ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
10 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.O., από τη Νιγηρία
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ρ. Χρυσάνθου, Δικηγόρος για τον Αιτητή
Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής αιτείται δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 1.7.2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 9.7.2024 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του Αιτητή, ημερομηνίας 7.10.2019, για διεθνή προστασία, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (στο εξής «δ.φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής, τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 07/10/2019, παραλαμβάνοντας στις 09/10/2019 τη σχετική βεβαίωση υποβολής της αίτησής του. Στις 22/04/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και, στις 31/05/2024, ο εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη (interview) του Αιτητή. Στη συνέχεια, ήτοι την 01/07/2024, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Στις 08/07/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο στις 09/07/2024. Εναντίον της εν λόγω απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρήθηκε η παρούσα προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του, προβάλλει στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας σειρά λόγων ακύρωσης, οι οποίοι, ωστόσο, δεν συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Με τη γραπτή του αγόρευση, ο Αιτητής προωθεί μόνο τους νομικούς ισχυρισμούς περί έλλειψης επαρκούς αιτιολόγησης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου και περί έλλειψης δέουσας έρευνας. Κατά συνέπεια, οι υπόλοιποι νομικοί ισχυρισμοί θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες και απορρίπτονται.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και κανονικότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι το αίτημα ασύλου εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της προβλεπόμενης από τον νόμο διαδικασίας και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί το αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης των στοιχείων και ορθής εφαρμογής του νόμου. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη και ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε νομική ή πραγματική πλάνη από παρερμηνεία ή εσφαλμένη εκτίμηση των στοιχείων που ο Αιτητής έθεσε ενώπιον των αρμοδίων οργάνων της Διοίκησης.
Τέλος, υποβάλλουν ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στο πρόσωπο του Αιτητή δεν συντρέχουν τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που να θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και τον περί Προσφύγων Νόμο (Ν. 6(Ι)/2000), ώστε να του παρασχεθεί το καθεστώς του πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 3(1) του εν λόγω Νόμου ή να αναγνωριστεί σε αυτόν καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) του ίδιου Νόμου, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται κίνδυνος να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα προχωρήσω στην εξέταση των γενικών ισχυρισμών που προβάλλει ο συνήγορος του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη και την έκταση της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει εξουσία να εξετάζει υποθέσεις διεθνούς προστασίας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc).
Επομένως, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και κατά πόσο αυτή είναι, επί της ουσίας, ορθή.
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345) JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008 ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Στην αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι ανήκει στην αποσχιστική ομάδα Biafra (IPOB), η οποία επιδιώκει την ανεξαρτησία της από τη Νιγηρία. Ανέφερε ότι τα μέλη της ομάδας αυτής υφίστανται παρενοχλήσεις και δολοφονούνται, με αποτέλεσμα η ζωή του να βρίσκεται σε κίνδυνο (βλ. ερ. 1 δ.φ.).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της προφορικής του συνέντευξης και αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, αναφέροντας ως περιοχή καταγωγής του την πόλη Enugu. Ανέφερε ότι κατά την περίοδο φοίτησής του στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση διέμενε στην πολιτεία Ebony, ενώ τα τελευταία οκτώ έτη πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα διέμενε στην πόλη Abuja (βλ. ερ. 21, 22 δ.φ.). Επιπλέον, δήλωσε ότι είναι Χριστιανός ως προς το θρήσκευμα και ότι ομιλεί την αγγλική γλώσσα (βλ. ερ. 22/2χ, 25/3χ δ.φ.). Ως προς το εκπαιδευτικό και εργασιακό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι δεν ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ότι διατηρούσε κατάστημα καλλυντικών (βλ. ερ. 22/3χ, 23 δ.φ.). Αναφορικά με το οικογενειακό του περιβάλλον, δήλωσε ότι είναι άγαμος και χωρίς τέκνα, ότι ο πατέρας του απεβίωσε και ότι στην πόλη Enugu διαμένουν η μητέρα του και τα τρία αδέλφια του (βλ. ερ. 22/χ δ.φ.).
Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ότι ανήκει στην αποσχιστική ομάδα Biafra και ότι τα άτομα που συνδέονται με αυτήν δεν είναι ασφαλή στη Νιγηρία, καθώς δολοφονούνται. Ερωτηθείς εάν του συνέβη οποιοδήποτε περιστατικό προσωπικά, ανέφερε ότι το 2007 τον κυνηγούσαν και ότι εξαιτίας αυτού αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα. Πρόσθεσε ότι σταμάτησε να εργάζεται και άρχισε τις διαδικασίες αναχώρησης από τη χώρα (βλ. ερ. 21/4χ δ.φ.).
Επισημάνθηκε στον Αιτητή ότι το περιστατικό στο οποίο αναφέρθηκε έλαβε χώρα το 2007, ενώ ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του το 2019, δηλαδή δώδεκα έτη αργότερα. Ο Αιτητής σχολίασε ότι φιλικό του πρόσωπο σκοτώθηκε το 2007. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από το 2007 τον αναζητούσαν, ότι μετοίκησε στην Abuja και ότι ουδέποτε σταμάτησαν να τον αναζητούν. Ο λειτουργός επεσήμανε αντίφαση σε προηγούμενη δήλωση του Αιτητή αναφορικά με τον χρόνο μετοίκησής του στην Abuja, καθώς και ότι τα χρονικά δεδομένα δεν συνάδουν με την αναχώρησή του από τη Νιγηρία το 2019, με τον Αιτητή να αναφέρει ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία τον Οκτώβριο του 2019 (βλ. ερ. 20 δ.φ.).
Ο Αιτητής ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε στη χώρα καταγωγής του και, ερωτηθείς τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, δήλωσε ότι «δεν θα είναι για καλό», προσθέτοντας ότι οι σκοτωμοί δεν σταμάτησαν ποτέ. Τέλος, ανέφερε ότι οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την είσοδο σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία (βλ. ερ. 19 δ.φ.).
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από το αφήγημα του Αιτητή (βλ. ερ. 58 δ.φ.).
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή και έγινε αποδεκτός. Εν προκειμένω πρόκειται για υπήκοο της Νιγηρίας, με τόπο καταγωγής την πολιτεία Enugu και τόπο συνήθους διαμονής την πόλη Abuja της πολιτείας Federal Capital Territory της Νιγηρίας (βλ. ερ. 58-57 δ.φ.).
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά την ισχυριζόμενη δίωξη του Αιτητή λόγω της ανάμειξής του με την αυτονομιστική ομάδα IPOB (Indigenous People of Biafra) (βλ. ερ. 57-56 δ.φ.). Ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες, υπέπεσε σε αντιφάσεις και δεν υπήρχε χρονική συνοχή στην περιγραφή των γεγονότων. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες ως προς το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα του δώδεκα έτη μετά την κατ’ ισχυρισμό δίωξή του λόγω της ανάμειξής του με την αυτονομιστική ομάδα IPOB το έτος 2007. Επιπλέον, αντίφαση και απουσία χρονικής συνοχής παρατηρήθηκαν στην περιγραφή των γεγονότων, καθότι αρχικά δήλωσε ότι διέμενε στην Abuja τα τελευταία οκτώ έτη πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα, δηλαδή από το 2011, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι μετοίκησε περί το 2007, μετά το περιστατικό της κατ’ ισχυρισμό δίωξής του. Κληθείς να σχολιάσει την εν λόγω αντίφαση, παρέμεινε σιωπηρός. Τέλος, ο λειτουργός καταγράφει ότι από τα λεγόμενα του Αιτητή δεν προκύπτει ότι υπέστη οποιαδήποτε δίωξη που να δικαιολογεί την απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του σε σχέση με τους σχετικούς ισχυρισμούς του. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή δεν τεκμηριώθηκε.
Υπό το σκέλος της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός επισημαίνει ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και ότι δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω ανάλυση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.
Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ και τη χώρα και τον τόπο καταγωγής του Αιτητή, οι Καθ’ ων η Αίτηση συνήγαγαν, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ότι δεν υφίστανται εύλογοι ή βάσιμοι λόγοι ώστε, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως απόρροια της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα του (βλ. ερ. 55 δ.φ.). Σχετικώς, οι Καθ’ ων η Αίτηση διεξήγαγαν έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και παρέθεσαν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας, συγκεκριμένα στις πολιτείες Enugu, Federal Capital Territory και Ebonyi. Επιπλέον, λήφθηκαν υπόψη και οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για υγιή ενήλικα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του (βλ. ερ. 55 δ.φ.).
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε οποιονδήποτε από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, ο Αιτητής δεν δικαιούται αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ούτε ενδέχεται να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, δυνάμει του άρθρου 15(β) της εν λόγω Οδηγίας.
Αναφορικά δε με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό την έννοια της διάταξης αυτής σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, καθότι, βάσει πληροφοριών που αντλήθηκαν από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας, διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. ερ. 54-53 δ.φ.). Ως εκ τούτου, απορρίφθηκε και το ενδεχόμενο υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, όσο και τα όσα προέβαλε ο εκπρόσωπος του συνηγόρου του Αιτητή κατά την ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], αρχικά, το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτών άσυλο ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του, αλλά και γενικότερα να βοηθήσει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο τρόπο να διαπιστώσει τα γεγονότα της υπόθεσης του. Ως έχει νομολογηθεί, ο αιτών διεθνούς προστασίας πρέπει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του, ότι δηλαδή υπήρξε θύμα δίωξης στην χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί της προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς Διεθνούς Προστασίας (βλ. WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1875/2008, 1 Μαρτίου 2010).
Κατά τη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, καθοριστικό ρόλο φέρει η αξιοπιστία ενός αιτούντος άσυλο. Προς τούτο τονίζω ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (ε) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/EE, αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς (material facts) μπορούν να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο Αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Αυτή η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση και θα καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα αναφορικά με την αλήθεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, Παρ. 53.
Στο εγχειρίδιο της EASO με τίτλο «Δικαστική Ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου (2018)», αναφέρεται στη σελ.98, ενότητα 4.5.3 ότι: «Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του πιο πάνω εγχειριδίου, αναφέρεται ότι: «Γενικά είναι εύλογο να αναμένεται η αίτηση διεθνούς προστασίας να είναι τεκμηριωμένη και να περιλαμβάνει επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες, τουλάχιστον όσον αφορά τα πλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της αίτησης. Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη 'λυσιτελών στοιχείων'.».
Συναφώς, κατά την απόφαση του ΔΕΕ, C - 277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, αποφ. ημερ. 22/11/2012, η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε «δύο αυτοτελή στάδια», όπου το πρώτο στάδιο «αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως», ενώ το δεύτερο στάδιο «αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας».
Η εξακρίβωση των πραγματικών (ή ουσιωδών) περιστατικών είναι ύψιστης σημασίας για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που δύναται να αντιμετωπίσει ο εκάστοτε αιτών, εφόσον από αυτά θα προκύψουν γεγονότα που πιθανόν να τεκμηριώνουν παρελθούσα δίωξη ή γεγονότα που στην συνολική αξιολόγηση της αίτησης είναι καθοριστικά ως προς την ύπαρξη μελλοντικής δίωξης.[1]
Έχοντας παραθέσει το νομικό πλαίσιο εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, θα προχωρήσω στη συνέχεια σε έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης, δια της πλήρους και ex nunc εξέτασης των γεγονότων και νομικών ζητημάτων που διέπουν αυτή, ενόψει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 11(3)(α) του Περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018).
Αξιολόγηση των ισχυρισμών
Αρχικά, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η Αίτηση ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, τον τόπο καταγωγής του, ήτοι την πολιτεία Enugu, καθώς και τον τόπο συνήθους διαμονής του, ήτοι την πολιτεία Federal Capital Territory, η αποδοχή του οποίου κρίνεται ορθή.
Ακολούθως, ως προς τον ισχυρισμό του Αιτητή περί δίωξης λόγω της ανάμειξής του με την αυτονομιστική ομάδα IPOB, παρατηρώ ότι οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού υπήρξαν γενικευμένες και μη ικανοποιητικές. Παρά τις πολλαπλές ευκαιρίες που του δόθηκαν προκειμένου να αποσαφηνίσει τα λεγόμενά του, τούτο δεν κατέστη δυνατό. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου προκύπτει ότι ο Αιτητής, στο πλαίσιο επεξήγησης του πυρήνα του αιτήματός του, δεν παρείχε συγκεκριμένες, επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες ή λεπτομέρειες αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό καταδίωξή του το έτος 2007, ούτε στοιχειοθέτησε ότι ο ίδιος διατρέχει προσωπικό κίνδυνο, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί του να μην κρίνονται ευλογοφανείς. Από τις απαντήσεις του Αιτητή στα ερωτήματα που του τέθηκαν προκύπτουν γενικόλογες διατυπώσεις, γεγονός που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα του αιτήματός του.
Ομοίως, η αναφορά του περί καταδίωξής του από το 2007, πέραν της λακωνικότητας και της απουσίας ευλογοφάνειας στα λεγόμενά του, στερείται επίσης στοιχείων προσωπικής βιωματικής εμπειρίας. Εφόσον επρόκειτο για κίνδυνο κατά της ζωής του ιδίου, ο οποίος, κατά τον ισχυρισμό του, συναποτελεί τη γενεσιουργό αιτία του φόβου δίωξης που επικαλείται, όφειλε να είναι σε θέση να απαντήσει με σαφήνεια, παρέχοντας περισσότερες λεπτομέρειες και συγκεκριμένες πληροφορίες. Εντούτοις, ο Αιτητής δεν ανέφερε ότι συνέβη οτιδήποτε προσωπικά εναντίον του, ενώ παρέμεινε στη χώρα του επί δώδεκα έτη μετά την κατ’ ισχυρισμό καταδίωξή του. Παρά το γεγονός ότι κλήθηκε κατ’ επανάληψη να παράσχει διευκρινίσεις, δεν κατέστη σε θέση να περιγράψει επαρκώς τα γεγονότα ή να υποστηρίξει με σαφήνεια και ευλογοφάνεια τον πυρήνα του αιτήματός του.
Ως εκ τούτου, φρονώ ότι οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του αρμόδιου λειτουργού, όπως καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση, γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο ως σημεία που εύλογα πλήττουν την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή και δεν εντοπίζω οποιονδήποτε λόγο διαφοροποίησης από την εν λόγω κρίση.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του Αιτητή, οι οποίοι στο σύνολό τους περιστρέφονται γύρω από την απροθυμία του να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του λόγω της κατάστασης ασφαλείας και της αναφοράς του ότι οι δολοφονίες συνεχίζονται, χωρίς όμως να έχει εκφράσει με αξιόπιστο τρόπο οποιονδήποτε βάσιμο και προσωπικό φόβο δίωξης, δεν στοιχειοθετούν λόγο υπαγωγής του στο καθεστώς του πρόσφυγα ούτε στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες από το Nigeria Watch, κατά το έτος 2024 ο Νότος της χώρας επηρεάστηκε κυρίως από την εγκληματικότητα, τις αναταραχές υπέρ της Biafra και κοινοτικές συγκρούσεις. Οι διαταραχές υπέρ της Biafra στη νοτιοανατολική Νιγηρία στοίχισαν τη ζωή σε 379 άτομα, με την πολιτεία Imo να καταγράφει τον υψηλότερο αριθμό θανάτων (174), ακολουθούμενη από τις πολιτείες Anambra (114), Enugu (50), Abia (34) και Ebonyi (7).[2] Επιπλέον, η οργάνωση IPOB χαρακτηρίστηκε από την κυβέρνηση της Νιγηρίας ως τρομοκρατική οργάνωση και απαγορεύθηκε το 2017.[3] Τον Δεκέμβριο του 2020, ο αρχηγός της οργάνωσης IPOB, Nnamdi Kanu, ανακοίνωσε την ίδρυση του Eastern Security Network (ESN), το οποίο αποτελεί το παραστρατιωτικό σκέλος της οργάνωσης, με σκοπό την προστασία της εθνοτικής ομάδας των Igbo έναντι επιθέσεων που αποδίδονται σε ομάδες Fulani.
Ο ανώτατος ηγέτης της οργάνωσης, Nnamdi Kanu, συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση το 2021. Έκτοτε, η IPOB εφαρμόζει εντολή παραμονής στο σπίτι (sit-at-home order) σε ολόκληρη τη νοτιοανατολική περιοχή της Νιγηρίας, η οποία αρχικά θεσπίστηκε ως εβδομαδιαία μορφή διαμαρτυρίας με αίτημα την απελευθέρωση του κρατούμενου ηγέτη της.[4] Η τήρηση των εβδομαδιαίων διακοπών εργασίας επιβάλλεται από ένοπλες ομάδες, οι οποίες είναι γνωστές για τη χρήση τακτικών εξαναγκασμού, όπως λεηλασίες, εμπρησμούς και στοχευμένες δολοφονίες.[5]
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της EUAA, «ο ανώτερος σύμβουλος ασφαλείας της Νιγηρίας, αναφερόμενος γενικά στη νοτιοανατολική περιοχή, δήλωσε ότι η IPOB θεωρείται πλέον γενικά “λιγότερο μαχητική” σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη και φαίνεται να μην έχει εμπλακεί στην πλειονότητα των πρόσφατων επιθέσεων κατά του ομοσπονδιακού προσωπικού ασφαλείας. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι επιθέσεις αυτές φαίνεται να έχουν πραγματοποιηθεί είτε από εγκληματικές ομάδες που “μεταμφιέζονται” ως ταραξίες της Biafra είτε από στοιχεία που συνδέονται με την οργάνωση BRGIE του Simon Ekpa».[6]
Ελλείψει λεπτομερών πληροφοριών και συνοχής στο αφήγημα του Αιτητή, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Λαμβάνεται δε υπόψη ότι, σύμφωνα και με τις δηλώσεις του ίδιου του Αιτητή, δεν προκύπτει οποιαδήποτε προσωπική στοχοποίησή του από τις αρχές ή από τρίτους στη χώρα καταγωγής του. Οι δε αναφορές του κρίνονται ως αντικατοπτρίζουσες γενικές και ευρέως γνωστές πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του και όχι ως περιγραφή προσωπικών βιωμάτων ή συγκεκριμένων περιστατικών που να τον αφορούν άμεσα.
Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του εξακολουθούν να διαμένουν στην πολιτεία Enugu χωρίς να προκύπτει ότι αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε πρόβλημα ή μορφή δίωξης (βλ. ερ. 22/χ δ.φ.), στοιχείο το οποίο αποδυναμώνει περαιτέρω τον ισχυρισμό περί προσωπικού κινδύνου του Αιτητή.
Γενικά είναι εύλογο να αναμένεται ότι ένα αίτημα για διεθνή προστασία θα παρουσιάζεται ουσιαστικά και με σαφήνεια και επαρκή λεπτομέρεια, τουλάχιστον όσον αφορά τα πιο σημαντικά γεγονότα της εν λόγω αξίωσης. Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία σχετικά με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (και προηγούμενα, της Οδηγίας 2004/83/ΕΕ), εναπόκειται, κατ' αρχήν, στον αιτούντα να προσκομίσει όλα τα αναγκαία στοιχεία προς στήριξη της αιτήσεώς του. Επομένως, η ανεπάρκεια λεπτομερειών συνιστά αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 5, στοιχείο β) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ ως έλλειψη σχετικών στοιχείων.
Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ήτοι την ηλικία του, ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις περί οποιασδήποτε ευαλωτότητας του και διατηρεί οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στο τόπο καταγωγής του, φρονώ ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να στηρίξει την αίτησή του προβάλλοντας μια γνήσια προσωπική εμπειρία.[7] Παράλληλα, κρίνω ότι οι δηλώσεις και οι επεξηγήσεις του δεν προσδίδουν στους ισχυρισμούς του την απαραίτητη βιωματική χροιά ώστε να ενισχύεται η αξιοπιστία τους.
Επομένως, η γενικότητα των απαντήσεών του, η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και σε κάποια σημεία η έλλειψη ευλογοφάνειας, οι οποίες εύλογα προκύπτουν από το περιεχόμενο της έκθεσης-εισήγησης, οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης ο οποίος απορρέει από τον εν λόγω ισχυρισμό του. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών για την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας πρωτίστως εναποτίθεται στον ίδιο τον Αιτητή, ο οποίος πρέπει να καταβάλλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς του ότι υπήρξε θύμα δίωξης στη χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί με βάση τα πραγματικά περιστατικά τις προϋποθέσεις για παραχώρηση της ιδιότητας του πρόσφυγα ή της παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, κάτι το οποίο ο Αιτητής φρονώ απέτυχε να το πράξει επί της παρούσας υπόθεσης (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna v. Δημοκρατίας, υπόθ.αρ.1875/08, ημερ.1.3.2010 και Εγχειρίδιο του Υπάτου Αρμοστή των Ο.Η.Ε για τους προσφυγές - ότι ο αιτητής οφείλει με ειλικρίνεια να θεμελιώσει το αίτημα του, βλ. επίσης Υπόθεση Αρ. 1119/2009, ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012, FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»,[8] όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος.[9] Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή. (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει, όσο και διευκρινιστικές ερωτήσεις επί των ανωτέρω ερωτημάτων. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις, για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία. Οι ισχυρισμοί αυτοί που επικαλείται δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται από την Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6 (Ι)/2000.
Συνεπώς, και λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω αναφερθέντα, το προσωπικό προφίλ του Αιτητή σε συνάρτηση με τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του, δεν αποδεικνύεται ότι ο Αιτητής εμπίπτει και διώκεται για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 (δίωξη λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων) και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί του δεν αποτελούν βάση για την αναγνώριση ενός προσώπου ως πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Ούτε και επί της παρούσας δικαστικής διαδικασίας ο Αιτητής προβάλλει τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι να ανατρέπουν την κατάληξη των Καθ'ων η Αίτηση και οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Επιπρόσθετα, ούτε στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας εμπίπτει ο Αιτητής, το οποίο δίδεται όταν ο αιτητής πρόκειται να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα ιθαγένειας του. Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, παραβίασης ανθρωπίνου δικαιώματος, τόσο κατάφωρης ώστε να ενεργοποιούνται οι διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας ή να υπάρχει απειλή κατά της ζωής, της ασφάλειας ή της ελευθερίας ως αποτέλεσμα άσκησης αδιάκριτης βίας λόγω συνθηκών ένοπλής σύγκρουσης ή συστηματικών και γενικευμένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19,ημερομηνίας 10/06/2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. απόφαση στην C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji - Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/12/2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Ως προς την γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), της Ακαδημίας της Γενεύης, η Νιγηρία εμπλέκεται σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και Ισλαμικού Κράτους (Islamic State in West Africa Province/ISWAP). Επιπλέον, υπάρχει μια μη διεθνής ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Ισλαμικού Κράτους (ISWAP) και της Boko Haram. Επί της ίδιας ιστοσελίδας καταγράφεται πως «από το 1960, η Νιγηρία συνδυάζει την εθνογραφική και θρησκευτική ποικιλομορφία με επαναλαμβανόμενη και εξελισσόμενη βία. Από το 2009, η βορειοανατολική περιοχή βιώνει παρατεταμένη εξέγερση από την Boko Haram και την αποσχισθείσα ομάδα της, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Παρά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες των νιγηριανών ενόπλων δυνάμεων που υποστηρίχθηκαν από την ομάδα Civilian Joint Task Force (CJTF) το 2015-2016, η ασφάλεια έχει έκτοτε επιδεινωθεί ξανά, καθώς τα τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα έχουν επεκταθεί. Κάποιες περιοχές έχουν αντιμετωπίσει βία που σχετίζεται με τους πόρους, συγκρούσεις αγροτών-κτηνοτρόφων, κινητοποίηση αυτονομιστών και εγκληματικότητα συμμοριών, συμβάλλοντας σε μαζικούς εσωτερικούς εκτοπισμούς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από αμφισβητούμενες εκλογές, τεταμένες σχέσεις με τον Νίγηρα, σοβαρές πλημμύρες και μια επιδεινούμενη κρίση κόστους ζωής που χαρακτηρίστηκε από διαμαρτυρίες και θανατηφόρα καταστολή. Η περιφερειακή συνεργασία μέσω της Multinational Joint Task Force (MTJF) αποδυναμώθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις του ISWAP εντάθηκαν και οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) διεξήχθησαν με αμφισβητούμενη αιτιολόγηση».[10]
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Εnugu της Νιγηρίας, τόπος καταγωγής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/02/2026), καταγράφηκαν 62 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 60 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[11] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Enugu το 2022 εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 4,690,100 κατοίκους.[12] Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη και ότι ο τόπος διαμονής του Αιτητή ήταν η πόλη Abuja της πολιτείας Federal Capital Territory, το τελευταίο έτος(με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/02/2026), καταγράφηκαν 81 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 57 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[13] Σύμφωνα με εκτιμήσεις ο πληθυσμός στη πόλη Abuja, το 2022, ανερχόταν περί τα 2,690,000 κατοίκους.[14]
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών, καταλήγω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι τα περιστατικά ασφαλείας στις ανωτέρω περιοχές, δεν είναι τέτοιας συχνότητας ή έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Περαιτέρω, δεν υφίστανται ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο που πιθανό να διατρέξει ο Αιτητής ειδικά σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω (βλ. και ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland).
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της παρούσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή του. Ορθά η Διοίκηση, κατέληξε ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δε στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στον Αιτητή το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 3-3Δ του Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης, για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτός «δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2)».
Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99). Είναι εμφανές πως, η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα όλων των ζητημάτων που έθεσε ο Αιτητής ενώπιον της. Οι Καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους, προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, ο λειτουργός παρείχε επαρκή αιτιολογία για το λόγο μη υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η δε αιτιολογία συμπληρώνεται και από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, ιδίως δε την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, το πρακτικό της συνέντευξης και την εισήγηση του λειτουργού. (Παναγιωτίδης v. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 342, Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ v. Yπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 427),
Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, στα πλαίσια των εξουσιών του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, με την Κ.Δ.Π. 145/2025 καθόρισε τη χώρα καταγωγής του Αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιείται βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης, σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή, η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Δια τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1200 υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] European Asylum Support Office - EASO, 'Δικαστική ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου', 2018, σελ. 132 - 135
[2] Nigeria Watch, ' FOURTEENTH REPORT ON VIOLENCE IN NIGERIA 2024’, σελ.7,13 διαθέσιμο σε: https://www.nigeriawatch.org/media/html/Reports/NGA-Watch-Report24.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 05.03.2026]
[3] Newsweek, Nigeria Declares Biafra Group a 'Terrorist' Organization as Civil War Fears Grow, 15 September 2017, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.newsweek.com/nigeria-biafra-ipob-nnamdi-kanu-665943 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 05.03.2026]
[4] SBM Intelligence, Four Years of Disruption: Unmasking the Impact of IPOB’s Sit-at-Home Order in Southeast Nigeria, 26 May 2025, https://www.sbmintel.com/2025/05/four-years-of-disruption-unmasking-the-impact-of-ipobs-sit-at-home-order-in-southeast-nigeria/#gsc.tab=0[Ημερομηνία Πρόσβασης: 05.03.2026]
[5] DW, Nigeria: The true cost of separatist sit-at-home protests, 4 June 2025, https://www.dw.com/en/separatist-indigenous-people-of-biafra-nigeria-sit-at-home-protests/a-72774794 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 05.03.2026]
[6] EUAA, COI Report - Nigeria: Security Situation, November 2025, σελ. 129[Ημερομηνία Πρόσβασης: 05.03.2026]
[7] Βλ. C‑148/13 έως C‑150/13, EU:C:2014:2406, σκέψεις 54 και 57.
[8] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[9] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου.
[10] War Watch, At a Glance, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 05.03.2026]
[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Enugu, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 27.02.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης: 05.03.2026]
[12] City Population - Nigeria –Enugu https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 05.03.2026]
[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Federal Capital Territory, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 27.02.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης: 05.03.2026]
[14] City Population - Nigeria – Abuja https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 05.03.2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο