ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
12 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
R.M.K.
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
Νίκος Α. Λοίζου & Χριστούδιας (κος) Δικηγόρος του Αιτήτη
Ανδρέας Φιλίππου (κος), δικηγόρος για τους Kαθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 23/01/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Γεγονότα
Ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 15/11/2021 και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές περί τις 06/12/2021, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του. Ακολούθως, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, όπου στις 16/01/2022 υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας.
Στις 29/11/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Κατόπιν αυτής, στις 12/12/2023, ο εν λόγω λειτουργός υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τα όσα προέκυψαν από τη συνέντευξη του Αιτητή.
Ακολούθως, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε στις 28/12/2023 την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.
Στις 23/01/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον Αιτητή κατά την ίδια ημερομηνία.
Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε από τον συνήγορο του Αιτητή στις 31/01/2024.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του, προέβαλε, τόσο στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας όσο και στη γραπτή του αγόρευση, πλείονες λόγους ακυρώσεως. Ωστόσο, κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων απέσυρε τους πλείστους εξ αυτών και περιορίστηκε στην προώθηση ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η έρευνα που διενεργήθηκε σε σχέση με την αίτησή του δεν περιλάμβανε ερωτήσεις που να του επέτρεπαν να εκθέσει με ελεύθερο και επαρκή τρόπο το πρόβλημα που ισχυρίζεται ότι αντιμετώπιζε.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποστηρίζοντας ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή επί των νομικών ζητημάτων που εγείρονται στην προσφυγή του είναι γενικοί και αόριστοι και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να επιτύχουν. Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας —ο οποίος αποτελεί και τον μοναδικό λόγο που τελικώς προωθείται— επισημαίνουν ότι ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας από τον αρμόδιο λειτουργό επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια. Κατά συνέπεια, υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και είναι νόμιμη και ορθή.
Προς υποστήριξη της θέσης τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση αναπτύσσουν επιχειρηματολογία που άπτεται τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, απαντώντας παράλληλα στους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται από την πλευρά του Αιτητή.
Όσον αφορά το επίδικο πραγματικό πλαίσιο, ο συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση παραπέμπει στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και στα επισυναπτόμενα σε αυτήν Παραρτήματα, καθώς και στα στοιχεία που περιέχονται στον σχετικό διοικητικό φάκελο.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς, και σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του Αιτητή θεωρούνται εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και για λόγους ως προς τους οποίους δεν προβάλλεται επιχειρηματολογία προς στήριξή τους. Βλ. ενδεικτικά: Υπ. Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 Α.Α.Δ. 4407· Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd ν. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2000, (2000) 3 Α.Α.Δ. 21· Υπ. Αρ. 1073/2004, Γεωργία Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φ.Π.Α., ημερ. 6.2.2007.
Υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας, όλοι οι λόγοι που παραμένουν ως απλοί τίτλοι στο δικόγραφο της προσφυγής και δεν προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, λογίζονται ως εγκαταλειφθέντες.
Περαιτέρω, παρατηρείται ότι οι λόγοι προσφυγής, όπως αναπτύσσονται στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, πάσχουν από γενικότητα και απουσιάζει η απαιτούμενη υπαγωγή των συγκεκριμένων περιστάσεων και πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης στις επικαλούμενες παραβιασθείσες διατάξεις. Η ανάγκη έγερσης των λόγων με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδης· άλλως, το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τους εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και αν έχουν μνημονευθεί στην αγόρευση. Βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598· Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598· Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533· Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (2009) 3 Α.Α.Δ. 655. Η δε αγόρευση αποτελεί όργανο ανάπτυξης επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής ήδη στοιχειοθετημένων λόγων ακύρωσης και δεν υποκαθιστά την απαιτούμενη στοιχειοθέτησή τους. βλ. Α.Ε. Αρ. 3729, Μαραγκός ν. Δημοκρατίας, 3.11.2006, (2006) 3 Α.Α.Δ. 671, Α.Ε. 1883· Μαρία Ευθυμίου ν. Ε.Δ.Υ., (1997) 3 Α.Α.Δ. 281, 14.7.1997.
Ακόμη και αν, εξαντλώντας την επιείκεια του Δικαστηρίου, εξεταστούν οι λόγοι ακύρωσης που προωθεί ο Αιτητής, πρέπει να υπομνησθεί ότι η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο ως προς το λυσιτελές των σχετικών ισχυρισμών. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11 του Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την υπόθεση εξ υπαρχής, «κατά το νόμο και κατά την ουσία». Ως εκ τούτου, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής, αλλά προβαίνει σε ουσιαστικό έλεγχο της επίδικης πράξης, δύναται να προβεί σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και του διοικητικού φακέλου και αποφαίνεται αιτιολογημένα επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εκάστοτε προσφεύγοντος—εντός πάντοτε του πλαισίου που θέτουν οι ρητοί ισχυρισμοί του Αιτητή.
Συνεπώς, η απλή επίκληση πλημμελειών ή παραβιάσεων γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να οδηγήσει σε ανατροπή της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο Αιτητής οφείλει να εξηγεί με σαφήνεια τη βλάβη που επήλθε στον ίδιο και να προβάλλει, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι, υπό τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας (βλ. αποφάσεις ΣτΕ 3067/2013, 521/2010, 2650/2009).
Εν προκειμένω, παρατηρείται ότι ο Αιτητής δεν προβάλλει οποιονδήποτε ειδικό ή τεκμηριωμένο ισχυρισμό, είτε κατά τη διοικητική διαδικασία είτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που να δύναται να θεμελιώσει την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης πάσχουν από γενικότητα και στερούνται της αναγκαίας υπαγωγής των περιστατικών της υπόθεσης στις επικαλούμενες διατάξεις του νόμου, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει συγκεκριμένο νομικό ή πραγματικό σφάλμα εκ μέρους της Διοίκησης.
Το Δικαστήριο, υπό το φως των καθιερωμένων αρχών του διοικητικού δικαίου, επισημαίνει ότι η αρχή της αιτιολογίας επιβάλλει όχι μόνο στη Διοίκηση να εκδίδει επαρκώς αιτιολογημένες αποφάσεις, αλλά και στον αιτητή να προσδιορίζει με επάρκεια και σαφήνεια τις πλημμέλειες που επικαλείται. Εξίσου, η αρχή της μη αυτεπάγγελτης διερεύνησης περιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εντός των ορίων των προβαλλόμενων ισχυρισμών, χωρίς να παρέχεται δυνατότητα αυτεπάγγελτης ανεύρεσης ή συμπλήρωσης των λόγων προσφυγής. Η αρχή του λυσιτελούς ελέγχου επιβάλλει, περαιτέρω, την απόρριψη λόγων που δεν συνδέονται με συγκεκριμένη βλάβη ή ουσιώδη παράβαση, ενώ η αρχή της περιορισμένης δικαιοδοσίας διασφαλίζει ότι η δικανική κρίση ασκείται αποκλειστικά εντός του πλαισίου που θέτουν οι ρητοί ισχυρισμοί του Αιτητή.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης κρίνονται αλυσιτελείς και, εξ αυτού, απαράδεκτοι, λόγω της γενικότητας και της έλλειψης ουσιαστικής τεκμηρίωσης. Ο Αιτητής δεν καθιστά σαφές τον πυρήνα του αιτήματός του για άσυλο ούτε προβάλλει αποδεικτικά στοιχεία ή περιστάσεις που να δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. [1]
Το Δικαστήριο, ενεργώντας στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του ως δικαστήριο ουσίας, προχωρεί, ακολούθως, στην ουσιαστική εξέταση της υπόθεσης, όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και τα αποδεικτικά δεδομένα που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, προκειμένου να διακριβώσει κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και, ως εκ τούτου, εάν είναι επί της ουσίας ορθή.
Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το επίδικο θέμα. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Σύμφωνα με τα στοιχεία που αφορούν τον Αιτητή, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση του λειτουργού της EUAA και όπως διαφαίνονται από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, και τα οποία δεν αμφισβητούνται από τα μέρη, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 16/01/2022, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείς στις 15/06/1991 στην Bai Foe (Southwest Region). Δήλωσε, επίσης, ότι είναι χριστιανός στο θρήσκευμα, με μητρική του γλώσσα τα Oroko, ενώ μιλά και αγγλικά. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι είναι άγαμος. Περαιτέρω, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 15/11/2021 και αφίχθηκε στη Δημοκρατία μέσω Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών στις 06/12/2021 (ερ. 3-1 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατέγραψε την ύπαρξη οικογενειακών προβλημάτων, τα οποία, όπως ισχυρίστηκε, σχεδόν του στοίχισαν τη ζωή. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στην κρίση που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, από όπου και κατάγεται, υποστηρίζοντας ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο λόγω της έλλειψης ασφάλειας (ερ. 1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξη, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στην Bai Foe, Meme Division, της Southwest Region και ότι ο τελευταίος τόπος διαμονής του ήταν η περιοχή Mile 14, Muyuka, Faku Division, επίσης στη Southwest Region (ερ. 20/3Χ του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης και κάτοχος διπλώματος από ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με ειδίκευση στη Διοίκηση Ανθρωπίνου Δυναμικού. Ωστόσο, ανέφερε ότι στο Καμερούν δεν είχε απασχοληθεί σε κάποια επίσημη εργασία, πέραν της μεταπώλησης φρούτων στο χωριό του για σκοπούς βιοπορισμού. Δήλωσε επίσης ότι ομιλεί την τοπική διάλεκτο Oroko καθώς και την αγγλική γλώσσα.
Αναφορικά με την οικογένειά του, ο Αιτητής δήλωσε ότι μεγάλωσε μαζί με τον πατέρα του, τη μητέρα του, τη δεύτερη σύζυγο του πατέρα του και συνολικά δέκα αδέλφια. Ανέφερε ότι ο πατέρας του εξακολουθεί να διαμένει στο χωριό τους, ενώ η μητέρα του απεβίωσε το 2000. Τέσσερα από τα αδέλφια του μετέβησαν το 2019 στην Gabon για λόγους ασφάλειας, ενώ δήλωσε ότι δεν διατηρεί επαφή με τα ετεροθαλή του αδέλφια, δύο εκ των οποίων έχουν ενταχθεί στο κίνημα των Ambazonians. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είναι αρραβωνιασμένος με υπήκοο Καμερούν, με την οποία διαμένει στην Κύπρο (ερ. 22-20 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ειδικότερα στο σκέλος της ελεύθερης αφήγησής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι στη χώρα του αντιμετώπιζε οικογενειακά προβλήματα τα οποία, όπως ισχυρίστηκε, σχεδόν του στοίχισαν τη ζωή. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην έλλειψη ασφάλειας και ελεύθερης διακίνησης στην περιοχή από την οποία κατάγεται, λόγω της κρίσης που επικρατεί στο αγγλόφωνο τμήμα του Καμερούν.
Σε σχέση με τα οικογενειακά προβλήματα που επικαλέστηκε, ανέφερε ότι οι ετεροθαλείς αδελφοί του εντάχθηκαν στο κίνημα των Ambazonians και τον πίεζαν να ενταχθεί και ο ίδιος, παρά τη θέλησή του. Επιπλέον, δήλωσε ότι μετά τον θάνατο της μητέρας του οι ετεροθαλείς αδελφοί του ανέλαβαν τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων της οικογένειας, όπως της φάρμας και της οικίας τους. Πρόσθεσε επίσης ότι ο στρατός συλλάμβανε, πυροβολούσε και σκότωνε μέλη του πληθυσμού, γεγονός που τον έκανε να φοβάται για τη ζωή του (ερ. 18 του διοικητικού φακέλου).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τα προβλήματα που ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπισε με τους ετεροθαλείς αδελφούς του, ο Αιτητής δήλωσε ότι, αφενός, εάν εκείνοι τον εντοπίσουν θα τον βλάψουν και, αφετέρου, ότι σε περίπτωση που ο στρατός τούς αναζητήσει και τον ρωτήσει για το πού βρίσκονται, θα αναγκαστεί να αποκαλύψει την τοποθεσία τους, διαφορετικά θα τον σκοτώσουν.
Ερωτηθείς να διευκρινίσει τα ακριβή περιστατικά μεταξύ του ιδίου και των αδελφών του, ανέφερε ότι ο μεγαλύτερος ετεροθαλής αδελφός του δεν επιθυμούσε να λαμβάνει ο Αιτητής φροντίδα και οικονομική στήριξη από τον πατέρα τους και ότι τον απείλησαν πως, εάν επιθυμούσε να συνεχίσει να λαμβάνει οικονομική στήριξη, θα έπρεπε να ενταχθεί στο κίνημα των Ambazonians. Δήλωσε επίσης ότι η τελευταία φορά που δέχθηκε απειλές ήταν το 2016 και ότι έκτοτε εργαζόταν υπό συνθήκες ανασφάλειας και περιορισμών στην ελεύθερη διακίνησή του, προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα για να μπορέσει να εγκαταλείψει τη χώρα του (ερ. 18-17 του διοικητικού φακέλου).
Ερωτηθείς ποιος είναι ο φόβος του σε περίπτωση επιστροφής στο Καμερούν, ο Αιτητής δήλωσε ότι επικρατεί ανασφάλεια στη χώρα λόγω του ότι ο στρατός σκοτώνει πολίτες, ενώ ταυτόχρονα φοβάται τους ετεροθαλείς αδελφούς του, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε από φίλους του στο χωριό, τον αναζητούν από το 2016 (ερ. 17 του διοικητικού φακέλου).
Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσο οι αρχές της χώρας του θα του επέτρεπαν να επιστρέψει, δήλωσε ότι ενδέχεται ο αδελφός του να έχει αναφέρει κάτι στην κυβέρνηση, με αποτέλεσμα οι αρχές να έχουν στη διάθεσή τους φωτογραφία του και να τον συλλάβουν και να τον φυλακίσουν ισοβίως (ερ. 16 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου διέκρινε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του Αιτητή, ο δεύτερος τις ισχυριζόμενες απειλές από τους ετεροθαλείς αδελφούς του προκειμένου να ενταχθεί στο κίνημα των Ambazonians, και ο τρίτος την επικρατούσα κατάσταση ανασφάλειας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.
Και οι τρεις ουσιώδεις ισχυρισμοί του Αιτητή έγιναν αποδεκτοί, καθότι οι δηλώσεις του κρίθηκαν αξιόπιστες και οι πληροφορίες που παρείχε ικανοποιητικές, επαρκείς, ευλογοφανείς και συναφείς με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό περί των προσωπικών του στοιχείων, ως τεκμήριο αξιοπιστίας λήφθηκε υπόψη το διαβατήριο του Αιτητή, καθώς και η συνάφεια των πληροφοριών που παρείχε σχετικά με την περιοχή καταγωγής και διαμονής του με διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Σε σχέση με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ως ένδειξη εξωτερικής αξιοπιστίας αναφέρθηκε η συμφωνία των δηλώσεων του Αιτητή με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές, οι οποίες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μη διεθνών ένοπλων συγκρούσεων στο Καμερούν μεταξύ αγγλόφωνων αυτονομιστικών ομάδων και της κυβέρνησης, αναφορικά με την ανεξαρτησία των περιοχών Southwest και Northwest.
Ακολούθως, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προχώρησε σε εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν, στη βάση των ουσιωδών ισχυρισμών του. Στο πλαίσιο αυτό, αναφορικά με τον πρώτο και τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, παρέθεσε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Southwest Region και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα στην περιοχή Mile 14, Muyuka, Faku Division της Southwest Region, ενδέχεται να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης ως απόρροια της κατάστασης ανασφάλειας που επικρατεί στην εν λόγω περιφέρεια του Καμερούν.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν προέκυψαν στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει την ίδια μεταχείριση που ισχυρίστηκε ότι υπέστη το 2016, δεδομένου ότι από τότε και μέχρι το 2021, οπότε και εγκατέλειψε τη χώρα του, δεν προέκυψε οποιοδήποτε δυσμενές ενδιαφέρον εις βάρος του από τους ετεροθαλείς αδελφούς του.
Υπό το φως των ανωτέρω, και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε τη θέση του ότι αντιμετωπίζει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται εξαντλητικά στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να του αναγνωριστεί καθεστώς πρόσφυγα.
Στη συνέχεια, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προχώρησε σε νομική ανάλυση αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, διαπίστωσε ότι οι σχετικές προϋποθέσεις δεν πληρούνται. Σε σχέση με το άρθρο 19(2)(γ), προέβη σε περαιτέρω ανάλυση εξετάζοντας τα επιμέρους στοιχεία της διάταξης, ήτοι την ύπαρξη ένοπλης σύρραξης, την αδιάκριτη άσκηση βίας και την ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του Αιτητή.
Στο πλαίσιο αυτό κατέληξε ότι πράγματι υφίσταται εσωτερική ένοπλη σύρραξη στην περιφέρεια Southwest Region του Καμερούν, από όπου κατάγεται ο Αιτητής, η οποία δημιουργεί συνθήκες και περιστατικά πράξεων αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Ωστόσο, έκρινε ότι οι ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, σε περίπτωση επιστροφής του στην εν λόγω περιφέρεια, δεν δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ύπαρξη εύλογων λόγων ώστε να γίνει αποδεκτό ότι θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην περιοχή.
Οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή που λήφθηκαν υπόψη από τον λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου συνοψίζονται ως εξής: πρόκειται για άμαχο πολίτη, ενήλικο άνδρα νεαρής ηλικίας, χωρίς ζητήματα ευαλωτότητας ή προβλήματα υγείας, απόφοιτο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με οικογένεια που διαμένει στον τόπο καταγωγής του και ο οποίος δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε μορφή δίωξης.
Τέλος, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου σημείωσε ότι η πιθανή επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές του περιστάσεις και ιδίως την απουσία οποιασδήποτε προσωπικής και πραγματικής απειλής να υποβληθεί σε βασανιστήρια και/ή απάνθρωπη και/ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης ούτε στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Δεδομένου ότι όλοι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί έχουν γίνει αποδεκτοί από τη διοίκηση, βάσει της αρχής της απαγόρευσης της reformatio in peius, το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να προβεί σε άλλη αξιολόγηση. Πράγματι, «Το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να εξέρχεται των ορίων που θέτει η αίτηση ακυρώσεως αλλά ούτε και μπορεί να χειροτερεύει τη θέση του Αιτητή (απαγόρευση της reformation in peius). Επειδή το δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατοχυρώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα (Άρθρο 146) προκειμένου να διασφαλισθεί η προστασία του προσφεύγοντος, δεν μπορεί το Διοικητικό Δικαστήριο με απόφασή του να χειροτερεύσει τη θέση του Προσφεύγοντος [.]. Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει «επί τα χείρω μεταβολή» (reformatio in pejus)» (Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2020, σελ. 108)
Σύμφωνα εξάλλου με απόφαση της Προέδρου του παρόντος Δικαστηρίου, Μ. Παπαντωνίου (ΔΔΔΠ, Υποθ. Αρ. 7397/21, Ν. D. v. Υπηρεσία Ασύλου, ημερ. 09.05.2023) την οποία υιοθετώ:
«Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας έχουν κριθεί αξιόπιστοι από την διοίκηση και έχει γίνει αποδεκτός ο ουσιώδης ισχυρισμός της ότι είναι θύμα σεξουαλικής βίας χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον στην χώρα της, τίθεται σε ισχύ η αρχή της απαγόρευσης της χειροτερεύσεως (reformation in peius), σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί κατ' αρχήν το δικαστήριο να χειροτερεύσει τη θέση του προσφεύγοντος, εφόσον το δικαίωμα προσφυγής χορηγείται από τον νόμο για την προστασία του. Η απαγόρευση αυτή απορρέει από την ίδια την έννοια και τον σκοπό της προσφυγής και ισχύει ακόμα και όταν δεν προβλέπεται ρητώς από τον νόμο (βλ. Π.Δ. Δαγτόγου, «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», έκτη έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 638-639) και το δικαστήριο δεν μπορεί να ακυρώσει ευνοϊκό τμήμα της πράξεως που δεν προσβάλλεται με την προσφυγή. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα εξετάσει την υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, στη βάση του ουσιώδους ισχυρισμού της που έγινε αποδεκτός από τους Καθ' ων η Αίτηση.»
Με δεδομένη επαναλαμβάνω τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου προς έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης, δια της πλήρους και ex nunc εξέτασης των γεγονότων και νομικών ζητημάτων που διέπουν αυτή, θα προχωρήσω σε αξιολόγηση κινδύνου προκειμένου να διαπιστώσω εάν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας επί τη βάσει των ισχυρισμών και στοιχείων που έχουν γίνει αποδεκτά.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε αποδοχή των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή ως εσωτερικά αξιόπιστων, πλην όμως, ορθώς έκρινε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν επαρκούν για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο εναρμονίζεται με το άρθρο 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται πρόσωπο το οποίο, λόγω βάσιμου φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, βρίσκεται εκτός της χώρας ιθαγένειάς του και αδυνατεί ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να τεθεί υπό την προστασία της χώρας αυτής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3Γ του Νόμου, πράξεις δίωξης θεωρούνται εκείνες οι οποίες, λόγω της φύσης ή της επανάληψής τους, είναι αρκούντως σοβαρές ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή συνίστανται σε συσσώρευση μέτρων τα οποία επιφέρουν παρόμοια αποτελέσματα. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 3Δ του Νόμου, οι πράξεις αυτές πρέπει να συνδέονται με έναν από τους λόγους δίωξης που απαριθμούνται εξαντλητικά στο άρθρο 3(1), ενώ κατά το άρθρο 3Α του Νόμου πρέπει να προέρχονται από φορείς δίωξης, όπως το κράτος, κόμματα ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες τμήμα της επικράτειας, ή μη κρατικούς φορείς, εφόσον αποδεικνύεται ότι το κράτος αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να παράσχει αποτελεσματική προστασία κατά το άρθρο 3Β.
Στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη και υπό το πρίσμα των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής έχει υποστεί ή ότι διατρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί πράξεις οι οποίες να ανέρχονται στο απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας ώστε να συνιστούν δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του Νόμου.
Ειδικότερα, σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί απειλών από τους ετεροθαλείς αδελφούς του λόγω της άρνησής του να ενταχθεί στο κίνημα των Ambazonians, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι τα περιστατικά αυτά ανάγονται χρονικά στο έτος 2016, ενώ από τότε και μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του το 2021 δεν καταγράφηκε οποιοδήποτε περαιτέρω δυσμενές ενδιαφέρον εις βάρος του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη διαρκούς ή επαναλαμβανόμενης απειλής, ούτε προκύπτει εύλογη πιθανότητα επανάληψης τέτοιας μεταχείρισης. (βλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑71/11 και C‑99/11 σκ 18)
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής εμπίπτει σε οποιονδήποτε από τους πέντε λόγους δίωξης που απαριθμούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Όπως έχει επανειλημμένως επισημανθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι νομικά αναγκαίο να υφίσταται συσχετισμός (nexus) μεταξύ των λόγων αυτών και των πράξεων δίωξης. Συναφώς, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις X, Y και Z το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι ο αιτών οφείλει να αποδείξει ότι η δίωξη στρέφεται εναντίον του εξαιτίας ενός από τους λόγους που απαριθμούνται στη Σύμβαση της Γενεύης και δεν αποτελεί απλώς τυχαίο γεγονός ή αποτέλεσμα γενικής επικινδυνότητας (υποθέσεις C-199/12 έως C-201/12, σκ. 42-43).
Στην παρούσα περίπτωση, οι επικαλούμενες απειλές φαίνεται να αφορούν κατ’ ουσίαν ιδιωτική διαφορά μεταξύ του Αιτητή και των ετεροθαλών αδελφών του, χωρίς να συνδέονται με κάποιον από τους προστατευόμενους λόγους δίωξης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και ελλείψει του αναγκαίου συσχετισμού μεταξύ της επικαλούμενης βλάβης και ενός εκ των λόγων του άρθρου 3(1) του Νόμου, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί καθεστώς πρόσφυγα, σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ (βλ. συναφώς υπόθεση C-255/19, σκ. 49).
Περαιτέρω, παρότι από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν υφίσταται κατάσταση αστάθειας και ένοπλης σύρραξης, η ύπαρξη γενικευμένης ανασφάλειας δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του Νόμου, ελλείψει στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής αποτελεί ειδικό και εξατομικευμένο στόχο δίωξης για κάποιον από τους προστατευόμενους λόγους.(J.K. and Others v. Sweden, Application no. 59166/12, 23 August 2016, §116.)
Συναφώς, δεν προκύπτει ότι η αναχώρηση του Αιτητή από τη χώρα καταγωγής του οφείλεται σε πράξεις που συνδέονται με κάποιον από τους λόγους δίωξης που απαριθμούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, δεν τεκμηριώνεται ότι οι φερόμενοι ως φορείς των επίμαχων πράξεων εμπίπτουν στην έννοια των φορέων δίωξης κατά το άρθρο 3Α του Νόμου, ούτε ότι οι αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να παράσχουν αποτελεσματική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 3Β του Νόμου.
Περαιτέρω, ο «βάσιμος φόβος» περιλαμβάνει μια μελλοντική αξιολόγηση του κινδύνου δίωξης. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 4(4) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προβλέπει ότι προηγούμενη δίωξη ή σοβαρή βλάβη αποτελεί σοβαρή ένδειξη βάσιμου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι τέτοια μεταχείριση δεν θα επαναληφθεί. Στην υπό κρίση περίπτωση, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί του Αιτητή, δεν προκύπτει ότι υπέστη πράξεις που να συνιστούν δίωξη κατά την έννοια του Νόμου, ούτε ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος επανάληψης τέτοιας μεταχείρισης.
Σε κάθε περίπτωση, ο όρος «βάσιμος φόβος» προϋποθέτει την ύπαρξη έγκυρης αντικειμενικής βάσης για τον φόβο δίωξης. Όπως προκύπτει από το άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η αξιολόγηση αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των ατομικών περιστάσεων του αιτούντος και των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του.
Στην προκειμένη περίπτωση, τα στοιχεία αυτά δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη εύλογης πιθανότητας να υποστεί ο Αιτητής δίωξη για κάποιον από τους προστατευόμενους λόγους.
Το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή έγιναν αποδεκτοί ως αξιόπιστοι δεν συνεπάγεται αυτομάτως και τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, καθότι απαιτείται επιπροσθέτως η στοιχειοθέτηση βάσιμου φόβου δίωξης, ο οποίος να ερείδεται σε αντικειμενικά και εξατομικευμένα στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση, τέτοια στοιχεία δεν προκύπτουν από τα δεδομένα της υπόθεσης.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται ότι η διαπίστωση της Διοίκησης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου για την αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα είναι ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη.
Αναφορικά με τον τρίτο αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την επικρατούσα κατάσταση ανασφάλειας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, και σε συνδυασμό με την έρευνα που διεξήγαγαν οι Καθ’ ων ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού (ερ. 47-37 δ.φ.), το Δικαστήριο προέβη σε πρόσθετη έρευνα σε αξιόπιστες και αναγνωρισμένες διεθνείς πηγές πληροφόρησης, από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα ευρήματα:
Σχετικά με την περιοχή καταγωγής του Αιτητή , Muyuka είναι μια μικρή πόλη στην περιφέρεια Fako της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας του Καμερούν, η οποία βρίσκεται περίπου 31 χλμ. από την Buea, την πρωτεύουσα της περιφέρειας. Φιλοξενεί ένα από τα τέσσερα συμβούλια (συμβούλιο Μουγιούκα) που αποτελούν την περιφέρεια Φάκο. Συνολικά, περίπου 18 χωριά αποτελούν την περιοχή του συμβουλίου: Μουγιούκα (Διοικητική Έδρα του Συμβουλίου), Μασόνε, Μουνιένγκε, Λυλάλε, Λυκόκο, Ικάτα, Μπάφια, Μπαβένγκα, Όουε, Μαλέντε, Γιόκε, Εκόνα Μπένγκε, Εκόνα Λέλου, Μασουμά, Λέο Λα Μπουέα, Μουντάμε, Μπόντου Μπαλόνγκ και Μάουτου. Κύριες οικονομικές δραστηριότητες στην περιοχή αποτελούν η γεωργία, η υγεία και η εκπαίδευση. Ο πληθυσμός της ανέρχεται περίπου στους 118470 κατοίκους.[2]
Αναφορικά με την Γενική κατάσταση ασφαλείας στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, Η κοινωνικοπολιτική κρίση που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2016 στις αγγλόφωνες βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν (NOSO) κλιμακώθηκε σε ένοπλη βία μέχρι το τέλος του 2017. Αρκετές πηγές αναφέρουν μια γενική κλιμάκωση της βίας από το 2023. Οι άμεσες συγκρούσεις μεταξύ ένοπλων αυτονομιστών και καμερουνέζικων δυνάμεων έχουν ενταθεί, παράλληλα με μια εκθετική αύξηση των επιθέσεων που στοχεύουν αμάχους. Οι ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες είναι ολοένα και πιο ανοργάνωτες και ανταγωνιστικές. Οι περισσότερες έχουν εγκαταλείψει τις ιδεολογικές τους απαιτήσεις και, εντός μιας πληθώρας ένοπλων ομάδων, έχουν υιοθετήσει εγκληματικές πρακτικές. Η δυναμική της σύγκρουσης στις αγγλόφωνες περιοχές έχει αλλάξει καθώς η κρίση έχει γίνει ολοένα και πιο επικερδής, με τις ένοπλες ομάδες να επεκτείνουν τις πηγές εισοδήματός τους καταφεύγοντας σε απαγωγές και εκβιασμούς. Οι φόροι, φαινομενικά ως συμβολή στην πολεμική προσπάθεια, επιβάλλονται σε οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Η μη καταβολή αυτών των φόρων στους αυτονομιστές εκθέτει τους πολίτες σε δυνητικά θανατηφόρα αντίποινα, ενώ η πληρωμή μπορεί να εκληφθεί από τις κυβερνητικές δυνάμεις ως συμπαιγνία με τους αυτονομιστές, οδηγώντας επίσης σε αντίποινα.
Η γραμμή μεταξύ στοχευμένων και πολιτικά υποκινούμενων πράξεων βίας και εγκληματικής δραστηριότητας γίνεται ολοένα και πιο θολή. Παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαπράττονται τόσο από ένοπλες ομάδες όσο και από κυβερνητικές δυνάμεις. Οι ένοπλες ομάδες είναι υπεύθυνες για απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, εκβιασμούς, δολοφονίες και στοχευμένες επιθέσεις. Οι δυνάμεις του Καμερούν κατηγορούνται για τη διεξαγωγή τιμωρητικών επιχειρήσεων με τη μορφή επιδρομών σε χωριά, βασανιστηρίων, λεηλασιών, εξωδικαστικών εκτελέσεων και αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων. Η βία λόγω φύλου διαπράττεται και από τις δύο πλευρές. Σύμφωνα με παρατηρητές, οι δράστες αυτών των φρικαλεοτήτων παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ατιμώρητοι.
Η βία επηρεάζει δυσανάλογα τον άμαχο πληθυσμό, ο οποίος είναι πλέον το κύριο θύμα της. Οι αυτονομιστές στοχοποιούν ιδιαίτερα τους πολίτες που υποψιάζονται ότι συνεργάζονται με τις κυβερνητικές δυνάμεις και όσους αρνούνται να συμμορφωθούν με τις επιβληθείσες εντολές. Οι δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας προβαίνουν σε αντίποινα εναντίον ατόμων που πιστεύουν ότι υποστηρίζουν ένοπλους μαχητές. Οι πολίτες αποτελούν επίσης στόχους απαγωγής με σκοπό την καταβολή λύτρων και εκβιασμού, με κύριο σκοπό τη χρηματοδότηση ένοπλων ομάδων. Ο άμαχος πληθυσμός επηρεάζεται καθημερινά από τη σύγκρουση, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαστικής εκτόπισης, της απώλειας μέσων διαβίωσης και των δυσκολιών πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες όπως η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση. Η φοίτηση στο σχολείο παραμένει επικίνδυνη τόσο για τα παιδιά όσο και για τους εκπαιδευτικούς. Χιλιάδες παιδιά που δεν πηγαίνουν σχολείο κινδυνεύουν από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα διάφορα εμπόλεμα μέρη και από στρατολόγηση από ένοπλες ομάδες. Τα παιδιά είναι πιο ευάλωτα σε πρόωρους γάμους και καταναγκαστική εργασία. Η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, που ήταν ήδη περιορισμένη σε κανονικές εποχές, αποδυναμώνεται περαιτέρω από την ανασφάλεια: οι επιθέσεις σε υποδομές υγειονομικής περίθαλψης έχουν οδηγήσει σε φυγή προσωπικού υγειονομικής περίθαλψης. ορισμένα κέντρα υγείας έχουν κλείσει και άλλα λειτουργούν μόνο εν μέρει. Ο αντίκτυπος της σύγκρουσης στην ψυχική υγεία είναι επίσης σημαντικός. Η ανασφάλεια βυθίζει την οικονομία των αγγλόφωνων περιοχών σε κρίση και διαταράσσει άμεσα τις γεωργικές δραστηριότητες, περιορίζοντας τον εφοδιασμό σε τρόφιμα. Τα lockdown και οι γενικές απεργίες συνεχίζουν να επιβάλλονται από τους αυτονομιστές και διαταράσσουν τα εσωτερικά ταξίδια και την οικονομική δραστηριότητα. Τα ταξίδια μεταξύ των διαφόρων περιοχών της χώρας είναι δυνατά, αλλά υπό απρόβλεπτες συνθήκες ασφαλείας, λόγω του κινδύνου επιθέσεων και της παρουσίας σημείων ελέγχου στους δρόμους, που επανδρώνονται τόσο από ένοπλες ομάδες όσο και από δυνάμεις ασφαλείας. Επιπλέον, η πρόσβαση σε βασικές δημόσιες υπηρεσίες παρεμποδίζεται σημαντικά από τη συνεχιζόμενη ανασφάλεια.
Η βία περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας και είναι πιο έντονη στα βορειοδυτικά παρά στα νοτιοδυτικά. Οι αυτονομιστές είναι πιο δραστήριοι στις αγροτικές, απομακρυσμένες και υπανάπτυκτες περιοχές. Η στρατιωτική παρουσία ενισχύεται στις πόλεις, αλλά δεν επαρκεί για την πρόληψη περιστατικών ασφαλείας. Στη Μπουέα, τα σοβαρά βίαια περιστατικά είναι σπάνια, αλλά οι μαζικές συλλήψεις και οι αυθαίρετες κρατήσεις είναι συχνές. Στη Μπαμέντα, η βία επιμένει στην πόλη, με εκρήξεις, επιθέσεις αντιποίνων και απαγωγές. Η εγκληματικότητα αυξάνεται και στις δύο πόλεις. Ο κατακερματισμός των αυτονομιστικών ένοπλων ομάδων και η εξάπλωση της ληστείας έχουν οδηγήσει σε ορισμένες περιορισμένες δράσεις σε γαλλόφωνες περιοχές που συνορεύουν με τις αγγλόφωνες περιοχές. Η ανασφάλεια αναγκάζει περισσότερους από 580.000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις δύο αγγλόφωνες περιοχές, καθώς και στις γειτονικές γαλλόφωνες περιοχές. Εντός των αγγλόφωνων περιοχών, ο εκτοπισμός είναι ως επί το πλείστον κυκλικός και προσωρινός, λόγω επεισοδίων βίας. Οι αγγλόφωνοι αναζητούν επίσης καταφύγιο σε μεγάλους αριθμούς στην γαλλόφωνη περιοχή. Γενικά, η ανθρωπιστική κατάσταση των εκτοπισμένων είναι επισφαλής. Οι εντάσεις μεταξύ των εκτοπισμένων και των κοινοτήτων υποδοχής αυξάνονται καθώς η κρίση συνεχίζεται, καθώς οι τελευταίες δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Οι αρχές δεν ακολουθούν πολιτική σκόπιμων διακρίσεων εις βάρος των εκτοπισμένων στις γαλλόφωνες περιοχές. Ωστόσο, είναι πιθανό οι αγγλόφωνοι να υφίστανται διακρίσεις, είτε σκόπιμες είτε όχι, ιδίως για γλωσσικούς λόγους. Συγκεκριμένα, άτομα χωρίς έγγραφα ταυτότητας κινδυνεύουν να συλληφθούν ή να εκβιαστούν κατά τη διάρκεια αστυνομικών ελέγχων.[3]
Ειδικότερα, για την κλιμάκωση της βίας κατά των αμάχων σημειώνεται ότι πολυάριθμες πηγές παρατηρούν επίσης έναν αριθμό ρεκόρ απαγωγών και επιθέσεων εναντίον αμάχων.
Το 2024, η ένοπλη βία συνεχίστηκε στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, με σημαντικά περιστατικά που επηρέασαν κυρίως αμάχους και ανθρωπιστικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με την έκθεση του Νορβηγικού Συμβουλίου Προσφύγων (NRC) του 2024. Στα τέλη Σεπτεμβρίου 2024, το Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών (OCHA) ανέφερε ότι η κατάσταση χαρακτηριζόταν από απαγωγές για λύτρα, απώλεια ζωής και περιουσίας, οδοφράγματα, εκβιασμό χρημάτων και αγαθών και πολίτες που βρέθηκαν σε διασταυρούμενα πυρά. Τον Αύγουστο του 2024, μετά από επίσκεψη στο Καμερούν, ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Volker Türk, δήλωσε ότι η κατάσταση στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές χαρακτηριζόταν από επίμονες σοβαρές παραβιάσεις και παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες συνιστούσαν μια «μεγάλη κρίση για τον άμαχο πληθυσμό, με συγκρούσεις μεταξύ αυτονομιστικών ομάδων, άλλων ένοπλων ομάδων και δυνάμεων ασφαλείας, με αποτέλεσμα χιλιάδες θανάτους, εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένους, και περισσότερα από 700.000 παιδιά στερούνται του δικαιώματός τους στην εκπαίδευση.» Σύμφωνα με την έκθεση του NDH του Καμερούν στις 19 Νοεμβρίου 2024, σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση της σύγκρουσης, η κατάσταση για τους αμάχους στις αγγλόφωνες περιοχές είναι εξαιρετικά δύσκολη και χαοτική. Παρά την φαινομενική ηρεμία, δεν υπάρχει «ούτε ηρεμία ούτε ειρήνη». Απαγωγές μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή χωρίς καμία εμφανή αφορμή, δημιουργώντας συνεχή φόβο. Ένοπλες ομάδες αποσπούν χρήματα από πολίτες στήνοντας διόδια και σημεία ελέγχου, όπου απαιτούν συνεισφορές υπό την απειλή βίας. Σύμφωνα με την ICG, οι πληθυσμοί των βορειοδυτικών και νοτιοδυτικών περιοχών υφίστανται σχεδόν καθημερινή βία και αναταραχή τα τελευταία οκτώ χρόνια. Στις 4 Δεκεμβρίου 2024, η Jeune Afrique περιέγραψε την κατάσταση ως «πόλεμο χαμηλής έντασης, με ενέδρες, αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς και παρενόχληση από την πλευρά των ανταρτών· και επιχειρήσεις εκκαθάρισης από την πλευρά του στρατού», ενέργειες των οποίων τα κύρια θύματα είναι οι πολίτες.[4]
Η κατάσταση ασφαλείας στις περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις παρουσιάζει ανησυχητική τάση, με 2.098 περιστατικά να καταγράφονται κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, αύξηση 339 σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2024. Συνολικά, το 2024 αναφέρθηκαν 7.035 περιστατικά ασφαλείας (3.113 στα Βορειοδυτικά, 2.398 στα Νοτιοδυτικά και 1.524 στον Άπω Βορρά). Αυτός ο αριθμός είναι σχεδόν διπλάσιος από τα 4.519 περιστατικά που καταγράφηκαν το 2023 και σχεδόν τριπλάσιος από τον αριθμό που αναφέρθηκε το 2022 (2.748). Από το 2017, οι πολιτικές εντάσεις στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές έχουν κλιμακωθεί σε βίαιες συγκρούσεις, με αποτέλεσμα μια ολοκληρωμένη ανθρωπιστική κρίση. Η σύγκρουση έχει εκτοπίσει πάνω από 580.000 ανθρώπους σε αυτές τις περιοχές, με περισσότερους από 76.000 Καμερουνέζους να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία. Η εξάπλωση αυτής της κρίσης έχει επηρεάσει επίσης τις δυτικές και παράκτιες περιοχές. Χιλιάδες σε αυτές τις αγγλόφωνες περιοχές εξακολουθούν να υποφέρουν από παραβιάσεις και καταχρήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των απαγωγών, της σεξουαλικής και έμφυλης βίας, και των στοχευμένων δολοφονιών. Γυναίκες, άνδρες, κορίτσια και αγόρια επηρεάζονται έντονα από τους κινδύνους προστασίας. Ληστείες, λεηλασίες και καταστροφές περιουσίας, φορολογικοί εκβιασμοί, περιορισμοί κυκλοφορίας (συμπεριλαμβανομένων των καταστροφών γεφυρών) και αυτοσχέδιοι εκρηκτικοί μηχανισμοί συμβάλλουν σε ένα κλίμα φόβου και ανασφάλειας.[5]
Τον Ιανουάριο του 2024, το UNOCHA ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές «συνέχισαν να υποφέρουν από κακοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφής περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών».[6] Η κατάσταση ασφαλείας παρέμεινε «εξαιρετικά ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024,[7] χαρακτηριζόμενη από αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα, εισβολές από NSAGs σε αστικά κέντρα, επιθέσεις σε κρατικές δυνάμεις ασφαλείας, απειλές κατά πολιτών και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IED) από NSAGs. [8] Σύμφωνα με το ACLED, «οι συγκρούσεις στην αγγλόφωνη περιοχή αυξάνονταν κάθε χρόνο, με τα βίαια γεγονότα να αυξάνονται κατά μέσο όρο 49% ετησίως από το 2020 έως το 2023».[9] Η ίδια πηγή ανέφερε ότι οι αυτονομιστές επέβαλαν κλεισίματα και lockdown στις σχολικές δραστηριότητες και ήταν υπεύθυνοι για το 89% σχεδόν 50 βίαιων περιστατικών που στόχευαν εκπαιδευτικούς το 2023.[10]
Σε μια ενημέρωση παρακολούθησης της προστασίας που καλύπτει την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2024, η Παγκόσμια Ομάδα Προστασίας σημείωσε αύξηση των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τον Ιούλιο του 2024, με τις SSF να πραγματοποιούν επιχειρήσεις «περιφράξεων και έρευνας» που οδήγησαν σε επτά περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων που επηρέασαν 303 θύματα, ενώ οι NSAG έστησαν περισσότερα παράνομα σημεία ελέγχου για να αποσπούν χρήματα και να απαγάγουν πολίτες για λύτρα. Οι πιο συχνές παραβιάσεις που καταγράφηκαν ήταν αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, σωματικές επιθέσεις ή κακοποίηση και δολοφονίες. Ο μεγαλύτερος αριθμός παραβιάσεων μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2024 «καταγράφηκε στην Buea (457 θύματα) και στη Muyuka (199 θύματα), και οι δύο στην περιφέρεια Fako στη νοτιοδυτική περιοχή, ακολουθούμενη από το Meme επίσης στη νοτιοδυτική περιοχή, και στη συνέχεια το Mezam στη βορειοδυτική περιοχή».[11]
Το Δανέζικο Συμβούλιο για τους πρόσφυγες (DRC) διεξήγαγε μηνιαίες δραστηριότητες παρακολούθησης της προστασίας στην νοτιοδυτική περιοχή μεταξύ Ιανουαρίου 2024 και Ιουνίου 2024 σε οκτώ κοινότητες στις περιφέρειες Fako, Kupe Muanenguba και Meme. Σύμφωνα με πηγές που συμβουλεύτηκε το Δανέζικο Συμβούλιο για τους πρόσφυγες, μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου 2024, οι κύριες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αναφέρθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό περιελάμβαναν αυθαίρετες συλλήψεις και παράνομες κρατήσεις, βασανιστήρια και απάνθρωπη μεταχείριση, κλοπές, οικονομικές απαγωγές και εμπορία ανθρώπων, καθώς και έμφυλη βία (GBV).40 Η ΛΔΚ κατέγραψε 55 περιστατικά προστασίας και 428 θύματα μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου 2024.41 Οι παραβιάσεις που αναφέρθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό περιελάμβαναν αυθαίρετες συλλήψεις, δολοφονίες, επίθεση και ξυλοδαρμό, βασανιστήρια/απάνθρωπη μεταχείριση και έμφυλη βία, που διαπράχθηκαν από τις SSF και τις NSAG.[12]
Μεταξύ 13 Οκτωβρίου 2023 και 6 Δεκεμβρίου 2024, η ACLED συνέλεξε 961 βίαια περιστατικά στη νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν, εκ των οποίων 338 κωδικοποιήθηκαν ως μάχες, 12 ως εκρήξεις/εξ αποστάσεως βία, 35 ως ταραχές και 576 ως βία κατά πολιτών. Κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, αναφέρθηκαν 930 θάνατοι, συμπεριλαμβανομένων 300 που προέκυψαν από γεγονότα που κωδικοποιήθηκαν ως βία κατά πολιτών. Οι περιφέρειες με τον μεγαλύτερο αριθμό βίαιων περιστατικών που συνέλεξε η ACLED στη βορειοδυτική περιοχή ήταν: • Meme (131 μάχες· 2 εκρήξεις/εξ αποστάσεως βία· 266 βία κατά πολιτών) • Fako (91 μάχες· 6 εκρήξεις/εξ αποστάσεως βία· 123 βία κατά πολιτών).[13]
Σχετικά με τη στοχοποίηση του άμαχου πληθυσμού από τους ένοπλους αυτονομιστές και το στρατό, πολλές πηγές έχουν δηλώσει ότι πολίτες έχουν κατηγορηθεί για συνενοχή με τους αυτονομιστές και αυτό φέρεται να έχει οδηγήσει σε αντίποινα από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Σε ένα πλαίσιο παρατεταμένης ένοπλης βίας, οι κάτοικοι των βορειοδυτικών και νοτιοδυτικών περιοχών βρέθηκαν παγιδευμένοι ανάμεσα στον στρατό του Καμερούν, ένοπλους αυτονομιστές (η διάκριση των οποίων από τις εγκληματικές ομάδες έχει γίνει ολοένα και πιο ασαφής) και πολιτοφυλακές, που αποτελούνται κυρίως από τους Mbororo Fulani. Ο στρατός και οι πολιτοφυλακές Mbororo Fulani έχουν διαπράξει παράνομες δολοφονίες κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων, όπως μερικές φορές αναγνωρίζουν οι αρχές του Καμερούν. Έχουν συχνά καταστρέψει σπίτια σε συλλογικά αντίποινα εναντίον κοινοτήτων που λέγεται ότι υποστηρίζουν ή ανέχονται τους ένοπλους αυτονομιστές ή ότι δεν είναι πρόθυμες να βοηθήσουν τις αρχές. Ένοπλοι αυτονομιστές έχουν επίσης δολοφονήσει δημόσιους υπαλλήλους, εργαζόμενους σε κρατικές εταιρείες, άτομα που κατηγορούνται ότι είναι «μαύρα πόδια» (προδότες) και άτομα που δεν έχουν συμμορφωθεί με τις εντολές τους, όπως «ghost-towns», κλείσιμο σχολείων και άλλους περιορισμούς στην κυκλοφορία. Υπάρχουν αναφορές για δολοφονίες και επιθέσεις κατά αμάχων μετά από κατηγορίες ότι ενήργησαν ως πληροφοριοδότες των αρχών. Ένοπλοι αυτονομιστές έχουν επίσης συχνά στοχεύσει εκπαιδευτικούς, μαθητές και σχολεία, κατηγορώντας τους ότι είναι «πράκτορες» της κεντρικά επιβαλλόμενης εκπαίδευσης. Σύμφωνα με δήλωση που εξέδωσε η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Καμερούν (CHRC) στις 9 Σεπτεμβρίου 2022, 47 φερόμενοι ως ένοπλοι αυτονομιστές απήγαγαν 346 μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από το σχολικό έτος 2018/2019 στα Βορειοδυτικά και σκότωσαν πέντε από το 2020. Πενήντα ένας καθηγητές και διοικητικό προσωπικό δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην ίδια περιοχή απήχθησαν επίσης κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους 2021/2022 (308 συνολικά από το 2018/2019), εκ των οποίων 22 σκοτώθηκαν το 2021 και το 2022 και 120 συνολικά από το 2018-2019.[14]
Μια κοινή δήλωση οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που δημοσιεύτηκε από τη Διεθνή Αμνηστία (ΔΑ) τον Νοέμβριο του 2023 επιβεβαίωσε ότι έχουν αναφερθεί μαρτυρίες που αναφέρουν ότι κυβερνητικοί στρατιώτες που κατηγορούν πολίτες για συνενοχή με αυτονομιστές έχουν πυρπολήσει σπίτια και στρατιώτες έχουν διαπράξει σεξουαλική βία, «σε αντίποινα» για αυτονομιστικές επιθέσεις εναντίον τους». Η ίδια πηγή περιέγραψε ότι, «σε απάντηση» σε ένοπλη «αυτονομιστική» δραστηριότητα, οι κυβερνητικές δυνάμεις «απάντησαν με περαιτέρω παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συλλαμβάνοντας και κρατώντας αυθαίρετα άτομα που κατηγορούνται ότι είναι ένοπλοι αυτονομιστές ή κατηγορούνται ότι τους «υποστηρίζουν». Σύμφωνα με τη ΔΑ, «εκατοντάδες άνθρωποι έχουν συλληφθεί, διωχθεί ή δικαστεί ενώπιον στρατιωτικών δικαστηρίων, των οποίων η δικαιοδοσία θα πρέπει να προορίζεται για στρατιωτικά αδικήματα, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα για την προστασία» και «πολλοί κατηγορούμενοι έχουν περάσει πάνω από ένα χρόνο στη φυλακή χωρίς πρόσβαση σε δικαστή». Η ΔΑ σημείωσε επίσης την «έλλειψη διαφάνειας στη δικαστική διαδικασία που ακολουθεί, δημιουργώντας φόβους ατιμωρησίας και αφήνοντας την πλειονότητα των θυμάτων «χωρίς δικαιοσύνη».[15]
Η Ομάδα Έρευνας για τις Συγκρούσεις στο Καμερούν στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ανέφερε τον Ιούνιο του 2023 ότι η κράτηση μελών οικογενειών φερόμενων ως αυτονομιστών μαχητών, και συγκεκριμένα συζύγων, είχε γίνει «μια ανησυχητική τάση»: «το φερόμενο «έγκλημα» που κατηγορείται για αυτά τα μέλη οικογενειών είναι ότι είναι συγγενείς με έναν ύποπτο, κάτι που δεν έχει καμία νομική βάση».[16] Η έκθεση σχετικά με τις πρακτικές στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που δημοσιεύθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (USDOS) και καλύπτει το 2022 αναφέρει ότι οι αρχές του Καμερούν παρεμπόδισαν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και την πρόσβαση στην υπεράσπιση ατόμων που έχουν κατηγορηθεί ως φερόμενοι ως συνεργοί αυτονομιστών.[17] Η Διεθνής Αμνηστία σημείωσε την ύπαρξη «κατάφωρων παρατυπιών» στις διαδικασίες εναντίον φερόμενων ως αυτονομιστών.[18] Η κυβέρνηση έχει απαγγείλει κατηγορίες για τρομοκρατία για να ενοχοποιήσει τους υποστηρικτές των αυτονομιστών 22 και τόσο η αντιτρομοκρατική νομοθεσία όσο και τα αντιτρομοκρατικά μέτρα έχουν χρησιμοποιηθεί όλο και περισσότερο ως απάντηση στη σύγκρουση στην αγγλόφωνη περιοχή.[19]
Σύμφωνα με μια έκθεση για την κατάσταση ασφαλείας στην αγγλόφωνη περιοχή, που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2023 από την Cedoca, τη μονάδα έρευνας πληροφοριών για τις χώρες προέλευσης του Βελγίου, οι αυτονομιστές στόχευαν ιδιαίτερα πολίτες που ήταν ύποπτοι για συνεργασία με κυβερνητικές δυνάμεις, ενώ οι δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας πραγματοποιούσαν «μια εκστρατεία αντιποίνων» εναντίον όσων πιστεύουν ότι υποστηρίζουν ένοπλους μαχητές. Φοιτητές και εκπαιδευτικό προσωπικό, εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικές οργανώσεις και εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας, παραδοσιακοί ηγέτες, δημόσιοι υπάλληλοι, αιρετοί αξιωματούχοι και δημοσιογράφοι, συμπεριλήφθηκαν σε κατηγορίες που στοχοποιούνται ιδιαίτερα από βία.[20]
Οι εν λόγω πιο πάνω πηγές καταδεικνύουν ότι η κοινωνικοπολιτική κρίση που εκδηλώθηκε το 2016 στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν κλιμακώθηκε σε ένοπλη σύρραξη, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με εμπλοκή κυβερνητικών δυνάμεων και ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων. Από τις ίδιες πηγές προκύπτει περαιτέρω ότι η βία στις περιοχές αυτές έχει ενταθεί κατά τα τελευταία έτη, με σοβαρές επιπτώσεις στον άμαχο πληθυσμό, περιλαμβανομένων απαγωγών για λύτρα, εκβιασμών, αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων, βασανιστηρίων, εξωδικαστικών εκτελέσεων, καταστροφής περιουσιών, στοχευμένων επιθέσεων, περιορισμών στην ελεύθερη διακίνηση και σοβαρών δυσχερειών στην πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, όπως η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση.
Προκύπτει, περαιτέρω, ότι η περιοχή καταγωγής του Αιτητή, ήτοι η Muyuka της περιφέρειας Fako στη Southwest Region, συγκαταλέγεται μεταξύ των περιοχών που έχουν επηρεαστεί από τη συνεχιζόμενη βία. Οι πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφέρουν περιστατικά παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυθαίρετων συλλήψεων, επιθέσεων, απαγωγών και άλλων μορφών βίας και στην εν λόγω περιφέρεια, ενώ καταγράφεται σημαντικός αριθμός θυμάτων και περιστατικών προστασίας ειδικώς στις περιοχές Buea και Muyuka. Υπό το φως των στοιχείων αυτών, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η ευρύτερη περιοχή καταγωγής του Αιτητή επηρεάζεται από την παρατεταμένη ένοπλη βία και τη γενικευμένη ανασφάλεια που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι ίδιες πηγές καταδεικνύουν ότι η ένταση της βίας δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη την επικράτεια του Καμερούν, ούτε προκύπτει ότι κάθε πρόσωπο που κατάγεται από τις αγγλόφωνες περιοχές εκτίθεται, άνευ ετέρου και αποκλειστικά εκ του λόγου αυτού, σε δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Οι σχετικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν μεν την ύπαρξη σοβαρής κατάστασης ανασφάλειας, πλην όμως δεν τεκμηριώνουν, αφ’ εαυτών, ότι ο Αιτητής αποτελεί πρόσωπο ειδικώς και εξατομικευμένα στοχοποιημένο για έναν από τους προβλεπόμενους λόγους δίωξης.
Συναφώς, παρά το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί της γενικής κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του έγιναν αποδεκτοί από τη Διοίκηση, το εξωτερικό αυτό πλαίσιο δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να θεμελιώσει προσφυγικό καθεστώς, ελλείψει επαρκούς σύνδεσης μεταξύ της γενικευμένης βίας και προσωπικού, βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης του Αιτητή για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος κακομεταχείρισης (real risk) για οποιοδήποτε πρόσωπο απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του στην εν λόγω χώρα ή περιοχή, όπως απαιτείται για την ενεργοποίηση της διεθνούς προστασίας, σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. F.G. v. Sweden, Application no. 43611/11, Grand Chamber, 23 March 2016, §116).
Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής είχε αναπτύξει οποιαδήποτε πολιτική ή άλλη δραστηριότητα ικανή να τον καταστήσει πρόσωπο ιδιαιτέρως εκτεθειμένο έναντι των κρατικών αρχών ή των ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων, ούτε ότι έχει υποστεί στο παρελθόν μεταχείριση τέτοιας φύσεως ή έντασης ώστε να συνιστά σοβαρή ένδειξη μελλοντικής δίωξης υπό την έννοια του άρθρου 4(4) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Ομοίως, δεν προκύπτει ότι οι αποδεκτοί ισχυρισμοί του περί των προβλημάτων με τους ετεροθαλείς αδελφούς του συνδέονται, κατά τρόπο επαρκώς συγκεκριμένο και εξατομικευμένο, με κίνδυνο δίωξης που να εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 3 του Νόμου.
Συνεπώς, οι ενώπιον του Δικαστηρίου πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν μεν ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, περιλαμβανομένης της Southwest Region και ειδικότερα της περιοχής Muyuka, επικρατεί σοβαρή κατάσταση ανασφάλειας και ένοπλης βίας, δεν αρκούν, ωστόσο, αφ’ εαυτών, για να τεκμηριώσουν ότι ο Αιτητής εμπίπτει στον ορισμό του πρόσφυγα, εφόσον δεν καταδεικνύεται προσωπική και εξατομικευμένη στοχοποίησή του για κάποιον από τους περιοριστικώς προβλεπόμενους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Όπως έχει επανειλημμένως κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ύπαρξη γενικού κινδύνου ή δυσμενών συνθηκών σε μια χώρα —όπως η πολιτική αστάθεια, η ανασφάλεια ή η έλλειψη πόρων— δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση διεθνούς προστασίας. Στην απόφαση OA (C-255/19), το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι κοινωνικοοικονομικές δυσχέρειες ή η ανάγκη στήριξης από την οικογένεια ή την κοινότητα δεν συνιστούν δίωξη, ούτε αρκούν για τη στοιχειοθέτηση «καλά θεμελιωμένου φόβου δίωξης» κατά την έννοια του άρθρου 2(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, εφόσον δεν προκύπτει σύνδεση με έναν από τους πέντε λόγους της Σύμβασης της Γενεύης και απουσία κρατικής προστασίας (σκ. 49–50)[21].
Η διαπίστωση αυτή ευθυγραμμίζεται με τα κριτήρια που τέθηκαν στην απόφαση Elgafaji (C-465/07), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας προϋποθέτει σοβαρή και ατομική απειλή κατά της ζωής ή της ακεραιότητας του προσώπου, λόγω αδιάκριτης βίας, και μόνον εφόσον αυτή φθάνει σε τέτοιο επίπεδο ώστε η ίδια η παρουσία του ατόμου στην περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο (σκ. 35–39). Επομένως, τόσο η OA όσο και η Elgafaji αποκλείουν την απονομή διεθνούς ή συμπληρωματικής προστασίας μόνο επί τη βάσει γενικών συνθηκών ανασφάλειας ή ένοπλης σύγκρουσης, ελλείψει εξατομικευμένης σύνδεσης με λόγους δίωξης ή κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Ομοίως, στην απόφαση N.A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αρ. 25904/07), το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι η ύπαρξη γενικού κινδύνου λόγω βίας ή ανασφάλειας δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την απονομή προστασίας κατά το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, εφόσον δεν συντρέχουν εξατομικευμένα χαρακτηριστικά που να υποδεικνύουν ότι ο αιτητής στοχοποιείται ή ανήκει σε ομάδα η οποία συστηματικά υφίσταται κακομεταχείριση (§§ 114, 116, 117, 128· βλ. επίσης JK and Others κατά Σουηδίας, αρ. 59166/12, σκ. 103–105). Απαιτείται, επομένως, προσωπική στοχοποίηση ή ιδιαίτερο προφίλ ευαλωτότητας, ώστε ο κίνδυνος να καθίσταται πραγματικός και εξατομικευμένος.
Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECtHR), όπως η υπόθεση F.G. v. Sweden (2016)[22], επισημαίνουν ότι οι εθνικές αρχές έχουν την υποχρέωση να εξετάζουν τον ατομικό κίνδυνο επιστροφής λαμβάνοντας υπόψη αντικειμενικές εκθέσεις για τη χώρα προέλευσης. Αυτή η αξιολόγηση πρέπει να επικεντρώνεται στις προβλέψιμες συνέπειες της απομάκρυνσης του αιτούντος προς τη χώρα προορισμού, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη γενική κατάσταση εκεί όσο και τις προσωπικές του περιστάσεις.( βλ. R.H. v. Sweden no. 4601/14 01/02/2016 σκ 59, 60 όπως επίσης και Salah Sheekh v. the Netherlands, no. 1948/04, § 136, 11/01/ 2007,).
Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω δεδομένα στην παρούσα υπόθεση, κρίνεται ότι, παρότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή περί της επικρατούσας κατάστασης ανασφάλειας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν έγινε αποδεκτός, το στοιχείο αυτό δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να θεμελιώσει δικαίωμα διεθνούς προστασίας. Και τούτο, διότι από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής αποτελεί πρόσωπο ειδικώς και εξατομικευμένα στοχοποιημένο για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε ότι η απλή παρουσία του στον τόπο καταγωγής του αρκεί ώστε να τον εκθέτει, άνευ ετέρου, σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, ορθώς η Διοίκηση έκρινε ότι οι αποδεκτοί ισχυρισμοί του Αιτητή, εξεταζόμενοι τόσο μεμονωμένα όσο και σωρευτικά, δεν επαρκούν για την υπαγωγή του ούτε στο καθεστώς του πρόσφυγα ούτε, επί του παρόντος σταδίου της ανάλυσης, για τη θεμελίωση εξατομικευμένου κινδύνου υπό το πρίσμα των γενικών συνθηκών ανασφάλειας.
Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής προέβαλε οποιαδήποτε πρόσθετα στοιχεία ή επιχειρήματα ικανά να ανατρέψουν τα ευρήματα και τα συμπεράσματα της Διοίκησης, ούτε προσκόμισε δεδομένα που να καταδεικνύουν ότι εμπίπτει στον ορισμό του πρόσφυγα κατά το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου ή ότι πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί που προωθήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν διαφοροποιούν ουσιωδώς τα πραγματικά δεδομένα που αξιολογήθηκαν από τη Διοίκηση, ούτε αναδεικνύουν στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και επιπρόσθετα συνεργάστηκε με τον αιτούντα κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως αυτής.[23] Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εκτενή ανάλυση εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή ώστε να αξιολογήσει τον πιθανό κίνδυνο που θα διατρέξει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του προβαίνοντας παράλληλα σε έρευνα και αντιστοίχισή τους προς διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής ως προνοείται στο άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.
Παράλληλα οι Καθ' ων η αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις και τα έγραφα που παρέθεσε ο Αιτητής συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις (άρθρο 13Α(9) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 (6(I)/2000). Συνάμα προέβησαν σε ορθή αξιολόγηση της ατομικής κατάστασης του αιτητή σε συνδυασμό με αξιόπιστες πληροφορίες για τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής.
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διαδικασία εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας διέπεται από την αρχή της συνεργασίας μεταξύ του αιτούντος και της αρμόδιας αρχής για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση M.M. (C-277/11), η εξέταση των στοιχείων της αίτησης αποτελεί «κοινό καθήκον» του αιτούντος και της Διοίκησης, στο πλαίσιο του οποίου ο αιτών οφείλει να εκθέσει με πληρότητα και ειλικρίνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αίτημά του, ενώ η αρμόδια αρχή υποχρεούται να συμβάλει στη συλλογή και αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Καθ’ ων η αίτηση ανταποκρίθηκαν στην υποχρέωση αυτή, διενεργώντας επαρκή έρευνα και παρέχοντας στον Αιτητή τη δυνατότητα να εκθέσει τους ισχυρισμούς του, πλην όμως ο ίδιος δεν προέβαλε στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν δικαίωμα διεθνούς προστασίας.
Συνεπώς, δεν διαπιστώνεται πλημμέλεια ως προς τη διεξαγωγή της έρευνας ή την αξιολόγηση των στοιχείων της αίτησης, ώστε να στοιχειοθετείται ο προωθούμενος λόγος ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας. Αντιθέτως, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Διοίκηση ενήργησε κατόπιν εξατομικευμένης, επαρκούς και νομικά ορθής εξέτασης του αιτήματος του Αιτητή, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη και νομίμως ληφθείσα. Ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο ο Αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αφορά την επιβολή της θανατικής ποινής ή την εκτέλεσή της, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής καταδικάστηκε ή αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο να καταδικαστεί σε θανατική ποινή στη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, η εν λόγω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση.
Ομοίως, αναφορικά με το άρθρο 19(2)(β) του Νόμου, το οποίο αφορά τον πραγματικό κίνδυνο υποβολής του αιτητή σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία στη χώρα καταγωγής του, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής έχει υποστεί τέτοια μεταχείριση στο παρελθόν ούτε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, υφίσταται εξατομικευμένος και πραγματικός κίνδυνος να υποβληθεί σε τέτοια μεταχείριση.
Συναφώς, η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του δεν φαίνεται να εγείρει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει την υποβολή οποιουδήποτε προσώπου σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Όπως έχει επανειλημμένως κριθεί στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για να στοιχειοθετηθεί παραβίαση της εν λόγω διάταξης απαιτείται η ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου κακομεταχείρισης σε περίπτωση απομάκρυνσης του προσώπου από το κράτος υποδοχής. Στην παρούσα περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, καθώς και τα δεδομένα που προκύπτουν από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, δεν προκύπτει ότι η επιστροφή του θα τον εκθέσει σε τέτοιο πραγματικό και προσωπικό κίνδυνο.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10/06/2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43)
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. απόφαση στην C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji – Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/12/2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα ασφαλείας του τόπου καταγωγής του Αιτητή, όπως προκύπτουν από επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές, παρατηρώ τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το διάστημα 01/02/2025 – 31/01/2026 στην περιοχή Southwest Region του Καμερούν, όπου βρίσκεται η Kumba, καταγράφηκαν 1176 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προήλθαν 608 απώλειες, ενώ θεωρείται ότι εκτέθηκαν σε αυτά τα περιστατικά 1,381,676 άτομα. Τα περιστατικά κωδικοποιήθηκαν ως εξής: τα 27 κωδικοποιήθηκαν ως διαδηλώσεις (0 απώλειες), 886 ως πολιτική βία (608 απώλειες), τα 911 ως εξεγέρσεις (559 απώλειες) 39 ως πολιτικές καταστολές (11 απώλειες), και 865 ως τρομοκρατικές δραστηριότητες (530 απώλειες).[24]
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω δεδομένα, καθώς και τις πληροφορίες που προκύπτουν από τις διεθνείς πηγές αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Southwest Region του Καμερούν, προκύπτει ότι στην περιοχή υφίσταται πράγματι ένοπλη σύρραξη μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων, η οποία συνοδεύεται από περιστατικά βίας που επηρεάζουν τον άμαχο πληθυσμό. Ωστόσο, η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης και περιστατικών βίας δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ειδικότερα, αξιολογώντας το επίπεδο της αδιάκριτης βίας υπό το πρίσμα των κριτηρίων που έχουν τεθεί από τη νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ, και λαμβάνοντας υπόψη τόσο τον αριθμό των καταγεγραμμένων περιστατικών όσο και τον πληθυσμό της περιοχής, δεν προκύπτει ότι η ένταση της βίας στη Southwest Region φθάνει σε τέτοιο βαθμό ώστε η απλή παρουσία ενός αμάχου στην περιοχή να συνεπάγεται, άνευ ετέρου, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας.
Περαιτέρω, εξετάζοντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, δεν προκύπτει ότι αυτός διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή ατομικά στοιχεία τα οποία να αυξάνουν την έκθεσή του στον κίνδυνο αδιάκριτης βίας σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής. Πρόκειται για ενήλικο άμαχο άνδρα, χωρίς στοιχεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας, ο οποίος δεν φαίνεται να έχει στοχοποιηθεί στο παρελθόν ούτε να αποτελεί πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τα εμπλεκόμενα μέρη της σύγκρουσης.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται ότι, μολονότι η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής του Αιτητή χαρακτηρίζεται από αστάθεια και περιστατικά βίας, η ένταση της αδιάκριτης βίας δεν ανέρχεται σε τέτοιο επίπεδο ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Συνεπώς, δεν τεκμηριώνεται ότι η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα τον εκθέσει σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω της παρουσίας του και μόνον στην περιοχή. βλ. C-465/07 Elgafaji, σκ. 35–39· C-901/19 CF, DN κατά Bundesrepublik Deutschland, σκ. 43–44).
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή του.
Ορθώς η Διοίκηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης δεν στοιχειοθετούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγνώριση στον Αιτητή του καθεστώτος του πρόσφυγα, όπως αυτό προβλέπεται στα άρθρα 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων. Ομοίως, δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του Νόμου, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 19(2) του Νόμου.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους πριν καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία παρατίθενται οι λόγοι απόρριψης του αιτήματος του Αιτητή, σύμφωνα με τις αρχές που απορρέουν από το άρθρο 29 του Ν. 158(I)/1999 και τη σχετική νομολογία (βλ. Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας και Διογένους ν. Δημοκρατίας).
Η δυνατότητα συμπλήρωσης της αιτιολογίας της διοικητικής πράξης από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου αναγνωρίζεται νομολογιακά, εφόσον τα στοιχεία αυτά συνδέονται άμεσα με την επίδικη απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη της. Από τα στοιχεία του φακέλου θα πρέπει να δύναται να συναχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την απόφαση που λήφθηκε (βλ. Ηλιόπουλος ν. ΑΗΚ και Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας).
Υπό το φως των ανωτέρω, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλημμέλεια στη διαδικασία λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε στην ουσιαστική αξιολόγηση της αίτησης του Αιτητή, ώστε να δικαιολογείται η ακύρωσή της, ούτε προκύπτει ότι ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή σε οποιοδήποτε από τα καθεστώτα διεθνούς προστασίας.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
[1] Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη σελ. 247 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Π.Δ. Δαγτόγλου, σελ. 552.
[2] Mairie Conseils, Muyuka, διαθέσιμο στο: https://mairies-du-cameroun.org/index.php/en/collectivites-territoriales/carte-communale/sud-ouest/muyuka (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[3] CEDOCA, COI Focus: Cameroon: Régions anglophones : situation sécuritaire, 11/06/2025, σελ.2-3, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI_Focus_Cameroun._R%C3%A9gions_anglophones._Situation_s%C3%A9curitaire_20250611%20-%20Copy.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[4] CEDOCA, COI Focus: Cameroon: Régions anglophones : situation sécuritaire, 11/06/2025, σελ.13, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI_Focus_Cameroun._R%C3%A9gions_anglophones._Situation_s%C3%A9curitaire_20250611%20-%20Copy.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[5] European Commission, Cameroon, last updated 25/04/2025, διαθέσιμο στο: https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[6] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024), 8 March 2024, διαθέσιμο στο: https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no-61-january-2024 (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[7] GCR2P, Cameroon – Population at risk, 1 December 2024, διαθεσιμο στο: https://www.globalr2p.org/countries/cameroon (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[8] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, σελ.1, διαθέσιμο στο: https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[9] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, σελ. 13, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[10] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, σελ.28, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[11] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, διαθέσιμο στο: https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024- 10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[12] DRC (Danish Refugee Council), 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon – Q2, 13 December 2024, διαθέσιμο στο: https://reliefweb.int/report/cameroon/2024- protection-monitoring-quarterly-report-southwest-cameroon-q1 & https://reliefweb.int/report/cameroon/2024-protection-monitoring-quarterly-report-southwest-cameroon-q2 (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[13] EUAA analysis based on publicly available ACLED data. ACLED, Curated Data Files, Cameroon, Southwest Region, 13 October 2023 to 6 December 2024, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_01_EUAA_COI_Query_Response_Q1_Cameroon_Security_Situation.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[14] Amnesty International, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, 04/07/2023, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/6838/2023/en (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης: 06/02/2026).
[15] AI (Amnesty International), Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/wpcontent/uploads/2023/11/AFR1774082023ENGLISH.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[16] University of Oxford, Cameroon Conflict Human Rights Report 2022/23 - From January 2021 to April 2023, 15 June 2023, διαθέσιμο στο: https://ohrh.law.ox.ac.uk/wp- 9 content/uploads/2023/06/Cameroon-Conflict-Human-Rights-Report-2022_23.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[17] USDOS (US Department of State), 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 20 March 2023, διαθέσιμο στο: https://www.state.gov/wpcontent/uploads/2023/02/415610_CAMEROON-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[18] Amnesty International, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, 04/07/2023, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/6838/2023/en (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης: 06/02/2026).
[19] Freedom House, Freedom in the World 2023: Cameroon, διαθέσιμο στο: https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2023 (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[20] CEDOCA, COI Focus: Cameroon: Régions anglophones : situation sécuritaire, 11/06/2025, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI_Focus_Cameroun._R%C3%A9gions_anglophones._Situation_s%C3%A9curitaire_20250611%20-%20Copy.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
[21] Βλ. επίσης απόφαση ΔΕΕ C‑238/19, EZ v Bundesrepublik Deutschland σκ.21
[22] F.G. v. Sweden (2016) (Application no. 43611/11) σκ 116, 130
[23] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.
[24]Προσαρμοσμένη έρευνα στο στην βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/, βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Demonstrations, Political Violence, Insurgency, Atrocities, Repression, Terrorist Activity, Foreign Military Engangement), Defalt Date Range: Past Year (Last update 31/01/2026), COUNTRY: Cameroon, ADMIN UNIT: Southwest Region (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 06/02/2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο