Υ.Ν.Ζ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 292/23, 20/3/2026
print
Τίτλος:
Υ.Ν.Ζ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 292/23, 20/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

    Υπόθεση Αρ.: 292/23

 

20 Μαρτίου 2026

 

[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

Υ.Ν.Ζ

Αιτητής

 

ΚΑΙ

 

 

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

  

Καθ' ων η αίτηση

 ........

 

Αλτάχερ – Μπενέτης και συνεργάτες ΔΕΠΕ (κος) Δικηγόρος για τoν Aιτητή.

 

Μελίνα Βασιλείου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 07/12/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

Γεγονότα 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 06/11/2019 και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές περί τις 18/11/2019, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του. Ακολούθως, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και, την ίδια ημερομηνία, υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας.

Στις 04/11/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο Λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (στο εξής «EUAA»), ο οποίος, στις 02/12/2022, υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη του Αιτητή.

Ακολούθως, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε, στις 07/12/2022, την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.

Στις 23/01/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της επί του αιτήματος του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο στις 27/01/2023. Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε από τον Αιτητή την ίδια ημερομηνία.

Ακολούθως, στις 20/06/2023, ο Αιτητής διόρισε δικηγόρο για την εκπροσώπησή του στην παρούσα διαδικασία και, κατόπιν σχετικού διατάγματος τροποποίησης που εκδόθηκε στις 16/10/2023, καταχωρήθηκε τροποποιημένη προσφυγή στις 30/10/2023.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του, προέβαλε, στο πλαίσιο τόσο του εισαγωγικού δικογράφου όσο και της γραπτής του αγόρευσης, πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους, ωστόσο, απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, περιοριζόμενος στην προώθηση ισχυρισμών περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης. Προς υποστήριξη της θέσης τους, προβάλλουν επιχειρηματολογία που άπτεται τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, απαντώντας παράλληλα στους νομικούς ισχυρισμούς του Αιτητή.

Καταρχάς, επισημαίνουν ότι ισχυρισμοί του Αιτητή που αντιβαίνουν στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και/ή δεν συνάδουν με αυτόν προβάλλονται απαραδέκτως μέσω της γραπτής του αγόρευσης. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι οι ισχυρισμοί του επί των νομικών ζητημάτων που εγείρει είναι γενικοί και αόριστοι και, ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετούν λόγους ακυρότητας, ενώ ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει για τη θεμελίωση των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζει ότι ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε κάθε επιμέρους ισχυρισμό του Αιτητή και, για τους λόγους που εκτίθενται εκτενώς στην εισήγησή του, κατέληξε εύλογα στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν, στο πρόσωπο του Αιτητή, οι προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Τονίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί προϊόν ενδελεχούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης των στοιχείων και ορθής εφαρμογής του νόμου.

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι οι αναφορές περί της σεξουαλικής ταυτότητας και διαφορετικότητας του Αιτητή συνιστούν ισχυρισμούς οι οποίοι ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση.

Όσον αφορά το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης, η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση παραπέμπει στην Ένστασή τους και στα επισυνημμένα σε αυτήν Παραρτήματα, καθώς και στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς και σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του Αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεωργίας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007).

Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, όλοι οι λόγοι προσφυγής που αναφέρονται ως τίτλοι στο πλαίσιο του δικογράφου της προσφυγής και δεν προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεώργιας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007).

Προχωρώντας θα εξετάσω τον γενικό κατ’ ισχυρισμό που προβάλλει η συνήγορος του Αιτητή, περί έλλειψης δέουσας έρευνας λαμβανομένης και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου όπου και σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας.

Αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Αιτητή, όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεση του λειτουργού του EUAA, καθώς και όπως προκύπτουν από τον Διοικητικό Φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, και τα οποία δεν αμφισβητούνται, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 18/11/2019, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείς στις 11/06/1989 στη Dschang, της επαρχίας West Region του Καμερούν, χριστιανός καθολικός στο θρήσκευμα, ανήκων στη φυλή Bamileke, με μητρική του γλώσσα τα γαλλικά. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος και/ή διαζευγμένος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 06/11/2019 και αφίχθη στη Δημοκρατία, μέσω Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών, στις 18/11/2019.

Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε απειλές κατά της ζωής του, καθώς και απόπειρες δολοφονίας, ενώ ανέφερε ότι συνάδελφός του έχει θανατωθεί (ερ. 3-1 και μετάφραση 16-14 του διοικητικού φακέλου).

Στις 20/11/2019 διενεργήθηκε αξιολόγηση των ειδικών αναγκών και της ευαλωτότητας του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα (ΚεΠΥ «Πουρνάρα»), κατόπιν σχετικής συνέντευξης, κατά την οποία δεν εντοπίστηκε η ύπαρξη ειδικών αναγκών (ερ. 8-5 του διοικητικού φακέλου).

Κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξη, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Dschang (West Region) και ότι διέμενε στην πόλη Douala από την ηλικία των δέκα (10) ετών μέχρι την ημερομηνία αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του. Επιβεβαίωσε τα προσωπικά του στοιχεία, όπως αυτά καταγράφονται στην πρώτη σελίδα της συνέντευξης, σύμφωνα με τα δεδομένα του διοικητικού φακέλου (ημερομηνία γέννησης, θρήσκευμα, εθνικότητα), και επανέλαβε ότι ομιλεί τη γαλλική γλώσσα, ολίγα αγγλικά, καθώς και τη μητρική του γλώσσα, Yemba.

Ως προς την εκπαιδευτική και επαγγελματική του πορεία, ανέφερε ότι είναι απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης και ότι, στο Καμερούν, εργάστηκε ως φρουρός ασφαλείας. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος, ότι έχει τρία ανήλικα τέκνα από δύο διαφορετικές μητέρες, τα οποία διαμένουν με τη μητέρα του στην περιοχή της Dschang, ότι ο πατέρας του είναι αποβιώσας, και ότι έχει τρία αδέλφια (ερ. 46-44 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και, ειδικότερα, στο πλαίσιο της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας σε νυχτερινό κέντρο, όταν ένας πελάτης ζήτησε από τον ίδιο και έναν φίλο του να παρέχουν υπηρεσίες ασφάλειας σε επιχειρηματία από το Ντουμπάι, ο οποίος επισκεπτόταν κατά καιρούς τη χώρα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο εν λόγω πελάτης, αφού έλαβε τα προσωπικά τους στοιχεία, επικοινώνησε μαζί τους δύο ημέρες αργότερα και τους ενημέρωσε σχετικά με συνάντηση με τον εν λόγω επιχειρηματία στην περιοχή Buea.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, ο λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του συνίσταται στο ότι εκκρεμεί εις βάρος του ένταλμα σύλληψης, είναι καταζητούμενος και, σε περίπτωση παραμονής του, θα διέτρεχε κίνδυνο θανάτωσης (ερ. 43 του διοικητικού φακέλου).

Σε απάντηση διευκρινιστικών ερωτήσεων του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο καταζητείτο ήταν ότι κατηγορείτο για τη δολοφονία δύο γυναικών, οι οποίες ήταν ιερόδουλες. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο ίδιος και ο προαναφερόμενος φίλος του παρέλαβαν τις εν λόγω γυναίκες από τον δρόμο και τις μετέφεραν σε οικία, με σκοπό να περάσουν τη νύχτα μαζί τους, κατόπιν αιτήματος δύο άλλων προσώπων (ερ. 43-42 του διοικητικού φακέλου).

Σε περαιτέρω διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής δήλωσε ότι, αφού μετέφεραν τις γυναίκες σε ενοικιαζόμενη οικία, τα δύο πρόσωπα που τις είχαν ζητήσει τις οδήγησαν σε δωμάτια του σπιτιού, ενώ ο ίδιος και ο φίλος του παρέμειναν στο σαλόνι. Μετά την πάροδο περίπου μισής ώρας, τα εν λόγω πρόσωπα εξήλθαν από τα δωμάτια και ανέφεραν ότι οι γυναίκες είχαν λιποθυμήσει, πιθανώς λόγω χρήσης ναρκωτικών ή κατανάλωσης αλκοόλ. Παράλληλα, τους ζήτησαν να μην εισέλθουν στους χώρους αυτούς, αλλά να παραμείνουν στο σαλόνι, ενώ ένας εξ αυτών παρέμεινε μαζί τους, επιτηρώντας τους υπό την απειλή όπλου.

Κατά τον ίδιο χρόνο, αφίχθηκαν στο χώρο τρία επιπλέον πρόσωπα, τα οποία μετέφεραν μικρά ψυγεία. Περί τις δύο ώρες αργότερα, ζητήθηκε από τον Αιτητή και τον φίλο του να τοποθετήσουν τα σώματα των δύο γυναικών σε σακούλες. Όπως ισχυρίστηκε, συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες, τοποθετώντας τα πτώματα σε σακούλες, τις οποίες σφράγισαν με ταινία και εν συνεχεία τοποθέτησαν σε ταξιδιωτικές βαλίτσες, ενώ ταυτόχρονα τα εν λόγω πρόσωπα τούς φωτογράφιζαν.

Ακολούθως, τα πτώματα τοποθετήθηκαν στο πορτμπαγκάζ οχήματος και όλοι μαζί αναχώρησαν από το σημείο. Μετά από διαδρομή περίπου μίας ώρας, τους παρασχέθηκαν εργαλεία με σκοπό την εκσκαφή του εδάφους. Κατά τα λεγόμενα του Αιτητή, μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών αυτών, τα εν λόγω πρόσωπα τους ανέφεραν ότι «τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως αναμενόταν» και ότι θα τους κατέβαλλαν χρηματικό ποσό προκειμένου να διασφαλιστεί η σιωπή τους, συγκεκριμένα δε το ποσό του ενός εκατομμυρίου φράγκων στον καθένα (ερ. 42, 2Χ του διοικητικού φακέλου).

Κληθείς να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις αναφορικά με τα επίδικα περιστατικά, ο Αιτητής δήλωσε ότι τους παρασχέθηκαν χρήματα για την ενοικίαση της οικίας από πρόσωπο ονόματι Adjoudant, το οποίο αποτελούσε έναν εκ των δύο προαναφερθέντων ανδρών. Οι εν λόγω άνδρες, τους οποίους συνάντησαν στην περιοχή Buea, τους συστήθηκαν ως χωροφύλακες. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ουδέποτε υπήρξε επιχειρηματίας από το Ντουμπάι, για τον οποίο φέρονταν αρχικώς να έχουν προσληφθεί, γεγονός το οποίο αντιλήφθηκαν εκ των υστέρων (ερ. 42/1Χ και 41/2Χ του διοικητικού φακέλου).

Επιπλέον, δήλωσε ότι μετέβη στην Buea τον Ιούλιο του 2019 για τη σχετική συνάντηση και ότι γνώρισε τους δύο αυτούς άνδρες σε εστιατόριο, όπου ανέμεναν να συναντήσουν τον υποτιθέμενο επιχειρηματία, ενώ οι ίδιοι τούς πληροφόρησαν ότι είχαν αποσταλεί από αυτόν (ερ. 41/3Χ του διοικητικού φακέλου).

Σε απάντηση περαιτέρω διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο Αιτητής περιέγραψε τόσο την οικία που ενοικιάστηκε όσο και τη διαδικασία ενοικίασής της. Περαιτέρω, περιέγραψε την κατάσταση των σωμάτων των δύο γυναικών, αναφέροντας ότι ήταν διαμελισμένα και έφεραν εκδορές στο στήθος και την κοιλιακή χώρα, ενώ υπήρχαν ίχνη αίματος στον χώρο. Ανέφερε, επίσης, ότι τα κρεβάτια ήταν καλυμμένα με πλαστικό.

Κατά τα λεγόμενά του, μετά τη λιποθυμία των γυναικών, τα τρία πρόσωπα που αφίχθηκαν στην οικία αποτελούνταν από δύο άνδρες και μία γυναίκα, η οποία ήταν νοσοκόμα. Ενώ ο ίδιος και ο φίλος του ανέμεναν στο σαλόνι, άκουγαν θορύβους και φασαρία, τους οποίους, όπως ανέφερε, αρχικώς απέδωσαν σε σεξουαλικές πράξεις. Σε σχετική ερώτηση του αρμόδιου λειτουργού ως προς το κατά πόσο οι πράξεις αυτές συνιστούσαν αφαίρεση οργάνων, απάντησε ότι το θεωρεί πιθανό (ερ. 40-39 του διοικητικού φακέλου).

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι τα εν λόγω πρόσωπα αφαίρεσαν τα κινητά τους τηλέφωνα και τους εξανάγκασαν, υπό την απειλή όπλου, να συμμορφωθούν με τις οδηγίες τους ως προς τη διαχείριση και μεταφορά των πτωμάτων. Περιέγραψε, επίσης, το όχημα με το οποίο αποχώρησαν από την οικία, αναφέροντας ότι δεν γνωρίζει την ακριβή τοποθεσία όπου οδηγήθηκαν για την ταφή, καθότι δεν γνωρίζει την περιοχή Buea, πέραν του ότι διήλθαν από ορεινή περιοχή (ερ. 39-38 του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε ότι η διαδικασία της ταφής διήρκεσε περίπου μία ώρα (ερ. 38-37 του διοικητικού φακέλου).

Στη συνέχεια, ανέφερε ότι, κατά την επιστροφή τους στην Buea, τους ζητήθηκε να καθαρίσουν τον χώρο και ότι, σε χρονικό σημείο κατά το οποίο το πρόσωπο που τους επιτηρούσε απομακρύνθηκε προσωρινά λόγω τηλεφωνικής κλήσης, ο ίδιος και ο φίλος του εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και διέφυγαν. Δήλωσε ότι, αμέσως μετά, μετέβησαν σε νοσοκομείο, καθότι ο ίδιος έφερε τραυματισμούς, και ακολούθως στη χωροφυλακή, όπου δήλωσαν την εξαφάνιση των δύο γυναικών, χωρίς να αναφέρουν τον θάνατό τους (ερ. 37 του διοικητικού φακέλου).

Ως προς τα γεγονότα που ακολούθησαν, ο Αιτητής δήλωσε ότι ενημερώθηκε από συνάδελφο του φίλου του ότι η χωροφυλακή συνέλαβε τον τελευταίο. Κατόπιν τούτου, ισχυρίστηκε ότι κατέφυγε στην οικία θείας του σε απομακρυσμένο χωριό, αφού προηγουμένως ειδοποιήθηκε από τη μητέρα του ότι οι αρχές τον αναζητούσαν στον τόπο καταγωγής του (ερ. 36 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τον φίλο του, ανέφερε ότι πληροφορήθηκε πως, μετά τη σύλληψή του, επιτέθηκε σε χωροφύλακα και εν συνεχεία πυροβολήθηκε θανάσιμα, ενώ κατά την ταφή του διαπιστώθηκε ότι του είχαν αφαιρεθεί ζωτικά όργανα (ερ. 36 του διοικητικού φακέλου).

Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι πιστεύει πως οι αρχές διαθέτουν στοιχεία εναντίον του και ότι εκκρεμεί εις βάρος του ένταλμα σύλληψης, για το οποίο ενημερώθηκε από τη μητέρα του, καθώς και ότι κατηγορείται για την εξαφάνιση των δύο γυναικών. Επιπλέον, εξέφρασε την πεποίθηση ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, διατρέχει κίνδυνο θανάτωσης πριν ακόμη προσαχθεί ενώπιον δικαστηρίου, λόγω της φερόμενης συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκομένων προσώπων και μελών της χωροφυλακής (ερ. 35-33 του διοικητικού φακέλου).

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο λειτουργός του EUAA διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά στοιχεία, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και την ταυτότητα του Αιτητή, ενώ ο δεύτερος αφορά τον ισχυρισμό ότι κατηγορήθηκε από τις αρχές για την εξαφάνιση δύο γυναικών.

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν επαρκώς λεπτομερείς, σαφείς και συνεκτικές, ενώ επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογράφησης.

Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Ειδικότερα, οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν αντιφατικές, γενικόλογες, αόριστες και στερούμενες επαρκούς λεπτομέρειας. Ο λειτουργός του EUAA επισήμανε ότι ο Αιτητής παρείχε αντιφατικές πληροφορίες ως προς τον χώρο εργασίας του, ενώ δεν ήταν σε θέση να παραθέσει ουσιώδεις λεπτομέρειες αναφορικά με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, τις ημερομηνίες των επίδικων γεγονότων, τις ακριβείς τοποθεσίες, καθώς και τις συνθήκες της διαφυγής του.

Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εξηγήσει επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο υπέβαλε καταγγελία στις αρχές για την εξαφάνιση των εν λόγω γυναικών, χωρίς να γνωρίζει τα προσωπικά τους στοιχεία, ούτε και να αιτιολογήσει γιατί δεν διέφυγε σε προγενέστερο στάδιο ή για ποιους λόγους φέρεται να καταζητείται.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός του EUAA σημείωσε ότι δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός στοιχείων που να τον επιβεβαιώνουν.

Υπό το φως των ανωτέρω, και δεδομένης της μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, αυτός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

Ακολούθως, ο λειτουργός του EUAA προέβη σε εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν, στη βάση του μοναδικού ουσιώδους ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών του στοιχείων. Στο πλαίσιο αυτό, παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Douala, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε εξατομικευμένος κίνδυνος για τον Αιτητή.

Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στη νομική υπαγωγή, ο λειτουργός του EUAA κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε έναν εκ των πέντε λόγων δίωξης που προβλέπονται εξαντλητικώς στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να του αναγνωριστεί καθεστώς πρόσφυγα.

Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία να συνάγεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, ο Αιτητής θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια των άρθρων 19(1) και 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.

Τέλος, ο λειτουργός του EUAA έκρινε ότι η ενδεχόμενη επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών του περιστάσεων και, ιδίως, της απουσίας οποιασδήποτε προσωπικής και πραγματικής απειλής υποβολής του σε βασανιστήρια και/ή απάνθρωπη και/ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την επιστροφή του στην Douala, δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης ούτε στο Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Αξιολογώντας τα ανωτέρω υπό το πρίσμα των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων, και λαμβάνοντας υπόψη τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού όσο και τους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι διάδικοι στο πλαίσιο της ενώπιόν μου διαδικασίας, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα:

Όσον αφορά τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι τα προσωπικά του στοιχεία, την ταυτότητα, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του, το Δικαστήριο συντάσσεται με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού και υιοθετεί τη σχετική κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονται από επάρκεια, σαφήνεια και εσωτερική συνοχή, ενώ συνάδουν με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και δεν έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση. Περαιτέρω, τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από αντικειμενικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από τα προσκομισθέντα έγγραφα, περιλαμβανομένου του διαβατηρίου του Αιτητή.

Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός κρίνεται ως αξιόπιστος και γίνεται αποδεκτός.

Όσον αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι τον ισχυρισμό ότι κατηγορήθηκε από τις αρχές του Καμερούν για την εξαφάνιση δύο γυναικών και, συνεπεία αυτού, καταζητείται και διατρέχει κίνδυνο δίωξης, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν στοιχειοθετείται και ορθώς απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αφήγηση του Αιτητή παρουσιάζει ουσιώδεις ασυνέπειες, αντιφάσεις και ελλείψεις ως προς κρίσιμα σημεία, πλήττοντας την εσωτερική της αξιοπιστία.

Καταρχάς, παρατηρούνται αντιφατικές δηλώσεις ως προς τον χώρο εργασίας του Αιτητή, καθότι αρχικώς ανέφερε ότι εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας σε νυχτερινό κέντρο, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο διαφοροποίησε την εκδοχή του, αναφέροντας ότι εργαζόταν σε υποστατικό τύπου snack bar. Περαιτέρω, η περιγραφή του προσώπου που φέρεται να του πρότεινε την εργασία παρουσιάζεται μεταβαλλόμενη, καθώς άλλοτε αναφέρεται ως τακτικός πελάτης και άλλοτε ως πρόσωπο το οποίο είχε συναντήσει ελάχιστες φορές.

Επιπλέον, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει βασικές πληροφορίες αναφορικά με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, καθώς δεν γνώριζε τα πλήρη στοιχεία του φερόμενου συνεργού του, ούτε τα ονόματα των προσώπων που φέρονται να εμπλέκονται στα επίδικα περιστατικά, πέραν γενικών και αόριστων αναφορών (π.χ. «Adjoudant» και «Sergeant»), ενώ ταυτόχρονα δεν γνώριζε το όνομα του υποτιθέμενου επιχειρηματία από το Ντουμπάι, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδείχθηκε εν τέλει ανύπαρκτος.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει με σαφήνεια βασικά χρονικά και τοπικά στοιχεία των γεγονότων, όπως την ακριβή ημερομηνία τέλεσης των επίδικων περιστατικών, πέραν γενικής αναφοράς στον Ιούλιο του 2019, ούτε την ακριβή τοποθεσία όπου φέρεται να έλαβε χώρα η ταφή των πτωμάτων, παρά το ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού και είχε ενεργό συμμετοχή στα γεγονότα.

Επιπλέον, η εκδοχή του Αιτητή ως προς τη συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια των γεγονότων δεν κρίνεται εύλογη. Συγκεκριμένα, δεν έδωσε πειστική εξήγηση για το γεγονός ότι δεν επιχείρησε να διαφύγει σε προγενέστερο στάδιο, παρά το ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν τελούσε διαρκώς υπό άμεση φυσική καταναγκαστική επιτήρηση, ούτε αιτιολόγησε επαρκώς γιατί παρέμεινε και συμμετείχε σε σειρά ενεργειών αυξημένης σοβαρότητας.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην αδυναμία του Αιτητή να εξηγήσει με πειστικό τρόπο πώς προέβη σε καταγγελία ενώπιον των αρχών για την εξαφάνιση των γυναικών, ενώ ταυτόχρονα δήλωσε ότι δεν γνώριζε τα στοιχεία ταυτότητάς τους, ούτε των φερόμενων δραστών, γεγονός που υπονομεύει την αξιοπιστία της σχετικής του αφήγησης.

Περαιτέρω, οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς την ύπαρξη εντάλματος σύλληψης σε βάρος του χαρακτηρίζονται από ασάφεια και ελλιπή τεκμηρίωση, καθότι ο ίδιος δήλωσε ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του εν λόγω εντάλματος, ούτε τους ακριβείς λόγους για τους οποίους καταζητείται, παρά μόνο πληροφορήθηκε σχετικά από τρίτα πρόσωπα.

Το Δικαστήριο λαμβάνει, περαιτέρω, υπόψη ότι ο Αιτητής ανέφερε πως αντιμετωπίζει ποινή θανάτου, πλην όμως, κατά τη συνέντευξή του, επισημάνθηκε ότι το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει διαφορετική ποινική μεταχείριση, γεγονός που ενισχύει τις αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των ισχυρισμών του.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η αφήγηση του Αιτητή στερείται εσωτερικής συνοχής, επάρκειας και πειστικότητας, και ως εκ τούτου δεν καθίσταται δυνατή η θεμελίωση της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν προσκομίστηκαν ούτε προέκυψαν από ανεξάρτητες πηγές στοιχεία ικανά να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με τα επίδικα περιστατικά.

Σε ό,τι αφορά την πιθανότητα δίωξης, το στοιχείο του «βάσιμου» στον ορισμό του πρόσφυγα συνιστά, πρωτίστως, ζήτημα πραγματολογικής εκτίμησης κινδύνου. Κατά την εν λόγω εκτίμηση, συνεκτιμώνται τόσο η ατομική κατάσταση του αιτητή όσο και οι πληροφορίες που αφορούν τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής του. Ειδικότερα, η αξιολόγηση επικεντρώνεται αφενός στο κατά πόσον ο φόβος που επικαλείται είναι βάσιμος κατά τον χρόνο λήψης της αποφάσεως επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας — ήτοι ο φόβος πρέπει να είναι τρέχων — και αφετέρου στο ότι η εκτίμηση του κινδύνου είναι μελλοντοστραφής, σύμφωνα με το άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τους ως άνω ισχυρισμούς του Αιτητή υπό το φως των πληροφοριών που προκύπτουν από αξιόπιστες πηγές αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, καταλήγει στα εξής:

Σύμφωνα με πηγή που αναφέρονται στις εργασιακές συνθήκες των φρουρών ασφαλείας στο ευρύτερο Καμερούν:

Ο ιδιωτικός τομέας ασφάλειας έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην καταπολέμηση της ανασφάλειας και στη δημιουργία χιλιάδων θέσεων εργασίας στο Καμερούν. Το νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο για τις δραστηριότητες ιδιωτικής ασφάλειας στο Καμερούν είναι αρκετά εκτεταμένο. Παρά το νομικό αυτό πλαίσιο, εξακολουθούν να υπάρχουν περισσότερες από εκατό εταιρείες σε δραστηριότητα, ενώ μόνο εννέα έχουν προεδρική έγκριση. Ως εκ τούτου, ο τομέας επικρίνεται για το κανονιστικό του πλαίσιο και την έλλειψη αποτελεσματικής εφαρμογής των κανονισμών του τομέα.

Παρά τα θετικά αποτελέσματα, ο τομέας ιδιωτικής ασφάλειας στο Καμερούν αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ιδιωτικών Εταιρειών Ασφάλειας (ΙΕΣ) που λειτουργούν στη χώρα δεν είναι εγγεγραμμένες ούτε έχουν άδειες, γεγονός που βλάπτει την αξιοπιστία των ΙΕΣ που συμμορφώνονται με τους κανονισμούς. Η ύπαρξη ΙΕΣ εκτός του ελέγχου της κυβέρνησης αποτελεί σημαντική πρόκληση για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Καμερούν σε ένα πλαίσιο που περιλαμβάνει διάφορες κοινωνικές εντάσεις, τρομοκρατία και ανασφάλεια.

Ο πρώτος νόμος του Καμερούν που ρύθμιζε την ιδιωτική ασφάλεια, ο νόμος αριθ. 97/021, ψηφίστηκε το 1977. Έκτοτε, το κανονιστικό πλαίσιο για τις ΕΚΕ στο Καμερούν έχει γίνει μάλλον περιοριστικό, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων νόμων και διαταγμάτων που ρυθμίζουν τις δραστηριότητες των ΕΚΕ. Παρά το νομικό αυτό πλαίσιο, οι ΕΚΕ συνεχίζουν να λειτουργούν ανώνυμα και εκτός νόμου.

Μια έκθεση της οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτών «Collectif camerounais des organisations des droits de lhomme et de la démocratie (COCODHD)» εντόπισε διάφορες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο τομέας ιδιωτικής ασφάλειας στο Καμερούν, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, των ακόλουθων: Έλλειψη διαφάνειας εκ μέρους της κυβέρνησης κατά τη χορήγηση αδειών· Η ρύθμιση των Ιδιωτικών Κέντρων Ασφάλειας (ΙΚΚ) δεν προβλέπει σαφώς τις αρχές των θεμελιωδών δικαιωμάτων και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· Ο περιοριστικός ορισμός των ΙΚΚ από τον νόμο εξαιρεί τις εταιρείες μεταφοράς μετρητών και συνοδών· Παρά τον αυξανόμενο αριθμό εταιρειών που παρέχουν υπηρεσίες ασφάλειας, δεν υπάρχει δημόσιο μητρώο· Ο ασθενής μηχανισμός παρακολούθησης των ΙΚΚ από την διυπουργική επιτροπή που είναι επιφορτισμένη με την εξέταση αιτήσεων, την παρακολούθηση και τη ρύθμιση των ΙΚΚ· Ορισμένες ΙΚΚ δεν σέβονται τους κανόνες και τους κώδικες δεοντολογίας· Είναι δύσκολο να αποδειχθεί η ευθύνη των ΙΚΚ σε περιπτώσεις καταγγελιών από κοινότητες ή άτομα που επηρεάζονται από τις δραστηριότητες των ΙΚΚ.[1]

Σύμφωνα με έρευνα, η οποία επικεντρώνεται συγκεκριμένα στη βία κατά των φρουρών ασφαλείας στην πόλη της Douala, τα δεδομένα σχετικά με τη βία στον χώρο εργασίας είναι λιγοστά στην Αφρική. Το επάγγελμα του φύλακα ασφαλείας είναι ένα από τα επαγγέλματα που διατρέχουν κίνδυνο βίας λόγω της υψηλής συχνότητας επαφής με τους χρήστες. οι κύριες θέσεις εργασίας για τους φρουρούς ασφαλείας είναι τα καταστήματα (33,67%) και οι κατοικίες (32,16%). Το ποσοστό επικράτησης της βίας είναι 68,84% και η βία είναι κυρίως λεκτική, όπως αγένεια, λεκτική επιθετικότητα και ξεσπάσματα φωνής. Προκαλείται από επισκέπτες και πελάτες και ενισχύεται από μεγάλες αναμονές πελατών και καθυστερήσεις στον χώρο εργασίας. Μετά τη βία, σχεδόν όλοι οι υπάλληλοι ασφαλείας βίωσαν ήπια ψυχολογική δυσφορία και έλαβαν ψυχολογική και ιατρική βοήθεια. Η υψηλή επικράτηση της βίας μεταξύ των φρουρών ασφαλείας επιβεβαιώνει τον κίνδυνο που σχετίζεται με αυτό το επάγγελμα.[2]

Αναφορικά με τη σύλληψη και ποινική δίωξη στο Καμερούν (γενικά) με αναφορά το 2024 η Έκθεση Χωρών για τις Πρακτικές Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α. σημειώνει για το Καμερούν:

Το σύνταγμα και ο νόμος απαγόρευαν την αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση και προέβλεπαν το δικαίωμα των ατόμων να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της σύλληψης ή της κράτησής τους στο δικαστήριο και να λάβουν αποζημίωση για σοβαρούς τραυματισμούς που προέκυψαν από παράνομη κράτηση. Η κυβέρνηση δεν σεβόταν πάντα αυτές τις διατάξεις. Ο νόμος προέβλεπε ότι ένας ύποπτος για τρομοκρατία μπορούσε να κρατηθεί επ' αόριστον σε ανακριτική κράτηση με την άδεια του εισαγγελέα. Οι διοικητικές αρχές, όπως οι κυβερνήτες και οι πολιτικοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι που υπηρετούν στην εδαφική διοίκηση, μπορούσαν επίσης να εγκρίνουν κρατήσεις ατόμων χωρίς κατηγορία για ανανεώσιμες περιόδους 15 ημερών. Η αστυνομία και οι χωροφύλακες αναφέρθηκε ότι συχνά υπερέβαιναν τις προβλεπόμενες περιόδους κράτησης. Η αστυνομία, οι χωροφύλακες, οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι και άλλες κυβερνητικές αρχές αναφέρθηκε ότι συνελάμβαναν και κρατούσαν άτομα αυθαίρετα χωρίς ένταλμα, κρατώντας τα συχνά για παρατεταμένες περιόδους χωρίς κατηγορία ή δίκη και κατά καιρούς σε απομόνωση. Οι βάσεις για τις συλλήψεις και τις κρατήσεις τους συχνά αποκαλύπτονταν μόνο εβδομάδες ή μήνες αργότερα.[3]

Αναφορικά με την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης στο Καμερούν (γενικά):  Σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του Καμερούν, υπάρχουν διάφορα είδη εγγράφων τα οποία ορίζονται ως ‘δικαστικές διαδικασίες’, ενώ σε αυτά συμπεριλαμβάνονται τα εντάλματα σύλληψης, προφυλάκισης, προσαγωγής και έρευνας. Εάν το άτομο κατά του οποίου εκδίδεται ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί να βρεθεί μετά από προσεκτική αναζήτηση, αντίγραφο του εντάλματος πρέπει να αφήνεται στον τελευταίο γνωστό τόπο διαμονής του ή στο χωριό ή την επαρχία.[4]

Εντούτοις, από τις ανωτέρω πληροφορίες δεν προκύπτει ότι οι φρουροί ασφαλείας στο Καμερούν, ως επαγγελματική κατηγορία, αποτελούν ομάδα η οποία υφίσταται δίωξη κατά την έννοια του προσφυγικού δικαίου. Αντιθέτως, τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι, παρά τις υφιστάμενες προκλήσεις στον τομέα της ιδιωτικής ασφάλειας και τις αδυναμίες στο κανονιστικό πλαίσιο και την εφαρμογή του, οι σχετικοί κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στον εν λόγω κλάδο συνδέονται κυρίως με περιστατικά γενικευμένης εγκληματικότητας και εργασιακής επισφάλειας και όχι με στοχευμένη δίωξη για λόγους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί κινδύνου σύλληψης και δίωξης από τις αρχές, τα διαθέσιμα στοιχεία υποδηλώνουν ότι, μολονότι στο Καμερούν καταγράφονται φαινόμενα αυθαίρετης σύλληψης και κράτησης, αυτά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο δυσλειτουργιών του συστήματος απονομής δικαιοσύνης και δεν συνιστούν, αφ’ εαυτών, πράξεις δίωξης κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης, εκτός εάν συνδέονται με έναν από τους προστατευόμενους λόγους, γεγονός που εν προκειμένω δεν καταδείχθηκε.

Επιπλέον, ως προς τον ισχυρισμό περί ύπαρξης εντάλματος σύλληψης, από τα γενικά στοιχεία που αφορούν τη σχετική διαδικασία στο Καμερούν δεν προκύπτει οιαδήποτε ένδειξη ότι ο Αιτητής αποτελεί αντικείμενο αυθαίρετης ή δυσανάλογης μεταχείρισης πέραν του συνήθους πλαισίου εφαρμογής της ποινικής νομοθεσίας. Αντιθέτως, ο επικαλούμενος κίνδυνος φαίνεται να συνδέεται με ενδεχόμενη ποινική διερεύνηση, η οποία, καθαυτή, δεν συνιστά δίωξη υπό την έννοια του προσφυγικού δικαίου.(βλ. UNHCR Handbook (Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας), Παράγραφος 56, EUAA Judicial Analysis: Qualification for International Protection (2023), Τμήμα 1.4.4.4, Upper Tribunal (IAC) (Ηνωμένο Βασίλειο), MN and Others (AhmadisCountry ConditionsRisk) Pakistan CG (13.11.2012), απόφαση ΔΕΕ, Shepherd v Bundesrepublik Deutschland (C-472/13)

Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ατομική κατάσταση του Αιτητή όσο και τις διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του.

Ως εκ τούτου, και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν είναι αξιόπιστος και ορθώς απορρίφθηκε από τη Διοίκηση. Κατ’ επέκταση, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει πλημμέλεια ή παράλειψη εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών, και η απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας ερείδεται σε επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», αναφέρεται στην σελίδα 98, παράγραφος 4.5.3 ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται μια αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή αντικατοπτρίζουν αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από κάποιον με τις περιστάσεις του ο οποίος εκφράζει δια τούτων μια αληθινή προσωπική εμπειρία («Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»). Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες αλλιώς οι ελλείψεις αυτές στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστούν έλλειψη σχετικών στοιχείων («Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη «λυσιτελών στοιχείων»»).

Εναπόκειται στον αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης διεθνούς προστασίας και υποχρεούται να λάβει θετικά μέτρα για να υποστηρίξει την αίτησή του με πληροφορίες[5]. Ωστόσο δεν συνεπάγεται υποχρέωση προσκόμισης εγγράφων ή άλλων αποδείξεων προς υποστήριξη κάθε συναφούς πραγματικού περιστατικού που επικαλείται ο αιτών, εντούτοις οφείλουν προσωπικά να συνεργάζονται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Εάν τα απαραίτητα στοιχεία της αίτησης δεν επιβεβαιωθούν κατά τη διαδικασία αξιολόγησης, το βάρος της τεκμηρίωσης της αίτησης το φέρει ο αιτών.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (Qualification Directive) και το αντίστοιχο άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση του αιτήματος διεθνούς προστασίας και ότι η έλλειψη πειστικότητας ή συνεκτικότητας συνιστά νόμιμο λόγο απόρριψης.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, και στηριζόμενο στα ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση ορθώς έκριναν ότι ο Αιτητής δεν κατέστη αξιόπιστος ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του, και κατά συνέπεια ορθά προχώρησαν στην εκτίμηση ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να υποβληθεί σε μεταχείριση που να συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Ο βασικός λόγος απόρριψης του αιτήματος διεθνούς προστασίας ήταν, επομένως, η μη απόδειξη της αληθοφάνειας των βασικών ισχυρισμών και ο ουσιώδης κλονισμός της αξιοπιστίας του Αιτητή. Το εμπόδιο αυτό αναγνωρίζεται ρητώς ως ένα από τα κωλύματα στην έγκριση αιτήματος ασύλου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, καθώς και με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Edward Eskandaz ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά., Υπόθεση Αρ. 1673/2010, ημερ. 4.7.2013).

Πέραν τούτων, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία του παρείχαν την ευχέρεια να αναπτύξει πλήρως τους ισχυρισμούς του και να εκθέσει κάθε κρίσιμο στοιχείο που συνδέεται με το αίτημά του. Η αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προέβη σε στοχευμένες και επαρκείς ερωτήσεις, καλύπτοντας τόσο τον πυρήνα του αιτήματος του Αιτητή όσο και τα επί μέρους ζητήματα, ακολουθώντας την ενδεδειγμένη διερευνητική διαδικασία. Παράλληλα, υπήρξε συνεργασία με τον Αιτητή κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών πραγματικών στοιχείων της αίτησής του, όπως προνοείται από τις αρχές που έχουν τεθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, C-277/11, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, υποσημείωση 82, σκ. 65).

Η αρμόδια λειτουργός προέβη σε εκτενή και αιτιολογημένη ανάλυση καθενός από τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή, με σκοπό να αξιολογήσει την ύπαρξη ή μη κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Παράλληλα, προέβη σε διασταύρωση και αντιστοίχιση των δηλώσεων του Αιτητή με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του (Country of Origin Information – COI), όπως προβλέπεται στο άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.

Οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν δεόντως και επαρκώς τις δηλώσεις του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη την ατομική του κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 13Α(9) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(I)/2000). Από την ανάλυση των όσων προέβαλε ο Αιτητής, εύλογα διαπιστώθηκαν ασυνέπειες, ανακολουθίες και ελλείψεις στα λεγόμενά του, που αφορούν στα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, οδηγώντας σε σαφές και ασφαλές συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας.

Η έρευνα που διεξήχθη από την Υπηρεσία Ασύλου κρίνεται επαρκής, καθότι εκτάθηκε στη διερεύνηση κάθε κρίσιμου γεγονότος που σχετίζεται με το υπό εξέταση αίτημα. Το κριτήριο πληρότητας της έρευνας έγκειται στη συλλογή και την εξέταση όλων των ουσιωδών στοιχείων που επιτρέπουν την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, Motorways Ltd v Δημοκρατίας, 25/6/99).

Είναι, συνεπώς, προφανές ότι η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα όλων των ζητημάτων που έθεσε ο Αιτητής ενώπιόν της. Οι Καθ’ ων η Αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα πραγματικά και αποδεικτικά στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους, πριν καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν δύναται να αναγνωρίσει στον Αιτητή το λεγόμενο «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό προβλέπεται στην παρ. 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Η εφαρμογή του εν λόγω ευεργετήματος προϋποθέτει, κατ’ αρχήν, ότι ο αιτών έχει προσκομίσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την αίτησή του και ότι, κατόπιν ελέγχου, κρίνεται γενικώς αξιόπιστος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής δεν στήριξε με συγκεκριμένα δεδομένα τους ισχυρισμούς του περί δίωξης, ούτε στη διοικητική διαδικασία ούτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η έλλειψη επαρκούς τεκμηρίωσης, σε συνδυασμό με τις ουσιώδεις αντιφάσεις και ασάφειες που διαπιστώθηκαν, αποκλείουν την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα. Εξάλλου, η νομολογία έχει παγίως κρίνει ότι η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας ενός αιτούντος και η απόρριψη της αίτησής του για τον λόγο αυτό συνιστούν νόμιμη βάση (βλ. Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 466/2010, 28.9.2012).

Ούτε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ο Αιτητής κατόρθωσε να τεκμηριώσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη βάση των προβαλλόμενων ισχυρισμών του.

Ειδικότερα, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να ανατρέψουν τα ευρήματα και τα συμπεράσματα των Καθ’ ων η Αίτηση, ούτε, έστω και ελλείψει τυπικών αποδεικτικών μέσων, συγκεκριμένα και επαρκώς προσδιορισμένα πραγματικά περιστατικά ικανά να θεμελιώσουν, κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του.

Περαιτέρω, δεν καταδείχθηκε ότι ο επικαλούμενος φόβος συνδέεται με οποιονδήποτε από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι τη φυλή, τη θρησκεία, την εθνικότητα, τη συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή τις πολιτικές πεποιθήσεις.

Το Δικαστήριο διαπιστώνει, επιπλέον, ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή ως προς τον φορέα της φερόμενης δίωξης παραμένει ασαφής και εσωτερικά ασυνεπής, καθότι άλλοτε αποδίδει τον επικαλούμενο κίνδυνο στις κρατικές αρχές και άλλοτε σε ιδιώτες, χωρίς να τεκμηριώνει επαρκώς οποιαδήποτε μεταξύ τους σύνδεση ή σύμπραξη. Εξάλλου, ο προβαλλόμενος φόβος εδράζεται σε ισχυριζόμενη ποινική εμπλοκή του ιδίου σε σοβαρά αδικήματα και όχι σε πράξεις δίωξης κατά την έννοια του προσφυγικού δικαίου.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ορθώς οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν πως ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς πρόσφυγα, δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

Αναφορικά με την αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, το Δικαστήριο στηρίζεται αποκλειστικά στον πρώτο αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, το προσωπικό του προφίλ, τη χώρα καταγωγής του και τον τόπο συνήθους διαμονής του, ήτοι την πόλη Douala, στην περιοχή Littoral του Καμερούν.

Το Δικαστήριο προβαίνει σε συνολική και εξατομικευμένη εκτίμηση του κινδύνου υπό το πρίσμα των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή και της γενικής κατάστασης στη χώρα καταγωγής του, σύμφωνα με το άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Η εν λόγω αξιολόγηση είναι κατ’ ανάγκην μελλοντοστραφής και στηρίζεται τόσο στις επικρατούσες συνθήκες στη χώρα προέλευσης όσο και στα ατομικά δεδομένα του Αιτητή.

Κατά πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η απαγόρευση επαναπροώθησης σε χώρα όπου το άτομο διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση είναι απόλυτη (βλ. Saadi v. Italy, αρ. προσφ. 37201/06· Chahal v. Ηνωμένο Βασίλειο, αρ. προσφ. 22414/93). Η σχετική εκτίμηση, κατά το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, πρέπει να είναι εξατομικευμένη, τεκμηριωμένη και προοπτική, στηριζόμενη σε αξιόπιστα στοιχεία (βλ. F.G. v. Sweden, αρ. προσφ. 43611/11· Paposhvili v. Belgium, αρ. προσφ. 41738/10).

Ο Αιτητής είναι ενήλικος άνδρας, υπήκοος Καμερούν, ο οποίος διέμενε στην πόλη Douala μέχρι την αναχώρησή του. Είναι χριστιανός καθολικός, ανήκει στην εθνοτική ομάδα Bamileke και εργάστηκε ως φρουρός ασφαλείας, ενώ διατηρεί οικογενειακούς δεσμούς στη χώρα καταγωγής του.

Δεδομένου ότι ο μοναδικός αποδεκτός ισχυρισμός αφορά αποκλειστικά τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του Αιτητή, ενώ οι ισχυρισμοί που σχετίζονται με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας του απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι, η εκτίμηση του κινδύνου περιορίζεται στα γενικά δεδομένα της χώρας καταγωγής και στις προσωπικές του περιστάσεις.

Από τα διαθέσιμα και επικαιροποιημένα στοιχεία δεν προκύπτει ότι η περιοχή της Douala τελεί υπό συνθήκες γενικευμένης βίας τέτοιας έντασης που να θεμελιώνεται, άνευ περαιτέρω εξατομίκευσης, πραγματικός κίνδυνος για τον Αιτητή. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι πρόσωπα με τα χαρακτηριστικά του Αιτητή αποτελούν ομάδα που υφίσταται στοχευμένη δίωξη.

Το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και τα δεδομένα της χώρας καταγωγής του, καταλήγει ότι δεν προκύπτει ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα εκτεθεί σε πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο προβαίνει στην εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 19(1)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας παρέχεται σε πρόσωπο το οποίο, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ήτοι είτε την επιβολή ή εκτέλεση της θανατικής ποινής είτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.

Στην προκειμένη περίπτωση, και λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω ευρήματα αναφορικά με την αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν προκύπτουν στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο επιβολής ή εκτέλεσης της θανατικής ποινής σε βάρος του.

Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο υποβολής του σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.

Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί κινδύνου σύλληψης και κακομεταχείρισης από τις αρχές δεν έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ως μη αξιόπιστος, ενώ δεν προσκομίστηκαν ούτε προέκυψαν από ανεξάρτητες πηγές στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο ίδιος διατρέχει εξατομικευμένο κίνδυνο τέτοιας μεταχείρισης.

Αν και από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι στο Καμερούν καταγράφονται περιστατικά αυθαίρετης σύλληψης και κράτησης, καθώς και περιπτώσεις κακομεταχείρισης από κρατικούς φορείς, τα εν λόγω στοιχεία δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για να θεμελιώσουν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στο πρόσωπο του Αιτητή, ελλείψει συγκεκριμένων και εξατομικευμένων περιστάσεων που να τον διαφοροποιούν από τον γενικό πληθυσμό.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19(1)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

Αναφορικά με το άρθρο 19 (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου και προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψη για την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει διευκρινίσει ότι μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ένοπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης, καθώς και η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκ. 35· καθώς και απόφαση ΔΕΕ, C-901/19, CF, DN κατά Bundesrepublik Deutschland, ημερ. 10/06/2021, σκ. 43). Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην απόφαση Sufi and Elmi (προσφ. 8319/07 και 11449/07, 29/11/2011), έλαβε υπόψη ως δείκτες τη χρήση τακτικών που αυξάνουν τον κίνδυνο θυμάτων μεταξύ αμάχων ή στοχοποιούν ευθέως άμαχο πληθυσμό, καθώς και τον αριθμό θανάτων, τραυματισμών και εκτοπισμών που προκύπτουν από τη σύγκρουση.

Περαιτέρω, το ΔΕΕ, στην απόφαση Elgafaji (C-465/07, ημερ. 17/12/2009), διευκρίνισε ότι ο όρος «προσωπική» στο άρθρο 15 στοιχ. γ΄ της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ νοείται ως η βλάβη που προξενείται αδιακρίτως σε άμαχους λόγω του βαθμού βίας, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους. Επίσης, υιοθέτησε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», ήτοι ότι όσο περισσότερο ο αιτών αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω προσωπικών χαρακτηριστικών, τόσο χαμηλότερο βαθμό αδιακρίτως ασκούμενης βίας απαιτείται να αποδείξει για να δικαιούται επικουρικής προστασίας.

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS της χώρας αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στην χώρα. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστικών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonia στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 334,000 ανθρώπους σε εκτοπισμό  στο εσωτερικό της χώρας και 76,000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram  στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 126,000 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Boko Haram και το Ισλαμικό Κράτος είχε εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 476,000 ανθρώπους έως τον Ιανουάριο του 2025 .[6]

Σύμφωνα με την Human Rights Watch σε έκθεση για τη χώρα η οποία καλύπτει το έτος 2023, αναφέρεται πως ένοπλες ομάδες και κυβερνητικές δυνάμεις συνέχισαν τη διάπραξη παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων παράνομων δολοφονιών, στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και στην περιοχή του Άπω Βορρά. Η βία στις δύο αγγλόφωνες βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές συνεχίστηκε για έκτη χρονιά, παρά το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Paul Biya  δήλωσε τον Ιανουάριο ότι πολλές ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες είχαν παραδοθεί και ότι η απειλή που αποτελούσαν είχε μειωθεί σημαντικά.[7] Η αναφορά κατάστασης (situation report) του UNFPA που καλύπτει από τη 1 έως την 31η Αυγούστου 2025, σημειώνει ότι η κατάσταση ασφαλείας στην βορειοδυτική και νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν παρέμεινε εύθραυστη με συνεχιζόμενη σύγκρουση και βία.[8]

Η Douala βρίσκεται δυτικά, στην γαλλόφωνη περιοχή.[9] Είναι η μεγαλύτερη πόλη του Καμερούν, αποτελούμενη από το 20% του συνολικού αστικού πληθυσμού, συνιστά μεγάλο βιομηχανικό κέντρο και είναι η πρωτεύουσα της περιοχής Littoral.[10] Λόγω της κατάστασης ασφαλείας, έχει παρατηρηθεί αύξηση μετακινήσεων πληθυσμιακών ομάδων προς την περιοχή Littoral και την πόλη Douala, καθώς η σύγκρουση έχει παγιωθεί και η μαζική εισροή πληθυσμών έχει συγκεντρωθεί εκεί.[11] Σε σχέση με την επαρχία Littoral, πληροφορίες αναφέρουν ότι η βία που σχετίζεται με τους αυτονομιστές δεν είναι συχνή στη συγκεκριμένη περιοχή.[12]

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το διάστημα 23/01/2025 – 23/01/2026 στην περιοχή Littoral του Καμερούν, όπου βρίσκεται η Douala, καταγράφηκαν, 26 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προήλθαν 31 απώλειες. Τα περιστατικά κωδικοποιήθηκαν ως εξής: τα 12 κωδικοποιήθηκαν ως διαδηλώσεις (26 απώλειες), 10 ως πολιτική βία (12 απώλειες), τα 2 ως εξεγέρσεις (0 απώλειες) και 7 ως πολιτικές καταστολές (11 απώλειες).[13] Σημειώνεται δε ότι οι 31 απώλειες που καταγράφονται εμπίπτουν παραλλήλως σε περιστατικά διαδηλώσεων, πολιτικής βίας και πολιτικής καταστολής.

Εξετάζοντας τα επικαιροποιημένα στοιχεία για το Καμερούν, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η χώρα αντιμετωπίζει πολλαπλές εστίες αστάθειας, ιδίως στις αγγλόφωνες περιοχές του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού τομέα, καθώς και στην περιοχή του Άπω Βορρά λόγω της δράσης της Boko Haram και συναφών ομάδων. Οι συγκρούσεις αυτές έχουν οδηγήσει σε σημαντικές ανθρωπιστικές επιπτώσεις και εκτεταμένες μετακινήσεις πληθυσμού.

Ωστόσο, κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση είναι ότι ο τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι η πόλη Douala στην περιοχή Littoral, δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των περιοχών όπου καταγράφεται ένοπλη σύγκρουση ή υψηλής έντασης αδιάκριτη βία. Αντιθέτως, από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι η εν λόγω περιοχή παρουσιάζει περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά βίας, τα οποία δεν συνιστούν κατάσταση γενικευμένης σύρραξης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα δεδομένα της βάσης ACLED για την περίοδο 2025–2026, τα περιστατικά ασφαλείας στην περιοχή Littoral είναι περιορισμένα, με σχετικά χαμηλό αριθμό απωλειών και χωρίς ένδειξη συστηματικής ή εκτεταμένης βίας κατά αμάχων. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι η Douala αποτελεί μεγάλο αστικό και οικονομικό κέντρο, το οποίο, παρά την αυξημένη πληθυσμιακή πίεση λόγω εσωτερικών μετακινήσεων, δεν εμφανίζει χαρακτηριστικά περιοχής όπου επικρατεί κατάσταση αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να τίθεται σε κίνδυνο κάθε άμαχος.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίπεδο της βίας στην περιοχή Littoral δεν προσεγγίζει το κατώφλι που απαιτείται, κατά τη νομολογία Elgafaji, ώστε να θεμελιωθεί, λόγω μόνης της παρουσίας του Αιτητή εκεί, πραγματικός και ατομικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης.

Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας ή ένοπλης σύγκρουσης τέτοιας έντασης στην περιοχή καταγωγής του Αιτητή που να καθιστά επικίνδυνη την επιστροφή του, και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και κατόπιν ενδελεχούς εξέτασης τόσο της ουσίας όσο και της νομιμότητας της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και ότι ευλόγως η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή του.

Ειδικότερα, ορθώς η Διοίκηση κατέληξε ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης δεν στοιχειοθετούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγνώριση στο πρόσωπο του Αιτητή καθεστώτος πρόσφυγα, κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης για οποιονδήποτε από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί εμπλοκής του σε περιστατικά που οδήγησαν σε κατηγορία από τις αρχές του Καμερούν απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, καθότι κρίθηκε αντιφατικός, αόριστος και στερούμενος επαρκούς εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας, ενώ δεν επιβεβαιώνεται από ανεξάρτητες και αξιόπιστες πηγές.

Ομοίως, ορθώς απορρίφθηκε και το ενδεχόμενο υπαγωγής του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, ο Αιτητής θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι η πόλη Douala, όπου διέμενε, δεν επηρεάζεται από ένοπλες συγκρούσεις τέτοιας έντασης ώστε να συντρέχει κατάσταση αδιάκριτης βίας ικανή να θεμελιώσει σχετικό κίνδυνο.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η διοικητική έρευνα υπήρξε επαρκής και σύμφωνη με τον νόμο, καθότι εκτάθηκε στη διερεύνηση όλων των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της Διοίκησης. Οι Καθ’ ων η Αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, περιλαμβανομένης της αίτησης του Αιτητή, της συνέντευξής του και της σχετικής Έκθεσης/Εισήγησης. Η διενεργηθείσα διοικητική έρευνα υπήρξε επαρκής και σύμφωνη με τον νόμο, εφόσον εκτάθηκε στη διερεύνηση όλων των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και στοιχείων, ικανών να παρέχουν ασφαλές συμπέρασμα (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών, Α.Ε. 1518/1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/1997· Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας, ημερ. 25/6/1999).

Η δε αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται επαρκής, σαφής και ικανή να καταδείξει τη συλλογιστική πορεία που οδήγησε στην απόρριψη του αιτήματος, ενώ συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. (Παναγιωτίδης v. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 342, Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ v. Yπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 427), 

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται νόμιμη, επαρκώς αιτιολογημένη και ορθώς εκδοθείσα.

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται.

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

  

 

Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π



[1] Private Security Governance Observatory, Mapping of National Private Security Sectors: regulation and overview: Cameroon, 2019, διαθέσιμο στο https://www.privatesecurityobservatory.org/regulation-and-oversight/national-regulations-and-overview/cameroon.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026)

 

[2] Owona, Jules & Sanon, M.S. & Aka, I.N.A. & Guiegui, Chimene & Nouya, Audrey & Wognin, s.B.. (2020). Les violences subies par les agents de sécurité à Douala, Cameroun. Archives des Maladies Professionnelles et de l'Environnement. 81. 10.1016/j.admp.2020.01.001., διαθέσιμο στο: https://www.researchgate.net/publication/339189572_Les_violences_subies_par_les_agents_de_securite_a_Douala_Cameroun (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026).

[3] USDOS - US Department of State: 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Cameroon, 12 August 2025, διαθέσιμο στο:
https://www.ecoi.net/en/document/2128474.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026).

[4] Μέρος II του Νόμου αριθ. 2005/007 του Καμερούν, της 27ης Ιουλίου 2005, περί του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, διαθέσιμο στο: https://www.unodc.org/cld/uploads/res/document/criminal-procedre-code_html/Cameroon_Criminal_Procedure_Code_2005.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026).

[5] Judgment of the Court (First Chamber), 22 November 2012 M. M. v Minister for Justice, Equality and Law υποσημείωση 82, σκέψη 65.

[6]    ACAPS, Country analysis, Cameroon,  https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/10/2025)

[7] HRW - Human Rights Watch (Author): World Report 2024 - Cameroon, 11 Ιανουαρίου 2024, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/10/2025)

[8]United Nations Population Fund – UNFPA, Situation Report, Cameroon: Conflict, Climate Disaster, and Displacement, 2 Οκτώβρη 2025, σελ. 1, https://cameroon.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/2025-10/UNFPA%20Cameroon_SitRep_Aug2025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/10/2025)

[9] Secrétariat d'Etat aux migrations SEM, Focus Cameroun – Crise anglophone et personnes déplacées, 7 Φεβρουαρίου 2024, σελ. 5, https://www.sem.admin.ch/dam/sem/fr/data/internationales/herkunftslaender/afrika/cmr/cmr-crise-anglophone-2024-f.pdf.download.pdf/cmr-crise-anglophone-2024-f.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/10/2025)

[10] World Health Organisation, WHO Initiative on Urban Governance for Health and Well-being – Douala, Cameroon, https://www.who.int/initiatives/urban-governance-for-health-and-well-being/work-in-cities-douala-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/10/2025); Britannica, Cameroon – Douala, https://www.britannica.com/place/Douala (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/10/2025); UN Habitat, Urban Planning & Infrastructure in Migration Contexts – Cameroon – Volume 1 – Spatial Profile, 2024, σελ. 40, https://unhabitat.org/sites/default/files/2022/10/221006_douala_spatial_profile_vf_compressed_0.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/10/2025)

[11] UN Habitat, Urban Planning & Infrastructure in Migration Contexts – Cameroon – Volume 1 – Spatial Profile, 2024, σελ. 38, https://unhabitat.org/sites/default/files/2022/10/221006_douala_spatial_profile_vf_compressed_0.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/10/2025)

[12] VOA, Cameroon Separatists Stage Attack Near French-Speaking City of Douala, 2 Μαΐου 2023, https://www.voanews.com/a/cameroon-separatists-stage-attack-near-french-speaking-city-of-douala/7075202.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/10/2025)

[13]Προσαρμοσμένη έρευνα στο στην βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/βλπλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Demonstrations, Political Violence, Insurgency, Atrocities, Repression, Terrorist Activity, Foreign Military Engangement), Defalt Date Range: Past Year (Last update 23/01/2026),  COUNTRY: Cameroon, ADMIN UNIT: Littoral (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/01/2026).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο