Ε. C. A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 3068/2022, 26/3/2026
print
Τίτλος:
Ε. C. A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 3068/2022, 26/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

      Υπόθεση Αρ. 3068/2022

 

26 Μαρτίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

Ε. C. A.

Αιτήτριας

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 ......................................................

 

Η αιτήτρια παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Ζωή Ποντίκη, για Αλ Τάχερ Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για την αιτήτρια

 

Βασιλική Θωμά, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 10/04/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 05/04/2019, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.  Η αιτήτρια παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).

 

Στις 05/04/2019 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας από αρμόδιο λειτουργό ώστε να διαπιστωθεί αν η αιτήτρια χρήζει ειδικών διαδικασιών. Στις 23/02/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 14/03/2022 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης στις 10/04/2022. Ακολούθως, στις 20/04/2022 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα της αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε από την ίδια αυθημερόν. Η αιτήτρια καταχώρισε αυτοπροσώπως την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία αίτηση τροποποιήθηκε βάσει διατάγματος του Δικαστηρίου στις 06/04/2023, ύστερα από διορισμό δικηγόρου εκ μέρους της αιτήτριας.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας, κατά τη δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας και έλλειψη αιτιολογίας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της γραπτής της αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Εισηγείται πρόσθετα, όπως η προσφυγή απορριφθεί από το Δικαστήριο λόγω της αδυναμίας της αιτήτριας να ανατρέψει το τεκμήριο της κανονικότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Η αιτήτρια κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας δήλωσε πως εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της λόγω της αγγλόφωνης κρίσης που επικρατεί στο Καμερούν. Η περιοχή στην οποία η αιτήτρια διέμενε πλήγηκε από την κρίση από τις αρχές. Επιπλέον η αιτήτρια κατέγραψε ότι ο σύζυγος της δολοφονήθηκε μπροστά στα μάτια της ίδιας αφήνοντάς την με δύο παιδιά, χωρίς να γνωρίζει πως είναι και που βρίσκονται (ερυθρό 1, του διοικητικού φακέλου). 

 

Στις 05/04/2019, ενόσω η αιτήτρια βρισκόταν στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής (ΚεΠΥ) «Πουρνάρα», διενεργήθηκε συνέντευξη ειδικών αναγκών από αρμόδιο λειτουργό. Ο λειτουργός μετά από τη συνέντευξη φαίνεται πως δεν εντόπισε οποιαδήποτε ειδική ανάγκη της αιτήτριας και κατά συνέπεια, δεν εντόπισε ότι θα πρέπει να ακολουθηθούν οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες (ερυθρό 11 του διοικητικού φακέλου).

 

Σε επιστολη ημερομηνίας 19 Αυγούστου 2020 από την Αστυνομία Κύπρου, γνωστοποιείται ότι η αιτήτρια δεν συνεργάζεται για να τύχει χειρισμού ως θύμα εμπορίας προσώπων, και ότι η ίδια αναφέρει ότι δεν είναι θύμα εμπορίας προσώπων, ότι της επεξηγήθηκε και από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας η έννοιας της εκμετάλλευσης και δήλωσε πως ούτε εξαναγκάστηκε ούτε έτυχε εκμετάλλευσης από οποιοδήποτε πρόσωπο.  Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον τους καταλήγουν πως δεν εντοπίζονται δείκτες εμπορίας προσώπου σε σχέση με την αιτήτρια.  Θα πρέπει να αναφερθεί πως δεν προσκομίστηκε οτιδήποτε σχετικό ενώπιον μου και η κατάληξη αυτή δεν έχει ανατραπεί με οποιονδήποτε τρόπο (ερυθρό 20 του διοικητικού φακέλου)

 

Κατά την διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία η αιτήτρια επιβεβαίωσε πως έχει καταγωγή από το Καμερούν και συγκεκριμένα ότι γεννήθηκε στο Wum της Βορειοδυτικής περιφέρειας[1] του Καμερούν. Σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε στην πόλη Limbe της Νοτιοδυτικής[2] περιφέρειας όπου η αιτήτρια ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ομιλεί την αγγλική και την γαλλική γλώσσα. Το 2010 εισήχθη σε πανεπιστήμιο της Ανατολικής περιφέρειας, φοίτησε για χρονικό διάστημα 2 ετών και διέκοψε τις σπουδές της λόγω οικονομικών δυσκολιών. Ακολούθως, η αιτήτρια μετέβη στη περιοχή Efolofo[3] της Νοτιοδυτικής περιφέρειας όπου διατηρούσε την επιχείρησή της όμως μαζί με την οικογένειά της διέμεναν στην πόλη Limbe  στο χωριό Batoke [4] της Νοτιοδυτικής περιφέρειας και περιστασιακά διέμενε και στο χωριό Kwakwa στους γονείς της.  Όπως ισχυρίστηκε, από τον Ιανουάριο του 2018 μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα της διέμενε σε θαμνώδη περιοχή (ερυθρά 30 Χ1, 2Χ και 29 Χ2 του διοικητικού φακέλου).

 

Ως προς την πατρική της οικογένεια, η αιτήτρια ανέφερε ότι οι γονείς της έχουν σκοτωθεί τον Ιούλιο του 2018∙ διαθέτει τρεις αδερφούς, ο ένας εκ των οποίων δολοφονήθηκε από τον στρατό στις 5 Αυγούστου 2019 και οι δύο διαμένουν στην περιοχή Tiko[5] της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν. Η αιτήτρια περαιτέρω ανέφερε ότι είναι μητέρα δύο κοριτσιών, το πρώτο γεννήθηκε το 2006 και το δεύτερο το 2014. Τα δύο τέκνα της αιτήτριας από το 2019 βρίσκονται μαζί με φίλη της στην περιοχή Tiko.  Η αιτήτρια πρόσθεσε ότι η ίδια υποστηρίζει οικονομικά τα παιδιά της και δήλωσε περαιτέρω ότι διατηρεί τακτική επικοινωνία μαζί τους και ότι δεν αντιμετωπίζουν κάποια δυσκολία (ερυθρό 29 Χ3, Χ4, Χ8, Χ9, 10Χ, 11Χ του διοικητικού φακέλου). Σχετικά με το σύζυγό της, η αιτήτρια ανέφερε ότι δολοφονήθηκε στις 15 Μαΐου του 2018 είτε από τους Ambazonian είτε από τον στρατό (ερυθρό 29 Χ6, Χ7 του διοικητικού φακέλου). Η αιτήτρια στη χώρα της από το 2012 διατηρούσε τη δική της πετυχημένη επιχείρηση πώλησης γεωργικών προϊόντων, ωστόσο το 2018 διέκοψε τη λειτουργία της λόγω της κρίσης που επήλθε στη χώρα (ερυθρό 28 Χ2 του διοικητικού φακέλου).

 

Ως προς το ταξίδι της στην Κυπριακή Δημοκρατία, δήλωσε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν την 01/04/2019 από την πόλη Douala αεροπορικώς, χρησιμοποιώντας τα ταξιδιωτικά της έγγραφα, με τα οποία έφτασε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Το ταξίδι της το οργάνωσε και το χρηματοδότησε η ίδια  (ερυθρό 28 Χ1, Χ4 του διοικητικού φακέλου). 

Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης δήλωσε ότι όλα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 2018, όταν οι Ambazonian σκότωσαν τον Emmanuel, έναν αστυνομικό που ήταν στενός της φίλος και πολύ καλός πελάτης της. Η φιλία τους αναπτύχθηκε εύκολα, καθώς η αιτήτρια μιλούσε γαλλικά. Μετά τη δολοφονία του, η αιτήτρια πήγε στους γονείς της στο χωριό Kwa-Kwa, όπου διέμεναν. Στις 20 Ιανουαρίου 2018, ο στρατός έφτασε στο χωριό και χτύπησε αδιακρίτως καθώς δεν γνώριζαν ποιοι ανήκαν στους Ambazonian και ποιοι όχι. Ακολούθως, η αιτήτρια, κατέφυγε σε θαμνώδη περιοχή («bushes»), καθώς ο στρατός επέστρεψε όταν έλαβε πληροφορίες ότι Ambazonian βρίσκονταν στο γειτονικό χωριό Nakel. Η αιτήτρια ανέφερε ακόμα ότι ο στρατός προκάλεσε φωτιά στο χωριό Kwa-Kwa, επειδή πλησίαζαν οι Ambazonian. Από τότε η αιτήτρια κρυβόταν στους θάμνους όπου και παρέμεινε για σχεδόν ένα χρόνο.

 

Στις 15 Μαΐου 2018, ο σύζυγός της σκοτώθηκε μπροστά στα μάτια της ωστόσο δεν γνωρίζει ποιος ευθύνεται, αν είναι δηλαδή ο στρατός ή οι Ambazonian. Μετά την δολοφονία του συζύγου της, η αιτήτρια εγκατέλειψε την περιοχή όμως οι γονείς της παρέμειναν με αποτέλεσμα να δολοφονηθούν. Η αιτήτρια μετακινήθηκε στη περιοχή Elofulo, όπου διατηρούσε την επιχείρησή της και που εκεί υπήρχαν Ambazonian, έτσι όταν ο στρατός πληροφορήθηκε την παρουσία τους στο Elofulo, επενέβη. Η αιτήτρια ανέφερε ότι αυτό που την οδήγησε τελικά να εγκαταλείψει τη χώρα ήταν η απώλεια των γονιών και του συζύγου της. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι επειδή γνώριζε την γαλλική γλώσσα αποτελούσε για αυτή πρόβλημα καθότι οι Ambazonian, σκότωναν όλους όσους μιλούσαν γαλλικά. Καταληκτικά, η αιτήτρια ανέφερε ότι αντιμετώπιζε επίσης προβλήματα με το στρατό καθότι λόγω της γνώσης της γαλλικής γλώσσας επιθυμούσαν όπως λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τους Ambazonian  και έτσι η αιτήτρια ισχυρίστηκε πως δεν ένιωθε ότι ήταν ασφαλής και από τις δύο πλευρές (ερυθρό 29 Χ1 του διοικητικού φακέλου).

 

Η αιτήτρια επιβεβαίωσε κατά τη συνέντευξής της πως εγκατέλειψε τη χώρα της, λόγω των Ambazonians. Επιπρόσθετα δήλωσε ότι αυτό που πιστεύει ότι θα της συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα της είναι ότι σίγουρα θα την σκοτώσουν.  Όπως ανέφερε ότι οι αρχές της χώρας της γνωρίζουν ότι οι πολίτες την εγκαταλείπουν προς αναζήτηση προστασίας λόγω της κρίσης (ερυθρό 26 Χ1 του διοικητικού φακέλου).

 

Ακολούθησαν διευκρινιστικού τύπου ερωτήματα προς την αιτήτρια σχετικά με την αφήγηση της.  Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει αν τα παιδιά της είναι ασφαλή στη περιοχή Tiko, αποκρίθηκε ότι αν είχε τη δυνατότητα θα προτιμούσε να βρίσκονται μαζί της (ερυθρό 26 Χ11 του διοικητικού φακέλου). Η αιτήτρια ανέφερε ότι στις 18 Ιανουαρίου 2019, ένα χρόνο αργότερα, πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα, αφού τότε αντιλήφθηκε ότι η χώρα της δεν είναι ασφαλής. Πρόσθεσε ότι οι δολοφονίες του συζύγου της και των γονιών της ήταν τα περιστατικά που την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη χώρα (ερυθρό 26 Χ3, Χ10 του διοικητικού φακέλου). Επιπρόσθετα, η αιτήτρια ανέφερε πως από τον Ιούλιο του 2018 μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα της, δηλαδή τον Απρίλιο του 2019, βρισκόταν σε θαμνώδη περιοχή και κρυβόταν (ερυθρό 26 Χ4 του διοικητικού φακέλου).

 

Σε ερωτήσεις σχετικές με την οργάνωση του ταξιδιού της, η αιτήτρια ανέφερε ότι η διαδικασία ετοιμασίας των απαραίτητων εγγράφων, διήρκησε περίπου ένα μήνα. Κληθείσα να εξηγήσει πως αφού ενώ κρυβόταν κατόρθωσε να προχωρήσει με την οργάνωση και διευθέτηση του ταξιδιού της, η αιτήτρια διευκρίνισε πως αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα και ξεκίνησε να αναζητεί πληροφορίες για να οργανώσει το ταξίδι της.  Πρόσθετα, δήλωσε πως από την πώληση της επιχείρησής της κέρδισε χρήματα για να ταξιδέψει (ερυθρό 26 Χ7 του διοικητικού φακέλου).

 

Περιγράφοντας τη μέρα που σκοτώθηκε ο σύζυγός της, ανέφερε ότι βρίσκονταν μαζί στους θάμνους, άκουσαν πυροβολισμούς και ξεκίνησαν να τρέχουν. Όμως μια σφαίρα πέτυχε τον σύζυγό της στο κεφάλι και ενώ η ίδια κατάφερε να διαφύγει ο σύζυγός της απεβίωσε (ερυθρό 25 του διοικητικού φακέλου).  Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει αν της συνέβη οτιδήποτε μετά το θάνατο του συζύγου και των γονέων της, η αιτήτρια αποκρίθηκε ότι τον Νοέμβριο του 2018 οι Ambazonians την απειλούσαν γιατί θεωρούσαν ότι συνδέεται με το στρατό στοχεύοντάς την επειδή μιλούσε την γαλλική γλώσσα. Η αιτήτρια εξήγησε ότι ο λόγος που πιστεύει ότι οι Ambazonians επιθυμούν να την σκοτώσουν είναι γιατί θεωρούσαν ότι είχε επαφές με τα στρατόπεδα λόγω της επαγγελματικής της ιδιότητας και έτσι οι Ambazonians πίστευαν ότι συνδέεται με το στρατό (ερυθρό 25 του διοικητικού φακέλου).  Τέλος, ερωτηθείσα η αιτήτρια γιατί επέλεξε να εγκαταλείψει τη χώρα ενώ θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε κάποια άλλη περιοχή, η αιτήτρια δήλωσε πως πληροφορήθηκε ότι στην Κυπριακή Δημοκρατία η κατάσταση είναι καλή και ότι αν μετέβαινε στη Νιγηρία, οι Ambazonians θα την αναζητούσαν.  Διευκρίνισε μάλιστα πως δεν θα μπορούσε να διαμένει στην περιοχή Tiko με τα παιδιά της καθότι δεν γνωρίζει την συγκεκριμένη πόλη (ερυθρό 24 Χ1, Χ2 του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή της η αιτήτρια, διέκρινε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις της ως κατωτέρω: (1) Η αιτήτρια είναι υπήκοος Καμερούν με περιοχή καταγωγής την περιφέρεια North West και διαμονής την περιφέρεια South West  και (2) ο ισχυριζόμενος φόβος δίωξης της υπό τη μορφή απειλών από την αποσχιστική ομάδα Ambazonians.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός της αιτήτριας έγινε αποδεκτός ως προς τα προσωπικά της στοιχεία καθώς όπως επεσήμανε ο αρμόδιος λειτουργός στην Έκθεση-Εισήγησή του η αιτήτρια απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που της τέθηκαν με ακρίβεια και παρείχε πληροφορίες οι οποίες  διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.  

 

Αντιθέτως, ο λειτουργός δεν έκανε αποδεκτό τον δεύτερο ισχυρισμό της αιτήτριας, σχετικά με το φόβο δίωξής της υπό τη μορφή απειλών από την αποσχιστική ομάδα Ambazonian. Ειδικότερα, ο λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα της, στις 18/01/2019, όταν συνειδητοποίησε ότι η χώρα δεν ήταν ασφαλής, ενώ θα ήταν αναμενόμενο ένα πρόσωπο το οποίο διώκεται να εγκαταλείψει άμεσα τη χώρα και όχι ένα χρόνο αργότερα, δεδομένου ότι η δίωξή της είχε ξεκινήσει τον Ιανουάριο του 2018.

 

Σε σχέση με το ταξίδι της, ο λειτουργός εντόπισε αντίφαση στα λεγόμενα της αιτήτριας καθότι όπως ανέφερε οργάνωσε μόνη της το ταξίδι, με τις σχετικές διαδικασίες να διαρκούν ένα μήνα. Η εν λόγω αναφορά της διαφέρει από όσα δήλωσε προηγουμένως περί του ότι για ένα ολόκληρο χρόνο κρυβόταν σε θαμνώδη περιοχή, γεγονός που θα καθιστούσε αδύνατη την μετακίνησή της σε άλλη περιοχή. Ο λειτουργός σημειώνει επιπλέον, ότι παρουσιάζεται έλλειψη ευλογοφάνειας στο πως πέτυχε η αιτήτρια την πώληση της επιχείρησής της τον χρόνο που όπως ισχυρίστηκε κρυβόταν.

 

Σχετικά με τη δήλωσή της για την τυχαία δολοφονία του συζύγου και των γονιών της λόγω του ότι βρίσκονταν σε σημείο των συμπλοκών, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι η αιτήτρια δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη προσωπική δίωξη που να έθετε σε κίνδυνο τη ζωή τους.

 

Ο λειτουργός επεσήμανε σχετικά με τις απειλές που δέχτηκε από τους Ambazonians ότι από τον Νοέμβριο του 2018 μέχρι και την περίοδο που εγκατέλειψε τη χώρα του για σχεδόν δηλαδή ένα χρόνο, ότι δεν της είχε συμβεί οτιδήποτε. Επιπρόσθετα, ο λειτουργός σημείωσε ότι η αιτήτρια δεν αναφέρθηκε στις απειλές από τους Ambazonian όταν αρχικά ρωτήθηκε για τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα της, παρά μόνο ανέφερε τα περιστατικά των δολοφονιών του συζύγου και των γονιών της, χωρίς να αναφερθεί σε προσωπική δίωξη.

 

Ακόμα, ο λειτουργός επεσήμανε αντίφαση σχετικά με τον τόπο διαμονής της πριν την αναχώρησή της από τη χώρα, καθώς αρχικά δήλωσε ότι διέμενε στη Limbe, ενώ αργότερα ανέφερε ότι μέχρι τον Απρίλιο του 2019 κρυβόταν σε αχανή περιοχή. Επιπλέον, σημειώνεται ότι μετέβη με λεωφορείο από τη Limbe στο αεροδρόμιο της Douala χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα.  Αντίφαση επίσης εντοπίστηκε από τον λειτουργό σχετικά με όσα ισχυρίστηκε στην καταγραφή της αίτησής της που αφορούν τα παιδιά της, ότι δηλαδή δεν γνωρίζει που βρίσκονται, ενώ κατά την διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης, η αιτήτρια δήλωσε ότι με την άφιξη της στην Κυπριακή Δημοκρατία άμεσα επικοινώνησε με τα παιδιά της. 

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι λόγω της εγγενούς υποκειμενικής φύσης του συγκεκριμένου μέρους του αιτήματος της αιτήτριας, δεν προχώρησε σε περαιτέρω διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης και ως εκ τούτου δεν αποδέκτηκε τον δεύτερο ισχυρισμό της.

 

Υπό το φως των αποδεκτών ισχυρισμών σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία της αιτήτριας, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο λειτουργός παρά το ότι σημείωσε στην Έκθεση-Εισήγησή του ότι η αιτήτρια δεν αναφέρθηκε σε οποιοδήποτε ιατρικό ζήτημα κατά την προσωπική της συνέντευξη, εντούτοις έλαβε υπόψη ότι η αιτήτρια πάσχει από Ηπατίτιδα Β’ και ως εκ τούτου προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την περίθαλψη νοσούντων με την συγκεκριμένη ασθένεια. Από την έρευνα του λειτουργού εντοπίστηκαν πληροφορίες ότι στο Καμερούν προσφέρεται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και γίνεται σημαντικό έργο για την ενημέρωση των πολιτών για την νόσο. Ο λειτουργός κατέληξε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των αποδεκτών ισχυρισμών της αιτήτριας, o λειτουργός, έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ότι εγκατέλειψε τη χώρα της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για έναν από τους λόγους του άρθρου 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

 

Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000, ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19 (2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000

 

Ο αρμόδιος λειτουργός εξετάζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 και του κατά πόσον υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η αιτήτρια κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητάς της λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης,  σημειώνει πως, στη βάση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, διαπιστώνεται ότι επικρατεί κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Εξετάζοντας και τα επιμέρους στοιχεία του άρθρου 9 (γ) του Ν. 6 (Ι)/2000 και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών της περιστάσεων, ότι δηλαδή αναμένεται να επιστρέψει στην Νοτιοδυτική περιφέρεια, περιοχή η οποία διέμενε και εργαζόταν, είναι ενήλικη, ικανοποιητικά μορφωμένη και παρόλο αφού έλαβε υπόψη του ότι είναι φορέας Ηπατίτιδας Β’, ο λειτουργός κατέληξε ότι δεν  υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας της και μόνο στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Ως προς το ζήτημα της υγείας της ο λειτουργός επεσήμανε ότι στο Καμερούν παρέχεται η απαιτούμενη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε όσους νοσούν με Ηπατίτιδα Β’. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε  ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της αιτήτριας στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Την έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, εξέτασε ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου και αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας. 

 

Καταρχάς, όσον αφορά το διαχωρισμό των ουσιωδών ισχυρισμών, επισημαίνω ότι οι καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, αφενός την ταυτότητα της αιτήτριας, με περιοχή καταγωγής την Βορειοδυτική  περιφέρεια και τόπο συνήθους διαμονής την Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν και αφετέρου του κατ' ισχυρισμόν φόβο δίωξης της υπό τη μορφή απειλών από την αποσχιστική ομάδα Ambazonian.

 

Από τα πρακτικά της συνέντευξης, προκύπτει πως η αιτήτρια κληθείσα να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, κατά την ελεύθερη αφήγησή της, ανέφερε ότι εκτός από τους θανάτους/δολοφονίες του συζύγου και των γονιών της, τις απειλές που δέχτηκε από την αποσχιστική ομάδα Ambazonia, η αιτήτρια αναφέρθηκε σε ζητήματα που αντιμετώπιζε από το στρατό γιατί οι στρατιωτικοί επιθυμούσαν να λαμβάνουν πληροφορίες από την αιτήτρια για τις τοποθεσίες των μαχητών της Ambazonians, επειδή η αιτήτρια γνώριζε τη γαλλική γλώσσα.  Επιπρόσθετα, η αιτήτρια αναφέρθηκε και στη γενικότερη ανασφάλεια που επικρατούσε στη χώρα της.

 

Κατόπιν μελέτης της Έκθεσης - Εισήγησης, παρατηρώ ότι δεν εντοπίζεται πουθενά καμία αναφορά, αλλά ούτε και αξιολόγηση των δηλώσεων της αιτήτριας  αναφορικά με το ζήτημα της δίωξής της από το στρατό ή και των προβλημάτων που αντιμετώπιζε από τον κυβερνητικό στρατό ή της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας που επικρατούσε στη χώρα της. Από τη στιγμή που το ζήτημα των προβλημάτων που αντιμετώπιζε από τον στρατό, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, κρίνω ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας ως προς το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να είχαν αξιολογηθεί στα πλαίσια ενός ξεχωριστού ουσιώδους ισχυρισμού που θα έπρεπε να είχε σχηματιστεί για σκοπούς πληρότητας της διερευνητικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση.

 

Ως επιπλέον ισχυρισμός θα έπρεπε να σχηματιστεί από τους καθ’ ων η αίτηση, η γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν λόγω της αγγλόφωνης κρίσης και η στοχοποίηση της αιτήτριας. Η αιτήτρια ρητώς ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα όταν αντιλήφθηκε ότι δεν είναι ασφαλής και εξαιτίας των θανάτων των δικών της ανθρώπων κατόπιν συγκρούσεων μεταξύ των αποσχιστών Ambazonian και του κυβερνητικού στρατού.  Είναι δεδομένο πως ο διαχωρισμός αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια του κατ’ουσίαν ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Άλλωστε, όπως υποδεικνύεται στον Πρακτικό Οδηγό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum, EUAA), «η προσήκουσα ταυτοποίηση των ουσιωδών ισχυρισμών είναι αναγκαία τόσο για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας όσο και για την αξιολόγηση κινδύνου»[6].   

 

Ενόψει των πιο πάνω αναφερομένων, διαπιστώνω ότι υπήρξαν διαδικαστικές πλημμέλειες από πλευράς των καθ' ων η αίτηση κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας της αιτήτριας, καθώς ο αρμόδιος λειτουργός παρέλειψε να σχηματίσει και να εξετάσει αυτοτελώς τους προαναφερόμενους ξεχωριστούς ουσιώδεις ισχυρισμούς που προκύπτουν από τα λεγόμενα της αιτήτριας κατά τη συνέντευξή της.  

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί πως το αρμόδιο όργανο οφείλει να προβαίνει σε επαρκή έρευνα σε σχέση με όλα τα γεγονότα που αφορούν το αίτημα που έχει ενώπιον του. Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.

 

Υπό το φως των ανωτέρω λεχθέντων, καταλήγω ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την ανεπαρκή αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης, επιτυγχάνει με αποτέλεσμα να πάσχει η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Ωστόσο, η κατάληξη μου ως προς το ότι πάσχει η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καθορίζει την τύχη της υπό κρίση προσφυγής, ενόψει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να προβαίνει σε έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν.

 

Ως εκ τούτου, στα πλαίσια των εξουσιών που προβλέπονται στο άρθρο 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), εφόσον το υλικό που αφορά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας βρίσκεται ενώπιον μου, προχωρώ σε ορθό προσδιορισμό και διαχωρισμό των ισχυρισμών της αιτήτριας με βάση τα όσα αναφέρθηκαν κατά την συνέντευξή της, ως κατωτέρω:

 

1)   Υπήκοος Καμερούν με περιοχή καταγωγής την περιφέρεια North West και διαμονής South West,

2)   Φόβος δίωξης υπό τη μορφή απειλών από την αποσχιστική ομάδα Ambazonians,

3)   Λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε από το στρατό επειδή γνώριζε την γαλλική γλώσσα και επιθυμούσαν να τους παρέχει πληροφορίες για τους μαχητές της Ambazonians και

4)   Λόγω της γενικότερης επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν συνεπεία της κρίσης, που είχαν ως αποτέλεσμα τους θανάτους του συζύγου και των γονιών της μεταξύ άλλων πολιτών και την προσωπική στοχοποίησή της.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους της, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ, εφόσον μάλιστα δεν αμφισβητείται. 

 

Αναφορικά με το δεύτερο ισχυρισμό της Αιτήτριας, σύμφωνα με τον οποίο αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της λόγω των απειλών από την αποσχιστική ομάδα Ambazonia, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα του λειτουργού περί αναξιοπιστίας της αιτήτριας. Ειδικότερα, παρατηρώ ότι αρχικά η αιτήτρια κατά την ελεύθερη αφήγησή της, ανέφερε ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει από τους Ambazonian, είναι ότι σκοτώνουν όσους γνωρίζουν τη γαλλική γλώσσα (ερυθρό 27 Χ1 του διοικητικού φακέλου). Η προσωπική δίωξη, κατά τα λεγόμενα της ήταν οι απειλές που δέχτηκε από τους μαχητές Ambazonian, μέσω τηλεφωνικών κλήσεων και μηνυμάτων χωρίς ωστόσο να αναφέρεται συγκεκριμένα στο περιεχόμενο των εν λόγω απειλών (ερυθρό 25 Χ2 του διοικητικού φακέλου).

 

Ακόμα, κληθείσα να εξηγήσει γιατί πιστεύει ότι την αναζητούν για να την σκοτώσουν, αναφέρθηκε με γενικότητα και αοριστία ότι κάποια στιγμή κατά την μετακίνησή της από την περιοχή Elofulo προς την πόλη Limbe πέρασε από στρατόπεδο και ακολούθως έλαβε τηλεφώνημα από τους μαχητές για να τους δώσει πληροφορίες για το στρατό. Επιπλέον, ως μη ευλογοφανής κρίνεται η τοποθέτηση της αιτήτριας σε ερώτηση του λειτουργού για το πως γνώριζαν οι μαχητές ότι η αιτήτρια μιλούσε τη γαλλική γλώσσα.  Όπως ανέφερε, μετέβαινε στο στρατόπεδο και όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, επομένως γνώριζαν ότι ομιλεί και τη γαλλική γλώσσα (ερυθρό 25 Χ8, Χ7 του διοικητικού φακέλου). Η αιτήτρια δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για τον κίνδυνο που διέτρεχε και δεν περιέγραψε λεπτομερώς, με σαφήνεια τον κίνδυνο που αντιμετώπισε και πιθανόν να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων διαπιστώνω πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της δεν τεκμηριώθηκε, εφόσον στήριξε τον πυρήνα του αιτήματός της σε γενικές και αόριστες αναφορές.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού για σκοπούς κατ’ ουσία εξέτασης του αιτήματος της αιτήτριας, διεξήγαγα έρευνα σε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας για την στάση/δράση των μαχητων από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα: Στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές αγγλόφωνες περιοχές, οι ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες καθώς και οι δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας προέβησαν σε παράνομες δολοφονίες[7]. Όπως λοιπόν προκύπτει, σύμφωνα με τις πηγές πληροφόρησης, οι αντάρτες του Αγγλόφωνου Καμερούν, οι Ambazonians, αγωνίζονται από το 2017 για να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο, αγγλόφωνο κράτος με το όνομα «Ambazonia», στις δυτικές περιοχές της εν γένει γαλλόφωνης χώρας.[8] Περαιτέρω, σύμφωνα με έκθεση του Human Rights Watch, οι Ambazonians στοχοποιούν αμάχους που θεωρούνται εχθρικοί ή μη υποστηρικτικοί προς την αυτονομιστική τους προσπάθεια. Επιπλέον, πολιτικοί που συμμετέχουν σε εκλογές ή είναι μέλη κομμάτων που δεν ευνοούν την αυτονομία των αγγλόφωνων περιοχών, έχουν επίσης στοχοποιηθεί[9]. Οι ένοπλοι αυτονομιστές στοχοποιούν επίσης οποιονδήποτε υποπτεύονται ότι υποστηρίζει την κυβέρνηση[10].

 

Αν και οι δηλώσεις της αιτήτριας συνάδουν σε ένα βαθμό με πληροφορίες που αντλούνται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής της σε σχέση με τους Ambazonians, η εξωτερική αξιοπιστία στο μέτρο που αφορά την γενικότερη κατάσταση που επικρατεί δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει την αλήθεια των ισχυρισμών της.  Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, απαιτείται να συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό της αιτήτριας.  Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της, εφόσον προέβη κατά το αφήγημά της σε γενικές και αόριστες αναφορές, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας, ο οποίος αφορά τα προβλήματα που φέρεται να αντιμετώπιζε από τον στρατό, κρίνω ότι αυτός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός, καθόσον δεν πληροί τις απαιτήσεις σαφήνειας, συνέπειας και επάρκειας που αναμένεται να χαρακτηρίζουν έναν αξιόπιστο ισχυρισμό. Ειδικότερα, η αιτήτρια περιορίστηκε σε γενικόλογες και αόριστες αναφορές, χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά, χρονικό πλαίσιο, συνθήκες ή άλλα εξατομικευμένα στοιχεία που θα επέτρεπαν την ουσιαστική αξιολόγηση των ισχυρισμών της.

 

Περαιτέρω, παρατηρείται ότι η αιτήτρια ακροθιγώς μόνον συνέδεσε τα υποτιθέμενα προβλήματα με το γεγονός ότι ομιλεί τη γαλλική γλώσσα, ισχυριζόμενη ότι στρατιωτικά όργανα επιδίωκαν να αποσπάσουν από αυτήν πληροφορίες σχετικά με τις τοποθεσίες μαχητών των Ambazonian. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένες λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο προσέγγισης, τη συχνότητα ή την ένταση των πιέσεων, ούτε από αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι πράγματι υπήρξε στοχοποίησή της.

 

Κατά πάγια δε πρακτική αξιολόγησης, εύλογα αναμένεται από τον αιτητή διεθνούς προστασίας να παραθέτει, κατά το μέτρο του δυνατού, συνεκτική και λεπτομερή αφήγηση των γεγονότων που επικαλείται, με αναφορά σε ουσιώδη στοιχεία όπως ο χρόνος, ο τόπος, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβαν χώρα τα επικαλούμενα συμβάντα. Η έλλειψη τέτοιων στοιχείων, ιδίως όταν αφορά τον πυρήνα του ισχυρισμού, αποδυναμώνει καθοριστικά την αξιοπιστία του.  Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη εσωτερική συνοχή και πληρότητα και ως εκ τούτου, δεν τεκμηριώνεται η εσωτερική αξιοπιστία αυτού.

 

Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν παραβιάσεις αμάχων και από τις δύο πλευρές. Έκθεση της Human Rights Watch αναφέρει τη στάση κατά αμάχων και των δύο πλευρών: «Ως προς τις παραβιάσεις της κυβέρνησης αναφέρεται ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις ανταποκρίθηκαν στην αυξανόμενη ανταρσία των αυτονομιστών πραγματοποιώντας καταχρηστικές επιχειρήσεις ασφαλείας σε κοινότητες που υποπτεύονταν ότι υποστήριζαν τις αποσχιστικές ομάδες. Κατά τις επιχειρήσεις αυτές, οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν εκτελέσεις χωρίς δίκη, χρησιμοποίησαν υπερβολική βία κατά πολιτών, βασάνισαν και κακοποίησαν ύποπτους αυτονομιστές και άλλους κρατουμένους, ενώ έκαψαν σπίτια και άλλες ιδιοκτησίες σε δεκάδες χωριά.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επιβεβαίωσε η Human Rights Watch, οι δυνάμεις ασφαλείας φέρεται να πυροβόλησαν και να σκότωσαν περισσότερους από δώδεκα πολίτες, ανάμεσά τους τουλάχιστον επτά άτομα με νοητικές, ψυχοκοινωνικές ή σωματικές αναπηρίες, τα οποία δεν μπόρεσαν ή αρνήθηκαν να φύγουν. Στις 24 και 27 Σεπτεμβρίου 2018, συνολικά εννέα άνδρες φέρεται να εκτελέστηκαν από δυνάμεις ασφαλείας στην πόλη Buea, σύμφωνα με βίντεο που εξέτασε η Human Rights Watch και μια έκθεση του Κέντρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δημοκρατίας στην Αφρική, ενός τοπικού μη κυβερνητικού οργανισμού (ΜΚΟ)»[11]. Ωστόσο, δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες που να υποδεικνύουν στοχοποίηση ειδικότερα πολιτών που γνωρίζουν τη γαλλική γλώσσα για να τους καταστήσουν πληροφοριοδότες, λόγω ακριβώς αυτής της γνώσης τους.

 

Κατά την αξιολόγηση του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας καταγωγής της αιτήτριας, κρίνω ότι τα περιστατικά ασφαλείας που περιέγραψε εντάσσονται στο πλαίσιο της γενικευμένης κατάστασης ανασφάλειας που επικρατεί στην περιοχή διαμονής της και την προσωπική στοχοποίησής της.  Δεδομένου της μη αποδοχής του δεύτερου και τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού τα οποία δεν καταδεικνύουν προσωπική στοχοποίησή της, είτε από τις δυνάμεις του στρατού του Καμερούν, είτε από ένοπλες αποσχιστικές ομάδες των Ambazonians κρίνω πως δεν κατάφερε να τεκμηριώνει την δίωξή της.

 

Ανέτρεξα σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας προκειμένου να διαφανεί η κατάσταση που επικρατεί στη χώρα της. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστικών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonia στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά.

 

Το ACLED ανέφερε περαιτέρω ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ των αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα «κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών», το οποίο διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των αυτονομιστών, της κυβέρνησης, ιδιωτικών εταιρειών και ανθρωπιστικών οργανώσεων[12]. Τον Ιανουάριο του 2024, η United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA) ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές «συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών»[13]. Η κατάσταση της ασφάλειας παρέμεινε «πολύ ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024[14], χαρακτηριζόμενη από αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα, εισβολές μη κρατικών ενόπλων ομάδων σε αστικά κέντρα, επιθέσεις κατά των Σωμάτων Κρατικής Ασφάλειας, απειλές κατά αμάχων και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών από μη κρατικές ένοπλες ομάδες[15].

 

Αν και οι δηλώσεις της αιτήτριας συνάδουν σε ένα βαθμό με πληροφορίες που αντλούνται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής της, σε σχέση με τους μαχητές Ambazonians, η εξωτερική αξιοπιστία στο μέτρο που αφορά την γενικότερη κατάσταση που επικρατεί δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει την αλήθεια των ισχυρισμών της. Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, απαιτείται και συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό της αιτήτριας. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της, εφόσον προέβη κατά το αφήγημά της σε γενικές και αόριστες αναφορές, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε η αιτήτρια δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της. Η αιτήτρια είχε την ευκαιρία στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία να προσκομίσει με το ορθό δικονομικό διάβημα οτιδήποτε θεωρούσε ότι έπρεπε να γνωρίζει το Δικαστήριο πράγμα που δεν έπραξε. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, η αιτήτρια δεν προώθησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το προαναφερόμενο άρθρο, όσο και από το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (§37,38 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών). 

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης της αιτήτριας να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι η αιτήτρια έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτήτριας εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, διαφαίνεται πως η αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα (άρθρο 3, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000). Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία.

 

Η μελέτη των στοιχείων του διοικητικού φακέλου δεν στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν. 6 (Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000, σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Υπό το φως των εν λόγω δεδομένων στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, διεξήγαγα έρευνα σε πηγές πληροφόρησης, για σκοπούς πληρότητας σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της αιτήτριας, όπου αναμένεται ότι θα επιστρέψει.

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, για το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση το έτος 2026) καταγράφηκαν στη Νοτιοδυτική περιφέρεια (Sud-Ouest) του Καμερούν 886 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 608 θάνατοι[16]. Η Nοτιοδυτική περιφέρεια σύμφωνα με εκτίμηση του 2025 έχει πληθυσμό 2,098,500 κατοίκους[17].

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή της. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, παρατηρώ ότι είναι γυναίκα, νεαρής ηλικίας, υγιής, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, πλήρως ικανή προς εργασία με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία.

 

Ως προς το ζήτημα της υγείας της αιτήτριας, ανέτρεξα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την αντιμετώπιση της νόσου της Ηπατίτιδας Β’ στο Καμερούν. Σύμφωνα με έκθεση της EUAA για την περίοδο Ιανουαρίου 2019-Ιανουαρίου 2024 (η οποία αποτελεί απάντηση σε ερώτημα (COI Query) αναφορικά με την αντιμετώπιση των ατόμων με Ηπατίτιδα Β’ από το κράτος και την κοινωνία, την πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης καθώς και την πρόσβαση στην απασχόληση και στην υγειονομική περίθαλψη) «ο επιπολασμός του πληθυσμού με Ηπατίτιδα Β στο Καμερούν κυμαινόταν μεταξύ 8,3 % και 13% σύμφωνα με πηγές που χρονολογούνται από το 2019 μέχρι το 2023».[18] Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση, και ειδικότερα ως «προς την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, άρθρο του 2020 από την ενημερωτική πηγή Voice of America (VOA) News περιέγραψε ότι η κυβέρνηση του Καμερούν 'μείωσε το κόστος θεραπείας από 250$ το μήνα σε λιγότερο από 50$' για να «ενθαρρύνει» τους ασθενείς να επισκεφτούν τα νοσοκομεία, ενώ σύμφωνα με άρθρο του 2023 του Gavi, ενός διεθνούς οργανισμού για τον εμβολιασμό, το κόστος των φαρμάκων για την Ηπατίτιδα Β έχει μειωθεί κατά 60%»[19]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με δημοσίευμα της ιστοσελίδας VOA «360 δημόσια νοσοκομεία του Καμερούν φέτος (2020) απέστειλαν για πρώτη φορά υγειονομικό προσωπικό για να παρακολουθούν τους ασθενείς και να διασφαλίζουν ότι λαμβάνουν τις θεραπείες και τα εμβόλιά τους»[20].

 

Υπό το φως των ανωτέρω πληροφοριών, κρίνεται ότι η αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν θα είναι σε θέση να έχει πρόσβαση σε κατάλληλη περίθαλψη. Να σημειωθεί ότι η Αιτήτρια δεν εξέφρασε οποιοδήποτε φόβο απορρέοντα από το προφίλ της, πέραν των όσων εξετάστηκαν ήδη ανωτέρω. 

 

Ως εκ των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας, διαπιστώνω ότι δεν στοιχειοθετούνται επαρκείς ενδείξεις πως η ίδια είχε υποστεί στη χώρα καταγωγής της πράξεις βίας ή μεταχείριση ή ότι θα υποστεί τέτοιες πράξεις σε περίπτωση επιστροφής της. Η αιτήτρια δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτήν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

 

Έχω εξετάσει όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου με μεγάλη προσοχή. Θα πρέπει να επισημανθεί πως η αιτήτρια στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός της, με το ορθό δικονομικό διάβημα, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός της, να προσκομίσει νέα στοιχεία και να ενισχύσει τον ισχυρισμό της περί τον κίνδυνο που η ίδια ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.  Παρόλα αυτά η αιτήτρια σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία ενισχύουν τον πυρήνα του αιτήματός της. Όπως αναλύω ανωτέρω, το αφήγημα της αιτήτριας δεν παρατέθηκε με λεπτομέρεια και δεν πρόβαλε ισχυρισμούς ικανούς να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω. Ενόψει της κατάληξής μου αναφορικά με την πάσχουσα νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να μην επιδικάσω έξοδα.  Βέβαια η αιτήτρια εκπροσωπείται ενώπιον του Δικαστηρίου από δικηγόρο μέσω Νομικής Αρωγής   Τα έξοδα του δικηγόρου της αιτήτριας να πληρωθούν από το Ταμείο της Νομικής Αρωγής.

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Wum, North-West Region, Cameroon https://www.mindat.org/feature-2221053.html

[3] Efolofo, South-West Region, Cameroon, https://www.mindat.org/feature-2594803.html

[4] Batoke, South-West Region, Cameroon https://www.mindat.org/feature-2234678.html

[6]  EUAA, 'Practical Guide on Evidence and Risk Assessment' (2024), 41 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/publications/practical-guide-evidence-and-risk-assessment

[8] Voa News, 16 Dead in Latest Clashes in Cameroon Separatist Areas, March 04, 2020, https://www.voanews.com/africa/16-dead-latest-clashes-cameroon-separatist-areas

[9] HRW, Cameroon - Events of 2023, available at: World Report 2024: Cameroon | Human Rights Watch (hrw.org)

[10] AI, Human Rights Violations in Cameroon's Anglophone North-West Region, 2023, available at: Human Rights Violations in Cameroon's Anglophone North-West Region - Amnesty International

[11] HRW - Human Rights Watch: World Report 2019 - Cameroon, 17 January 2019
https://www.ecoi.net/en/document/2002163.html  

[12] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, 'Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists', Σεπτέμβριος 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνσηd4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdfσελ. 3

[13] UNOCHA, 'Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)', 8 Μαρτίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνσηCameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024) | OCHA

[14] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), 'Cameroon - Population at risk', 1 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνσηCameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect

[15] Global Protection Cluster (GPC), 'Protection Monitoring Update; July - September 2024', 30 Οκτωβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνσηUNHCR

[16] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Sud Ouest, Political Violence,  Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer

[17] City Population, 'Cameroon-Sud Ouest', https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/

[18] ΕUAA - European Union Agency for Asylum: Cameroon; Attitudes towards individuals, including LGBTIQ people, with Hepatitis B by the state and by society; access to support services; access to employment and to healthcare [Q9-2024], 24 January 2024, σελ.3 https://www.ecoi.net/en/file/local/2103684/2024_01_EUAA_COI_Query_Response_Q9_Cameroon_Attitudes_towards_Individuals_with_Hepatitis_B.pdf 

[19] Ibid, σελ. 4

[20]  VOA News, Cameroon Dispatches Healthcare Workers to Find, Treat Hepatitis Patients, 28 July 2020  

https://www.voanews.com/a/africa_cameroon-dispatches-healthcare-workers-find-treat-hepatitis-patients/6193561.html

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο