επικύρωση πράξης της οποίας η αναλογικότητα δεν δύναται να διακριβωθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, ακόμη και κατόπιν της διενεργηθείσας ex nunc στάθμισης, δεν προκύπτει με επαρκή ασφάλεια ότι η άμεση εκτέλεση της απόφασης επιστροφής συνάδει με την επιταγή πρωταρχικής συνεκτίμησης του βέλτιστου συμφέροντος των ανηλίκων. Ως εκ τούτου, η απόφαση επιστροφής δεν μπορεί να διατηρηθεί σε ισχύ.
ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Υπό το σύνολο των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει μερικώς. Η απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή επικυρώνεται. Η απόφαση επιστροφής του Αιτητή ακυρώνεται, καθόσον, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν πληροί τις απαιτήσεις ουσιαστικής και εξατομικευμένης στάθμισης που επιβάλλει το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.
Επισημαίνεται ότι η ακύρωση της απόφασης επιστροφής δεν συνεπάγεται αναγνώριση οποιουδήποτε δικαιώματος διεθνούς προστασίας ή μόνιμης παραμονής υπέρ του Αιτητή. Δεν αποκλείεται η Διοίκηση από το να επανεξετάσει το ζήτημα της επιστροφής και να εκδώσει νέα απόφαση, μετά την οριστικοποίηση του καθεστώτος παραμονής των ανηλίκων τέκνων και/ή της συντρόφου του, ή/και κατόπιν σύννομης, ειδικής και εξατομικευμένης στάθμισης των τότε ισχυόντων πραγματικών δεδομένων, τηρουμένων των υποχρεώσεων που απορρέουν από το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή επιτυγχάνει μερικώς με περιορισμένα έξοδα €500 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του Αιτητή. Η απόφαση επιστροφής του Αιτητή ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18). Κατά τα λοιπά, η προσφυγή απορρίπτεται.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[2] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.
[4] «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 247 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα Έκτη Έκδοση, 2014, Π. Δ. Δαγτόγλου, σ. 552.
[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[6]Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ. 17.02.2009
[7] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Last updated: Tuesday 14th February 2023, available at: https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)
[8] International Crisis Group's Crisis Watch, Conflict in focus, DRC, January 2024, διαθέσιμο σε https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/february-alerts-and-january-trends-2024#democratic-republic-of-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)
[9] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2023, 24 April 2024 https://www.ecoi.net/en/document/2107871.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)
[10] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Republique Democratique du Congo; Situation s?curitaire, 25 February 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2122509/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_0.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)
[11] Aljazeera, Tyres burned, embassies attacked in DR Congo's Kinshasa protests, 29/01/2025, https://www.aljazeera.com/gallery/2025/1/29/tyres-burned-embassies-attacked-in-dr-congos-kinshasa-protests (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)
[12] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2024, 29 April 2025 https://www.ecoi.net/en/document/2124713.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/01/2026)
[13] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Democratic Republic of Congo, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[14] https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026)
[15] ECHR 05-07-2011, no. 8687/08 (Rahimi versus Greece), para. 108
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο