ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 305/2023
20 Μαρτίου 2026
[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Κ.L.E.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Ευφ. Χατζηγιάννη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής είναι παρών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής, προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κοινοποιηθείσας προς αυτόν μέσω επιστολής ημερομηνίας 19/01/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Καμερούν, ο οποίος σύμφωνα με δήλωσή του, εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του στις 27/10/2019 και μέσω Τουρκίας μετέβηκε αεροπορικώς στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στις 229/10/2019 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 06/11/2019 συμπλήρωσε και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, παραλαμβάνοντας στις 07/11/2019 σχετική βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας.
Στις 14/11/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για το Άσυλο παρέχοντάς του δωρεάν βοήθεια διερμηνέα. Στις 01/12/2022, ο λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή και στις 07/12/2022, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή και επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 19/01/2023, παραλήφθηκε από τον Αιτητή στις 23/01/2023 αφού το περιεχόμενο αυτής του επεξηγήθηκε σε γλώσσα κατανοητή σε αυτόν.
Εμπρόθεσμα ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση.
Εκκρεμούσης της διαδικασίας, στις 30/05/2024 εκδόθηκε απόφαση ανάκλησης της απόφασης επιστροφής του Αιτητή, καθώς έχει αποκτήσει παιδί με αναγνωρισμένη πρόσφυγα.
Με την γραπτή της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή, προωθεί τη θέση πως οι Καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν υπό πλάνη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον δεν έλαβαν καθόλου υπόψη τους ότι ο Αιτητής είναι πατέρας ανήλικου τέκνου το οποίο απέκτησε στην Κύπρο με αναγνωρισμένη πρόσφυγα, στο οποίο εκχωρήθηκε επίσης καθεστώς. Αυτό, κατά την κ. Κουπαρή οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον παραβιάζεται η αρχή της οικογενειακής ενότητας. Επιπλέον, αποτελεί θέση της ότι δεν εξετάστηκαν δεόντως από τους Καθ’ ων η αίτηση οι προσωπικές συνθήκες του Αιτητή ενόψει και της αστάθειας που επικρατεί στο Καμερούν.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, με τη γραπτή τους αγόρευσης, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέτασης απόφασης. Αποτελεί θέση τους ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και λήφθηκε κατ’ ορθή ενάσκηση των προβλεπόμενων εκ του νόμου εξουσιών. Οφείλω να παρατηρήσω την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην γραπτή τους αγόρευση, επί των ισχυρισμών που προέβαλε ο Αιτητής σε σχέση με την ύπαρξη ανήλικου τέκνου, αναγνωρισμένου πρόσφυγα στη Δημοκρατία, ως οι ισχυρισμοί της συνηγόρου του Αιτητή.
Το Δικαστήριο έθεσε το θέμα επί τούτου στους συνηγόρους κατά την ενώπιον του διαδικασίας, με την πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση να ισχυρίζονται ότι με την ανάκληση της απόφασης επιστροφής, ο Αιτητής δύναται να αποταθεί στο Τμήμα Μετανάστευσης για χορήγηση άδειας διαμονής ως μέλος οικογένειας νόμιμα διαμένοντα πολίτη, εμμένοντας πως αυτό δεν επηρεάζει αυτό καθ’ εαυτό το αίτημα ασύλου του. Ωστόσο από την πλευρά της η κ. Κουππαρή ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι κατά τον ισχυρισμό της η συμπληρωματική προστασία δύναται να επεκταθεί σε μέλη οικογένειας προσώπου που έχει αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την διατήρηση της οικογενειακής ενότητας, η δε απομάκρυνση του Αιτητή θα παραβίαζε αυτήν την αρχή της οικογενειακής ενότητας.
Ενδιαφέρει στην παρούσα το γεγονός ότι έστω και σε προχωρημένο στάδιο, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε ανάκληση της απόφασης επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν ενόψει της σύνδεσής του με αναγνωρισμένο πρόσφυγα, ήτοι ανήλικο τέκνο. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την συνήγορο του Αιτητή ότι αυτοδικαίως θα πρέπει να χορηγηθεί στον Αιτητή ανάλογο καθεστώς, κατά συνέπεια το αίτημά του θα εξεταστεί στη βάση όλων των πραγματικών γεγονότων.
Δεδομένου ότι η απόφαση επιστροφής έχει ανακληθεί και όπως διαφαίνεται από τον διοικητικό φάκελο έχει δεόντως κοινοποιηθεί στον Αιτητή, δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και έχοντας κατά νου ότι το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτός προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατάλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή οι θείοι του απειλούν να τον σκοτώνουν. Ειδικότερα ανέφερε ότι οι παππούδες του, οι οποίοι θεωρούσε ότι είναι οι γονείς του, του κληροδότησαν μια έκταση καλλιεργήσιμης γης, ωστόσο για τρία χρόνια βρισκόταν σε διαμάχη με τους θείους του, επειδή οι τελευταίοι θεωρούσαν ότι δεν πρέπει να λάβει την περιουσία. Προσέθεσε ότι έχει δηλητηριαστεί δύο φορές και ότι αποφάσισε να αποδράσει ώστε να σωθεί.
Στο πλαίσιο της συνέντευξής του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, επιβεβαίωσε ότι γεννήθηκε και διέμενε στην Buea το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του. Κατά δήλωσή του άγαμος, πατέρας δύο παιδιών, ένα εξ αυτών διαμένει στο Καμερούν με τον πατέρα της πρώην συντρόφου του ενώ το δεύτερο αποκτήθηκε με την νυν, αναγνωρισμένη ως πρόσφυγα, σύντροφό του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ως προς την πατρική του οικογένεια, οι γονείς του έχουν αποβιώσει, έχει έναν αδερφό, ο οποίος διαμένει στην Ιταλία, ωστόσο έχουν εγερθεί αμφιβολίες ως προς το αν πράγματι είναι βιολογικά αδέρφια, παρότι φέρουν το ίδιο επώνυμο (ερυθρό 34 στο διοικητικό φάκελο). Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Buea, διαθέτει δε εργασιακή πείρα κυρίως στο τομέα της γεωργίας και μερικώς με τη διδασκαλία. Ως προς το ταξίδι του δήλωσε ότι ταξίδεψε αεροπορικώς και εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών.
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του δήλωσε ότι τα προβλήματά του ξεκίνησαν μετά τον θάνατο των γονέων του το 2016, και ειδικότερα του άνδρα που τον ανέθρεψε. Εξήγησε ότι μετά τον θάνατό του, οι θείοι του άρχισαν να διεκδικούν την οικογενειακή περιουσία. Όπως ανέφερε, προσέφυγαν σε δικηγόρους, οπότε οι θείοι του προσκόμισαν έγγραφο, σύμφωνα με το οποίο ο ίδιος ήταν υιοθετημένος, με αποτέλεσμα να μην έχει κανένα δικαίωμα επί της περιουσίας. Κατόπιν τούτου, του αφαίρεσαν όλη τη γη και το σπίτι, που βρισκόταν στο οικογενειακό οικόπεδο και έτσι ο Αιτητής συνειδητοποίησε πως βρισκόταν σε σοβαρό κίνδυνο. Δήλωσε ότι απήχθη δύο φορές: την πρώτη φορά οι απαγωγείς ζήτησαν και έλαβαν λύτρα ύψους 5 εκατομμυρίων φράγκων CFA και τη δεύτερη φορά 3,5 εκατομμύρια φράγκα CFA. Κατά τη δεύτερη απαγωγή, του προκάλεσαν σωματικό τραύμα, αφήνοντάς του σημάδι στην πλάτη. Τέλος, ανέφερε ότι πληροφορήθηκε πως πίσω από τις απαγωγές βρίσκονταν οι θείοι του, καθώς ένας από τους απαγωγείς τού είπε ότι, εάν δεν εγκατέλειπε την περιοχή, θα τον σκότωναν, διότι εκείνοι κινούσαν όλα τα νήματα (ερυθρό 32-33 του διοικητικού φακέλου).
Κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο Αιτητής αποσαφήνισε ότι αυτοί που νόμιζε για γονείς του ήταν στην πραγματικότητα οι παππούδες του και ότι η πρώτη φορά που ενημερώθηκε σχετικά, ήταν μετά το θάνατο τους, από το θείο του. Προσέθεσε ότι ενημερώθηκε σχετικά με την απουσία δικαιωμάτων του ιδίου επί της περιουσίας των θεωρούμενων γονιών του από το δικηγόρο της αντίπαλης πλευράς. Ο ίδιος δεν προσέλαβε δικηγόρο, αλλά αποφάσισε να παραπέμψει το ζήτημα στο τοπικό συμβούλιο, το οποίο επιβεβαίωσε το γεγονός ότι δεν είχε δικαιώματα επί της γης. Αποσαφήνισε επίσης ότι μεταξύ 2016 και 2019 εξακολουθούσε να μένει στην Buea.
Ειδικότερα σε σχέση με τις δύο απαγωγές, ο Αιτητής δήλωσε ότι η πρώτη απαγωγή έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2017 και η δεύτερη τον Αύγουστο του 2018. Είναι βέβαιος πως και οι δύο απαγωγές οργανώθηκαν από τον θείο του, στο πλαίσιο της μεταξύ τους διαμάχης για την οικογενειακή περιουσία, καθώς κατά τη δεύτερη απαγωγή του ένας εκ των απαγωγέων τον ενημέρωσε ότι η απαγωγή είχε κανονιστεί από το θείο του με σκοπό τον εκφοβισμό του Αιτητή. Κατά την πρώτη απαγωγή τον πήραν από το σπίτι του και τον κρατούσαν για περίπου έναν μήνα σε υπαίθριο καταυλισμό με σκηνές, μέχρι ένας φίλος του να συγκεντρώσει τα χρήματα που ζήτησαν οι απαγωγείς του. Μετά την καταβολή των λύτρων, τον άφησαν ελεύθερο σε άγνωστη τοποθεσία. Η δεύτερη απαγωγή, κατά την οποία υπέστη κακομεταχείριση, έλαβε χώρα σε μπαρ στην Buea, όπου τέσσερα άγνωστα άτομα τον απείλησαν με όπλο και τον οδήγησαν σε διαφορετικό καταυλισμό με ξύλινες κατασκευές. Ο Αιτητής κατήγγειλε και τις δύο απαγωγές στην αστυνομία, ωστόσο οι έρευνες δεν οδήγησαν σε κάποιο αποτέλεσμα. Ερωτηθείς πώς κατάφερε να παραμείνει ασφαλής από τη στιγμή της απελευθέρωσής του μετά τη δεύτερη του απαγωγή μέχρι την τελική έξοδό του από τη χώρα, ο Αιτητής απάντησε ότι έμενε συνεχώς κλεισμένος στο σπίτι.
Ερωτηθείς για ποιο λόγο επέλεξε να φύγει από το Καμερούν έναν χρόνο μετά τη δεύτερη απαγωγή του, ο Αιτητής εξήγησε ότι πήρε την εν λόγω απόφαση τη δεδομένη χρονική στιγμή μετά από παρότρυνση μιας φίλης του που διαμένει στον Καναδά, η οποία και χρηματοδότησε την αναχώρησή του, καθώς έκρινε ότι μόνο με την έξοδό του από τη χώρα θα μπορούσε να είναι ασφαλής.
Ερωτηθείς γιατί θεωρεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, οι θείοι του θα συνεχίσουν να τον στοχοποιούν, ενώ έχουν λάβει όλη την περιουσία του Αιτητή, ο τελευταίος δήλωσε ότι η επανεμφάνισή του θα μπορούσε να δημιουργήσει εκ νέου ένταση, καθώς ενδέχεται να θεωρήσουν πως, επιστρέφοντας από την Ευρώπη, διαθέτει χρήματα, και άρα είναι σε θέση να προσλάβει κάποιον ικανό δικηγόρο ή να δωροδοκήσει τοπικούς αρχηγούς για να τον υποστηρίξουν. Αποσαφήνισε ωστόσο, ότι οι θείοι του δεν έχουν έρθει σε επαφή μαζί του μετά την αναχώρησή του από τη χώρα.
Τέλος ο Αιτητής δήλωσε πως δεν θα μπορούσε να ζήσει σε κάποιο άλλο μέρος του Καμερούν με ασφάλεια.
Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διήκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά στην ταυτότητα, το εν γένει προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο δεύτερος αφορά στις δηλώσεις του Αιτητή ότι έχασε την οικογενειακή του περιουσία, επειδή ο θείος του τον κατηγόρησε ότι είναι υιοθετημένος.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς θεμελιώθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία αυτού.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθώς κρίθηκε ότι ο Αιτητής παρέλειψε να εισφέρει ουσιώδεις πληροφορίες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του και επίσης δεν κατέβαλε επαρκή προσπάθεια προκειμένου να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό του. Υπό το σκέλος της αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αιτηση επεσήμαναν τα ακόλουθα: ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο δεν απευθύνθηκε σε κάποιον δικηγόρο, παρόλο που διακυβεύθηκε η τύχη της περιουσίας του, ούτε μπόρεσε να τεκμηριώσει την πεποίθησή του ότι πίσω από τις απαγωγές του βρισκόταν ο θείος του. Ο Αιτητής δεν περιέγραψε με επαρκείς λεπτομέρειες τις δύο απαγωγές του και δεν κατάφερε να ονοματίσει ή να περιγράψει επαρκώς τα μέρη κράτησής του. Ειδικά ως προς την πρώτη απαγωγή του, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει το λόγο που αυτή διήρκησε έναν ολόκληρο μήνα δεδομένου ότι κατά δήλωσή του τα λεφτά για τα λύτρα ήταν άμεσα διαθέσιμα. Επίσης δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς κατάφερε να παραμείνει ασφαλής για έναν ολόκληρο χρόνο, ενώ η δήλωσή του ότι διατήρησε την ασφάλειά του παραμένοντας έγκλειστος στο σπίτι του βρίσκεται σε αντίφαση με το γεγονός ότι κατά δήλωσή του την πρώτη φορά απήχθη από την οικία του.
Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση, παρέπεμψαν σε εξωτερική πηγή σύμφωνα με την οποία βάσει του αστικού κώδικα κατά την πλήρη υιοθεσία διακόπτεται κάθε προηγούμενη συγγένεια αίματος του υιοθετημένου με τη φυσική του οικογένεια και ο τελευταίος έχει πλέον τα ίδια δικαιώματα σαν ήταν νόμιμο παιδί, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων κληρονομικής διαδοχής. Υπό το φως των συγκεκριμένων πληροφοριών, ο λειτουργός έκρινε τις δηλώσεις του Αιτητή ως μη συνεκτικές με εξωτερικές πηγές και κατέληξε ότι ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, οι Καθ’ ων η αίτηση, έλαβαν υπόψη τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό του Αιτητή, που αφορά στο προφίλ και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για Καμερουνέζο άνδρα, πατέρα δύο ανήλικων τέκνων, εθνοτικά Bakweri, Βαπτιστή Χριστιανό, ο οποίος διαθέτει επαρκές μορφωτικό επίπεδο και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας και είναι αρτιμελής. Περαιτέρω, παρέπεμψαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφάλειας στις Αγγλόφωνες Περιοχές του Καμερούν και κατέληξαν ότι στις Νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν, όπου ανήκει η Buea, σημειώνονται περιστατικά κλιμακούμενης βίας μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και Αγγλόφωνων αυτονομιστών. Ακολούθως αυτών, οι Καθ’ ων η αίτηση συμπέραναν ότι υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας έκθεσης του Αιτητή σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στις συγκεκριμένες περιοχές.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι βάσει του προφίλ του Αιτητή, των δηλώσεων του και της ανάλυσης κινδύνου, δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσαν πως δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικά σε σχέση με το εδάφιο (γ) του άρθρου 19 (2) ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέθεσε, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του Αιτητή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην Αγγλόφωνη περιοχή του Καμερούν, όπου λαμβάνει χώρα αδιάκριτη βία. Προσέθεσε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, δεν αυξάνουν τις πιθανότητες διακινδύνευσής του.
Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».
Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Έκθεσης/Εισήγησης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ' ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που ο ίδιος ο Αιτητής προέβαλε κατά την συνέντευξή του, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και την περιοχή καταγωγής του.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του, κρίνω ορθές τις διαπιστώσεις των Καθ’ ων η αίτηση. Ειδικότερα, ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή, διαπιστώνω ασυνέπεια και ασάφεια στα λεγόμενά του. Αρχής γενομένης της οικογενειακής του κατάστασης, παρατηρώ έλλειψη σαφήνειας και συνοχής και τούτο γιατί ενώ ο Αιτητής αρχικά αναφέρεται στους γονείς του ως τα πρόσωπα που τον μεγάλωσαν σε μεταγενέστερο στάδιο διευκρινίζει ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για τους παππούδες του. Κρίνω ότι η μη ξεκάθαρη και ευθείς αναφορά του στα άτομα αυτά σε συνδυασμό με την με την αβεβαιότητα ως προς την βιολογική του σχέση με το φερόμενο αδελφό του, δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των ισχυρισμών του. Πέραν τούτου, και σε σχέση με την οικογενειακή περιουσία παρατηρώ ότι ο Αιτητής δεν φαίνεται να κατέβαλε ουσιαστική προσπάθεια για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του, αφού, ενώ είχε δικαίωμα και δυνατότητα, δεν προσέλαβε δικό του δικηγόρο αλλά περιορίστηκε στην αποδοχή των ισχυρισμών των θείων του και της απόφασης του τοπικού συμβουλίου. Κρίνω ότι η στάση του αυτή δεν συνάδει με τη σοβαρότητα της επικαλούμενης διαφοράς, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία των σχετικών ισχυρισμών του.
Ως προς τα περιστατικά απαγωγής, καίτοι ο Αιτητή παραθέτει ορισμένες συγκεκριμένες λεπτομέρειες, εντούτοις η σύνδεσή των θείων του με τις εν λόγω πράξεις βασίζεται αποκλειστικά σε πληροφορία που φέρεται να έλαβε από έναν εκ των απαγωγέων του. Επιπλέον, διαπιστώνω ότι η συμπεριφορά του μετά τα ισχυριζόμενα περιστατικά δεν συνάδει με πρόσωπο που τελεί υπό άμεσο και σοβαρό κίνδυνο, δεδομένου ότι παρέμεινε για σημαντικό χρονικό διάστημα στην ίδια περιοχή όπου φέρεται να έλαβαν χώρα οι απαγωγές, χωρίς να αναφέρει περαιτέρω περιστατικά ή απόπειρες εναντίον του. Η δε επίκληση ότι παρέμεινε κλεισμένος στο σπίτι του δεν επαρκεί για να εξηγήσει την απουσία οποιασδήποτε απειλής.
Δεν παραγνωρίζω ότι παρατηρείται χρονική ασυνέπεια μεταξύ της δεύτερης απαγωγής και της αναχώρησης του από τη χώρα καταγωγής του, καθώς μεσολαβεί περίπου ένας χρόνος, χωρίς να παρέχεται επαρκής και πειστική εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. Η αναφορά σε οικονομική βοήθεια από φίλη του διαμένουσα στο εξωτερικό κρίνεται επίσης ανεπαρκής για να δικαιολογήσει την παραμονή του στο Καμερούν σε συνθήκες που ο ίδιος περιγράφει ως επικίνδυνες.
Ο δε εκπεφρασμένος μελλοντικός φόβος κινδύνου του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, εδράζεται σε υποθετικές εκτιμήσεις και όχι σε συγκεκριμένα αντικειμενικά δεδομένα, κυρίως λαμβανομένου υπόψη ότι οι συγγενείς του έχουν ήδη αποκτήσει την επίμαχη περιουσία και δεν έχουν επιδείξει οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τον εντοπισμό του μετά την αναχώρησή του από τη χώρα.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε σχετική έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από όπου προκύπτει ότι στο αγγλόφωνο Καμερούν, ζητήματα διαδοχής περιουσιακών δικαιωμάτων διέπονται από έναν συνδυασμό κοινού δικαίου, εθιμικού δικαίου και της έννοιας του προσωπικού δικαίου του αποβιώσαντος, το οποίο καθορίζει τη μεταβίβαση τόσο της κινητής όσο και της ακίνητης περιουσίας[1] Αν και το τυπικό νομικό πλαίσιο, ιδίως μέσω του αστικού δικαίου, προβλέπει την αρχή της ισότητας μεταξύ κληρονόμων, ανεξαρτήτως φύλου[2], στην πράξη το εθιμικό δίκαιο εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, ιδιαίτερα στις αγγλόφωνες περιοχές όπου δεν υπάρχει πλήρης κωδικοποίηση των κανόνων διαδοχής[3] Πατριαρχικές εθιμικές πρακτικές ευνοούν τη μεταβίβαση της περιουσίας σε άρρεν συγγενείς, ενώ οι γυναίκες συχνά αποκλείονται από την κληρονομικότητα γης ή περιορίζονται σε δικαιώματα χρήσης[4]. Τα δικαστήρια έχ9ουν επιχειρήσει να περιορίσουν τέτοιες διακρίσεις μέσω της εφαρμογής του λεγόμενου repugnancy test, απορρίπτοντας εθιμικούς κανόνες που αντίκεινται στοις αρχές της δικαιοσύνης και της ισότητας[5].
Με βάση τα πιο πάνω, οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν επιβεβαιώνονται επαρκώς από αντικειμενικά δεδομένα ούτε συνάδουν πλήρως με τη συνήθη λογική των πραγμάτων, ιδίως σε ό,τι αφορά τη φερόμενη στοχοποίησή του από συγγενικά πρόσωπα μετά την απώλεια της περιουσίας. Ελλείψει επαρκούς τεκμηρίωσης και πειστικής συνάφειας μεταξύ των προβαλλόμενων περιστατικών και του επικαλούμενου φόβου δίωξης, οι ισχυρισμοί του δεν πληρούν το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης και, ως εκ τούτου, δεν κρίνονται αξιόπιστοι.
Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά την ενώπιον μου διαδικασία, ο Αιτητής, εκπροσωπούμενος δια συνηγόρου παραλείπει να επιχειρήσει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχειοθέτηση της υπόθεσής του και να καλύψει τα κενά που οι Καθ' ων η αίτηση επεσήμαναν κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών του. Ως εκ των άνω, το Δικαστήριο δε διαθέτει ενώπιον του στοιχεία με βάση τα οποία θα ήταν σε θέση να οδηγηθεί σε διαφορετική κατάληξη αναφορικά με την αξιοπιστία των ισχυρισμών του.
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί του ήδη κρίθηκαν αναξιόπιστοι, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φόβος του Αιτητή που απορρέει από το σύνολο των δηλώσεών του κρίνεται ως αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.
Ως εκ τούτου, από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι αυτός δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Αντίθετα στη θέση της κ. Κουπαρή, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του, δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορώ να αγνοήσω ότι ο ισχυριζόμενος φόβος δίωξης του Αιτητή, συνδέεται με ιδιωτικούς φορείς, χωρίς κανένα στοιχείο που να δεικνύει «δίωξη» στο πρόσωπο του Αιτητή «λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ειδικής κοινωνικής ομάδας». Συνεπώς, ακόμα και αληθείς να είναι οι ισχυρισμοί του Αιτητή, και πάλι αυτοί δεν αρκούν για να τον εντάξει στην έννοια του «πρόσφυγα». Τέλος, είναι πλέον νομολογημένο ότι «δεν είναι επαρκές για αιτητή διεθνούς προστασίας, προς ευόδωση της αίτησής του, να επικαλείται φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του προκαλούμενο από ιδιωτικούς φορείς, χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιοδήποτε γεγονός προς τούτο και αναμένοντας από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές να διεξάγουν εξ ιδίων έρευνα ώστε να εξιχνιάσουν τα γεγονότα επαλήθευσης ή μη του ισχυρισμού του» (βλ. M.M.R. v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΑΑΠ, Έφεση κατά απόφασης ΔΔΔΠ αρ. 5/2019, ημερομηνίας 04/10/2023).
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν και δη στην πόλη Buea, τόπο συνήθους διαμονής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Ο δε ισχυρισμός της συνηγόρου του ότι ο Αιτητής δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου, παρέμεινε ατεκμηρίωτος. Ελλείψει σχετικής επιχειρηματολογίας το Δικαστήριο απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό ως αβάσιμο.
Σε σχέση τώρα με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Εlmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι η πόλη Buea.
Σε πρόσφατη έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect που δημοσιεύθηκε το 2025, αναφέρεται ότι τον Οκτώβριο του 2017, οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, αυτό της «Ambazonia» στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν, που συνιστούν τις αγγλόφωνες περιοχές. Έκτοτε, στις εν λόγω περιοχές, αυτονομιστές μαχητές και κρατικές δυνάμεις ασφαλείας εμπλέκονται σε συγκρούσεις, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χώρα εκτεταμένες φρικαλεότητες κατά του άμαχου πληθυσμού.[6]
Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, οι δυνάμεις ασφαλείας ευθύνονται για την πρόκληση αυθαίρετων δολοφονιών, για τη διάπραξη εκτεταμένων αδικημάτων σεξουαλικής βίας και βίας λόγω φύλου, για την καταστροφή αγγλόφωνων χωριών και για την υποβολή υπόπτων με αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Επιπρόσθετα, ένοπλοι αυτονομιστές ευθύνονται για δολοφονίες και απαγωγές, ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και κατά εργαζομένων στον τομέα παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορες διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει κιόλας την κρατική μόρφωση, συχνά επιτίθενται, τρομοκρατούν και απαγάγουν μαθητές και δασκάλους, ενώ καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία.[7]
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα που εντοπίζεται στην ιστοσελίδα του ACAPS, αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει ποικίλες παρατεταμένες κρίσεις που συνεχίζουν να καθορίζουν τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα[8]. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις περιοχές, αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότερους από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, έως τον Φεβρουάριο του 2025[9].
Σε έκθεση του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2024, αναφέρεται ότι οι πληθυσμοί στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών[10]. Σε έτερη έκθεση του 2025, αναφέρεται ότι η ανθρωπιστική κατάσταση στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές εξακολουθεί να επηρεάζεται από τη συνεχιζόμενη ένοπλη βία και την ανασφάλεια, ενώ ταυτόχρονα, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IED) σε δημόσιους χώρους και κατά μήκος των κύριων συγκοινωνιακών οδών, οι απαγωγές και οι δολοφονίες συνεχίζουν να επηρεάζουν τον άμαχο πληθυσμό[11]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 28/11/2025), στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, καταγράφηκαν 450 περιστατικά πολιτικής βίας[12], από τα οποία προκλήθηκαν 327 θανάτοι[13]. Συγκεκριμένα στην πόλη Buea της εν λόγω περιφέρειας, κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, καταγράφηκαν 10 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκε 1 θάνατος[14]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις για το 2025, ανέρχεται στα 2,098,500 κατοίκους[15].
Εφαρμόζοντας την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα όπως αυτή απορρέει από τη νομολογία του ΔΕΕ και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή (ενήλικος άνδρας, μορφωμένος, απόφοιτος πανεπιστημίου, ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας), διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ του ότι αυτός, λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, θίγεται ειδικώς και αυξάνονται οι πιθανότητες να εκτεθεί σε περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων κατά το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Το Δικαστήριο καταλήγει, ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2) (γ) του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, και μετά από κατ' ουσίαν εξέταση της αίτησης του Αιτητή, ότι ο τελευταίος δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται έξοδα στο ποσό των €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Rene, Ntoko Ntonga, Conflicts of Laws in the Management of the Deceased’s Estate Under Cameroon Legal System (February 18, 2020). Available at SSRN: https://ssrn.com/abstract=3705365 or http://dx.doi.org/10.2139/ssrn.3705365, σελ3, 6 [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16-3-26]
[2] Land Portal, 2004,Civil Code, Chapter II, SECTION I Of the Rights of Relatives in the Absence of a Spouse Entitled to Inherit,https://landwise-production.s3.amazonaws.com/2022/03/Cameroon_Civil-code_2005-1.pdf para. 735 [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13-3-26]
[3] Chi Epse Okezie, M. (2025) “The Interplay Between Customary Law on Inheritance in Southern Cameroons and the Human Rights Principle of Gender Non-Discrimination”, Oñati Socio-Legal Series, 15(6), pp. 2054–2069. doi: 10.35295/osls.iisl.2419. σελ 2057 [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12-3-26]
[4] Njenu, V., Linonge-Fontebo, H.N. & Baloyi, M.E., 2025, ‘Critical implications of bride price of Bali Nyonga culture: A Cameroonian study’, Inkanyiso 17(1), a134. https://doi.org/10.4102/ink.v17i1.134 σελ 5-6 [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16-3-26]
[5] Kiye, Mikano Emmanuel, “Customary Law in Anglophone Cameroon and the Repugnancy Doctrine: An Insufficient Complement to Human Rights”, Customary Law in Anglophone Cameroon and the Repugnancy Doctrine: An Insufficient Complement to Human Rights, 2021,σελ 6 [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16-3-26]
[6] Global Centre for the Responsibility to Protect, ‘Cameroon - Populations at risk’ (14 November 2025), διαθέσιμο σε https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[7] Ό.π.
[8] ACAPS, ‘Country analysis – Cameroon’ διαθέσιμο σε https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[9] Ό.π.
[10] UN OCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’ σελ. 2 διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no-61-january-2024 (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[11] UN OCHA, ‘CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.74’ (February 2025) σελ. 2 διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no74-february-2025 (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[12] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)
[13] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data (Latest update: 28/11/2025), COUNTRY: Cameroon, Sud-Ouest) (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[14] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data (Latest update: 28/11/2025), COUNTRY: Cameroon, Sud-Ouest, Buea) (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
[15] City population, Cameroon, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 12/12/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο